← Κύπρος

Σοφίας Μιχαήλ Παρασκευά ν. ΦΑΡΑΩ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Αρ. Αγωγής: 3054/11, 26/9/2014

Σοφίας Μιχαήλ Παρασκευά ν. ΦΑΡΑΩ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Αρ. Αγωγής: 3054/11, 26/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3054/11 Μεταξύ: Σοφίας Μιχαήλ Παρασκευά Ενάγουσας, και ΦΑΡΑΩ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Εναγόμενης. ------------------------- Αίτηση ημερ. 19/09/14 από την Εναγόμενη για την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Σεπτεμβρίου, 2014. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κος Κ. Κουκούνης με κα Χρ. Ζαντή (για ν' ακούσει απόφαση κα Ζαντή). Για Εναγόμενη: κος Α. Κλεάνθους (για ν' ακούσει απόφαση κα Χαμπή) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη Εταιρεία το ποσό των €17.086,01- ως οφειλόμενο ποσό που συμφωνήθηκε να επιστραφεί προς την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα το ρηθέν ποσό είχε καταβληθεί ως προκαταβολή για την αγορά ενός διαμερίσματος στην πολυκατοικία «ΕΛΕΝΑ 87», στην οδό Βαρβάκη 14, στην Αθήνα και είχε συμφωνηθεί στη Λάρνακα η επιστροφή του. Η Εναγόμενη Εταιρεία ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εκδικάσει προδικαστικά το θέμα της δικαιοδοσίας ενόψει του ότι το ακίνητο, στο οποίο κατά τον ισχυρισμό της αναφέρεται η αγωγή, ευρίσκεται στην Αθήνα. Παρά την διαφωνία του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι θα έπρεπε να ακουστεί η προδικαστική εκδίκαση του θέματος της δικαιοδοσίας και οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις. Ο κος Κλεάνθους, συνήγορος της Εναγόμενης Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επεκτείνει την δικαιοδοσία του εκτός Κύπρου. Με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 21

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και την απόφαση Ιωαννίδης ν. Κρητικού
(1992)1 Α.Α.Δ. 828 ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να αναληφθεί δικαιοδοσία σε σχέση με ακίνητα που βρίσκονται στην αλλοδαπή. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι νομικό πρόσωπο που ενάγεται διέπεται από τους νόμους της Ελλάδας. Εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Ο κος Κουκούνης από την αντίπερα όχθη είχε αντίθετη άποψη. Εισηγήθηκε ότι η ίδια η Εναγόμενη Εταιρεία είχε υπαχθεί και αποδεχθεί την δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων με την καταχώρηση του Σημειώματος Εμφανίσεως άνευ όρων και χωρίς να αιτηθεί την ακύρωση της επίδοσης του Κλητήριου Εντάλματος ενώ επιπρόσθετα καταχώρισε και Ανταπαίτηση. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η αγωγή δεν αφορά αυτό καθ αυτό το ακίνητο αλλά αφορά την συμφωνία ακύρωσης της αγοράς του διαμερίσματος και της επιστροφής της προκαταβολής η οποία συμφωνία είχε συντελεστεί στην Κύπρο. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στις πρόνοιες του Ε.Κ. 44/01 και υποστήριξε ότι εφαρμόζονται στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Κατέληξε, ότι η επιφύλαξη του άρθρου 21 εδάφιο 2 επιβεβαιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.27 θ.θ.1 και 2 προβλέπουν τ΄ ακόλουθα: "
  1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: «
  3. Κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να εγείρει με το δικόγραφό του οποιοδήποτε νομικό σημείο και οποιοδήποτε τέτοιο σημείο μπορεί ν΄ αποφασιστεί από το Δικαστήριο σ΄ οποιοδήποτε στάδιο αυτό κρίνεται σκόπιμο.
  4. Εάν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφανση επί του συγκεκριμένου σημείου ουσιαστικά κρίνει την τύχη της αγωγής, ή οποιαδήποτε ξεχωριστή αιτία αγωγής, την βάση της υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αυτή τούτη την αγωγή ή να εκδώσει τέτοια άλλα διατάγματα σ΄ αυτήν που κατά την γνώμη του είναι δίκαια.» Η νομολογία που διέπει τον καθορισμό και την επίλυση θέματος βάσει της Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών συνοψίστηκε στην απόφαση Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. στη σελίδα 228: «Η φύση του νομικού θέματος, μάλιστα, καθιστούσε την επίλυση του, βάσει της Δ.27, επιβεβλημένη επειδή έθιγε την καθ΄ ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του.» Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει οποιανδήποτε υπόθεση είναι θέμα δημόσιας τάξης. Το ίδιο το Σύνταγμα, στο Άρθρο 30, καθορίζει ότι «κάθε άτομο δικαιούται ........... ενώπιον αμερόληπτου, ανεξάρτητου και αρμόδιου Δικαστηρίου». Λόγω της υφής του το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα σε οποιοδήποτε στάδιο. Βλ. Παναγιώτου ν. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Sevegep Ltd ν. United Sea Transport Ltd and Another
(1989)1 C.L.R. (G) 729 και Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203. Η ύπαρξη δικαιοδοσίας προς επίλυση της αναφυόμενης διαφοράς αποτελεί προϋπόθεση για την εκδίκαση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θεμάτων που άπτονται της δικαιοδοσίας του σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τι στιγμή που το Δικαστήριο είναι σε θέση να διαγνώσει ότι στερείται αρμοδιότητας, τότε, οφείλει να μην προχωρήσει πιο πέρα γιατί ως αναρμόδιο, η όποια απόφασή του, δεν θα μπορούσε να έχει νόημα. Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση. Βλ. Sartas Importers Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1160. Πρωταρχικό μου καθήκον είναι λοιπόν, σύμφωνα με τις αρχές που η νομολογία έχει καθορίσει, να εξετάσω το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κρίνω ότι έχω δικαιοδοσία θα μπορώ να προχωρήσω στην περαιτέρω εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Βλ. Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 Α.Α.Δ. 566 και Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.L.C.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838 όπου στην σελ. 844 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Ένα πολιτικό δικαστήριο για ν΄ αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτόχρονα καθ΄ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα». Κατά την άποψή μου για να αποφασιστεί κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό εξέταση αγωγή θα πρέπει να εξετάσει, ως πρώτο θέμα, την κατά τόπο αρμοδιότητά του. Η κατά τόπο αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων καθορίζεται από το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)όπως αυτό τροποποιήθηκε. Το άρθρο 21 εδάφιο
(1)προνοεί ότι: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχει πρωτόδικη δικαιοδοσία για να ακούει και αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 όταν- (α) η βάση της αγωγής έχει προκύψει είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικά εντός των ορίων της επαρχίας για την οποία το δικαστήριο καθιδρύθηκε (β) ο εναγόμενος ή οποιοσδήποτε από τους εναγόμενους, κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής, διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας για την οποία καθιδρύθηκε το δικαστήριο. (γ) ...................... (δ) .......................» Το δε εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου προνοεί: «
(2)Όταν η αγωγή αφορά σε διανομή ή πώληση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία, αυτή θα εισάγεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας εντός της οποίας βρίσκεται η ιδιοκτησία αυτή. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού, αν όλοι οι ενδιαφερόμενοι είναι Κύπριοι «επαρχία» περιλαμβάνει και τις Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων:» Σημαντική είναι και η επιφύλαξη του εδαφίου 2 του ίδιου άρθρου: «Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου ειδικού Νόμου, απαίτηση για απόδοση καθυστερημένων μισθωμάτων που προκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακινήτου ή απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεως ένεκα αθέτησης πωλητηρίου ή ενοικιαστηρίου εγγράφου ή άλλης σύμβασης που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να εισαχθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού.» Η πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 21 εδάφιο 2 του Ν.14/60 έχει ερμηνευθεί πρόσφατα στην υπόθεση Ηλίας Τσιακλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου
(2005)1 Α ΑΑΔ 768. Στην υπόθεση αυτή είχε ζητηθεί διάταγμα πώλησης ακινήτων που βρίσκονταν στην Λάρνακα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι: «Η φράση «ένεκα της αθέτησης ..... άλλης σύμβασης που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία» καλύπτει πλήρως και την παρούσα περίπτωση και έτσι δίδεται δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου 1 του άρθρου 21.» Η φύση της διαφοράς έγκειται στην παραβίαση ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης Εταιρείας για την επιστροφή, από την Εναγόμενη Εταιρεία της προκαταβολής που είχε καταβληθεί στην Κύπρο για την αγορά ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στην Αθήνα. Όμως, η Εναγόμενη Εταιρεία διατηρεί γραφεία στην επαρχία Λάρνακας, πράγμα που δεν το αρνείται στην καταχωρισθείσα Υπεράσπισή της ούτε αρνείται ότι τόσο η αρχική συμφωνία πώλησης καθώς και η συμφωνία για επιστροφή της προκαταβολής είχαν επιτευχθεί στην Λάρνακα και αυτά είναι γεγονότα που το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει. Εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη Εταιρεία δεν καταχώρισε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία αλλά αντίθετα συνέχισε να συμμετέχει στην διαδικασία καταχωρώντας υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Στην G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)
(1)(Γ) Α.Α.Δ. 2064 αναφέρεται ότι η σχετική Διαταγή (Δ.16 θ.9) καθώς και η νομολογία αποκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αφού τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Θεωρώ ότι η Εναγόμενη Εταιρεία αυτόβουλα έχει υπαχθεί στην δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων δια μέσου της αδράνειας της. Παρά την πιο πάνω κατάληξη θα πρέπει να γίνει αναφορά στις πρόνοιες του Κανονισμού 44/01 (Ε.Κ) του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερ. 22.12.2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Η εμβέλεια και σημασία του συγκεκριμένου Κανονισμού επεξηγήθηκε σε δυο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου την Loughrans Stores Ltd v. D.P. Agroproducts Πολ. Εφ.300/09 ημερ. 23/12/13 και στην Hamptons Advisory Group S.A. v. Bost Ad, Άντρη Παπαδοπούλου κ.α. Πολ. Εφ. 13/09 ημερ. 27/03/
  1. Στην απόφαση Hamptons Advisory Group S.A. v. Bost Ad, Άντρη Παπαδοπούλου κ.α. κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Ο Κοινοτικός Κανονισμός αρ. 44/2001 («Council Regulation (EC) No. 44/2001»), ημερ. 22.12.00, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ως πράξη για την οποία απαιτείται δημοσίευση, στις 16.1.01, υπό στοιχεία OJ 2001 L12/
  2. Αφορά τη ρύθμιση της δικαιοδοσίας, της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Δεν έχει εφαρμογή σε υποθέσεις όπου η κύρια διαφορά αφορά το οικογενειακό δίκαιο, το δίκαιο των πτωχεύσεων, τις κοινωνικές ασφαλίσεις ή παροχές και θέματα διαιτησίας. Ο Κοινοτικός αυτός Κανονισμός είναι γνωστός ως Brussels I Regulation και αντικατέστησε τη Συνθήκη των Βρυξελλών του
  3. Προνοεί και δίνει την απάντηση σε δύο ζωτικά ερωτήματα που πιθανόν να εγείρονται σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ ατόμων που κατοικούν σε διαφορετικά κράτη. Τα ερωτήματα αυτά είναι ποιο Δικαστήριο ή Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και ποιοι κανονισμοί εφαρμόζονται για να αποφασιστεί κατά πόσο μια δικαστική απόφαση εκδομένη σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα αναγνωριστεί. Η Συνθήκη των Βρυξελλών του 1968, καθώς και ο νυν Κοινοτικός Κανονισμός 44/2001 (ο οποίος τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την απόφαση του Συμβουλίου ημερ. 15.10.2007 (2007/712/ΕΚ), σχετίζονται με την ανάγκη διευκόλυνσης διασυνοριακών διαδικασιών κατά τρόπο ώστε στα πλαίσια της φιλοσοφίας και της δημιουργίας της κοινής αγοράς, με βασικές αρχές την ελευθερία διακίνησης ατόμων και προϊόντων, να μην παρεμβάλλονται διαδικαστικές, ιδιαίτερα τυπικής φύσεως, δυσκολίες στην αναγνώριση και εφαρμογή αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλη χώρα από τη χώρα στην οποία επιζητείται η εκτέλεση τους. Τα σχετικά Άρθρα 5 και 23 του Κανονισμού 44/2001 που μνημόνευσε το Δικαστήριο, εμπίπτουν ακριβώς στο μέρος του Κανονισμού που αφορά την πρόσδωση δικαιοδοσίας στα Δικαστήρια κράτους μέλους στο οποίο τα διάδικα μέρη συμφώνησαν να επιλύσουν δικαστικά τις διαφορές τους. Μάλιστα το Άρθρο 24, προνοεί περαιτέρω ότι το Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται με την καταχώρηση εμφάνισης αποκτά δικαιοδοσία, αλλά όχι αν η εμφάνιση έχει σκοπό μόνο την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο Δικαστήριο με αποκλειστική αρμοδιότητα με βάση το Άρθρο
  4. Αναφέρεται στο σύγγραμμα των Adrian Briggs and Peter Rees: Civil Jurisdiction and Judgments 4η έκδ., σελ. 91, παρ. 2.67, ότι η εμφάνιση στα πλαίσια του Κανονισμού δεν είναι, αυστηρώς ομιλούντες, συνώνυμη με την υποταγή ή την αποδοχή της δικαιοδοσίας. Η παραδοσιακή αντίληψη του Αγγλικού Νόμου ότι υπάρχει υποταγή στη δικαιοδοσία με την αποδοχή της επίδοσης της αγωγής, δεν εμπίπτει στην έννοια του Άρθρου
  5. Η στην πράξη εμφάνιση του εναγομένου και η επίπτωση και σημασία της εξετάζεται, εν πάση περιπτώσει, με βάση τους διαδικαστικούς κανονισμούς της χώρας όπου καταχωρείται η εμφάνιση. Και εδώ, η εμφάνιση της εταιρείας ήταν υπό διαμαρτυρία, τηρουμένης ακριβώς της διαδικασίας που επιβάλλει η Δ.16 θ.9, προς αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας.» Το άρθρο 3 του Καν 44/01 προνοεί ότι: «Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.» Το άρθρο 5 παρ. 1 του Καν. 44/01προνοεί ότι: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1.α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή.» Στην υπόθεση Effer v. Kanter C38/81 ημερ. 04/03/1981, το συγκεκριμένο άρθρο όπως ήταν διατυπωμένο στην Συνθήκη των Βρυξελλών, κρίθηκε ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία η κατάρτιση της σύμβασης, που αποτελεί τη βάση της αγωγής, τελεί υπό αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων. Βλ. Σύγγραμμα Ιωάννη Δελικοστόπουλου «Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001», εκδ. 2011, σελ.67 κ.ε.. Κρίσιμο γεγονός για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του Καν. 44/01είναι ο τόπος εκπλήρωσης της παροχής, ο οποίος προσδιορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει την επίδικη υποχρέωση κατά τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου δικάζεται η υπόθεση βλ. Groupe Concorde, C-440/97 05/10/1999 σελ 566-
  6. Σημαντικό είναι και το άρθρο 24 του Καν.44/01το οποίο προνοεί: «Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία.» Και επειδή σύμφωνα και με την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος (Ν.127
(1)/06) ημερ. 28.7.06, Κανονισμοί που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία ακόμα κ΄ αν θεωρηθεί ότι δεν έχω δικαιοδοσία δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 21 εδάφιο 2, που εγώ θεωρώ ότι έχω, τότε ο Κανονισμός 44/01 του Συμβουλίου μου παρέχει το αναγκαίο δικαιοδοτικό πλαίσιο για να επιληφθώ της υπό εξέταση αγωγής αφού η συμφωνία για επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού έγινε στην Επαρχία Λάρνακας και η Εναγόμενη Εταιρεία έχει παραστεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας χωρίς να προβεί στα απαιτούμενα διαδικαστικά μέτρα για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας σύμφωνα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Σ΄ αυτό το σημείο θα ήθελα ν΄ αναφέρω ότι η απόφαση Κρητικός στην οποία ο κος Κλεάνθους βάσισε τους ισχυρισμούς του είναι προγενέστερη της τροποποίησης του άρθρου 21
(2)του περί Δικαστηρίου Νόμου, το οποίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν.102
(1)/92 στις 23.12.1992 και του Ε.Κ. 44/01 αφού η απόφαση είχε εκδοθεί στις 28.5.1992. Οπόταν, το σκεπτικό της δεν μπορεί ν΄ εφαρμοστεί στην υπό εξέταση υπόθεση. Σύμφωνα και με την Μουρτζίνος ν. Global Cruises Ltd (ανωτέρω): «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δηλαδή την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του για απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες.» Καθοδηγούμενη τόσο από την νομολογία, τον περί Δικαστηρίων Νόμο καθώς και από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/01 καταλήγω ότι το επίδικο θέμα, όπως έχει καθοριστεί, σε συνάρτηση με τον τόπο επίτευξης της συμφωνίας και την υπαγωγή της Εναγόμενης Εταιρείας στην δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων χωρίς διαμαρτυρία μου προσδίδει δικαιοδοσία ν΄ εκδικάσω την υπό εξέταση αγωγή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης η ένσταση που αφορά το θέμα της δικαιοδοσίας απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Εναγόμενης Εταιρείας και υπέρ της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.