ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ ν. ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD,
(28310)δια των παραληπτών/διαχειριστών Μιχάλη Αβραάμ και Andrew Andronikou, από τη Λευκωσία της εταιρείας ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD (υπό διαχείριση) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2474/2013, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου - Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2474/2013 Μεταξύ: ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ Ενάγοντα και 1. ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD, δια των εκκαθαριστών της υπό διάλυση εταιρείας, Μιχάλη Αβραάμ και Andrew Andronikou 2. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ 3. ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙA ΛΤΔ 4. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 11.3.2014 Μεταξύ: ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ Ενάγοντα και 1. ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD,
(28310)δια των παραληπτών/διαχειριστών Μιχάλη Αβραάμ και Andrew Andronikou, από τη Λευκωσία της εταιρείας ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD (υπό διαχείριση)
- ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Β.Ε. ΛΤΔ
- ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙA ΛΤΔ
- ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων 9 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Eναγόμενους 1/Αιτητές: κα Ε. Καδή δια ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΓΙΑΓΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα: κα Α. Αγαθοκλέους Για Εναγόμενους 2 & 4: κα Τταουξιή για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 3: κ. Λοϊζου για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση των Εναγομένων 1 ημερομηνίας 29.1.2014 για αναστολή της διαδικασίας εκκρεμούσης αίτηση εκκαθάρισης εναντίον τους Στις 4.7.2013 ο Ενάγων καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δια του οποίου αξιώνει εναντίον των Εναγομένων, ομού και κεχωρισμένα, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, για μόνιμη ανικανότητα, σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη, όπως ισχυρίζεται, συνεπεία εργατικού ατυχήματος στις 18.7.2012, σε χώρο των Εναγομένων 1 και ενώ εργοδοτείτο από τους Εναγόμενους
- Με την υπό κρίση αίτηση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 στις 29.1.2014 (στο εξής η «Αίτηση»), ζητούν: «Α. Αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) της πολιτικής αγωγής με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, σε σχέση και/ή αναφορικά με την ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Εναγομένων/Αιτητών μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης με αρ. 168/2012 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας λόγω του ότι θα υπάρξει αρνητικός επηρεασμός των δικαιωμάτων ορισμένων πιστωτών. Β. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά διάταγμα και/ή διαταγή του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία να λάβει οποιαδήποτε επιπρόσθετα δικονομικά μέτρα και/ή διαδικασίες στα πλαίσια της παρούσης αγωγής και/ή διαδικασίας. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται οποιεσδήποτε εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες (stay of proceedings) σε σχέση και/ή αναφορικά με την πολιτική αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών, μέχρι την εκδίκαση και/ή ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή διαταγή το Δικαστήριο κρίνει ορθό και/ή έυλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ε. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α.» Η νομική βάση της Αίτησης είναι αχρείαστα ευρεία και περιλαμβάνει τη Δ.48 θ. 1-9, τα άρθρα 213 - 219 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 καθώς και τη νομολογία, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Αβραάμ, ενός εκ των Διαχειριστών/Παραληπτών των Εναγομένων 1/Αιτητών. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, περί τα τέλη του 2012 καταχωρήθηκε από πιστωτή της Αιτήτριας εταιρείας αίτηση εκκαθάρισης της η οποία ακόμα εκκρεμεί. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε, όπως λέει «...καθ' ότι αν δεν ανασταλεί η διαδικασία [της παρούσας αγωγής] και επιτραπεί η συνέχιση της, τότε ορισμένοι εκ των πιστωτών θα αποζημιωθούν στο έπακρο, ενώ αν η διαδικασία ανασταλεί θα βρίσκονται στην ίδια σειρά με άλλους πιστωτές της ίδιας τάξης». Τόσο η πλευρά του Ενάγοντα όσο και οι Εναγόμενοι 2 & 4 έφεραν ένσταση στην Αίτηση. Σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν οι εργοδότες του Ενάγοντα κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος και οι Εναγόμενοι 4 παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη στους Εναγόμενους 2 και ενάγονται υπό την ιδιότητα τους αυτή. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, το επίδικο ατύχημα συνέβη σε χώρο των Εναγομένων 1/Αιτητών και οι Εναγόμενοι 3 είναι επίσης ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κάλυψη στους Εναγόμενους
- Οι Εναγόμενοι 3 δεν είχαν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Με τις ενστάσεις τους, τόσο ο Ενάγοντας όσο και οι Εναγόμενοι 2 & 4, προβάλλουν διάφορους λόγους για τους οποίους η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί τους οποίους συνοψίζω αναφέροντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι οι Αιτητές δεν καταδεικνύουν γιατί το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, ότι δεν είναι σκόπιμη και/ή δικαιολογημένη η αναστολή της διαδικασίας, ότι ο Ενάγων δεν είναι πιστωτής της Αιτήτριας εταιρείας, δεν έχει εκκαθαρισμένη απαίτηση και δεν δικαιούται σε επαλήθευση του χρέους του. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με προσοχή. Η ουσιαστική δικονομική βάση της Αίτησης είναι το άρθρο 215 του Κεφ. 113 το οποίο προβλέπει τα εξής: «
- Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύνανται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασίας, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό.» Όπως αναφέρθηκε στην Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λιμιτεδ (Αρ.1)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1806, στην οποία θα αναφερθώ και κατωτέρω, ο σκοπός της διάταξης 215 του Κεφ. 113 είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της εταιρείας ενόσω εκκρεμεί η αίτηση διάλυσης. Ο στόχος είναι να διασφαλιστεί η σειρά προτεραιότητας των πιστωτών της ίδιας τάξης εμποδίζοντας κάποιους από αυτούς από το να αποκτήσουν ωφελήματα σε βάρος των υπόλοιπων. Πρέπει να πω όμως ότι, πέραν της πιο πάνω γενικής τοποθέτησης, η νομολογία δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική σε σχέση με τα υπό κρίση ζητήματα. Η συνήγορος των Αιτητών έχει παραπέμψει σε ορισμένες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς υποστήριξη της θέσης της, τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή. Πρέπει να πω ότι στις υποθέσεις αυτές δεν απασχόλησε το Εφετείο η ουσία του άρθρου 215 του Κεφ. 113. Συγκεκριμένα στην 1. Μιχάλη Σάββα Νικολάου κ.α. ν Χριστάκη Ιακωβίδη ως εκκαθαριστή της εταιρείας A&G Property Wise Development Ltd, Πολ. Έφ. 302/2008 ημερομηνίας 5.4.2013, το Εφετείο αναφέρθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 215 του Κεφ. 113 όχι επί της ουσίας τους αλλά μόνο ως βοηθητικές για σκοπούς ερμηνείας του άρθρου 220 του Κεφ. 113 και τη αναγκαιότητα της λήψης άδειας από τον εκκαθαριστή για συνέχιση της διαδικασίας της έφεσης. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 2055, και πάλιν δεν απασχόλησε το Εφετείο η ουσία του άρθρου 215 του Κεφ.
- Αντικείμενο της έφεσης εκείνης ήταν η ερμηνεία του όρου «διαδικασία» στα πλαίσια του άρθρου 215 που, εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκε αφού είχε εν τω μεταξύ εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης καθιστώντας την έφεση άνευ αντικειμένου. Τέλος στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λιμιτεδ (Αρ.1) (ανωτέρω), στην οποία έχω αναφερθεί και πιο πάνω, το επίδικο θέμα αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 220 του Κεφ. 113 και οι αναφορές στις πρόνοιες του άρθρου 215 του Κεφ. 113 έγιναν διότι, όπως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, αυτές ήταν: «σχετικές και βοηθητικές στην ερμηνεία». Οι αποφάσεις Δικαστηρίων πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας στις οποίες έχει αναφερθεί η συνήγορος των Αιτητών για να υποστηρίξει τη θέση της αποφασίστηκαν με γνώμονα τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Σημειώνω ενδεικτικά μόνο ότι όλες αυτές οι πρωτόδικες αποφάσεις αφορούσαν περιπτώσεις όπου οι αξιώσεις των εκάστοτε εναγόντων ήταν εκκαθαρισμένες. Η παρούσα υπόθεση αφορά, υπενθυμίζω αξίωση για γενικές αποζημιώσεις, δεν έχει διακριβωθεί στο στάδιο αυτό αν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη η Αιτήτρια εταιρεία έναντι του Ενάγοντα αλλά ούτε και το ύψος του ποσού που ενδεχομένως αυτός δικαιούται. Επομένως θα ήταν αδύνατη η συμμετοχή του Ενάγοντα σε διαδικασία επαλήθευσης του χρέους του εάν εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της Αιτήτριας εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει οι αποφάσεις αυτές δεν δημιουργούν δεσμευτικούς κανόνες προσέγγισης και εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 215 του Κεφ.
- Η πλευρά των Αιτητών παρέπεμψε επίσης το Δικαστήριο σε αποφάσεις Αγγλικών Δικαστηρίων προς υποστήριξη της Αίτησης. Σημειώνω, επ' αυτού ότι το άρθρο 215 του Κεφ. 113 είναι αντίστοιχο με τις πρόνοιες του άρθρου 140 του Companies (Consolidation) Act 1908 και του μεταγενέστερου άρθρου 216 του Αγγλικού Companies Act
- Συγκεκριμένα, οι Αιτητές παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην Αγγλική υπόθεση Bowkett v Fuller's United Electric Works Ltd [1923]1 KB 160 την οποία έχω διεξέλθει με προσοχή. Η υπόθεση αυτή αφορούσε αντίστοιχη αίτηση που υποβλήθηκε στα πλαίσια του άρθρου 140 του Companies (Consolidation) Act 1908, του οποίου οι πρόνοιες προσομοιάζουν με τις πρόνοιες του άρθρου 215 του Κεφ.
- Στην περίπτωση εκείνη βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία συμβιβασμού μεταξύ της αιτήτριας εταιρείας και των πιστωτών της στα πλαίσια του άρθρου 120 του Companies (Consolidation) Act 1908 (η συγκεκριμένη διαδικασία είναι αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 198 του Κεφ. 113). Ο καθ' ου η αίτηση που ήταν πιστωτής της εταιρείας ο οποίος δεν συναινούσε με τον προτεινόμενο συμβιβασμό, κίνησε αγωγή και εξασφάλισε δικαστική απόφαση εναντίον της εταιρείας και επρόκειτο να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης αυτής. Η εταιρεία τότε υπέβαλε αίτηση για να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας του συμβιβασμού. Επρόκειτο επομένως για υπόθεση στην οποία είχε ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του πιστωτή και εναντίον της εταιρείας και σε αυτό το στάδιο, μετά δηλαδή την έκδοση της απόφασης, η εταιρεία ζήτησε από το Δικαστήριο την αναστολή της διαδικασίας για να εμποδιστεί ο καθ' ου η αίτηση να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Η προσπάθεια συμβιβασμού με τους πιστωτές της εταιρείας που εξελισσόταν δυνάμει του άρθρου 120 του Companies (Consolidation) Act 1908 γινόταν στη βάση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ως είχαν. Εάν, μέσω των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, ο καθ' ου η αίτηση εισέπραττε το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους, θα μεταβάλλονταν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και θα αναιρείτο η προσπάθεια συμβιβασμού με όλους τους υπόλοιπους πιστωτές. Ο καθ' ου η αίτηση σε εκείνη την υπόθεση δηλαδή, θα αποκτούσε πλεονέκτημα εις βάρος της περιουσίας της εταιρείας και των υπόλοιπων πιστωτών. Αναφερόμενη στην συγκεκριμένη υπόθεση και επιχειρηματολογώντας υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η συνήγορος των Αιτητών αναφέρθηκε σε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Bankes L.J. ο οποίος καταλήγει ότι: «..it is against the policy of the Court to exercise that discretion by allowing the plaintiff to proceed except in very special circumstances». Παραβλέπει όμως η συνήγορος ότι αιτιολογώντας την απόφαση του, ο Bankes L.J. ξεκινά λέγοντας ότι: «.the plaintiff issued a writ... against the company and got judgement and was about to levy execution...». Με το ίδιο υπόβαθρο διέπεται και η απόφαση του Scrutton L.J., ο οποίος αναφέρεται σε «impending execution»της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης της οποίας επιδιώκετο η αναστολή αλλά και ο Eve J. που αναφέρεται σε «proceedings to recover [the judgement] debt». Είναι θεωρώ υπό αυτό το πρίσμα που πρέπει να προσεγγίζεται η συγκεκριμένη απόφαση - ότι ο καθ΄ου η αίτηση είχε ήδη εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της αιτήτριας εταιρείας και ήταν έτοιμος να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης αυτής με πραγματικό κίνδυνο αρνητικού επηρεασμού και εις βάρος όλων των υπόλοιπων πιστωτών της εταιρείας. Η πλευρά των Αιτητών παρέπεμψε επίσης στην Re Dynamics Corporation of America [1973]1 W.L.R.
- Αναφορικά με την υπόθεση αυτή, σημειώνω ότι πρόκειται για απόφαση του Chancery Division του High Court, πρωτοβάθμιας δηλαδή δικαιοδοσίας. Κατά την άποψη μου, η εν λόγω υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη βρισκόταν σε εξέλιξη στην Αμερική (όπου έδρευε η μητρική εταιρεία της αιτήτριας) διαδικασία συμβιβασμού μεταξύ της και των πιστωτών της στην οποία θα συμπεριλαμβάνονταν και τα περιουσιακά στοιχεία της αιτήτριας θυγατρικής εταιρείας. Με τον προτεινόμενο συμβιβασμό διαφωνούσε ο καθ΄ου η αίτηση του οποίου η αξίωση συνιστούσε το 4% των χρεών. Ο καθ' ου η αίτηση, προωθούσε εναντίον της θυγατρικής εταιρείας αγωγή στην Σκοτία και η αίτηση αναστολής υποβλήθηκε διότι σε περίπτωση έκδοσης της απόφασης αναιρούνταν τα δεδομένα επί των οποίων προχωρούσε η προσπάθεια συμβιβασμού στην Αμερική. Στην απόφαση του, ο Templeman J αναφέρεται στα συγκεκριμένα γεγονότα και δεδομένα της υπόθεσης και λέει ότι το Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίσει ότι «one particular creditor is not enabled to "jump the gun" by taking an enforcement proceeding» καταλήγοντας ότι»[a]t the moment, however, and on the figures which I have been given, it is plain that the vast majority of the creditors believe that a moratorium is in their best interests, and it seems to me that I ought therefore to take steps to restrain the minority of 4 per cent. from frustrating the wishes of the great majority.» Η απόφαση για αναστολή λήφθηκε διότι το Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί ότι εάν δεν αναστέλλετο η αγωγή υπήρχε πραγματικός κίνδυνος να επηρεαστεί αρνητικά η περιουσία της εταιρείας και τα συμφέροντα των άλλων πιστωτών της[1]. Η σειρά κατάταξης των απαιτήσεων των πιστωτών μιας εταιρείας κατά την εκκαθάριση της, καθορίζεται από το άρθρο 300 του Κεφ.
- Η κατάταξη και προτεραιότητας δεν επηρεάζεται, αλλοιώνεται ή μεταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο από την έκδοση και μόνο δικαστικής απόφασης για το χρέος ενός εκ των πιστωτών. Ένας μη εξασφαλισμένος πιστωτής πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης παραμένει μη εξασφαλισμένος πιστωτής και μετά την έκδοση της απόφασης. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν καθίσταται εξασφαλισμένος πιστωτής μόνο επειδή έχει εξασφαλίσει υπέρ του δικαστική απόφαση. Εξασφαλισμένος είναι πιστωτής ο οποίος είναι δικαιούχος κάποιου δικαιώματος ή βάρους (security interest) επί της περιουσίας του οφειλέτη ή μέρους αυτής. Η δικαστική απόφαση δεν συνιστά και δεν δημιουργεί αφ εαυτής τέτοιο δικαίωμα (security interest). Η ειδοποιός διαφορά μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης είναι ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης αυτής. Λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης ενώ εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της οφειλέτιδας εταιρείας, μπορεί να παρακάμψει την σειρά προτεραιότητας των πιστωτών αφού ενδεχομένως να επιτύχει με αυτό τον τρόπο την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους από την εταιρεία πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμετάσχει στη διαδικασία εκκαθάρισης. Είναι σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά την άποψη μου, που το διάταγμα αναστολής ή εμποδισμού στα πλαίσια του άρθρου 215, Κεφ. 113 πρέπει να εκδίδεται, ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων. Σε περιπτώσεις δηλαδή όπου έχει εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση και οι περιστάσεις δείχνουν ότι επίκειται η λήψη μέτρων εκτέλεσης της. Σε περιπτώσεις όπου εκκρεμεί αγωγή αλλά πριν την έκδοση της απόφασης διάταγμα αναστολής δυνάμει του άρθρου 215 του Κεφ. 113 πρέπει να εκδίδεται μόνο αν προκύπτει από τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης ότι συντρέχει πραγματικός κίνδυνος αρνητικού επηρεασμού είτε των άλλων πιστωτών, είτε της περιουσίας της εταιρείας εάν η αγωγή δεν ανασταλεί. Στρεφόμενη στην υπό κρίση αίτηση, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη ότι κατά τον χρόνο αυτό ο Ενάγοντας/Καθ΄ ου η Αίτηση 1 δεν είναι καν πιστωτής ή ενδεχόμενος πιστωτής[2] της Αιτήτριας εταιρείας. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που έχει εγείρει αξίωση εναντίον της, και άλλων προσώπων, για αγώγιμο δικαίωμα που εδράζεται σε αστικό αδίκημα. Μόνο εάν επιτύχει να αποδείξει το αγώγιμο δικαίωμα του στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας εναντίον της Αιτήτριας θα καταστεί πιστωτής της. Ακόμα και στην περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της Αιτήτριας εταιρείας, ο Ενάγοντας δεν θα μπορέσει να συμμετάσχει στην διαδικασία επαλήθευσης αφού η απαίτηση του δεν είναι εκκαθαρισμένη. Χωρίς την εκδίκαση της αγωγής δεν μπορεί να διακριβωθεί εάν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό από την Αιτήτρια εταιρεία. Σημειώνω επίσης ότι ακόμα και αν εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Αιτήτριας εταιρείας στην αγωγή, δεν θα επηρεαστεί η σειρά κατάταξης και προτεραιότητας των πιστωτών. Ενδεχόμενη έκδοση δικαστικής απόφασης υπέρ του δεν θα τον εντάξει στην κατηγορία των προνομοιούχων πιστωτών (preferential creditors) του άρθρου 300 του Κεφ. 113 αφού δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 300
(1)(γ) του Κεφ.113 που εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις μισθωτών της εταιρείας. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο από την Εναγόμενη
- Επίσης, ενδεχόμενη έκδοση δικαστικής απόφασης υπέρ του δεν θα τον καταστήσει εξασφαλισμένο πιστωτή της εταιρείας (secured creditor) και δεν θα επηρέαζε τον επιμερισμό πληρωμών ούτε αυτής της τάξης. Έκδοση δικαστικής απόφασης υπέρ του θα τον καταστήσει μη εξασφαλισμένο πιστωτή (unsecured creditor) της εταιρείας ενώ και πάλιν δεν θα του έδινε οποιαδήποτε προτεραιότητα ή πλεονέκτημα στον επιμερισμό πληρωμών μεταξύ της τάξης των μη εξασφαλισμένων πιστωτών. Κατά την κρίση μου, μόνο μετά την ενδεχόμενη έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον της Αιτήτριας εταιρείας, και εάν μέχρι τότε δεν έχει εκδικαστεί η εκκρεμούσα αίτηση διάλυσης, θα έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης και είναι σε εκείνο το στάδιο που ενδεχομένως να προκύψει η ανάγκη προστασίας και διαφύλαξης της περιουσίας της εταιρείας καθώς και των δικαιωμάτων άλλων πιστωτών. Η Αίτηση επομένως είναι, κατά την κρίση μου, τουλάχιστον πρόωρη. Καταλήγοντας, όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 215, Κεφ. 113 που έχω παραθέσει πιο πάνω και τη χρήση σε αυτό της λέξης «δύναται», η απόφαση ή όχι για αναστολή ή περιορισμό της διαδικασίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί επιτακτική γλώσσα στη διάταξη αυτή (π.χ. «.το Δικαστήριο αναστέλλει ή περιορίζει.») αλλά δυνητική («.το Δικαστήριο. δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει.»). Επομένως, δεν συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας εταιρείας ότι το γεγονός και μόνον ότι εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης πρέπει αυτόματα να οδηγήσει στην αναστολή της αγωγής. Διάταγμα αναστολής πρέπει να εκδίδεται εφόσον διαφανεί ότι αν η αγωγή ή διαδικασία αφεθεί να συνεχίσει, υπάρχει πραγματικός και επικείμενος κίνδυνος να αποκομίσει πλεονέκτημα ο καθ΄ ου η αίτηση εις βάρος της περιουσίας της εταιρείας ή των υπόλοιπων πιστωτών. Πρόκειται για ζήτημα πραγματικό (question of fact) το οποίο το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει με γνώμονα τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Σε αυτό συνηγορεί η φράση «ανάλογα με την περίπτωση» του άρθρου 215, Κεφ.
- Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια εταιρεία ζητά τα διατάγματα αναστολής της αγωγής διότι, σύμφωνα με το αιτητικό της Αίτησης, σε περίπτωση μη έκδοσης τους «θα υπάρξει αρνητικός επηρεασμός των δικαιωμάτων ορισμένων πιστωτών». Έπρεπε επομένως να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να υποστήριζαν την θέση της αυτή. Από τη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου, δεν διαπιστώνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε τέτοιος κίνδυνος στο παρόν στάδιο, ούτε για τους πιστωτές ούτε και για την περιουσία της εταιρείας. Αντίθετα, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί στον Ενάγοντα να προωθήσει την αγωγή. Το δικαίωμα του εξάλλου να προσφύγει στο Δικαστήριο για τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων είναι δεδομένο και δεν θα ήταν ορθό να του αποστερηθεί για αόριστο χρονικό διάστημα χωρίς να υπάρχει καμία ένδειξη ότι με την προώθηση της υπόθεσης του θα αποκομίσει κάποιο πλεονέκτημα εις βάρος άλλων. Για όλους του πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι δεν έχουν διαφανεί επαρκείς λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής ή περιορισμού της αγωγής και η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον των Εναγομένων 1/Αιτητών και υπέρ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 2 & 4, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Για την καλύτερη κατανόηση του ιστορικού και των γεγονότων που αφορούσαν την υπόθεση εκείνη, σχετική είναι και μεταγενέστερη υπόθεση Re Dynamics Corporation of America (in liquidation) [1976]1 W.L.R. 767, που αφορά την ίδια εταιρεία και όπου τα επίδικα θέματα ήταν διαφορετικά αλλά παρέχονται πληροφορίες για το ιστορικό και λεπτομέρειες για τον συμβιβασμό στον οποίο τελικά κατέληξε η Αμερικανική μητρική εταιρεία με τους πιστωτές της. [2] GIP Constructions Ltd (σε εκκαθάριση)
(1999)1Α Α.Α.Δ. 315 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο