← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ (πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) ν. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΨΑΡΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3071/1991, 12/9/20

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ (πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) ν. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΨΑΡΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3071/1991, 12/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου - Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3071/1991 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ (πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) Εναγόντων και

  1. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΨΑΡΑ
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΕΧΕΡΛΗΣ
  3. ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΟΥΚΑ Εναγόμενου 12 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Eναγόμενο 3/Αιτητή: κ. Γ. Πολυχρόνης Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1: κ. Α. Κουμής και κ. Χ. Βάσιλας Για Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού/Καθ΄ ων η Αίτηση 2: κα Δ. Παπαμιλτιάδους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Αμ/στου/Καθ΄ων η Αίτηση 3:κα Δ. Παπαμιλτιάδους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Εναγόμενο 1/Καθ΄ου η Αίτηση 4: καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση του Εναγόμενου 3 ημερομηνίας 4.11.2013 Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Εναγόμενος 3 /Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε εναντίον του στις 13.2.1992 μέχρι την εκποίηση ακινήτων του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη που βαρύνονται με υποθήκη. Επιπρόσθετα, ζητά από το Δικαστήριο διατάγματα με τα οποία να «ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται και/ή παραμερίζεται» η διαδικασία πώλησης ακινήτων του που βαρύνονται με ΜΕΜΟ. Διαζευκτικά των πιο πάνω, ζητά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους αρμόδιους κτηματολογικούς λειτουργούς να προχωρήσουν με την διαδικασία πώλησης των ακινήτων του μέχρι την εκποίηση υποθήκης επί ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη. Τέλος ζητά διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται από το Δικαστήριο το οφειλόμενο δυνάμει της εναντίον του δικαστικής απόφασης ποσό. Η νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνει τα άρθρα 2, 3, 9, 10, 11 και 13 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου Ν.197(Ι)/2003, τα άρθρα 2, 23, 53-60, 98 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και τις διατάξεις των Δ.39, Δ.42 θ.5, Δ.48 θ. 1-4, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας του Εναγόμενου3/Αιτητή. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 έφεραν ένσταση στην Αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Παναγιώτας Μιχαήλ, υπαλλήλου των Εναγόντων. Ένσταση έφεραν επίσης οι Καθ΄ων η Αίτηση 2 και 3 η οποία συνοδεύεται με τη σειρά της από ένορκη δήλωση της Κατερίνας Διάκου, αρμόδιας Κτηματολογικής λειτουργού. Η Αίτηση επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο 1/Καθ΄ου η Αίτηση 4 ο οποίος έχει αποβιώσει, δια προσωπικής επίδοσης της στο διαχειριστή της περιουσίας του. Η πλευρά του Καθ΄ου η Αίτηση 4 δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 συνοψίζονται στο ότι η Αίτηση είναι πρόωση καθότι προωθείται πριν να αποφασιστεί από τον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η αναγκαστική πώληση της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 3, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι κατά τόπον αρμόδιο, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ο περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος, Ν.197(Ι)/2003και ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και δεν παρέχει το υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 η οποία υποστηρίζει την Αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης. Διευκρινίζω ότι τα γεγονότα που παρατίθενται υπό (α) - (ζ) πιο κάτω δεν αμφισβητούνται αλλά επιβεβαιώνονται και από τους ίδιους τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους: (α) Στις 13.2.1992 εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση 1, δικαστική απόφαση στην παρούσα αγωγή για ποσό Λ.Κ.5.684,70 με τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.1991 μέχρι εξόφλησης, μείον Λ.Κ.120 που πληρώθηκαν στις 20.12.1991, πλέον Λ.Κ.159,70 δικηγορικά έξοδα με τόκο προς 6% επί ποσού Λ.Κ.151,20 από 13.2.1992 μέχρι εξόφλησης (Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και Τεκμήριο Ε της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). (β) Η δικαστική απόφαση εναντίον του Αιτητή εκδόθηκε στη βάση εγγύησης που παρείχε προς τους Καθ' ων η Αίτηση 1 για τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη (παράγραφος 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). (γ) Στις 22.5.2006, οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 ενέγραψαν την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ τους στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, επιβαρύνοντας ακίνητη περιουσία του Αιτητή. Το σχετικό ΜΕΜΟ έχει αριθμό ΕΒ 268/2006 και η ισχύς του ανανεώνεται έκτοτε (Τεκμήριο Ε της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και Τεκμήριο Ζ και Η της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). (δ) Στις 22.5.2006 οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 ενέγραψαν την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ τους στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, επιβαρύνοντας ακίνητη περιουσία του Αιτητή. Το σχετικό ΜΕΜΟ έχει αριθμό ΕΒ 1259/2006 και η ισχύς του ανανεώνεται έκτοτε (Τεκμήριο Στ της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και Τεκμήριο Θ της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). (ε) Οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη προς τους Ενάγοντες εξασφαλίζονταν με την υποθήκη Υ 886/90 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας επί ακίνητης περιουσίας του. Με την δικαστική απόφαση ημερομηνίας 7.11.1991 που εξασφάλισαν οι Ενάγοντες στην αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη, εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης των ακινήτων του Εναγόμενου 1 που βαρύνονται με την υποθήκη τα οποία και δεν έχουν εκποιηθεί (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και Τεκμήριο Γ και παράγραφος 15 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). (στ) Ο Αιτητής έλαβε ειδοποίηση ημερομηνίας 29.7.2013 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με την οποία ενημερωνόταν ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 είχαν καταχωρήσει αίτηση για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας του η οποία βαρύνεται με το ΜΕΜΟ ΕΒ 1259/2006 (Τεκμήριο Θ της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και Τεκμήριο Κ της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). (ζ) Ο Αιτητής έλαβε ειδοποίηση ημερομηνίας 4.9.2013 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου με την οποία ενημερωνόταν ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 είχαν καταχωρήσει αίτηση για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας του η οποία βαρύνεται με το ΜΕΜΟ ΕΒ 268/2006 (Τεκμήριο Ι της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και Τεκμήριο Λ της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, επί των οποίων η πλευρά του Αιτητή και η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 1 συμφωνούν, ο Αιτητής αναφέρει επίσης στην ένορκη του δήλωση ότι αφού έλαβε τις ειδοποιήσεις από τα Επαρχιακά Κτηματολογικά Γραφεία Λεμεσού και Αμμοχώστου αναφορικά με τις αιτήσεις πώλησης των ακινήτων του που βαρύνονται με ΜΕΜΟ, επικοινώνησε με τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 και ζήτησε πληροφορίες για τα στοιχεία της υποθήκης επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη. Ακολούθως αποτάθηκε σε εκτιμητή και εξασφάλισε εκτίμηση των ακινήτων αυτών. Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση του εκτιμητή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο Κ στην ένορκη του δήλωση, η αξία του υποθηκευμένου ακινήτου ανέρχεται στις €50.000 και σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης η αξία του είναι €40.
  4. Επί αυτού σημειώνω ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 αμφισβητούν την ορθότητα της εκτίμησης. Ο Αιτητής αναφέρει επίσης ότι ενημερώθηκε από συγκεκριμένους λειτουργούς των Εναγόντων ότι δεν έχουν προχωρήσει με εκποίηση του υποθηκευμένου ακινήτου του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη και συγκεκριμένη υπάλληλος των Εναγόντων του ανέφερε ότι αυτό «είναι άσχετο αφού την ίδια υποχρέωση για καταβολή του οφειλόμενου ποσού [έχει] και [εκείνος] ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη». Ο Αιτητής παραπονείται επίσης στην ένορκη του δήλωση ότι το ποσό που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι σήμερα το οφειλόμενο υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους είναι υπέρογκο και προϊόν λανθασμένου υπολογισμού. Σημειώνω επίσης την αναφορά του Αιτητή στην ένορκη του δήλωση ότι το ακίνητου που βαρύνεται με το ΜΕΜΟ που ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικού Γραφείο Λεμεσού είναι η μοναδική κατοικία όπου στεγάζεται ο ίδιος και η οικογένεια του. Καταλήγει δε αναφέροντας ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ώστε να μην εκποιηθεί η περιουσία του εφόσον υπάρχει ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη υποθηκευμένη υπέρ των Εναγόντων και η οποία δεν έχει εκποιηθεί. Σε σχέση με τους υπόλοιπους αυτούς ισχυρισμούς του Αιτητή, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 αναφέρεται ότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένων Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003διότι αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.2003 και, όπως λέει, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Για την υποθήκη επί της ακίνητης περιουσίας του πρωτοφειλέτη, πέραν της αμφισβήτησης της εκτιμημένης αξίας και εκτιμημένης αξίας καταναγκαστικής πώλησης, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι «λόγω της οικονομικής κρίσης τα ακίνητα σήμερα είναι δύσκολο να πωληθούν». Λέει επίσης ότι σκοπός του Αιτητή είναι να καθυστερήσει τη διαδικασία εκποίησης της ακίνητης περιουσίας του που βαρύνεται με ΜΕΜΟ. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει την ορθότητα υπολογισμού του σημερινού οφειλόμενου υπόλοιπου του χρέους και επισυνάπτει προς απόδειξη κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο Μ. Πριν προχωρήσω για να εξετάσω εάν η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στα πλαίσια εφαρμογής των προνοιών του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003θα αναφερθώ εν συντομία στους υπόλοιπους λόγους ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και
  5. Η θέση των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται σε κάποια από τα διατάγματα τα οποία επιδιώκει εναντίον τους καθότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις των άρθρων 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 καθότι δεν υπάρχει καμία απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Συμφωνώ με την θέση τους αυτή για να προσθέσω ότι ακόμα και αν υπήρχε τέτοια απόφαση, αυτή έπρεπε να είχε προσβληθεί με Έφεση εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της στον Αιτητή. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η σχετική πρόνοια του Κεφ. 224 δεν περιλαμβάνεται στην νομική βάση της Αίτησης. Είναι επίσης η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται σε διατάγματα ακύρωσης των ΜΕΜΟ με τα οποία βαρύνεται η περιουσία του αφού το άρθρο 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δεν περιλαμβάνεται στην νομική βάση της Αίτηση. Συμφωνώ και με αυτό το επιχείρημα καθότι, χωρίς να περιλαμβάνεται το άρθρο 71 του Κεφ. 6 στη νομική βάση της Αίτησης, ελλείπει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την εξέταση του αντίστοιχου αιτήματος και ενδεχόμενη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται στα διατάγματα των παραγράφων Β, Γ, Δ και Ε του αιτητικού που αφορούν τα πιο πάνω. Παραμένει προς εξέταση κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται σε διάταγμα αναστολής της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε εναντίον του στις 13.2.1992 μέχρι την εκποίηση ακινήτων του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη που βαρύνονται με υποθήκη προς εξασφάλιση του ιδίου χρέους. Το αίτημα του Αιτητή για έκδοση αυτού του διατάγματος εδράζεται στις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/
  6. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, η θέση των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι ο νόμος αυτός θεσπίστηκε το 2003, ήτοι πριν τη σύναψη της συμφωνίας εγγύησης από την οποία προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Αιτητή και πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον του. Λένε επίσης ότι ο Ν197(Ι)/2003 δεν έχει αναδρομική ισχύ και επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Δεν συμφωνώ με αυτό το επιχείρημα. Το άρθρο 13 του Ν.197(Ι)/2003, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.7(Ι)/2006, προνοεί ότι: 13.

(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, περιλαμβανομένων συμβάσεων εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του αλλά αφορούν συμφωνίες δανείου που είχαν συναφθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας, και δεν επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιεσδήποτε υποχρεώσεις ή δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου που είναι πρωτοφειλέτης, πιστωτής και εγγυητής σε σχέση με σύμβαση εγγύησης που συνάφθηκε πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε αποφάσεις δικαστηρίων και σε διαιτητικές αποφάσεις δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που είχαν ήδη εκδοθεί πριν ή κατά ή που εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2003. Η προηγούμενη διατύπωση της παραγράφου 13
(2)του Ν.197(Ι)/2003 προνοούσε ότι: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε αποφάσεις δικαστηρίων και σε διαιτητικές αποφάσεις δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που είχαν ήδη εκδοθεί κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου .» Η ξεκάθαρη επομένως πρόθεση του νομοθέτη με τον τροποποιητικό νόμο Ν.7(Ι)/2006και την τροποποίηση της παραγράφου
(2)του άρθρου 13, ήταν να επεκτείνει την έκταση εφαρμογής συγκεκριμένων άρθρων του Ν.197(Ι)/
  1. Με την τροποποίηση αυτή, η εφαρμογή συγκεκριμένων άρθρων, μεταξύ των οποίων και των άρθρων 9 και 10 που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση, επεκτάθηκε και σε δικαστικές αποφάσεις «που είχαν ήδη εκδοθεί πριν ή κατά ή που εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2003». Πέραν αυτού, διαπιστώνω ότι στην παρούσα περίπτωση πληρούνται και τα κριτήρια εφαρμογής του Ν.197(Ι)/2003, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο
  2. Συγκεκριμένα, ο εγγυητής (Εναγόμενος 3/Αιτητής) είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο εγγυήθηκε σε πιστωτή (Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1) να εκπληρώσει την υποχρέωση αποπληρωμής δανείου πρωτοφειλέτη ο οποίος δεν είναι νομικό πρόσωπο (Εναγόμενου 1/Καθ΄ου η Αίτηση 4). Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.197(Ι)/
  3. Προχωρώ επομένως να εξετάσω την ουσιαστική δικαιοδοτική βάση του αιτούμενου σχετικού διατάγματος που είναι τα άρθρα 9 και 10 του Ν.197(Ι)/
  4. Λόγω της σημασίας τους και για ευκολία αναφοράς, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω τις σχετικές διατάξεις των άρθρων αυτών: «
  5. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων. (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση. 10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο.» Προκύπτει από το λεκτικό ότι τα άρθρα 9(β) και 10
(1)(δ) του Ν.197(Ι)/2003 παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει, καθόσον αφορά εγγυητή, την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του, στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του, όταν κρίνει ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο. Είναι, θεωρώ, προφανές ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παρέχει την προστασία αυτή στον εγγυητή, σε περιπτώσεις όπου το εκ δικαστικής απόφασης χρέος εξασφαλίζεται με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί. Εάν δοθεί η αναστολή εκτέλεσης, αυτή παύει να ισχύει εάν μετά την εκποίηση της ενυπόθηκης ιδιοκτησίας παραμένει ανεξόφλητο οποιοδήποτε μέρος του χρέους. Σημειώνω επίσης ότι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δεν είναι γενική και καθολική αλλά περιορίζεται σε σχέση με τα μέτρα εκτέλεσης και στο βαθμό που καθορίζεται συγκεκριμένα στα άρθρα 9 και 10 του Ν.197(Ι)/2003. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος αναστολής εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι ορθό και δίκαιο. Αυτό θα εξαρτηθεί από και θα εξεταστεί με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά και γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πρέπει να πω ότι δεν έχει καταστεί δυνατό να εντοπιστεί νομολογία του Εφετείου σε σχέση με τις συγκεκριμένες πρόνοιες των άρθρων 9(β) και 10
(1)(δ) του Ν. 197(Ι)/2003 για σκοπούς καθοδήγησης. Ο Αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει ότι είχε εκδοθεί εναντίον του δικαστική απόφαση ως εγγυητής των υποχρεώσεων πρωτοφειλέτη, το οποίο έχει πράξει. Είχε επίσης υποχρέωση να αποδείξει ότι το χρέος εξασφαλίζεται με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί, το οποίο έχει επίσης αποδείξει. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν αμφισβητήσει τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Αιτητής σε σχέση με την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη. Κατά την άποψη μου, η αξία αυτή δεν είναι καθοριστικός παράγοντας για τους σκοπούς της Αίτησης. Το άρθρο 10
(1)(δ) του Ν.197(Ι)/2003 δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση στον Αιτητή να καταδείξει ότι η αξία του ενυπόθηκου ακίνητου είναι ικανή να εξοφλήσει το χρέος ούτε και προβλέπει ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου τελεί υπό την αίρεση ότι η αξία της ενυπόθηκης περιουσίας επαρκεί για να εξοφλήσει το χρέος. Εάν αυτή ήταν η πρόθεση και ο σκοπός του νομοθέτη, θεωρώ ότι θα το προνοούσε ρητά όπως έκανε στην περίπτωση του άρθρου 10
(1)(γ) του Ν.197(Ι)/2003 όπου για να εκδοθεί διάταγμα αναστολής δυνάμει των προνοιών εκείνης της διάταξης πρέπει «.το δικαστήριο [να] ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή...». Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Έχω μελετήσει τόσο τη μαρτυρία του Αιτητή όσο και τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Καθ' ων η Αίτηση
  1. Όλα αυτά σε συνάρτηση με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και τα οποία έχω παραθέσει πιο πάνω. Ενόψει όλων των στοιχείων και της μαρτυρίας, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπον αναρμόδιο διότι τα ακίνητα του Αιτητή που βαρύνονται με MEMO βρίσκονται στις επαρχίες Λεμεσού και Αμμοχώστου αντίστοιχα, σημειώνω ότι αυτό το οποίο ζητείται είναι η αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Η απόφαση εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και επομένως αυτό είναι και το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο για να επιληφθεί της Αίτησης. Τέλος και πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 3/Αιτητής ζητά με την Αίτηση του, από το Δικαστήριο, να καθορίσει το ύψος του οφειλόμενου εκ της εναντίον του δικαστικής απόφασης ποσού. Η θέση του Αιτητή είναι ότι το οφειλόμενο σήμερα υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους είναι ολιγότερο από αυτό που ισχυρίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση
  2. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στις 8.4.2014 σε €63.962,28 (κατάσταση λογαριασμού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Μ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1). Δεν παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο για καθορισμό του ύψους του εξ αποφάσεως χρέους στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ενώ οι πρόνοιες της Δ.42 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το σχετικό αίτημα του Αιτητή. Επί αυτού όμως αναφέρω ότι το τι συνιστά το εξ αποφάσεως χρέος στην παρούσα περίπτωση καθορίζεται από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.2.1992, ήτοι Λ.Κ. 5.684,06 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.1991 μέχρι εξόφλησης μείον Λ.Κ.120 που πληρώθηκαν την 20.12.1991, πλέον επιδικασθέντα με τη δικαστική εκείνη απόφαση δικηγορικά έξοδα. Από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο Μ, η οποία παρουσιάζει κατά τους Καθ' ων η Αίτηση το οφειλόμενο σήμερα υπόλοιπο, διαφαίνεται ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν με ποσά πέραν και εκτός του εξ αποφάσεως χρέους και για τα οποία καμία πρόνοια δεν γίνεται στη δικαστική απόφαση (π.χ. χρεώσεις με την περιγραφή «Ασφάλεια Π. Κατοικίας», «Δικ. Έξοδα Επίδοση», «Έξοδα Τήρησης Λογαριασμού», «Φιλώτας», «Ειδοπ.», «Φιλώτας-Εκτίμηση», «Α. Πυρός»). Τονίζω ότι το άρθρο 53 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, παρέχει ρητά το δικαίωμα για εγγραφή δικαστικής απόφασης επί ακίνητης περιουσίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη ως εγγύηση «για την πληρωμή του εκ δικαστικής απόφασης χρέους». Το ποιο είναι το «εκ δικαστικής απόφασης χρέος» καθορίζεται μόνο από την σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Οποιοσδήποτε δε επιδικασθέν τόκος πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  3. Σε περίπτωση εκποίησης ακινήτου που βαρύνεται με ΜΕΜΟ, ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δικαιούται να εισπράξει από το προϊόν εκποίησης και κατά προτεραιότητα των υπόλοιπων χρεών του οφειλέτη, μόνο το «εκ δικαστικής απόφασης χρέος». Η επιβάρυνση που δημιουργεί επί του ακινήτου η εγγραφή δικαστικής απόφασης δεν δημιουργεί δικαίωμα για την πληρωμή κατά προτεραιότητα έναντι των άλλων χρεών του οφειλέτη οποιουδήποτε επιπρόσθετου ποσού πέραν του εξ αποφάσεως χρέους. Αυτό, κατά την άποψη μου, προκύπτει ξεκάθαρα από τις πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  4. Ποσά επομένως, που περιλαμβάνονται στην όποια κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζεται προς απόδειξη του ύψους του χρέους από εξ αποφάσεως πιστωτή, που δεν επιδικάστηκαν ρητά υπέρ του με τη δικαστική απόφαση η οποία ενεγράφη, δεν αποτελούν μέρος του εξ αποφάσεως χρέους και δεν εξασφαλίζονται από ΜΕΜΟ που ενεγράφη επί της ακινήτου περιουσίας εξ αποφάσεως οφειλέτη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της δικαστικής απόφαση ημερομηνίας 13.2.1992 καθ΄όσον αφορά τον Εναγόμενο 3, στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του μέχρι την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη που βαρύνεται με την Υποθήκη Υ 886/90 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Νοείται ότι το παρόν διάταγμα παύει να ισχύει εάν μετά την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας που βαρύνεται με την εν λόγω υποθήκη, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 3/Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.