Bank of Cyprus Public Company Limited ν. Αναφορικά με τον ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αρ. Αιτήσεως: 53/13, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως: 53/13 Αναφορικά με τον ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από την Λάρνακα Χρεώστης ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Σεπτεμβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Πιστωτές: κ. Τσαγγαρός για Α. Ανδρέου. Για Καθ' ου η Αίτηση-Χρεώστη: κ. Καΐλης για Μ. Βορκά (για να ακούσει απόφαση κα. Μαρνέρου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση αυτή η Αιτήτρια, Bank of Cyprus Public Company Limited, αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος παραλαβής για την περιουσία του Γεώργιου Κυπριανού από την Λάρνακα, για το λόγο ότι ο Χρεώστης οφείλει, κατά τον ισχυρισμό της, το ποσό των €75.280,52- με τόκο 9% ετησίως από της λήξεως των καθυστερημένων δόσεων μέχρι εξοφλήσεως πλέον €1.723,12- έξοδα με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού €1.681,26- από 08/05/2001 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €155,14-, σύμφωνα με την απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας στην Αγ. Αρ. 1478/01 ημερομηνίας 27/02/
- Σύμφωνα με την Αιτήτρια ο Χρεώστης έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης λόγω του ότι του είχε επιδοθεί η Πτωχευτική Ειδοποίηση 389/12 στις 03/12/12 αλλά μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, 05/07/13, δεν είχε ξοφλήσει, ούτε έχει συμβιβάσει την αξίωση αλλά ούτε και ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι έχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το συνολικό ποσό της δικαστικής απόφασης. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε στις 05/07/2013 και συνοδεύεται από τη νενομισμένη Ένορκη Δήλωση που υπογράφει ο κ. Μιχάλης Στυλιανού, υπάλληλος της Αιτήτριας. Στην Ένορκη Δήλωσή του αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στην Ένορκη Δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα, ενώ παράλληλα υιοθετεί το περιεχόμενο της Αίτησης και ισχυρίζεται ότι είναι ορθή. Ο Χρεώστης καταχώρησε, στις 23/12/2013, Ένσταση με συνοδευτική Ένορκη Δήλωση, στην οποία προβάλλει συνοπτικά τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της συγκεκριμένης αίτησης γιατί η απόφαση είχε εκδοθεί υπέρ του Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου και όχι υπέρ της Bank of Cyprus Public Company Limited οπόταν είναι ξένη με την διαδικασία, ότι η αίτηση δεν συνάδει με τους σκοπούς της πτωχευτικής διαδικασίας, ότι η αίτηση είναι πρόωρη και δεν δύναται να προωθηθεί πριν την εκδίκαση της Πολ. Εφ. 1478/01, η οποία αφορά την ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος ανανέωσης της εκτέλεσης της απόφασης ημερ.31/10/12, γιατί θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Χρεώστη και θα καταστεί άνευ ουσίας η Έφεση, ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της αίτησης για αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας, ότι η αίτηση πτώχευσης και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν είναι έγκυρες και/ή νομότυπες και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία, ότι η αίτηση αντιβαίνει τον Καν.44 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών γιατί παραλείπει να περιγράψει την διεύθυνση του Χρεώστη κατά τον χρόνο της αίτησης, ότι ο Χρεώστης δεν οφείλει το αναφερόμενο ποσό και για αυτό έχει καταχωρίσει την Αγ. Αρ. 187/13 στο Ε.Δ. Λευκωσίας, ότι αποκρύφτηκε από το Δικαστήριο τι απέγιναν τα μηχανήματα και/ή εξαρτήματα που αφορούν την απόφαση καθώς και ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο με τις υποθήκες Υ2068/95 και Υ/1345/
- Στην Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την Ένσταση, ο Χρεώστης υιοθετεί κατ΄ ουσία τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης γιατί η απόφαση στην Αγ. Αρ. 1478/01 είχε εκδοθεί προς όφελος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου και όχι υπέρ της Bank of Cyprus Public Company Limited, η οποία είναι ξένη με τους διαδίκους στην αγωγή. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια όφειλε να ζητήσει άδεια για συνέχιση της διαδικασίας στο όνομά της πριν καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση. Υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο διάταγμα ημερομηνίας 31/10/12, με το οποίο είχε δοθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης, το οποίο διάταγμα αμφισβητήθηκε με την καταχώριση έφεσης οπόταν είναι πρόωρη η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης αφού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης η πτωχευτική διαδικασία θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η αίτηση δεν είναι νομότυπη γιατί δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και συγκεκριμένα γιατί αντιβαίνει τον Καν.44 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, γιατί παραλείπει να περιγράψει την διεύθυνση του Χρεώστη κατά τον χρόνο της αίτησης, γιατί ο Χρεώστης δεν οφείλει το αναφερόμενο ποσό και για αυτό έχει καταχωρίσει την Αγ. Αρ. 187/13 στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία ζητείται αναγνωριστική απόφαση ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια. Πριν την έναρξη της ακρόασης είχε γίνει από κοινού αποδεκτό ότι Ειδοποίηση Πτώχευσης είχε επιδοθεί προσωπικά στον Χρεώστη και ότι η Αίτηση Πτώχευσης είχε επιδοθεί στις 08/07/
- Κλήθηκε, από την Αιτήτρια, ως μάρτυρας προς υποστήριξη της αίτησης η κα. Σοφία Δημητρίου, (M.Α.1), η οποία τελεί στην υπηρεσία της Αιτήτριας εδώ και 20 χρόνια και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Ως μέρος της μαρτυρίας της κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο Α. Στην γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι υπηρετεί στο Τμήμα Ανακτήσεως Χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας και στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση. Κατέθεσε τη δικαστική απόφαση εναντίον του Χρεώστη ως Τεκμήριο
- Η συγκεκριμένη απόφαση είχε ανανεωθεί στις 31/10/2012 με διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Επίσης κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 3, το διάταγμα που είχε εκδοθεί σε σχέση με την αλλαγή του ονόματός της Αιτήτριας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και το πιστοποιητικό για την αλλαγή του ονόματος ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι Ενάγουσα στην αγωγή ήταν ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου, ο οποίος είχε εκχωρήσει τα δικαιώματά του στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/12/05, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αιτ. Αρ. 531/05 Ε.Δ. Λευκωσίας. Σύμφωνα με το διάταγμα ολόκληρη η επιχείρηση και ιδιοκτησία, υποχρεώσεις και δικαιώματα είχαν εκχωρηθεί και μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων και των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν και αφορούσαν τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου. Ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου είχε διαλυθεί χωρίς εκκαθάριση. Κατά την δική της άποψη η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι ξένη με την διαδικασία. Σε σχέση με τα γεγονότα της αίτησης υποστήριξε ότι ο Χρεώστης κατά τους τελευταίους έξι μήνες, πριν την καταχώριση της αίτησης, διέμενε στην Λάρνακα. Είχε εκδοθεί απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Χρεώστη, στις 27/02/02, για την οποία απόφαση δεν είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται στις €158.107,90- πλέον τόκος 9% από 17/03/14 επί του ποσού €75.280,52-, το οποίο ο Χρεώστης είναι ανίκανος να εξοφλήσει. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Μ. Στυλιανού (Μ.Α.2), υπάλληλος στην Υπηρεσία Διακανονισμού της Τράπεζας Κύπρου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα είχε στην κατοχή του την αίτηση που είχε καταχωριστεί για την ανανέωση της απόφασης στην Αγ. Αρ. 1478/
- Κατέθεσε αντίγραφο της αίτησης ως Τεκμήριο 6 και ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο της έφεσης που καταχωρίστηκε εναντίον της συγκεκριμένης απόφασης. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι δεν έχει γίνει αλλαγή στο όνομα των Εναγόντων στην αγωγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όλες οι διαδικασίες του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου είχαν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία και περαιτέρω ανέφερε ότι για την συγκεκριμένη αγωγή δεν υπήρχε διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας. Η πλευρά του Χρεώστη δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της αίτησης, ο κ. Τσαγγαρός ισχυρίστηκε ότι με βάση την μαρτυρία ο Χρεώστης είναι ανίκανος να πληρώσει τα χρέη του και ότι το οφειλόμενο χρέος αποδεικνύεται. Επιπρόσθετα ήταν ο ισχυρισμός του ότι δεν χρειαζόταν άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. Υποστήριξε ότι η αίτηση πτώχευσης δεν συνιστά μέτρο εκτέλεσης και δεν εφαρμόζεται η Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η Αιτήτρια, ήταν ο ισχυρισμός του, είχε εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου με διάταγμα, το Τεκμήριο 4, για την εκχώρηση των εργασιών του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου οπόταν νομιμοποιείται στην συνέχιση της διαδικασίας. Ο κ. Καΐλης, εκ μέρους του Χρεώστη, προώθησε μόνο ένα λόγο ένστασης ότι η αίτηση δεν νομιμοποιείται γιατί η δικαστική απόφαση είχε εκδοθεί προς όφελος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ενώ η αίτηση προωθήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ, είναι ο ισχυρισμός του, ότι είναι ξένη προς την διαδικασία αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση για την έκδοση διατάγματος που να δίδει άδεια στην Τράπεζα Κύπρου για συνέχιση της διαδικασίας. Ισχυρίστηκε, ότι δεν είναι απλή αλλαγή του ονόματος αλλά εκχώρηση των συμφερόντων του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ και απαιτείτο η εξασφάλιση διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας. Το θέμα της νομιμοποίησης της Αιτήτριας, το οποίο έχει εγερθεί από τον Χρεώστη, είναι καθοριστικό για την τύχη της υπό κρίση αίτησης και για αυτό πρέπει να εξεταστεί σε αυτό το αρχικό στάδιο. Προκύπτει, από το Τεκμήριο 1, ότι η δικαστική απόφαση είχε εκδοθεί προς όφελος του Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου ενώ η Αίτηση Πτώχευσης έχει καταχωριστεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ, στην οποία είχαν παραχωρηθεί ή και μεταβιβαστεί ή και εκχωρηθεί οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/12/2005, Τεκμήριο 4, χωρίς εκκαθάριση. Σύμφωνα με την Δ.12 θ.4 στην περίπτωση εκχώρησης και μεταβίβασης των δικαιωμάτων ή και των υποχρεώσεων οποιουδήποτε εκ των διαδίκων απαιτείται η παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο για συνέχιση της διαδικασίας ή η τροποποίηση έτσι ώστε να εμφαίνεται ο νέος διάδικος. Συγκεκριμένα η Δ.12 θ.4 προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όταν λόγω θανάτου, πτωχεύσεως ή οιουδήποτε άλλου γεγονότος που ήθελε συμβεί μετά την έναρξη αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος το οποίον επιφέρει αλλαγή ή μεταβίβασιν συμφέροντος ή ευθύνης ή λόγω οιουδήποτε προσώπου που το συμφέρον του άρχεται μετά την έναρξη του αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος γίνεται αναγκαίο ή επιθυμητό ότι οιονδήποτε πρόσωπο που δεν είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος ή οιονδήποτε πρόσωπο που είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος υπό άλλη ιδιότητα, μπορεί να ζητηθεί διάταγμα άνευ ειδοποιήσεως (EX PARTE) από το Δικαστήριο ή Δικαστή για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων και του τοιούτου νέου διαδίκου αφού γίνει ο ισχυρισμός της τοιαύτης αλλαγής ή μεταβιβάσεως συμφέροντος ή ευθύνης ή της υπάρξεως νέου προσώπου που έχει συμφέρον.» Καθοδηγητικό επί του συγκεκριμένου θέματος είναι το σκεπτικό της απόφασης Οργανισμός Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου ν. Χρίστου Χαρίδη
(2011)1Β ΑΑΔ 825 όπου στην σελίδα 840 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Τόσο οι πρόνοιες της Δ.12 όσο και οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τις οποίες επικαλούνταν οι αιτητές στην αίτηση τους, μαζί με το συνοδευτικό υλικό που παρείχαν μέσω της ένορκης δήλωσης τους και των τεκμηρίων, υποστήριζαν και δικαιολογούσαν πλήρως την αιτούμενη θεραπεία που εζητείτο. Οι αιτητές είχαν ήδη εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου για τη νομιμοποίηση της δυνατότητας τους όπως συνεχίσουν τη δικαστική διαδικασία στην αγωγή μέσω του Διατάγματος της 13.12.2005 και εκείνο που εζητείτο με την αίτηση τους, ήταν η τυπική εφαρμογή της νέας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής, με την υποκατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα από το νέο ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε να συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία. Είτε αυτή η θεραπεία χαρακτηριζόταν ως «υποκατάσταση» ή «τροποποίηση» ή και τα δύο, ή άλλως πως, δεν ενέχει καμιά σημασία. Το Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρούμενης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο. Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12, κ.3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.8
(1)(p) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διάδικου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte)» Το πιο πάνω σκεπτικό φαίνεται να επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα της υποκατάστασης του υφιστάμενου ενάγοντα με τον νέο, με διάταγμα του Δικαστηρίου, σε περίπτωση εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από τον ένα διάδικο στον άλλο. Οι πιο πάνω θέσεις της νομολογίας βρίσκουν έρεισμα και στα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η εκδ., στη σελ. 169. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Again, where there is an assignment, transmission or devolution of the interest or liability of a party after the action brought, an order to carry on the action may be obtained by or against the person to whom such liability or interest was assigned or transmitted or upon whom it devolved.» (βλ. επίσης Annual Practice 1956, σελ. 313) Παραπομπή θα πρέπει να γίνει στο Annual Practice 1956, στις σελίδες 318-319 όπου στα πλαίσια ανάλυσης του αγγλικού O.17, r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, που αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.12 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην παράγραφο κάτω από τον τίτλο "Company Changing its name" καταγράφονται τα ακόλουθα: «. A written notice of the change of name should be field at the Action Department, Central Office or, in District Registry actions, in the District Registry, and a copy served on the other parties to the proceedings, and the new name of the company inserted in all future proceedings instead of the old name.» Στις περιπτώσεις, όπου διαπιστώνεται μια απλή αλλαγή ονόματος ενός διαδίκου μετά την έναρξη της διαδικασίας, όπως αποκαλύπτεται από την νομολογία και τα συγγράμματα, δεν είναι απαραίτητη η εξασφάλιση διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας. Για το θέμα αυτό σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs, Precedents of Pleadings,12η έκδοση, σελ. 170: «An order to carry on proceedings in not necessary where the change affecting a party after action brought arises . . . by reason of a mere change of name..». Θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται για απλή αλλαγή του ονόματος της Ενάγουσας Εταιρείας στην αγωγή, που να μπορούσε να κοινοποιηθεί στους διαδίκους με επιστολή. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του την ex tempore απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ v. Ανδρέας Θεοδώρου (Πολιτική Έφεση 240/05 ημερ.18/12/2006), όπου κρίθηκε ότι η ειδοποίηση που η εφεσείουσα τράπεζα είχε δώσει στο πρωτοκολλητείο και είχε επιδώσει στους εφεσίβλητους για το νέο όνομα της εταιρείας ήταν ικανοποιητική για να λάβουν γνώση αυτής της τυπικής, όπως χαρακτηρίστηκε αλλαγής, στη βάση και των προνοιών του άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου, (Κεφ. 113). Στην εν λόγω απόφαση σημειώθηκε παράλληλα το γεγονός ότι ο συνήγορος των εναγομένων δέχθηκε ως ορθή την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων αφού ο πελάτης του είχε προηγουμένως ειδοποιηθεί γραπτώς προς τούτο από τους αιτητές. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε προκύπτει από τα στοιχεία στον φάκελο του Δικαστηρίου ότι δόθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση προς το Πρωτοκολλητείο ή προς τον Χρεώστη. Ακόμη όμως και να δίδετο τέτοια ειδοποίηση θα έπρεπε αυτή να κοινοποιηθεί σε όλους τους διαδίκους με επίδοση για να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις και να ακολουθήσει η αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Δεν ακολουθήθηκε η συγκεκριμένη διαδικασία στην παρούσα υπόθεση παρά το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται για απλή αλλαγή ονόματος αλλά για παραχώρηση ή και μεταβίβαση ή και εκχώρηση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ. Κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις ήταν επιβεβλημένη η καταχώριση της αίτησης τροποποίησης έτσι ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι σωστοί διάδικοι, ήτοι η Τράπεζα Κύπρου να υποκαταστήσει τον Οργανισμό για να μπορεί να προχωρήσει με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία σε σχέση με την εκδοθείσα απόφαση ημερ. 27/02/02. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου εκ των πραγμάτων φαίνεται να σφραγίζει την τύχη της Αίτησης Πτώχευσης και παρέλκει η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέτασή της. Για τους πιο πάνω λόγους, που προσπάθησα να εξηγήσω, τόσο δικονομικούς όσο και ουσιαστικούς η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και, συνεπώς, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Χρεώστη όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο