ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΙΒΙΣΙΛΙΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΠΑΝΑΓΗ ΜΟΥΖΕ κ.α., Αρ. Αγωγής: 653/2014, 9/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A221 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 653/2014 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΙΒΙΣΙΛΙΟΥ, Κιβισίλι Εναγόντων και
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΠΑΝΑΓΗ ΜΟΥΖΕ, από το Κιβισίλι
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΥΖΕ, από τη Λάρνακα Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 11.3.2014 για ενδιάμεσα διατάγματα Ημερομηνία: 9 Ιουλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Χρ. Καράς για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 & 2/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Χ''Παναγιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 11.3.
- Σύμφωνα με τη γενική οπισθογράφηση, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα να επεμβαίνουν εντός του ακινήτου Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας τεμάχιο 383, Φύλλο/Σχέδιο 50/36 στο Κιβισίλι της επαρχίας Λάρνακας (στο εξής το «Επίδικο Ακίνητο») καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται σε απρόσκοπτη και ήσυχη κατοχή και απόλαυση του Επίδικου Ακινήτου. Μαζί με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση μονομερώς και με αυτή ζητούσαν από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων, μεταξύ άλλων, διαταγμάτων: «
- Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει τους εναγόμενους ή και τους αντιπροσώπους ή προστιθέντας τους να παύσουν να επεμβαίνουν εντός του [Επίδικου Ακινήτου], το οποίο ανήκει ή και νόμιμος μισθωτής είναι ο Ενάγοντας ή και το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του ενάγοντα ή και ο ενάγων είναι το πρόσωπο που δικαιούται να κατέχει το εν λόγω κτήμα, μέχρι της εκδικάσεως της παρούσας αγωγής.
- Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους εναγόμενους ή και οιονδήποτε από αυτούς, όπως παύσουν να ανεγείρουν οποιανδήποτε οικοδομή ή και να κατέχουν οποιανδήποτε οικοδομή και να χρησιμοποιούν οποιανδήποτε οικοδομή εντός του εν λόγω τεμαχίου μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής.
- Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους εναγόμενους να άρουν οποιανδήποτε επέμβαση ή και να επαναφέρουν το κτήμα στην προηγούμενη του κατάσταση, μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9 και τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 21
(1), 31 και 32 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας του Μιχαήλ Γεωργίου, Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κιβισιλίου. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών, η κοινότητα Κιβισιλίου αποτελείται αποκλειστικά από πρόσφυγες και η γη της κοινότητας είτε είναι κρατική είτε άνηκε σε Τουρκοκύπριους που μετά το 1974 την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές. Συνεχίζει λέγοντας ότι στις 4.9.2006 ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών παραχώρησε στο Κοινοτικό Συμβούλιο το Επίδικο Ακίνητο για χρήση ως χώρου πρασίνου. Το Επίδικο Ακίνητο βρίσκεται, λέει, απέναντι από το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου και πολύ κοντά στο ιατρείο της κοινότητας. Ο ενόρκως δηλών συνεχίζει αναφέροντας ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση, κατέχουν το Επίδικο Ακίνητο από πριν το 1998, και σε αυτό έχουν αναγείρει υποστατικά τα οποία χρησιμοποιούν από τότε μέχρι σήμερα για αποθήκευση σανού. Χρησιμοποιούν επίσης το Επίδικο Ακίνητο ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων τους και για φύλαξη των σκύλων τους. Συνεχίζει λέγοντας ότι εξαιτίας της χρήσης αυτής του Επίδικου Ακινήτου υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί ατύχημα γιατί τα υποστατικά εντός αυτού βρίσκονται πολύ κοντά στον δρόμο, ότι η αποθήκευση σανού ελκύει στα υποστατικά ερπετά και τρωκτικά και ότι ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων προκαλεί διαρκή οχληρία και θέτει σε κίνδυνο την υγεία όσων προσέρχονται στο κοινοτικό ιατρείο ή στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι οι Καθ' ων η Αίτηση αρνούνται να μετακινήσουν τα υποστατικά τους και να παραδώσουν κατοχή του Επίδικου Ακινήτου στους Αιτητές. Το Κοινοτικό Συμβούλιο λέει, θέλει να προχωρήσει με την ανάπλαση και εξωραϊσμό του Επίδικου Ακινήτου για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης της κοινότητας. Ως αποτέλεσμα της άρνησης των Καθ' ων η Αίτηση να άρουν την, παράνομη, όπως ισχυρίζεται, επέμβαση επί του Επίδικου Ακινήτου, προκαλείται αναστάτωση στην κοινότητα και εμποδίζεται το Κοινοτικό Συμβούλιο να παρέχει την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των δημοτών. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επιβάλλεται ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα και για «επιδοκιμασία του αιτήματος των κατοίκων της Κοινότητας Κιβισιλίου για καλύτερες συνθήκες ζωής». Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της αίτησης, δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους Εναγόμενους 1 & 2 / Καθ' ων η Αίτηση. Αυτοί εμφανίστηκαν στην διαδικασία δια του δικηγόρου τους και έφεραν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι Καθ΄ων η Αίτηση περιλαμβάνουν το ότι οι Αιτητές δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.139/91 και δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή, ότι μόνο ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών έχει εξουσία να ενάγει αναφορικά με Τουρκοκυπριακή γη, ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο, ότι το Επίδικο Ακίνητο ανήκει στην Εναγόμενη 1, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και ότι δεν έχουν καταδείξει οι Αιτητές ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η ένσταση υποστηρίζεται με τη σειρά της από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Μουζέ, Εναγόμενου
- Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, το Επίδικο Ακίνητο παραχωρήθηκε ως κλήρος στην Καθ' ης η Αίτηση 1 που είναι μητέρα του από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και άρα, ισχυρίζεται, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν επεμβαίνουν παράνομα σε αυτό. Προσθέτει περαιτέρω ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή διότι τέτοιο δικαίωμα έχει μόνο ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Οι δε θεραπείες, συνεχίζει, που επιδιώκουν οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση είναι ουσιαστικά οι ίδιες με εκείνες που αξιώνουν με την αγωγή τους. Αναφέρει επίσης ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ζημιά η οποία να μην μπορεί να θεραπευτεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, οι Αιτητές καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Προέδρου της Κοινότητας Κιβισιλίου προς απάντηση κάποιων από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Συγκεκριμένα, στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το Επίδικο Ακίνητο είχε αρχικά παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση 1 αλλά στη συνέχεια, περί το 2006, αυτό παραχωρήθηκε από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στους Αιτητές. Δεν επιζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και επομένως κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς περιορίστηκαν σε αγορεύσεις στις οποίες αναφέρθηκαν στα γεγονότα, τις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα ζητήματα και τη νομολογία. Νομικές αρχές Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από τις αρχές τις επιείκειας οι οποίες βεβαίως αποτελούν μέρος του εφαρμοζόμενου δικαίου της Δημοκρατίας[1]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 24, 4η έκδοση, παράγραφος 901: «
- Meaning of "injunction". An injunction is a judicial remedy by which a person is ordered to refrain from doing or to do a particular act or thing. In the former case it is called a restrictive injunction and in the latter a mandatory injunction. It is a remedy of an equitable nature.» Επιπρόσθετα, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αποτελεί σε κάποιο βαθμό κωδικοποίηση των αρχών του κοινοδικαίου, και το οποίο προνοεί ότι: «32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Προκύπτει επομένως από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, και (δ) ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του με σκοπό να διακριβώσει μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[2]. Σε σχέση με το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων ανατρέχω για καθοδήγηση στη νομολογία[3]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο από τη δικογραφία φαίνεται ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη ουσιαστικού επίδικου ζητήματος προς εκδίκαση[4]. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα έχει ερμηνευτεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επεισέλθει στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο, αν με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού ο αιτητής έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αν όμως ο εναγόμενος δείξει ότι διαθέτει υπεράσπιση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[6]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[7]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου[8]. Τέλος, σε σχέση με την τελευταία προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι κάτι υποκειμενικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Πέραν των πιο πάνω, πρόσωπο που αποτίνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαια (full and fair)[9] αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Η υποχρέωση για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη κρίνεται τόσο σημαντική που, ακόμα και αν δεν εγερθεί από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εγείρει και να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα[10]. Το καθήκον βεβαίως του αιτητή είναι ακόμα μεγαλύτερο σε περιπτώσεις όπου το αιτούμενο διάταγμα εκδίδεται μονομερώς χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Να αναφέρω επίσης ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα διακρίνονται σε απαγορευτικά και προστακτικά (mandatory). Σύμφωνα με τη νομολογία, προστακτικά διατάγματα μπορούν να εκδοθούν μόνο σε περιπτώσεις όπου η απαίτηση φανερώνει μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή υπόθεση και σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό βεβαιότητα ότι κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκε το προστακτικό διάταγμα[11]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Snell's Principles of Equity, 24η έκδοση, σελ 587: «But the grant of such an injunction is always discretionary and the court "will not interfere by way of mandatory injunction, except in cases in which extreme, or at all events very serious, damage will ensue from its interference being withheld."» Κλείνοντας την ενότητα αυτή, να αναφέρω ότι όπου ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά[12]. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν βεβαίως όταν δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί πριν το Δικαστήριο αποφασίσει, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ανάλυση Με υπόβαθρο και γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Επαναλαμβάνω ότι δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό η εκδοχή ποια από τις δύο πλευρές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους σκοπούς που επιτρέπονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Από την φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Στρέφομαι επομένως στην γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος για να διαπιστώσω ότι από τις θεραπείες που δικογραφούνται φαίνεται ότι η βάση αγωγής των Εναγόντων είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τη γενική οπισθογράφηση διαπιστώνω ότι αποκαλύπτονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/
- Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση, όπου η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης[13]. Από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, φαίνεται ότι έχει υπογραφεί μια σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και του Κοινοτικού Συμβουλίου Κιβισιλίου ημερομηνίας 4.9.2006 με την οποία εκμισθώνεται στους τελευταίους το Επίδικο Ακίνητο έναντι μηνιαίου μισθώματος Λ.Κ.
- Φαίνεται επίσης, τόσο από τις ένορκες δηλώσεις των Αιτητών όσο και από την ένορκη δήλωση των Καθ' ων η Αίτηση, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν την κατοχή του Επίδικου Ακινήτου και έχουν αναγείρει και διατηρούν επί αυτού υποστατικά. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας για τους Ενάγοντες (όπως ο όρος αυτός έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία) και ότι πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, οι Καθ' ων η Αίτηση διατηρούν κατοχή του Επίδικου Ακινήτου τουλάχιστον από το 1998 και ότι ανήγειραν επ' αυτού υποστατικά από τότε. Η δεν χρήση του Ακινήτου από τους Καθ' ων η Αίτηση δεν έχει αλλάξει αλλά έχει παραμείνει η ίδια από την αρχή. Οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν ότι απέκτησαν το δικαίωμα τους επί του Ακινήτου από το 2006 δυνάμει σχετικής συμφωνίας που υπέγραψαν με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης τον Μάρτιο 2014 είναι η πρώτη φορά που διεκδικούν νομικά τα δικαιώματα που ισχυρίζονται ότι έχουν επί του Επίδικου Ακινήτου. Δεν έχω διαπιστώσει ότι υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι άλλαξε οτιδήποτε από το 2006 μέχρι και το 2014 που να καθιστά πλέον δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση αναφορικά με την υποχρέωση και ευθύνη του Κοινοτικού Συμβουλίου να βελτιώσουν το επίπεδο ζωής των κατοίκων της κοινότητας, δεν επαρκούν. Τα όσα αναφέρονται περί της πρόκλησης κινδύνων για την υγεία των κατοίκων δεν έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς και εν πάσει περιπτώσει δεν έχω διαπιστώσει ότι η κατάσταση έχει μεταβληθεί με τέτοιο τρόπο τον Μάρτιο του 2014 σε σχέση με προηγουμένως ώστε ο μόνος τρόπος να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνης στο μέλλον να είναι με την έκδοση των διαταγμάτων σήμερα. Επομένως, κατά την άποψη μου ούτε, η τρίτη αυτή προϋπόθεση δεν πληρείται. Στη βάση των πιο πάνω, πρέπει να πω ότι δεν έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και, συνακόλουθα, η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 δεν πληρείται. Επί αυτού θεωρώ ότι είναι σημαντικό το ότι έχουν παρέλθει περίπου 8 χρόνια από τότε που οι Αιτητές απέκτησαν το δικαίωμα που ισχυρίζονται επί του Επίδικου Ακινήτου χωρίς να πράξουν οτιδήποτε για να εμποδίζουν την παράνομη επέμβαση που ισχυρίζονται ότι συντελείται επί αυτού αδιάκοπα - υπενθυμίζω - από τότε. Σημειώνω επίσης ότι υπάρχει ουσιαστικά σύμπτωση μεταξύ των επιδιωκόμενων με την παρούσα αίτηση διαταγμάτων και κάποιων από των διαταγμάτων που αξιώνουν οι Αιτητές με την αγωγή. Είναι καλά γνωστό ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντίστοιχου με τελική θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται[14]. Ταυτόχρονα, όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα με τα οποία ουσιαστικά τερματίζεται ή αναιρείται η διαφορά μεταξύ των διαδίκων[15]. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κοσμά ν Χατζηκυπρή (ανωτέρω) είναι απόλυτα επεξηγηματικό: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς την θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 278, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή.» Τέλος, να αναφέρω ότι το επιδιωκόμενο διάταγμα της παραγράφου 3 του αιτητικού της Αίτησης είναι ουσιαστικό προστακτικό αφού με αυτό οι Αιτητές επιδιώκουν να διαταχθούν οι Καθ΄ων η Αίτηση να επαναφέρουν το Επίδικο Ακίνητο στην προηγούμενη κατάσταση του, ήτοι να κατεδαφίσουν τα υποστατικά που ισχυρίζονται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν αναγείρει παράνομα. Έχω κατά νου ότι η έκδοση προστακτικών διαταγμάτων πρέπει να γίνεται σπάνια, με εξαιρετική προσοχή και φειδώ εξαιτίας ακριβώς της φύσης τέτοιων διαταγμάτων[16]. Η διεκδίκηση του προστακτικού διατάγματος δημιουργεί μια επιπρόσθετη ευθύνη και βάρος για τους Αιτητές[17] που, κατά την άποψη μου και με τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, δεν έχουν αποσείσει. Κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 & 2/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1][1] Άρθρο 29
(1), του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 [2] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [3] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [4] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [5] Οδυσσέως (ανωτέρω) [6] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [7] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [8] Σχετικές οι Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ.21.10.11 [9] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 [10] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [11] Shepherd Homes Ltd v Sandham [1971] Ch. 340 [12] Άρθρο 9, περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 [13] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [14] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Κοσμά ν Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 [15] Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149 και Goddy's Evagorou Ltd ν Lani Restaurants Ltd
(1998)1 AAΔ 1572 [16] Αναφορικά με την Startport Nominees Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271 [17] Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφοι 848, 849 και 900. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο