Naiken Wallace France Marc ν. Παναγιώτη Άσπρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1167/10, 16/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1167/10 Μεταξύ: Naiken Wallace France Marc Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση και
- Παναγιώτη Άσπρου
- Ανδρέα Σωτηρίου Εναγόμενων - Αιτητών Αίτηση Ημερομηνίας 30/05/14 για ακύρωση απόφασης Διαιτητή Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές 1: κα Θωμά (κα Παπαγαπίου για ν' ακούσει απόφαση). Για Αιτητή 2: κ. Βλαδιμήρου (κα Παπαγαπίου για ν' ακούσει απόφαση). Για Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ζαμπάς (κα Χαραλάμπους για ν' ακούσει απόφαση). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές ζήτησαν από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή/και να ακυρώνεται η απόφαση του Διαιτητή, Ηλίκκου Κυριάκου, ημερομηνίας 02/10/
- Επιπρόσθετα ζήτησαν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 24/02/14, γιατί ο Διαιτητής παρουσίασε ανάρμοστη συμπεριφορά καθώς και διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Διαιτητή. Παράλληλα, ζητήθηκαν διατάγματα με τα οποία να αναστέλλεται η εκτέλεση του εντάλματος κινητών με αριθμό 696/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και η επιστροφή οποιουδήποτε ποσού το οποίο έχει εισπραχθεί από την εκτέλεση του συγκεκριμένου εντάλματος κινητών. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 7, 9, 20-22, 25-27 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4, την Δ.17, Δ.33-36, 40, Δ.47-49 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τα άρθρα 32, 35-37 και 39 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η Αίτηση υποστηρίχθηκε με την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, Ανδρέα Σωτηρίου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, τον Ιούλιο του 2006 του είχε ανατεθεί από τον κ. Marc Wallace η εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για μια κατοικία στο χωριό Καλαβασός. Μετά από προσφορές και σε συνεννόηση με τον κ. Wallace η εργολαβία κατακυρώθηκε στον Παναγιώτη Άσπρου, Εναγόμενο 1 και οι εργασίες ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2007 και συμπληρώθηκαν περί τον Μάρτιο του
- Του είχε ανατεθεί επίσης η επίβλεψη των οικοδομών και η αμοιβή του είχε συμπεριληφθεί στην προσφορά. Είναι η θέση του ότι η απλή ανάγνωση της απόφασης του Διαιτητή καταδεικνύει την ανεπάρκεια της απόφασης, η οποία είναι αναιτιολόγητη, με ελλείψεις και ανακρίβειες και με αντιφατικότητες. Δεν γίνεται, από τον Διαιτητή, είναι η θέση του καμιά παραπομπή σε τεκμήριο ή μαρτυρία από αυτά που τέθηκαν ενώπιον του. Εισηγείται ότι η απόφαση του Διαιτητή περιέχει ανακρίβειες, διαστρέβλωση και σκόπιμη απόκρυψη μαρτυρίας καθώς και προσθήκη γεγονότων και ισχυρισμών που ποτέ δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Διαιτητή. Παράλληλα ο ίδιος ο Διαιτητής μετατρέπει τον εαυτό του σε πραγματογνώμονα και εισάγει, στην δική του απόφαση, νέα τεχνικά στοιχεία. Υποστηρίζει ο ομνύοντας ότι η μαρτυρία πάνω στην οποία είχε βασιστεί ο Διαιτητής, του κ. Πολυδωρίδη, ήταν παραπλανητική γιατί δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του σεισμικού κώδικα για κάποια αστοχία σε μία οικοδομή χωρίς να έχει προηγηθεί σεισμός. Είναι η δική του άποψη ότι είναι ο σεισμός που προκαλεί τις ζημιές. Επιπρόσθετα η θέση του Διαιτητή, ότι το μοντέλο της κατοικίας που είχε περαστεί στο λογισμικό δεν ανταποκρινόταν ούτε κατά προσέγγιση στο πραγματικό σχέδιο, δεν ευσταθεί αφού καμιά μαρτυρία δεν υπήρχε ενώπιον του Διαιτητή για το συγκεκριμένο αυθαίρετο συμπέρασμα. Καταλήγω ότι οι ισχυρισμοί του Διαιτητή δεν τεκμηριώθηκαν ως έπρεπε αφού βασίστηκε στις θέσεις που είχαν εκφραστεί από τον κ. Πολυδωρίδη, ο οποίος είχε χειριστεί με προχειρότητα όλα τα θέματα. Εισηγείται ότι θα πρέπει η απόφαση του Διαιτητή να παραμεριστεί και να ακυρωθεί γιατί δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη καθώς επίσης και γιατί ο Διαιτητής δεν ανέλυσε τις εκδοχές των εκατέρωθεν θέσεων. Η Αίτηση υποστηρίχθηκε επίσης και από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, Παναγιώτη Άσπρου. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Άσπρου κινείτο στα ίδια πλαίσια με αυτά του κ. Σωτηρίου και σε πολλά σημεία ήταν πανομοιότυπο. Η Aίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από πλευράς του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση. Κατεγράφησαν εννέα λόγοι ενστάσεως οι οποίοι ήταν σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, ελαττωματική και αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών κανονισμών, ότι η αίτηση είναι τυπικά λανθασμένη και ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί ως πρωτογενής αίτηση, ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι καταπιεστική, κακόπιστη και ενοχλητική, ότι οι Αιτητές εμποδίζονται ή/και κωλύονται στην προώθηση της αιτήσεως λόγω της συγκατάθεσης ή/και της συμφωνίας παραπομπής σε Διαιτησία ημερομηνίας 13/06/13 αλλά και ενόψει της συμπεριφοράς τους αφού στις 24/02/14 συγκατατέθηκαν στην έκδοση της απόφασης, ότι η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης έχει παρέλθει, ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον Διαιτητή ήταν νομότυπη χωρίς οποιαδήποτε παρατυπία ή και πλημμέλεια και ότι η αίτηση καταστρατηγεί το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η Ένσταση βασίστηκε στην Δ.48 θ.θ.2-4, στην Δ.57 θ.θ.1-4, στην Δ.64 θ.1, στην Δ.40 θ.θ.1-6 και 7, Δ.33 θ.θ.1-15 και Δ.17 θ.1, στα άρθρα 7, 9, 20-22, 25-27 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4, στα άρθρα 26-32 και 40-47 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα η 'Ενσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της κας Νικολέττας Πούλλου δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την ομνύουσα η υπόθεση είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία μετά από συμφωνία των διαδίκων η οποία ήταν γραπτή. Στα πλαίσια εκείνης της συμφωνίας είχε εκδοθεί διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 13/06/13, με το οποίο η απαίτηση στην υπό κρίση αγωγή καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων θα παραπέμπονταν σε διαιτησία ενώπιον του κ. Ηλίκκου Κυριάκου, επιμετρητή ποσοτήτων και μέλος του Ε.ΤΕ.Κ. Η επιλογή του Διαιτητή είχε γίνει μετά από κοινό αίτημα, από το Ε.ΤΕ.Κ., έτσι ώστε ο Διαιτητής να είναι ανεξάρτητος αλλά και πρόσωπο που διαθέτει τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις για να εκδικάσει την εν λόγω υπόθεση. Η συγκεκριμένη συμφωνία παραπομπής προέβλεπε ρητά ότι η τελική απόφαση του Διαιτητή θα ήταν οριστική, τελεσίδικη και δεσμευτική για τους διαδίκους. Οι ισχυρισμοί που διατυπώθηκαν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, σύμφωνα με την ομνύουσα, αφορούν αποκλειστικά τεχνικά θέματα σε σχέση με τις κακοτεχνίες και την ευθύνη για την πρόκληση ζημιών. Οι συγκεκριμένες θέσεις είχαν εξεταστεί και είχαν απορριφθεί από τον Διαιτητή. Υποστηρίζει, η ομνύουσα, ότι οι λόγοι ακύρωσης της απόφασης ενός διαιτητή καθορίζονται στο άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου και είναι περιορισμένοι. Εισηγείται ότι η διαιτησία είχε διεξαχθεί καθόλα νομότυπα, με ακροαματική διαδικασία και η κάθε πλευρά είχε την δυνατότητα να κλητεύσει μάρτυρες, να προσκομίσει μάρτυρες, να καταθέσει τεκμήρια καθώς και να αντεξετάσει. Οι Αιτητές όμως είχαν επιλέξει να μην κλητεύσουν μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες και αρκέστηκαν στο να καταθέσουν οι ίδιοι. Σύμφωνα με την ομνύουσα ο Διαιτητής είχε ενεργήσει στα πλαίσια των εξουσιών του και εντός των όρων εντολής του και σε καμιά περίπτωση δεν είχε επιδείξει κακή συμπεριφορά. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου, οι Αιτητές είχαν το δικαίωμα, εάν πίστευαν ότι ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος, να αποτείνονταν στο Δικαστήριο και να ζητούσαν την αντικατάσταση του. Καταλήγει, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται γιατί το αίτημα περιβάλλεται με κακοπιστία και κατάχρηση των διαδικασιών από τους Αιτητές. Παράλληλα οι Αιτητές εμποδίζονται ή/και κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους ή/και την παροχή της συγκατάθεσης τους στην έκδοση του διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου να αιτούνται την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών. Όλες οι πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και θα γίνει αναφορά σε αυτό όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αρχίζοντας από την εισήγηση του Καθ' ου η Αίτηση- Ενάγοντα, ότι η αίτηση είναι τυπικά λανθασμένη γιατί θα έπρεπε να καταχωριστεί Πρωτογενής Αίτηση και όχι δια Κλήσεως, η οποία είναι καθοριστική για την τύχη της αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές επέλεξαν μετά την έκδοση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης να καταχωρίσουν στον ίδιο φάκελο και με τον ίδιο αριθμό συνήθη δια κλήσεως αίτηση, βασίζεται στο άρθρο 20
(2), για ακύρωσή της. Καθοδήγηση, σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, μπορεί να αντληθεί από το σκεπτικό της απόφασης Udruzena Beogradska Banka V. Westacre Investment Inc
(1999)1 A.A.Δ. 124, η οποία αφορούσε την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου. Οι εφεσείοντες είχαν αποταθεί με εναρκτήρια κλήση για ακύρωση του διατάγματος που επέτρεψε την εγγραφή της. Το Εφετείο συμφώνησε με την πορεία αυτή, ότι δηλαδή απαιτείτο η εναρκτήρια διαδικασία "στην οποίαν εκείνοι που επικαλούνταν την διαιτητική απόφαση θα αντιμάχονταν τα όσα προβάλλονταν". Θεωρώ ότι το σκεπτικό της μπορεί να εφαρμοστεί κατ αναλογία και στην παρούσα υπόθεση. Σχετικό με το θέμα είναι και το απόσπασμα από το Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 2, παρ. 120 και ιδίως τα σχόλια εν σχέση με τη διαδικασία. Αναφέρονται τα ακόλουθα: "If no action is pending in which the application may be made, it will be by originating motion on notice". Επίσης όπως αναφέρεται στο Halsbury´s Laws of England, τόμος 3, παρ. 561 (ανωτέρω): "An originating notice of motion is an appropriate method of making an application to the court where a statute provides that such an application may be made but does not provide for any special procedure". Έχω την γνώμη πως τα πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι ο σχετικός νόμος παρέχει το σχετικό δικαίωμα χωρίς να προνοεί για ειδική διαδικασία. Αναφοράς χρήζει και το σκεπτικό της απόφασης Επί τοις αφορώσι την αίτηση της Evand Promotions Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 736 στην οποία αναφέρθηκε ότι η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η επιλογή των Αιτητών να προχωρήσουν με συνήθη ενδιάμεση αίτηση εντός του πλαισίου της αγωγής μετά την εκ συμφώνου έκδοση της απόφασης, σύμφωνα με την Έκθεση του Διαιτητή, πάσχει δικονομικά αφού κρίνεται πως θα έπρεπε να καταχωριστεί εναρκτήρια αίτηση. Δεν θεωρώ ότι τέτοια ουσιώδης παρατυπία μπορεί να θεραπευθεί με βάση τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος ουσίας. Εκ του περισσού θα εξεταστεί το θέμα της κατ ισχυρισμό ανάρμοστης συμπεριφοράς του Διαιτητή. Έχει νομολογηθεί ότι η απόφαση ενός διαιτητή δεν ακυρώνεται εκτός αν ο διαιτητής έχει συμπεριφερθεί ανάρμοστα. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση P.N.P. Constructions Limited v. 1. Μακάριου Χαραλαμπίδη, 2. I. Soteriou Constructions Ltd Πολ. Εφ. 34/09 ημερ. 26/06/12 λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, επισημαίνεται η ανάγκη για φειδώ με την οποία τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν παρόμοια θέματα. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ. 4 επιτρέπει την ακύρωσης μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Η νομική εμβέλεια της έννοιας της απρεπούς συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου και αυτό σφραγίζει, όπως και στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, και την τύχη της έφεσης.» Σκοπός της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία είναι η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της. Τα Δικαστήρια είναι απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες και αυτό συνάγεται από την εξέλιξη της νομολογίας. Οι διαιτητικές αποφάσεις δεν είναι δεκτικές αναθεώρησης από τα Δικαστήρια, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Δικαιοδοτική βάση για ακύρωση της απόφασης του διαιτητή προσφέρεται από το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4) το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «20
(1). . . . . . . . . . . . . . . . .
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ v Αρχή Λιμένων Κύπρου
(2001)1ΑΑΔ 23 στη σελ. 29: «Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20.2». Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 717, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ.Πικής σε σχέση με τον όρο «ανάρμοστη συμπεριφορά» έκαμε αναφορά στο Σύγγραμμα Russell on the Law of Arbitration, 7η έκδοση όπου στην σελ.332 εξηγείται ως ακολούθως: "Misconduct is often used in a technical sense as denoting irregularity, and not any moral turpitude (Per Jenkins L.J., London Export Corporation, Ltd. v. Jubilee Coffee Roasting Co. Ltd, [1958] 1 W.L.R. 661 at p.665). But the term also covers cases where there is a breach of natural justice. Much confusion is caused by the fact that the expression is used to describe both these quite separate grounds for setting aside an award· and it is not wholly clear in some of the decided cases on which of these two grounds a particular award has been set aside.
(87)The more difficult question, however, is whether the extent of that irregularity is such as to justify interference by this court either by way of setting aside the award or remitting the award. The determination of that issue. depends upon whether the court is satisfied that there may have been - not must have been - or that this irregularity may have caused - not must have caused - a substantial miscarriage of justice that would be sufficient to justify the setting aside or remitting of the award, unless those resisting the setting aside or remission could show that no other award could properly have been made than that which was in fact made, notwithstanding the irregularity.
(88)" Στην απόφαση Νεόφυτος Σολωμού v Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687, γίνεται μια εκτενής αναφορά στις αρχές που διέπουν το θέμα με παραπομπές στη σχετική νομολογία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Bryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georgiou Constructions Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N.Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «. παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα . κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας" (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο)». Αναφορά μπορεί να γίνει στην προσέγγιση των αγγλικών Δικαστηρίων, τα οποία μετά το νέο νόμο, Arbitration Act 1996, έχουν εδραιώσει την αρχή ότι το θέμα δεν αφορά το κατά πόσο ο διαιτητής έφθασε στην σωστή απόφαση αλλά κατά πόσο κατά την διαδικασία είχε διαπραχθεί κάποια ανωμαλία η οποία οδήγησε σε σοβαρή αδικία Βλ. Russell on Arbitration, 23η εκδ, παρα. 8-074, σελ.
- Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Lesotho Highlands [2006] 1 A.C. 221 στην σελ. 236: « It will be observed that the list of irregularities under s.68 may be divided into those affecting the arbitral procedure and those which affect the award. But nowhere is there any hint that a failure by the tribunal to arrive at the 'correct decision' could afford a ground for challenge under s.68.» Αξίζει να σημειωθεί ότι οι διαφορές των μερών ως αυτές είχαν προκύψει από το μεταξύ τους συμβόλαιο, είχαν παραπεμφθεί σε Διαιτησία ενώπιον του κ. Ηλίκκου Κυριάκου με εκ συμφώνου απόφαση και των δύο πλευρών ημερ. 13/06/
- Περαιτέρω, η συμφωνία Διαιτησίας όπως αυτή υπογράφτηκε από τα μέρη στις 13/06/13 ρητώς αναφέρει ότι «.....άπαντα τα τεχνικά ζητήματα και/ή άπαντα τα ζητήματα τα οποία συνδέονται προς τα τοιαύτα τεχνικά ζητήματα και/ή άπαντα τα θέματα τα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα ειδικών δια της παρούσης παραπέμπονται σε Διαιτησία και διορίζεται από κοινού ένας
(1)Διαιτητής, ο οποίος κατονομάζεται κατωτέρω: Ονοματεπώνυμο Ηλίκκος Κυριάκου». Επίσης αποδέχτηκαν τον όρο 9, με τον οποίο δεσμεύονταν και οι δυο πλευρές από την τελική απόφαση του διαιτητή προς επίλυση της διαφοράς. Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπόθεσης, παρατηρώ ότι στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση δεν περιλαμβάνονται οποιαδήποτε γεγονότα προς υποστήριξη των θέσεων των Αιτητών, ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή ότι χειρίστηκε κακώς την υπόθεση. Όλα τα γεγονότα που αναγράφονται στις ένορκες δηλώσεις αφορούν όχι τη συμπεριφορά του Διαιτητή καθ' εαυτή αλλά τις ειλημμένες αποφάσεις του επί τεχνικών θεμάτων. Οι Αιτητές είχαν οι ίδιοι επιλέξει να δώσουν προφορική μαρτυρία και οι δικηγόροι τους είχαν αντεξετάσει τον πραγματογνώμονα που είχε κληθεί όπως επίσης είχαν επιλέξει να μην καλέσουν την δική τους ανεξάρτητη μαρτυρία. Το παράπονο των Αιτητών όπως καταγράφεται στην Αίτηση αφορά το γεγονός ότι η απόφαση του Διαιτητή περιέχει «ανακρίβειες, διαστρέβλωση και σκόπιμη απόκρυψη μαρτυριών, προσθήκη γεγονότων και ισχυρισμών που ποτέ δεν τέθηκαν ενώπιόν του και ανισομερή αξιολόγηση μαρτυριών και γεγονότων .... ο ίδιος μετατρέπει τον εαυτόν του, από Διαιτητή σε πραγματογνώμονα και μάρτυρα κατηγορίας και εισάγει στην Απόφασή του, νέα τεχνικά στοιχεία, με τα οποία διαφωνώ ..». Η συγκεκριμένη θέση υποστηρίχθηκε με επιχειρήματα που αφορούν κατ΄ ουσία τεχνικά θέματα και συγκεκριμένα την αποδοχή της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα, κ. Πολυδωρίδη, από τον Διαιτητή. Όσο αφορά τους ισχυρισμούς των Αιτητών σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα αναφορά μπορεί να γίνει στο Russell on Arbitration (ανωτέρω) στην σελ. 489 στο οποίο απόσπασμα δίδεται απάντηση στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Καταγράφονται τα ακόλουθα: «The assertion that the arbitrator failed to take proper account of the evidence could, in exceptional case, give rise to a challenge if 'an arbitrator genuinely overlooked evidence that really mattered, or got the wrong end of the stick in misunderstanding it. But there is all the difference in the world between such cases and an arbitrator evaluating evidence but reaching factual conclusions on it (as will happen in most arbitrations) which one party does not like.'» (Βλ. Arduina Holdings BV v. Celtic Resources Holdings Plc [2006] EWHC 3155). Αποφασίζοντας, ένας διαιτητής, την αποδεκτότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, θα πρέπει να ενεργεί εντίμως και δικαστικά και αν, ενώ ενεργεί με αυτό τον τρόπο αποφασίζει λανθασμένα σε σχέση με την αποδεκτότητα ή μη κάποιας μαρτυρίας, αυτό δεν συνιστά κακό χειρισμό (misconduct) και η απόφαση του δεν θα ακυρωθεί πάνω σε αυτή τη βάση εκτός αν το σφάλμα είναι εμφανές στην όψη της απόφασης σύμφωνα με την A. N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006 Στην σελίδα 2011 της συγκεκριμένης απόφασης καταγράφηκε ότι «στην περίπτωση όπου ο διαιτητής λανθασμένα αποδέχεται και στηρίζεται επί μαρτυρίας που πηγαίνει στη ρίζα του ερωτήματος που παραπέμφθηκε σε αυτόν, είναι ένοχος κακού χειρισμού και η απόφαση υπόκειται σε ακύρωση. Θεωρώ ότι το παράπονο των Αιτητών εμπίπτει στην δεύτερη κατηγορία, ήτοι της αξιολόγησης της μαρτυρίας με τέτοιο τρόπο που δεν ικανοποίησε την πλευρά των Αιτητών. Θα πρέπει να παρατηρήσω ότι, σε αντιδιαστολή με τις θέσεις των Αιτητών, ο Διαιτητής αξιολόγησε την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του και κατέγραψε, στην Έκθεσή του, γιατί είχε αποδεχθεί τις θέσεις του κ. Πολυδωρίδη, σελ. 18 κ.ε. της Έκθεσης. Επίσης κατέγραψε γιατί δεν είχε αποδεχθεί την μαρτυρία των Αιτητών- Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι σημειωτέον δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία από εμπειρογνώμονα, στις σελίδες 20 μέχρι 25 της Έκθεσής του. Σύμφωνα με την 18ην έκδοση του Russell on Arbitration, στη σελίδα 399: «Coming to an erroneous decision It is not misconduct on the part of an arbitrator to come to an erroneous decision, whether his error is one of fact or law, and whether or not his findings of fact are supported by evidence. It may, however, be misconduct if there are gross errors in failing to hear, or improperly receiving evidence. 1. "It is no ground for coming to a conclusion on an award that the facts are wrongly found. The facts have got to be treated as found. Nor is it a ground fro setting aside an award that the conclusion is wrong in fact. Nor is it even a ground for setting aside an award that there is no evidence on which the facts could be found, because that would be mere error in law, and it is not misconduct to come to a wrong conclusion in law and would be no ground for ruling aside the award unless the error in law appeared on the face of it.": per Atkin L.J. inGillespied Bros. & Co. v. Thompson Bros. & Co.
(1922)13 L1.L.Rep. 519 at p. 524.» Ο Διαιτητής, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση αφού πρώτα εξέτασε και αξιολόγησε όλα τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του και αφορούσαν την επίδικη διαφορά. Σχετικές είναι οι αναφορές που γίνονται στην Έκθεσή του, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Προκύπτει από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης ότι οι προσπάθειες του Διαιτητή για επίλυση των διαφορών των μερών περιορίστηκαν στον εντοπισμό κακοτεχνιών, ελαττωματικών εργασιών, ατελειών ή λαθών στις εργασίες που οι Αιτητές εκτέλεσαν προς όφελος και για λογαριασμό του Καθ' ου η αίτηση στην επίδικη κατοικία καθώς επίσης στην εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης τους στη βάση της πιο κατάλληλης μεθοδολογίας και διορθωτικών ενεργειών και χρησιμοποιώντας ρεαλιστικές τιμές μονάδων που ο ίδιος θεώρησε μετά από επί τόπου επίσκεψη. Εξ ου και είχε απορρίψει ως εξωπραγματικές τις τιμές μονάδος που είχε χρησιμοποιήσει ο κ. Παπαστυλιανού, σελ. 20 της Έκθεσης του Διαιτητή. Καταλήγω λοιπών ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών, στην έκταση που αφορούν τη συμπεριφορά του Διαιτητή, είναι ανυπόστατοι και ανεδαφικοί. Σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτήματα για την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων εκτός από το γεγονός ότι δεν προωθήθηκαν η εξέτασή τους παρέλκει ενόψει του ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος έκδοσής τους αφού η απόφαση του Διαιτητή έχει θεωρηθεί ότι έχει εκδοθεί νομότυπα. Για όλους τους λόγους που παρατεθήκαν πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Αιτητών 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο