Petrolina (Holdings) Public Ltd ν. Christakis F. Psaroudes Last Foam Concrete Ltd, Αρ. Αγωγής: 2023/10, 8/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2023/10 Petrolina (Holdings) Public Ltd Ενάγουσα και Christakis F. Psaroudes Last Foam Concrete Ltd Εναγόμενη Ημερομηνία: 08 Σεμπτεβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Γ. Ζαχαρίου για Α. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Γεωργίου). Για Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Γ. Γεωργίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αγωγή της αξιώνει από την Εναγόμενη Εταιρεία το ποσό των €40.609,32- ως υπόλοιπο λογαριασμού για την αξία πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων. Η Ενάγουσα Εταιρεία, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της, ασχολείται με την εμπορεία πετρελαιοειδών και άλλων σχετικών εμπορευμάτων. Στα πλαίσια των εργασιών της πωλούσε και παρέδιδε στην Εναγόμενη Εταιρεία εμπορεύματα επί πιστώσει. Για τις συγκεκριμένες πωλήσεις εκδίδονταν και σχετικά τιμολόγια, τα οποία προνοούσαν και την επιβολή τόκου 9% στην περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης τους πέραν του ενός μηνός. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης συνεργασίας είχαν εκδοθεί προς την Εναγόμενη Εταιρεία, από την Ενάγουσα, πιστωτικές κάρτες με τις οποίες εξασφαλιζόταν η αγορά πετρελαιοειδών επί πιστώσει με την παρουσίαση των συγκεκριμένων καρτών στα πρατήρια πετρελαιοειδών των Εναγομένων ή με την τοποθέτηση τους στις αυτόματες μηχανές αντλίες πώλησης πετρελαιοειδών. Κατά ή περί την 31.5.10 ο συγκεκριμένος λογαριασμός της Εναγομένης Εταιρείας παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €40.609,35 το οποίο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας Εταιρείας η Εναγόμενη Εταιρεία ουδέποτε είχε εξοφλήσει. Η Εναγόμενη Εταιρεία προέβαλε, στην Υπεράσπιση της, προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή γιατί η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα. Επιπρόσθετα, προέβαλε ως υπεράσπιση το γεγονός ότι η Εναγόμενη ουδέποτε είχε αποδεχθεί ή είχε υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο που είχε εκδοθεί από την Ενάγουσα. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι οποιαδήποτε πετρελαιοειδή είχαν αγοραστεί από την Ενάγουσα αυτά είχαν εξοφληθεί τοις μετρητοίς και οποιεσδήποτε χρεώσεις προέκυψαν από το σύστημα που τηρά η Ενάγουσα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα γιατί η λειτουργία και ο χειρισμός του συγκεκριμένου συστήματος είναι αμφίβολη και ελαττωματική. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα Εταιρεία κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Μάριο Γεωργίου, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του γραπτή κατάθεση η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Στην γραπτή του κατάθεση καταγράφει ότι ο ίδιος είναι υπάλληλος της Ενάγουσας, η οποία ασχολείται με την πώληση πετρελαιοειδών ειδών και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Η Εναγόμενη Εταιρεία αγόραζε από την Ενάγουσα πετρελαιοειδή και η Ενάγουσα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια για τις αγορές αυτές. Σε σχέση με τις δοσοληψίες είχε ανοιχθεί εμπορικός λογαριασμός στον οποίο καταχωρούνταν τα σχετικά τιμολόγια. Επιπρόσθετα στο πλαίσιο της συνεργασίας των δύο εταιρειών, μετά από αίτηση της Εναγομένης Εταιρείας, η Ενάγουσα είχε εκδώσει πιστωτικές κάρτες με τις οποίες εξασφαλιζόταν η αγορά πετρελαιοειδών επί πιστώσει με την παρουσίαση των συγκεκριμένων καρτών στα πρατήρια πετρελαιοειδών της Ενάγουσας ή με την χρήση τους στις αυτόματες μηχανές - αντλίες πώλησης πετρελαιοειδών. Είχε συμφωνηθεί ότι ο λογαριασμός της Εναγομένης Εταιρείας θα χρεωνόταν με τα ποσά τα οποία χρησιμοποιούσε η κάθε κάρτα. Στις 31.5.10 ο συγκεκριμένος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €40.609,35, το οποίο υπόλοιπο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας η Εναγόμενη ουδέποτε είχε εξοφλήσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας κατέθεσε την σύμβαση που υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και της Εναγόμενης, η οποία σύμβαση κατέγραφε και τους όρους της συνεργασίας. Κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα είχε στην κατοχή του αριθμό εγγράφων τα οποία καταμαρτυρούσαν ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αλλάξει την διεύθυνση του γραφείου της και θα έπρεπε να αποστέλλονται τα τιμολόγια στην νέα της διεύθυνση. Το συγκεκριμένο έγγραφο, ημερ. 12.11.07, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο, Τεκμήριο 3, είχε σταλεί από τον Εμπορικό Διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας, τον κ. Πέτρο και αφορούσε την ακύρωση κάποιων καρτών και την έκδοση καινούργιων. Το συγκεκριμένο έντυπο, ημερ. 3.1.08, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 11.4.08, σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ενημερώσει και πάλι για αλλαγή της διεύθυνσης της. Η συγκεκριμένη επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθησε ένα δεύτερο έντυπο για ακύρωση καρτών και έκδοση νέων το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 30.4.09 είχε ζητηθεί με τηλεομοιότυπο η ακύρωση απολεσθείσας κάρτας και η αντικατάσταση της. Αντίγραφο του τηλεομοιότυπου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε στην κατοχή της κάρτες τις οποίες χρησιμοποιούσε στα πρατήρια βενζίνης για να αγοράσει καύσιμα. Ακολούθως το πρατήριο στο οποίο χρησιμοποιείτο η συγκεκριμένη κάρτα απέστελλε το ηλεκτρονικό απόκομμα με το ποσό των αγορών και με βάση το ποσό αυτό τιμολογείτο η Εναγόμενη. Υπήρχε πάντοτε ανάλυση των πράξεων, ήτοι των αγορών που είχαν γίνει μαζί με την κατάσταση λογαριασμού. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 8 τα τιμολόγια που είχαν σταλεί στην Εναγόμενη και δεν είχαν εξοφληθεί μαζί με την ανάλυση των αγορών που είχαν γίνει. Εξήγησε ότι στο τέλος του κάθε τιμολογίου είχαν προστεθεί οι αποδείξεις που εξέδιδε το κάθε πρατήριο όταν χρησιμοποιούνταν οι κάρτες. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 το έντυπο ανοίγματος του λογαριασμού καθώς και την τελική κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 10 την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας Εταιρείας με ημερ. 1.7.10, με την οποία ζητείτο η αποπληρωμή του υπολοίπου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε εργοδοτηθεί στην Ενάγουσα Εταιρεία τον Οκτώβριο του
- Έκτοτε ασχολείται με τις εισπράξεις, τις πληρωμές καθώς και τις νομικές υποθέσεις που αφορούν την Ενάγουσα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση του περιεχομένου των εγγράφων που είχε καταθέσει όμως γνώριζε ότι η διαδικασία που ακολουθείται είναι πάντοτε η ίδια οπόταν για κάποιο που εργάζεται στην Ενάγουσα μπορεί με πολλή ευκολία να συνελέξει τις πληροφορίες που χρειάζεται ανεξάρτητα από τον χρόνο εργοδότησης του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η συμφωνία που κατατέθηκε, το Τεκμήριο 2, είχε σταλεί με φαξ στην Εναγόμενη Εταιρεία για να συμπληρωθεί με τα απαραίτητα στοιχεία και να επιστραφεί στην Ενάγουσα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8 εξήγησε ότι κάθε τιμολόγιο αποστέλλετο στην Εναγόμενη Εταιρεία με το κλείσιμο του μήνα. Δηλαδή, το πρώτο τιμολόγιο το οποίο αφορούσε τον Μάρτιο του 2009 είχε σταλεί αρχές Απριλίου του 2009 ταχυδρομικώς με απλό ταχυδρομείο. Αυτός ήταν ο τρόπος συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών. Τα τιμολόγια εκδίδονταν στην βάση των αποδείξεων που παραλαμβάνονταν από τα πρατήρια γι΄ αυτό και δεν υπογράφονταν από την Εναγόμενη Εταιρεία. Υποστήριξε ότι όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατέθεσε η Εναγόμενη Εταιρεία προμηθευόταν πετρελαιοειδή από πρατήρια τα οποία ανήκαν στην Πετρολίνα. Εξήγησε ότι οι αποδείξεις της εταιρείας "Agip" γράφουν και Πετρολίνα γιατί τα πρατήρια της "Agip" ανήκουν στην Πετρολίνα. Περαιτέρω ανέφερε ότι μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι η Εναγόμενη είχε υποχρέωση να ενημερώνει την Ενάγουσα Εταιρεία στην περίπτωση που οποιαδήποτε κάρτα είχε απολεσθεί. Ο πρατηριούχος είχε καθήκον να ζητά την κάρτα για να διαπιστώνει ότι πωλεί καύσιμα στον σωστό πελάτη και ότι τοποθετεί καύσιμα στο σωστό αυτοκίνητο. Οι χρεώσεις των πρατηριούχων ελέγχονταν και από το σύστημα της Ενάγουσας Εταιρείας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Ενάγουσα Εταιρεία η Εναγόμενη Εταιρεία επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου και τις δυο αγορεύσεις και θα κάνει αναφορά σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης Πολ. Εφ. 26/08 ημερ. 11/03/2011: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα της Ενάγουσας ενόσω κατέθετε κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσε τις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο μάρτυρας κ Μάριος Γεωργίου, Μ.Ε.1, ήταν πολύ ειλικρινής και δεν δίστασε να αναφέρει ότι την πληροφόρησή του την είχε λάβει από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού υπολογιστή και ότι δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων αφού είχε εργοδοτηθεί στην Ενάγουσα το
- Το γεγονός αυτό όμως θεωρώ ότι δεν αναιρεί το γεγονός ότι είχε πλήρη γνώση των διαδικασιών που ακολουθούσε η Ενάγουσα Εταιρεία σε σχέση με τις χρεώσεις. Εξήγησε την συνήθη πρακτική που ακολουθείται από την Ενάγουσα Εταιρεία για χρόνια με πολύ λεπτομέρεια, η οποία πρακτική δεν έχει αλλάξει. Σχημάτισα την εντύπωση, παρακολουθώντας τον ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, ότι πρόκειται γενικά για αξιόπιστο και ειλικρινή μάρτυρα ο οποίος είχε έρθει στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια χωρίς πρόθεση να δώσει οποιοδήποτε προβάδισμα στην Ενάγουσα. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη για την παραλαβή των τιμολογίων που αποστέλλονταν κάθε μήνα καθώς και ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι το Τεκμήριο 2 είχε σταλεί στην Εναγόμενη Εταιρεία. Καταλήγω λοιπόν ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Ενάγουσα Εταιρεία, η οποία εμπορεύεται μεταξύ άλλων και πετρελαιοειδή, είχε συμφωνήσει με την Εναγόμενη Εταιρεία να της πωλεί πετρελαιοειδή, ήτοι να προμηθεύει με πετρελαιοειδή αυτοκίνητα της Εναγόμενης Εταιρείας με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, επί πιστώσει. Είχαν εκδοθεί πιστωτικές κάρτες στις οποίες καταγραφόταν ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου που θα προμηθευόταν τα καύσιμα. Οι οδηγοί των καθορισθέντων αυτοκινήτων υποδείκνυαν τις κάρτες, σε οποιοδήποτε πρατήριο της Ενάγουσας, προμηθεύονταν με καύσιμα και εκδιδόταν απόδειξη πώλησης, η οποία στην συνέχεια διαβιβαζόταν στο Λογιστήριο της Ενάγουσας. Η κάθε πράξη μεταφερόταν από τα πρατήρια στα Κεντρικά Γραφεία της Ενάγουσας και ακολουθούσε η καταχώριση της στον λογαριασμό του πελάτη. Μετά από αφαίρεση της έκπτωσης εκτυπωνόταν η κατάσταση λογαριασμού και αποστέλλετο κάθε τέλος του μηνός στην Εναγόμενη Εταιρεία, στην διεύθυνση που η ίδια η Εναγόμενη Εταιρεία καθόριζε με επιστολές της, Τεκμήρια 3 και
- Η ακριβής κατάσταση των αγορών της Εναγομένης Εταιρείας καταγράφεται στο Τεκμήριο 8 και το υπόλοιπο της Εναγομένης στο Τεκμήριο
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Διαπιστώνεται ότι η προδικαστική ένσταση, η οποία καταγράφηκε στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης Εταιρείας, δεν έχει προωθηθεί και θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε γεγονός που να αποστερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία του, η οποία εν πάση περιπτώσει εκπηγάζει από το άρθρο 21
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Όμως, έχοντας κατά νου ότι τα χρηματικά χρέη είναι κομίσιμα αυτά καθίστανται πληρωτέα στην έδρα της Ενάγουσας Εταιρείας, η οποία ευρίσκεται στην Λάρνακα και συνεπώς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας κέκτηται κατά τόπον αρμοδιότητα. Η Εναγόμενη Εταιρεία αμφισβήτησε κατά την διαδικασία την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της και της Ενάγουσας Εταιρείας. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε όμως στην Υπεράσπιση στην οποία γίνεται αρχικά γενική άρνηση και στην συνέχεια προβάλλεται ως υπεράσπιση, ήτοι θετικός ισχυρισμός, η μη αποδοχή και η μη υπογραφή οποιουδήποτε τιμολογίου ή και η εξόφληση του υπολοίπου. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούης Κλάππα (Investment Services) Ltd
(1991)1ΑΑΔ 1991 η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων που είτε αποδυναμώνουν είτε καθιστούν ανεδαφική την απαίτηση. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 13η εκδ, σελ. 1096, είναι διαφωτιστικό: «General note. A bare denial of a contract, promise or agreement in any pleading will be construed only as a denial in fact of the express contract, promise or agreement alleged or of the matters of fact from which the same may be implied by law and not as a denial of the legality or sufficiency in law of such contract, promise or agreement.» Παράλληλα η Εναγόμενη Εταιρεία προώθησε την θέση, στην αγόρευση του συνηγόρου της αλλά όχι στην Υπεράσπιση της, ότι η το Τεκμήριο 2 ήταν πλαστό. Η συγκεκριμένη θέση δεν προωθήθηκε με την Υπεράσπιση. Επιπρόσθετα όχι μόνο δεν παρουσίασε, η Εναγόμενη Εταιρεία, οποιαδήποτε μαρτυρία για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία αλλά δεν προσκόμισε ίχνος μαρτυρίας που να εισηγείται ότι το Τεκμήριο 2 είναι πλαστό. Τονίζω, ότι η συγκεκριμένη στάση δεν εισηγείται την μετατόπιση του βάρους απόδειξης, το οποίο παραμένει πάντοτε στους ώμους της Ενάγουσας Εταιρείας να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την αξίωση της. Ακόμη και αν γινόταν αποδεκτός ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, που δεν έχει γίνει, καταδεικνύεται από τα υπόλοιπα τεκμήρια που κατατέθηκαν, Τεκμήρια 3 και 5, ότι υπήρχαν συνδιαλλαγές μεταξύ των μερών για τις οποίες είχαν εκδοθεί τιμολόγια, τα οποία η ίδια η Εναγόμενη Εταιρεία ζητούσε όπως της αποσταλούν στην εκάστοτε διεύθυνσή της καθώς επίσης και ότι είχαν εκδοθεί κάποιες κάρτες, μετά από αίτημα της Εναγομένης Εταιρείας, με συγκεκριμένους αριθμούς οχημάτων με τις οποίες γίνονταν οι συνδιαλλαγές. Οπόταν από οποιαδήποτε σκοπιά και αν εξεταστεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Ο διάδικος, σύμφωνα με την νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44. Από την στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του εναγόμενου η αντίκρουση τους («evidencial burden of proof») βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ. σελ. 451 κ.ε. Οπόταν το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει προσκομιστεί ικανή και θετική μαρτυρία σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας. Η αγωγή σαφέστατα αφορά υπόλοιπο λογαριασμού στη βάση κατάστασης που τηρούσε η Ενάγουσα Εταιρεία. Δεν παραγνωρίζεται το σκεπτικό της υπόθεσης A.L. Mantovani & Sons V. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156 στην οποία αναφέρθηκε ότι: "Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν......... Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, V. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041-29.5.97)". (βλ. επίσης Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 734). Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις συνάδουν και με τα όσα λέχθηκαν στην παλαιότερη υπόθεση D and G Products Ltd V. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1A.A.Δ. 263 και ειδικότερα το ότι "η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας". Στην υπόθεση Mantovani (ανωτέρω) όμως δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία για την ύπαρξη οφειλής οπόταν τα γεγονότα της διαφοροποιούνται από την παρούσα. Στην υπό εξέταση αγωγή δεν τίθετο θέμα υπογραφής οποιονδήποτε τιμολογίων αφού οι αγορές γίνονταν με την χρήση της κάρτας, η οποία χρησιμοποιείτο ως πιστωτική κάρτα και εκδιδόταν αυτόματα απόδειξη για την παραλαβή των καυσίμων. Οι αποδείξεις χρήσης της κάθε κάρτας, οι οποίες συνιστούν μέρος του Τεκμηρίου 8, καταγράφουν όχι μόνο τον αριθμό αυτοκινήτου της Εναγόμενης Εταιρείας αλλά φέρουν και υπογραφή του οδηγού του συγκεκριμένου αυτοκινήτου ότι αποδέχεται την πράξη, δηλαδή της πώλησης των καυσίμων. Αυτές παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και επεξηγήθηκε από τον μάρτυρα, κ. Γεωργίου, ότι οποιοσδήποτε από τους λογιστές της Ενάγουσας Εταιρείας μπορούσε να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την οφειλή της Εναγομένης Εταιρείας αφού οι χρεώσεις γίνονται άμεσα με την ενημέρωση του λογισμικού προγράμματος του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Ενάγουσας Εταιρείας αμέσως μετά την πώληση. Η παρουσίαση των τιμολογίων, συνοδευόμενων από τις αποδείξεις οι οποίες εκδίδονταν αυτόματα από τα μηχανήματα των πρατηρίων συνιστούσαν αποδεκτή μαρτυρία η οποία έτεινε να αποδείξει την απαίτηση. Η παράδοση και χρέωση των εμπορευμάτων, ήτοι πετρελαιοειδών, μπορεί να υποστηριχθεί και από τις επιστολές της Εναγόμενης Εταιρείας, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, προς την Ενάγουσα Εταιρεία με την οποία της ζητούσε την αποστολή των τιμολογίων στην εκάστοτε διεύθυνσή της αλλά και την αντικατάσταση απολεσθέντων καρτών με την έκδοση νέων. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα καταλήγω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία έχει αποδείξει το υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο της οφείλεται από την Εναγόμενη Εταιρεία. Όμως η Εναγόμενη Εταιρεία έχει επικαλεστεί, στην Υπεράσπισή της, ότι έχει εξοφλήσει το ποσό το οποίο αξιώνεται. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Γιώργος & Σταύρος Τσαππής ΛΤΔ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 εκεί όπου γίνεται επίκληση, ως υπεράσπιση, της εξόφλησης οφειλής ο εναγόμενος ο οποίος επικαλείται την εξόφληση έχει το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Αναφέρονται τα ακόλουθα: « Η ενάγουσα στην παρούσα είχε φυσικά το γενικό ή άλλως το νομικό βάρος απόδειξης της απαίτησης της, το οποίο δεν μετατοπίζεται. Με την παρουσίαση όμως αξιόπιστης και επαρκούς μαρτυρίας για την ύπαρξη της οφειλής των Λ.Κ.13,000 και τη μη εξόφλησης της, το ειδικό βάρος απόδειξης, ήτοι το βάρος παρουσίασης ικανοποιητικής και αξιόπιστης μαρτυρίας για την εξόφληση της οφειλής, εφόσον ο εναγόμενος παραδέχτηκε την ύπαρξη της και ισχυρίστηκε τέτοια εξόφληση, μετατοπίστηκε στον εναγόμενο (βλ. Phipson on Evidence 11th ed σελ.. 41, Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 63-68 και Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1 Α.Α.Δ. 652 στην οποία γίνεται αναφορά στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1963] 3 All E.R. 756).». Η Εναγόμενη Εταιρεία δεν προσκόμισε ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τον ισχυρισμό της για εξόφληση τοις μετρητής. Όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 9, όλες οι πληρωμές από την Εναγόμενη γίνονταν με επιταγές. Οπόταν, θα μπορούσε η Εναγόμενη να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με τον ισχυρισμό της για εξόφληση. Δεν το έπραξε και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία έχει αποσείσει το βάρος που την βάρυνε και έχει αποδείξει πλήρως την υπόθεση της, και γι΄ αυτό εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγόμενης Εταιρείας για το ποσό των €40.609,35- πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 20/07/10, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο