← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ.αγωγής: 1331/2008, 30/10/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ.αγωγής: 1331/2008, 30/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 1331/2008 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσας και

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ Εναγομένων και όπως έγινε με αντικατάσταση την 24.10.2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και
  3. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ
  4. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 30.10.2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Α.Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π.Ποιητής & Σία Για Εναγόμενους 1 και 2: Π.Αγγελίδης και Γ.Αγγελίδης για Γ.Αγγελίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση αφορά υπόλοιπο δανείου που ανέρχεται σε €702.067,37 πλέον τόκους. Αξιώνεται ακόμα διάταγμα για την εκποίηση δύο υποθηκών που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Σύμφωνα με την αξίωση, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 7.9.2005, η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ δάνεισε στον Εναγόμενο 1 £390.000 (€666.354,56). Η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 δυνάμει σύμβασης εγγύησης ιδίας ημερομηνίας. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν σε επιστολή της Τράπεζας για να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου, οπόταν την 5.12.2007 η Τράπεζα με επιστολή της προς αυτούς τερμάτισε τη συμφωνία και απαίτησε το πιο πάνω ποσό. Η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd, όπως αναφέρονταν στον τίτλο κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής και στη συνέχεια σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Την 29.3.2013 τα συμβατικά και αγώγιμα δικαιώματα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (βλ. τους περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2013 (Ν.17(Ι) του 2013 και 38

(1)του 2013) και το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013). Σχετική ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 28
(1)καταχωρίστηκε στο Πρωτοκολλητείο την 24.10.
  1. Οπου στη συνέχεια θα αναφέρομαι σε Τράπεζα θα εννοώ την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ανάλογα με τη χρονική περίοδο. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 17.10.2008 και τροποποιημένη Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 30.6.
  2. Η βασική θέση που προβάλλεται είναι πως η συνεργασία του Εναγομένου 1 με την Τράπεζα προϋπήρχε της συμφωνίας της 7.9.
  3. Ο Εναγόμενος 1 είχε λάβει «υπό μορφή τρεχούμενου ή και άλλου λογαριασμού δάνεια ή και τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή συμφωνίες ενοικιαγοράς» από την Τράπεζα για ποσά πέραν των £380.000 για την αγορά μετοχών, η δε συμφωνία της 7.9.2005 ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 1 για αναδιαμόρφωση των χρηματοδοτήσεων του και μεταφορά του ποσού που η Τράπεζα ισχυριζόταν ότι είχε να λαμβάνει σε λογαριασμό δανείου. Συνεπώς, η Τράπεζα δεν του δάνεισε το ποσό των £390.000 που αναφέρεται στη συμφωνία. Σύμφωνα πάντα με την Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, αυτές οι συμφωνίες ενοικιαγοράς είχαν εκτελεστεί με σκοπό την επένδυση των χρημάτων σε μετοχές εισηγμένες στο Χ.Α.Κ. και η Τράπεζα, αντιλαμβανόμενη ότι αυτές ήταν τρωτές και ίσως παράνομες, άσκησε πίεση και απείλησε τον Εναγόμενο 1 με αποκοπή των διευκολύνσεων του ώστε να υπογράψει τη συμφωνία της 7.9.
  4. Η επίδικη σύμβαση δανείου ήταν παράνομη, άκυρη ή και ακυρώσιμη γιατί έγινε «εις εκπλήρωση των συμφωνιών ενοικιαγοράς» που είχαν μισθωτές πρόσωπα πέραν του Εναγόμενου 1 και που ήταν παράνομες καθότι τα αντικείμενα ενοικιαγοράς ανήκαν εξ΄ υπαρχής στους μετέπειτα μισθωτές τους και τα ποσά των ενοικιαγορών είχαν ληφθεί για σκοπούς επένδυσης σε μετοχές στο ΧΑΚ κάτι που ήταν «εις γνώση όλων των ενδιαφερομένων μερών». Προβάλλει περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 τη θέση ότι δεν οφείλει προς την Τράπεζα το ποσό της συμφωνίας ή οποιοδήποτε ποσό, εκθέτοντας διάφορους λόγους όπως παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις τόκων, παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις αλλά και γιατί η Τράπεζα παρέλειψε, όπως, κατά τη θέση του, ήταν υποχρέωση της να πωλήσει μετοχές του Εναγόμενου 1 που είχε στην κατοχή της, προκαλώντας στον Εναγόμενο 1 ζημιά ύψους €523.
  5. Ακόμα, ανάγκασε τον Εναγόμενο 1 να πωλήσει μηχανήματα αξίας €590.500 στην τιμή των €37.150,96 και να υποστεί περαιτέρω ζημιά. Η Εναγόμενη 2 αρνείται ότι είχε ποτέ την πρόθεση ή τη θέληση να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπόγραψε τη συμφωνία εγγύησης, επικαλείται την υπεράσπιση του non est factum. Ισχυρίζεται, ακόμα, η Εναγόμενη 2 πως η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη γιατί εξασφαλίστηκε από την Τράπεζα κατόπιν εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων προς αυτή. Ο Εναγόμενος 1 που, όπως δικογραφείται, ως περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε δύο υποθήκες και εκχώρησε τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια προς όφελος της Τράπεζας, εγείρει σε σχέση με αυτά και αυτός την υπεράσπιση του non est factum. Ισχυρίζεται, ακόμα, ο Εναγόμενος 1 πως η συμφωνία εγγύησης και οι συμβάσεις υποθηκών είναι άκυρες γιατί εξασφαλίστηκαν από την Τράπεζα κατόπιν εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων προς αυτόν. Ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι ποσό €523.349 ως η ζημία που υπέστηκαν από την παράλειψη της Τράπεζας να εκποιήσει εγκαίρως τις μετοχές και €553.349,04 για τη ζημιά που υπέστησαν από την πώληση των μηχανημάτων, πλέον δηλωτικές αποφάσεις που να ακυρώνουν τις συμβάσεις πάνω στις οποίες η Τράπεζα εδράζει τις αξιώσεις της. Η Τράπεζα δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 7.9.2005 (Τεκμήριο 4) δάνεισε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των £390.
  6. Η Εναγόμενη 2 με επιστολή της ιδίας ημερομηνίας προς την Τράπεζα (Τεκμήριο 5) εγγυήθηκε την υποχρέωση του Εναγόμενου 1 να αποπληρώσει το πιο πάνω δάνειο. Για καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου ο Εναγόμενος 1 συνήψε με την Τράπεζα δύο Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτου με αρ. Υ4044/05 και Υ4045/05, ημερ. 7.9.2005 (Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα), υποθηκεύοντας τρία ακίνητα. Ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Μ.Ε.3) υπάλληλος της Τράπεζας, αναγνώρισε τα Τεκμήρια 5, 6 και 7 και την υπογραφή του ως μάρτυρας σε όλα. Μαρτύρησε ότι η Εναγόμενη 2 υπόγραψε ενώπιον του το Τεκμήριο 5 στα γραφεία του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στο Μέγαρο Πάτροκλος στη Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια. Η Αννα Μαυρουδή (Μ.Ε.4) υπάλληλος της Τράπεζας, αναγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρας της υπογραφής του Εναγόμενου 1 στο Τεκμήριο
  7. Όπως προκύπτει από την επιστολή ημερ. 5.9.2005 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 2), με την οποία η Τράπεζα τον πληροφορούσε για την έγκριση του δανείου, σκοπός του δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενου δανείου του στην ίδια τη Τράπεζα με αρ. 043-12-530548 και συμβολαίου του με τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ, η Χρηματοδοτήσεις, με αρ. 204-12-
  8. Ο Μιχάλης Στυλιανού (Μ.Ε.6), υπάλληλος της Τράπεζας, παρουσίασε την πρωτότυπη γραπτή οδηγία του Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 8.9.2005 (Τεκμήριο 25), όπως το ποσό των £365.000 χρεωθεί στο λογαριασμό του με αρ. 043-12-533717, που ήταν ο αριθμός λογαριασμού του επίδικου δανείου, και πιστωθεί ο λογαριασμός αρ. 204-12-
  9. Επρόκειτο για τον χρεωστικό του λογαριασμό με τη Χρηματοδοτήσεις. Η εντολή είχε δοθεί προς τον Χαραλάμπους. Παρουσίασε ακόμα πρωτότυπο έντυπο της Τράπεζας ημερ. 8.9.2005, τιτλοφορούμενο «Transfers between accounts» (Τεκμήριο 26), απ΄ όπου φαίνεται ότι εκτελέστηκαν οι οδηγίες του Εναγόμενου
  10. Στην κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου (Τεκμήριο 13) η χρέωση των £365.000 παρουσιάζεται στην ημερομηνία 8.9.
  11. Την ίδια ημερομηνία υπάρχει ακόμα μια χρέωση για ποσό £25.000 που μεταφέρθηκε στο λογαριασμό αρ. 043-12-
  12. Πρόκειται για το λογαριασμό δανείου στην ίδια την Τράπεζα που αναφέρεται στους σκοπούς του δανείου στην επιστολή έγκρισης της 5.9.2005 (Τεκμήριο 2). Για την δεύτερη μεταφορά δεν παρουσιάστηκε γραπτή οδηγία, όμως, ο Εναγόμενος 1 είχε ήδη υπογράψει ότι αποδεχόταν το περιεχόμενο της επιστολής έγκρισης (Τεκμήριο 2), που προνοούσε για τη διάθεση του ποσού του δανείου. Αλλωστε, και η ίδια η συμφωνία δανείου προνοούσε στον όρο 8 ότι η Τράπεζα δικαιούτο οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προειδοποίηση προς τον Εναγόμενο 1, να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα βρισκόταν σε πίστη του σε οποιοδήποτε λογαριασμό για εξόφληση υποχρεώσεων του. Η Τράπεζα με επιστολή ημερομηνίας 11.9.2007 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 8) τον πληροφόρησε ότι ο λογαριασμός του δανείου παρουσίαζε καθυστέρηση στην πληρωμή των οφειλομένων δόσεων. Απαιτήθηκε όπως αυτές πληρωθούν μέσα σε 21 ημέρες. Αναφερόταν στην επιστολή ότι εάν δεν υπήρχε συμμόρφωση το επιτόκιο θα αυξανόταν στο βασικό επιτόκιο συν 8%, με τον τόκο να κεφαλαιοποιείται κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Επιστολή ιδίας ημερομηνίας, με ανάλογο περιεχόμενο, αποστάληκε και προς την Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 9). Δεν υπήρξε συμμόρφωση, οπόταν, η Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 5.12.2007 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 10) τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του επίδικου δανείου και απαίτησε εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Το επιτόκιο αυξήθηκε και έγινε 12.5% από 5.12.
  13. Επιστολή ιδίας ημερομηνίας, με ανάλογο περιεχόμενο, αποστάληκε και προς την Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 11). Πριν την καταχώρηση της αγωγής αποστάληκε προς τον Εναγόμενο 1, με αντίγραφο προς την Εναγόμενη 2, επιστολή των δικηγόρων της Τράπεζας ημερομηνίας 19.5.2008 (Τεκμήριο 12). Η Δήμητρα Δημητρίου Μαρκίδου (Μ.Ε.2) είναι υπάλληλος της Τράπεζας. Η Μαρκίδου αναγνώρισε επιστολή της Τράπεζας, την οποία υπογράφει και η ίδια, προς τη Χρηματοδοτήσεις (Τεκμήριο 20). Η επιστολή είναι ημερομηνίας 14.2.2005 και εκθέτει κάποιο ιστορικό λογαριασμών που ενδιέφεραν τους Εναγόμενους και συνοψίζει τις οφειλές τους. Προκύπτει πως ο Εναγόμενος 1, η Εναγόμενη 2, ο γιος τους και εταιρεία συμφερόντων τους είχαν επτά συμβόλαια με τη Χρηματοδοτήσεις στα οποία υπήρχαν οφειλές. Για την αποπληρωμή των συμβολαίων η Χρηματοδοτήσεις είχε δανείσει στον Εναγόμενο 1 ποσό £425.
  14. Η σύμβαση του δανείου αυτού ημερ. 9.12.2002 παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο 1 (Μ.Υ.3) (Τεκμήριο 39). Αναφέρεται στην επιστολή της 14.2.2005 ότι ο Εναγόμενος 1 αδυνατούσε να πληρώσει τις δόσεις του με αποτέλεσμα η Χρηματοδοτήσεις να κινηθεί εναντίον του δικαστικά. Πρόκειται για την αγωγή αρ. 279/2005 Ε.Δ. Λάρνακας που η Χρηματοδοτήσεις κατεχώρησε εναντίον του Εναγόμενου 1 ως πρωτοφειλέτη και της Εναγόμενης 2 και της εταιρείας Α.Α.Πιλότος Λτδ ως εγγυητών του (ολόκληρος ο φάκελος της αγωγής παρουσιάστηκε - Τεκμήριο 24). Η αξίωση ήταν για £465.940,58 πλέον τόκους που ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου αρ. 204-12-000675 κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής τον Ιανουάριο του
  15. Στην αγωγή δηλώθηκε συμβιβασμός την 20.9.2005, δηλαδή λίγες μέρες μετά την κατάθεση στο λογαριασμό δανείου που η αγωγή αφορούσε του ποσού των £365.
  16. Δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι η αγωγή είχε διευθετηθεί και αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ως τέτοια. Το ποσό της αξίωσης είχε μειωθεί στις £365.000 ως αποτέλεσμα πληρωμών έναντι του δανείου εκείνου. Μάλιστα, σημειώθηκε στα πρακτικά δήλωση των δικηγόρων της Χρηματοδοτήσεις ότι αποδέσμευε τον Εναγόμενο 1 από εγγυητή από τρία συμβόλαια ενοικιαγοράς για τα οποία εκκρεμούσαν άλλες τρεις αγωγές. Κατά τη διαδικασία, οι Εναγόμενοι εκπροσωπούνταν από το δικηγόρο κ.Θέμη Θωμά. Τέσσερεις περίπου μήνες προηγουμένως ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του ίδιου πιο πάνω δικηγόρου του, ημερ. 24.5.2005, προς τη Χρηματοδοτήσεις (Τεκμήριο 17) είχε διαβιβάσει πρόταση για διευθέτηση της αγωγής αρ. 279/
  17. Διατυπώνεται στην επιστολή η θέση ότι τα αντικείμενα που αφορούσαν το μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Χρηματοδοτήσεις ήταν εικονικά, προφανώς εννοώντας ότι κάποια ή κάποιες συμβάσεις ενοικιαγοράς ήταν εικονικές, και πως το δάνειο που η αγωγή αφορούσε είχε δοθεί για την αγορά μετοχών και είχε ως εξασφάλιση την «υποθήκευση» άλλων μετοχών. Αναφερόταν ακόμη ότι είχε προταθεί στον Εναγόμενο 1 να του χαριστούν £90.000 και ο τελευταίος αντιπρότεινε να του χαριστούν £200.000 για να εξοφλήσει το δάνειο. Όπως ανέφερε η Μαρκίδου ο κ.Θ.Θωμά συμβούλευε τον Εναγόμενο 1 και ενεπλάκηκε στις διαπραγματεύσεις για τη συνομολόγηση του επίδικου δανείου. Από πλευράς Τράπεζας το ζήτημα χειριζόταν ο Δημήτρης Λεβέντης και εκ μέρους της Χρηματοδοτήσεις ο Φίλιππος Φιλίππου. Ανάφερε ακόμα η Μαρκίδου πως αν κάποιος πελάτης χρωστούσε στην Τράπεζα και στη Χρηματοδοτήσεις, που ήταν θυγατρική της Τράπεζας, και επιθυμούσε να έχει ένα δάνειο με μια δόση προς την Τράπεζα, η τελευταία θα εξέταζε το αίτημα του. Ο προαναφερθείς Δ.Λεβέντης (Μ.Υ.1) πρώην διευθυντής εμπορικών επιχειρήσεων στην Τράπεζα, μαρτύρησε πως προς τα τέλη του 1999 ο Εναγόμενος 1 είχε ζητήσει από την Τράπεζα ένα μεγάλο ποσό για να αγοράσει μετοχές. Ο Λεβέντης του εξήγησε ότι βάσει των κανονισμών και των οδηγιών που είχαν και εφόσον η Τράπεζα είχε ξεπεράσει τα όρια που δικαιούτο να δανείζει για αγορές μετοχών, δεν μπορούσε να τον δανειοδοτήσει για την αγορά μετοχών. Όμως, επειδή ήταν καλός πελάτης τον παρέπεμψε στη Χρηματοδοτήσεις για να τον εξυπηρετήσουν και μάλιστα ο ίδιος επισκέφθηκε προσωπικά το διευθυντή των Χρηματοδοτήσεων για να του εξηγήσει ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν καλός πελάτης. Γνωρίζει, ανέφερε ο Λεβέντης, πως το αίτημα του εγκρίθηκε από τη Χρηματοδοτήσεις. Ο Εναγόμενος 1 μαρτύρησε πως στη Χρηματοδοτήσεις αρχικά του ζήτησαν να παρουσιάσει τις μετοχές του για να ενεχυριαστούν ώστε να πάρει δάνειο και όταν πλησίασαν οι μέρες του ζήτησαν να γίνουν συμβόλαια ενοικιαγοράς καλώντας τον να παρουσιάσει 5 - 6 μηχανήματα για να μπουν τυπικά ενοικιαγορά. Μάλιστα μηχανήματα που άξιζαν £10.000 τα έβαλαν για £80.
  18. Τα συμβόλαια ενοικιαγοράς έγιναν με προχειρότητα, χωρίς να συμπληρωθούν σωστά και χωρίς χαρτόσημα. Ο Εναγόμενος 1 γνώριζε πολύ καλά τη φύση των συμβάσεων ενοικιαγοράς αφού η μια από τις εταιρείες του πωλούσε αυτοκίνητα και μηχανήματα μέσω συμβάσεων ενοικιαγοράς, όχι μόνο από τη Χρηματοδοτήσεις αλλά και άλλους χρηματοδοτικούς οργανισμούς. Η Εναγόμενη 2 (Μ.Υ.2) είναι η σύζυγος του Εναγόμενου
  19. Εργάζεται στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Μαρτύρησε πως ο Εναγόμενος 1 επιθυμούσε να αγοράσει μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση και προς τούτο αποτάθηκε στην Τράπεζα για δανειοδότηση. Μετά πάροδο κάποιων ημερών της παρουσίασε για να υπογράψει κάποια έγγραφα. Επρόκειτο για επτά συμβόλαια ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 27), κάποια από τα οποία υπόγραψε ως αγοράστρια και κάποια ως εγγυήτρια. Πρόκειται για τα επτά συμβόλαια που αναφέρονται στην επιστολή Τεκμήριο
  20. Ανάφερε πως το συμβόλαιο ενοικιαγοράς 4480295 αφορούσε ανύπαρκτα έπιπλα. Ο Εναγόμενος 1 πήρε από τη Χρηματοδοτήσεις £20.000 και αγόρασε στο όνομα της Εναγόμενης 2 40000 μετοχές της εταιρείας Αίαντας με ιδιωτική τοποθέτηση. Η ίδια υπόγραψε χωρίς να σκεφτεί. Ο Εναγόμενος 1 της είπε να υπογράψει για να πάρουν τις £20.000 και να αγοράσουν μετοχές. Η μετοχή της Αίαντας εισήχθηκε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου κάτω από την ονομαστική της αξία, οπόταν η ίδια ξεκίνησε να πωλεί τις μετοχές της. Το συμβόλαιο 4524470 αφορούσε τηλεσκοπικό γερανό που δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί στο όνομα της Χρηματοδοτήσεις. Το 4518926 αφορούσε μηχάνημα με αρ. εγγραφής οχήματος ΑΒC213, που μεταβιβάστηκε στη Χρηματοδοτήσεις και η Εναγόμενη 2 ήταν ο αγοραστής. Η Εναγόμενη 2 μαρτύρησε πως ότι της πήγαινε ο Εναγόμενος 1 στο γραφείο τους το υπόγραφε, αποδέχτηκε όμως πως ήξερε από συμβόλαια ενοικιαγοράς αφού στην επιχείρηση τους πωλούσαν αυτοκίνητα με ενοικιαγορά. Υποστήριξε ο Εναγόμενος 1 ότι μεταγενέστερα είχε δεχθεί πιέσεις από τη Χρηματοδοτήσεις για να «φύγουν» οι ενοικιαγορές και να γίνει ένα δάνειο στο όνομα του ιδίου και να «φύγει» η σύζυγος του, η εταιρεία και ο γιος τους. Ετσι, έγινε το δάνειο από τη Χρηματοδοτήσεις. Σε σχέση πλέον με το επίδικο δάνειο, ο Εναγόμενος 1 υποστήριξε πως ο ίδιος διευθέτησε την αγωγή 279/
  21. Είχε δεχθεί πίεση από τη Χρηματοδοτήσεις γιατί είχε καταχωρήσει αίτηση για εκποίηση ακίνητης περιουσίας του. Η αίτηση αποσύρθηκε με τη σύναψη του επίδικου δανείου (βλ. Τεκμήριο 40). Στην κύρια του εξέταση ο Εναγόμενος 1 ρωτούμενος για την αγωγή αρ. 279/2005, είπε: «Αυτή η αγωγή κινήθηκε αλλά κατόπιν συζητήσεως εκτός Δικαστηρίου εγώ με την Τράπεζα, την απέσυραν και δέχθηκα να με μεταφέρουν στην κανονική Τράπεζα». Προκύπτει πως το ιστορικό της προέλευσης του επίδικου χρέους είναι κοινό έδαφος. Οι επτά συμφωνίες ενοικιαγοράς στις οποίες έγινε αναφορά στη μαρτυρία και τα οποία ζητήματα μπορεί να τις αφορούν, ουδόλως επηρεάζουν την αξίωση στην παρούσα αγωγή. Κατά πρώτο λόγο, το επίδικο δάνειο δεν έγινε προς εξόφληση υποχρεώσεων δυνάμει των ρηθέντων συμφωνιών ενοικιαγοράς. Αυτές προκύπτει να είχαν από τις 9.12.2002 διευθετηθεί με το δάνειο αρ. 204-12-000675 από τη Χρηματοδοτήσεις. Το επίδικο δάνειο έγινε προς εξόφληση του υπολοίπου του δανείου από τη Χρηματοδοτήσεις για το οποίο είχε κινηθεί η αγωγή αρ. 279/2005 και μικρότερης οφειλής δανείου του Εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα. Οι Εναγόμενοι, που ήταν επίσης Εναγόμενοι στην αγωγή αρ. 279/2005 εκπροσωπούμενοι από δικηγόρο, προέβηκαν σε διευθέτηση της εκεί αξίωσης της Χρηματοδοτήσεις και της οφειλής προς την Τράπεζα με τα χρήματα που πήρε ο Εναγόμενος 1 με το επίδικο δάνειο. Δηλώθηκε στο Δικαστήριο διευθέτηση της αγωγής που αποσύρθηκε και απορρίφθηκε, ενώ εξαλείφθηκε και η οφειλή του Εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα. Κατά δεύτερο λόγο, οι ενοικιαγορές ήταν ζήτημα μεταξύ των Εναγομένων και της Χρηματοδοτήσεις, διαφορετικού δηλαδή νομικού προσώπου από την Τράπεζα, και οτιδήποτε μπορεί να τις αγγίζει δεν αφορά την τελευταία. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Εκθεσης Υπεράσπισης περί εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων, είχαν ζητηθεί και δόθηκαν με Ενορκη Δήλωση του Εναγόμενου 1 ημερ. 8.4.2009 περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες. Αναφέρεται στην Ενορκη Δήλωση το εξής: «Κατά το 2005, οι Ενάγοντες με πίεσαν να υπογράψω την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 07/09/2005 αφού μου έλεγαν ότι για να μπορώ να συνεχίζω να χρηματοδοτούμαι και να διατηρώ τον τρεχούμενο λογαριασμό που είχα θα έπρεπε να υπογράψω την συμφωνία, αφού σε διαφορετική περίπτωση αν δεν υπέγραφα μου έλεγαν ότι θα μου πωλούσαν τα ακίνητα μου που ήταν υποθηκευμένα προς όφελος τους και περαιτέρω εξαιτίας της πίεσης τους αυτής αναγκάστηκα να πωλήσω μηχανήματα της εταιρείας μου σε πολύ χαμηλή τιμή.» Το επιτόκιο στη συμφωνία δανείου με τη Χρηματοδοτήσεις (Τεκμήριο 39) είχε συμφωνηθεί σε 8,75% οι δε δόσεις πριν τον τερματισμό ήταν £1.150 εβδομαδιαίως και θα έφταναν τις £1.400 εβδομαδιαίως. Περαιτέρω, από όσα μπορούν να διαπιστωθούν από την έκθεση απαίτησης στην αγωγή αρ.279/2005, από 1.1.2005 το επιτόκιο είχε αυξηθεί σε 12%. Ανάλογες πληροφορίες για το δάνειο των £25.000 στην Τράπεζα δεν υπάρχουν. Το επίδικο δάνειο προνοούσε για τόκο 6,25% ενώ η μηνιαία δόση ήταν £5.729,19, που σημαίνει £1.336,81 εβδομαδιαίως. Καθίσταται πρόδηλο από τα πιο πάνω αντικειμενικά στοιχεία ότι η σύναψη της επίδικης σύμβασης δανείου ήταν ευνοϊκή εξέλιξη για τους Εναγόμενους. Επομένως, άλλα στοιχεία ανατρεπτικά της πιο πάνω εικόνας, θα έπρεπε να καταδειχθούν ώστε να διαφανούν αντικειμενικά δεδομένα που να δημιουργούν τέτοιο υπόβαθρο ώστε οι Εναγόμενοι να έπρεπε να εξαναγκαστούν ή να ασκηθεί επ΄ αυτών παράνομη επιρροή για να αποδεχτούν την επίδικη συμφωνία δανείου. Η θέση ότι η Τράπεζα απείλησε τον Εναγόμενο ότι θα πωλούσε τα ακίνητα του δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της Ενάγουσας. Περαιτέρω, φαίνεται πως η κατοικία του Εναγόμενου 1 δεν ήταν υποθηκευμένη προς όφελος της Τράπεζας για να τον απειλεί με εκποίηση αλλά προς όφελος της Χρηματοδοτήσεις. Τι συνιστά οικονομικό εξαναγκασμό εξηγείται στην Πλοίο Παναγία Μυρτιδιώτισσα ν. Σιδηρόπουλου κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1000, 1011. «Ο όρος "εξαναγκασμός" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1(Ε) 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη.» Ότι η πράξη, η τέλεση της οποίας επαπειλείται είναι, κατά τα άλλα, νόμιμη δεν αποκλείει να στοιχειοθετείται οικονομικός εξαναγκασμός (βλ. Chitty on Contracts, General Principles, 25η έκδ. παραγρ.489, σελ. 275). Όμως, δεν μπορεί να θεωρείται οικονομικός εξαναγκασμός όταν ένας χρηματοδοτικός οργανισμός ενάγει πρόσωπα για παράβαση των όρων δανείου που τους χορήγησε και αποπληρωμή οφειλομένου ποσού και ζητά με την αγωγή του διάταγμα του Δικαστηρίου για εκποίηση ενυπόθηκου κτήματος, η υποθήκευση του οποίου συνιστούσε εξασφάλιση για το δάνειο, όπως η Χρηματοδοτήσεις αξίωναν με την αγωγή αρ. 279/
  1. Ούτε και αν προώθησαν την εκποίηση του ενυπόθηκου κτήματος μέσω του Κτηματολογίου. Δεν αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 1 ότι εξαναγκάστηκε ή δέχτηκε πίεση για να συνάψει το επίδικο δάνειο. Διαπίστωσα μια γενική προσέγγιση του Εναγόμενου 1 να αμφισβητεί το κάθε τι. Δική του επιθυμία ήταν να αγοράσει μετοχές και επειδή υπέστηκε οικονομικές απώλειες αιτιάται τη Χρηματοδοτήσεις που του παράσχε τα κεφάλαια. Εξέφρασε και παράπονο γιατί για μηχανήματα που άξιζαν £10.000 χρηματοδοτήθηκαν για £80.
  2. Παραπονείται και για το δάνειο από τη Χρηματοδοτήσεις ενώ για το επίδικο, παρά το ότι τα αντικειμενικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι ήταν προς όφελος του και διευθετήθηκε η εναντίον του αγωγή επικαλείται εξαναγκασμό και πίεση. Αμφισβήτησε και τις ικανότητες του τότε δικηγόρου του, με πρόδηλο σκοπό να υποβαθμίσει το γεγονός ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους ετύγχανε των υπηρεσιών νομικού συμβούλου. Ο Εναγόμενος 1 απλά δεν θέλει να αναλάβει τις υποχρεώσεις του και να πληρώσει αυτά που οφείλει Ούτε η Eναγόμενη 2 μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Προσπάθησε με τρόπο αδέξιο να απαλλαγεί των ευθυνών της ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του Εναγόμενου
  3. Η δικογραφημενη της θέση ότι η συμφωνία εγγύησης εξασφαλίστηκε από την Τράπεζα κατόπιν εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων προς αυτή δεν τεκμηριώθηκε. Επέλεξε να ψευδολογήσει ότι δεν υπόγραψε την επιστολή εγγύησης στην Τράπεζα και δεν αναφέρθηκε σε καμιά επαφή της με οιοδήποτε υπάλληλο ή αντιπρόσωπο της Τράπεζας που θα μπορούσε να την εξαναγκάσει, επηρεάσει παράνομα ή να της παραστήσει οτιδήποτε ψευδώς. Απορρίπτω σε κάθε περίπτωση τη θέση της ότι δεν υπόγραψε στην Τράπεζα αποδεχόμενος επί του προκειμένου τη μαρτυρία του Χαραλάμπους. Απορρίπτω ακόμα την εγειρόμενη υπεράσπιση του non est factum. Στην Μακρή κ.α. ν. Χ"Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, 209-10, υιοθετείται απόσπασμα από την Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961, 963, όπου αναφέρεται ότι: "There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted." Η Εναγόμενη 2 αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 5 αλλά διατείνεται ότι υπόγραψε χωρίς καν να διαβάσει τι ήταν. Όμως, αντιλήφθηκε ότι έβαλε εγγύηση για £350.000. Διερωτάται τι εγγυήσεις έβαλε, γνωρίζει όμως ότι σε μια σύμβαση εγγύησης αρκεί να υπογράψεις ότι είσαι υπεύθυνος χωρίς κατ΄ ανάγκη να δεσμεύσεις περιουσία. Γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής 279/2005 και υπόγραψε έντυπο διορισμού δικηγόρου για να την εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ.Θ.Θωμά. Γνώριζε επίσης ότι η αγωγή συμβιβάστηκε αλλά δεν γνωρίζει πού βρήκαν τα χρήματα. Ο Εναγόμενος 1 της είπε ότι θα τα κανόνιζε ο ίδιος. Αντελήφθηκε ακόμα ότι η αγωγή 279/2005 που αφορούσε τότε £365.000 είχε σχέση με το εγγυητήριο που υπόγραψε και ήξερε ότι υπήρχε ακόμη ένα δάνειο £25.000 που εκκρεμούσε. Είναι πρόδηλο και συνιστά εύρημα μου ότι η Εναγόμενη 2 υπογράφοντας την επιστολή εγγύησης είχε πλήρη επίγνωση του τι υπόγραφε, γνώριζε τους σκοπούς του επίδικου δανείου και πως £365.000 από τις £390.000 του δανείου θα χρησιμοποιούνταν προς εξόφληση υποχρέωσης που και η ίδια είχε και για την οποία εκκρεμούσε αγωγή. Η επίδικη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 4) προνοούσε ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2% περιθώριο. Ο τόκος θα ήταν πληρωτέος κάθε τριμηνία και σε περίπτωση μη πληρωμής αυτός θα χρεωνόταν στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογιζόταν επί αυτού τόκος. Όμως, η Τράπεζα δεν θα δικαιούτο να ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Περαιτέρω, η Τράπεζα δικαιούτο, κατά την κρίση της, να μεταβάλει το βασικό της επιτόκιο και το περιθώριο οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που θα ίσχυαν, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος. Κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου το βασικό επιτόκιο ήταν 4,25% και κατ΄ ακολουθία το σύνολο του επιτοκίου του δανείου 6,25%. Με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στον τύπο την 1.9.2006 (Τεκμήριο 21) η Τράπεζα αύξησε το βασικό της επιτόκιο σε 4,5%. Ως αποτέλεσμα το σύνολο του επιτοκίου του δανείου έγινε 6,5%. Αυτό το επιτόκιο διατηρήθηκε μέχρι και την 5.12.2007 ημερομηνία των επιστολών τερματισμού, οπόταν και αυξήθηκε σε 12,5%, δηλαδή βασικό επιτόκιο 4,5% πλέον 8% περιθώριο. Κατά την τελική αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγομένων επικεντρώθηκε στο ζήτημα των χρεωστικών τόκων εισηγούμενος ότι η Τράπεζα δεν δικαιούται σε κανένα ποσό τόκων. Εμμέσως, φάνηκε να εγκαταλείπει τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, όμως εφόσον δεν το έπραξε ρητά θεωρώ ότι θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο το οποίο και να αποφανθεί επί κάθε τέτοιου ζητήματος. Αναφορικά με το ζήτημα του τόκου ήταν η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι ο όρος 3 της επίδικης συμφωνίας δανείου συνιστά καταχρηστική ρήτρα στην έννοια του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι) του 1996). Είναι η περαιτέρω θέση του δικηγόρου πως εφόσον ο όρος 3 της επίδικης συμφωνίας δανείου κηρυχτεί άκυρος αυτός δεν μπορεί να τροποποιηθεί ούτε στη θέση του να εφαρμοστεί «εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου». Ετσι, κατά τη θέση του, η επίδικη συμφωνία δανειου παραμένει απογυμνωμένη ρύθμισης αναφορικά με τον τόκο, οπόταν η Τράπεζα δεν δικαιούται σε τέτοιο. Με την επιφύλαξη διατάξεων που δεν επηρεάζουν την παρούσα αγωγή ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό (άρθρο 3
(1)και
(3)). Αναμφίβολα ο Νόμος έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση όπου η σύμβαση του επίδικου δανείου υπογράφηκε επί του συνήθους τύπου που η Τράπεζα χρησιμοποιούσε. Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση (άρθρο 5
(1)). Σε Παράρτημα του Νόμου περιέχεται ενδεικτικός μη εξαντλητικός κατάλογος ρητρών που δυνατόν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Ρήτρες που μπορεί να θεωρηθούν ως καταχρηστικές είναι αυτές που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα: παράγρ. 1 «(ε) να επιβάλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση» και «(ι) να επιτρέπουν στον πωλητή ή στον προμηθευτή να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση. Στην παράγρ. 2(β) αναφέρεται ότι: «(β) η υποπαράγραφος (ι) δεν επηρεάζει τις ρήτρες με τις οποίες ο προμηθευτής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να τροποποιεί το επιτόκιο που οφείλεται από τον καταναλωτή ή που οφείλεται σε αυτόν, ή το ποσό όλων των άλλων επιβαρύνσεων των σχετικών με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες χωρίς καμία προειδοποίηση σε περίπτωση βάσιμου λόγου, αρκεί ο πωλητής ή ο προμηθευτής να επιβαρύνεται με την υποχρέωση να πληροφορεί αμέσως το άλλο ή τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη και αυτό ή αυτά να είναι ελεύθερα να καταγγείλουν πάραυτα τη σύμβαση.» Παρέπεμψε ο δικηγόρος των Εναγομένων στην απόφαση Arpad Kasler and Hajnalka Kaslerne Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, C-26/13, ημερ. 30.4.2014 του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί προδικαστικού ζητήματος που τέθηκε ενώπιον του σε σχέση με την ερμηνεία παραγράφων της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένη ρήτρα είναι καταχρηστική τίθεται το ζήτημα κατά πόσο η σύμβαση μπορεί να υπάρξει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Εάν η σύμβαση μπορεί να υπάρξει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα τότε εφαρμόζεται στο υπόλοιπο της μέρος. Το ερώτημα που είχε τεθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ήταν στην περίπτωση που η σύμβαση δεν μπορούσε να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας και κατά πόσο ήταν, σε τέτοια περίπτωση, επιτρεπτό στον Εθνικό Δικαστή να την τροποποιήσει προς το σκοπό απάλειψης του καταχρηστικού της χαρακτήρα, και ιδιαίτερα κατά πόσο μπορούσε στη θέση της να εφαρμόσει εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου. Αποφασίστηκε ότι η Οδηγία (άρθρο 6, παράγρ.1) δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει στον Εθνικό Δικαστή εφόσον κηρύξει άκυρη καταχρηστική ρήτρα σε καταναλωτική σύμβαση, να θεραπεύσει την ακυρότητα της καταχρηστικής ρήτρας διά της εφαρμογής αντ΄ αυτής εθνικής διατάξεως ενδοτικού δικαίου. Ότι διάφορες πρόνοιες που αφορούν τον τόκο, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και επιβαρύνσεις περιλαμβάνονται στην παράγρ. 3 της συμφωνίας δεν σημαίνει ότι όλα όσα διαλαμβάνονται στην παράγραφο αυτή αποτελούν ένα και μόνο όρο. Η επιχειρηματολογία του δικηγόρου των Εναγομένων αφορά στα όσα αναφέρονται μετά την παράγρ. 3(γ). Δεν έχει, και δεν θα μπορούσε να προσβάλει την εγκυρότητα του όρου που εμπεριέχεται στην παράγρ. 3(α) που αφορά το συμφωνηθέν επιτόκιο του 6,25%. Εάν ήθελε κριθεί ότι ο όρος που επιτρέπει τη μεταβολή του επιτοκίου συνιστά καταχρηστική ρήτρα και ακυρωθεί και δεν μπορεί να μεταβληθεί ή αντικατασταθεί παραμένει σε κάθε περίπτωση το συμφωνηθέν επιτόκιο. Επομένως, η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι οι Εναγόμενοι μπορούν να απαλλαγούν εντελώς από την καταβολή τόκου δεν ισχύει στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Προχωρώ στην εξέταση του συγκεκριμένου όρου ο οποίος αναφέρει ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της, να μεταβάλλει οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας, τα περιθώρια, την προμήθεια, οιεσδήποτε άλλες χρεώσεις ή έξοδα, τον τρόπο υπολογισμού του Βασικού Επιτοκίου, τον χρόνο καταβολής του και γενικά να κάνει οποιαδήποτε άλλη συναφή αλλαγή και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν κατά την κρίση της Τράπεζας και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» Η ευχέρεια που ο πιο πάνω όρος παρέχει στην Τράπεζα να μεταβάλλει το βασικό της επιτόκιο περιθώρια, προμήθεια, χρεώσεις και έξοδα δεν είναι απεριόριστη. Πρέπει να είναι «μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος». Ακριβώς γιατί η ευχέρεια δεν είναι απεριόριστη πληρείται η προϋπόθεση της παραγρ. 2(β) του Παραρτήματος του Νόμου που αναφέρεται «σε περίπτωση βάσιμου λόγου». Καταλήγω ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν συνιστά καταχρηστική ρήτρα. Αυτό δεν εξυπακούει χωρίς άλλο ότι η Τράπεζα δικαιολογείτο στη μεταβολή του επιτοκίου όπως έπραξε την 5.12.2007 και στην είσπραξη των τόκων όπως προκύπτουν από την εφαρμογή του επιτοκίου του 12.5%. Η Τράπεζα οφείλει να καταδείξει ότι η αύξηση έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του όρου. Η Μαρκίδου ήταν η μόνη μάρτυρας που ρωτήθηκε αναφορικά με το επιτόκιο. Ανέφερε πως το 8% περιλαμβάνει το περιθώριο συν το επιτόκιο υπερημερίας και πως ο τόκος υπερημερίας κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 5%. Η μάρτυρας δεν γνώριζε το λόγο για τον οποίο επιβάλλεται ο τόκος υπερημερίας, αναφέροντας πως δεν είναι ζήτημα τιμωρίας του χρεώστη αλλά πρακτική της Τράπεζας. Η μαρτυρία απέχει πολύ από του να ικανοποιήσει ότι η αύξηση σε 12.5% σε μια ημέρα έγινε για λόγους «μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος». Το αρχικό περιθώριο στο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας ήταν 2% και η προσθήκη άλλων 6 μονάδων παραμένει μετέωρη και αδικαιολόγητη. Στην παραγρ. 6 της επίδικης συμφωνίας δανείου αναφέρεται ότι παράλειψη του χρεώστη να πληρώσει αμέσως το οφειλόμενο ποσό όταν αυτό ζητηθεί από την Τράπεζα «... συνεπάγεται χρέωσή του με τόκους υπερημερίας...», όμως πουθενά στη συμφωνία δεν καταγράφεται το ύψος του τόκου υπερημερίας. Ούτε αν ήταν 5 ή 6% ή οιοδήποτε άλλο ποσοστό. Σε κάθε περίπτωση, στην έκταση που ο τόκος υπερημερίας δεν αφορούσε σε γνήσιο προϋπολογισμό των ζημιών της Τράπεζας από την παράλειψη του χρεώστη να πληρώσει το ζητηθέν ποσό, θα συνιστούσε όρο τιμωρητικό και ανεφάρμοστο. Στην Lordsuale Finace plc v. Bank of Zambia [1996] 3 All E.R. 156, επετράπηκε συντηρητική μόνο αύξηση στο επιτόκιο μετά την παράβαση εκ μέρους του χρεώστη στη βάση σχετικής πρόνοιας στη συμφωνία. Καταλήγω ότι η προσθήκη 8 μονάδων δηλαδή επιπλέον 6 στο υφιστάμενο κατά το χρόνο του τερματισμού βασικό επιτόκιο της Τράπεζας δεν έχει τεκμηριωθεί να δικαιολογείται με βάση τις πρόνοιες του όρου 3 της συμφωνίας του επίδικου δανείου. Ως αποτέλεσμα η Τράπεζα δεν δικαιούται σε τόκο με επιτόκιο 12,5% από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου την 5.12.
  1. Δικαιούται στους τόκους με επιτόκιο 6,5% ως ίσχυε κατά το χρόνο πριν τον τερματισμό. Στην τρίτη παράγραφο της παράγρ. 3 (γ) της επίδικης σύμβασης δανείου αναφέρεται ότι: «Ο τόκος υπολογίζεται και είναι πληρωτέος κάθε τριμηνία. Σε περίπτωση μη πληρωμής, αυτός θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επί αυτού τόκοι και προμήθεια. Νοείται ότι η τράπεζα δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο». Ανατοκισμός σημαίνει κεφαλαιοποίηση του τόκου και επιβολή στη συνέχεια τόκου επί του τόκου. Εφόσον σε περίπτωση μη πληρωμής του τόκου της τριμηνίας αυτός θα χρεωνόταν στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονταν επί αυτού τόκοι, τότε θα γινόταν ανατοκισμός κάθε τρεις μήνες. Επομένως ο πιο πάνω όρος εμπεριέχει αντιφατικές πρόνοιες. Καταλήγω ότι ο όρος πρέπει να ερμηνευτεί ώστε να επικρατήσει η πρόνοια ότι η Τράπεζα δεν δικαιούτο να ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Η πρόνοια αυτή είναι η καταληκτική του όρου και η χρήση της λέξης «Νοείται» έχει την έννοια της επιφύλαξης επί κάθε προηγούμενης πρόνοιας. Ακόμα και αν υπήρχε αμφιβολία ο όρος θα έπρεπε να ερμηνευτεί ενάντια στα συμφέροντα της Τράπεζας στη βάση της αρχής του «contract preferendum» εφόσον πρόκειται για όρο συμφωνίας που συντάχθηκε και προέρχεται από την Τράπεζα. Μελετώντας την κατάσταση λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 13), και χρησιμοποιώντας απλά μαθηματικά χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας λογιστή, διαπιστώνω ότι γινόταν ανατοκισμός κάθε τριμηνία. Τούτο προκύπτει από εξέταση της κατάστασης λογαριασμού για τα έτη 2006 και
  2. Διαπιστώνεται ότι ο τόκος διαφοροποιείται κάθε τριμηνία αυξητικά και παρά την καταβολή κάποιων ποσών στο ενδιάμεσο. Μόνο μεταξύ τέλους του 2006 και πρώτης τριμηνίας του 2007 υπήρξε μείωση στο τόκο και τούτο γιατί είχε παρεμβληθεί η κατάθεση σημαντικού ποσού. Ο τόκος την πρώτη τριμηνία του 2006 ήταν £6.072,67 και την δεύτερη τριμηνία £6.319,
  3. Είναι πρόδηλο ότι η διαφορά έγκειται στο ότι ο τόκος της πρώτης τριμηνίας προστέθηκε στο κεφάλαιο και τοκίστηκε. Την τρίτη τριμηνία ο τόκος αυξήθηκε σε £6.874,13, προδήλως γιατί ορθά τη φορά αυτή έγινε ανατοκισμός στα μέσα του χρόνου. Όμως, μέχρι το τέλος του χρόνου ο τόκος αυξήθηκε σε £7.183,44 παρά το γεγονός πως στο ενδιάμεσο υπήρξαν και καταθέσεις. Ανάλογες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για το
  4. Είναι γεγονός πως από το 2008 γινόταν ανατοκισμός δύο φορές το χρόνο και τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι οι τόκοι για την πρώτη τριμηνία κάθε χρόνου είναι περίπου αν όχι το ίδιο ποσό με τους τόκους για τη δεύτερη τριμηνία και οι τόκοι για την τρίτη τριμηνία είναι το ίδιο ποσό με τους τόκους για τη τέταρτη τριμηνία. Καταλήγω ότι μετά τον τερματισμό του λογαριασμού γινόταν ανατοκισμός δύο φορές το χρόνο, ενώ κατά την περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού γινόταν ανατοκισμός κάθε τριμηνία. Στην παραγρ. 3(β) και (γ) της επίδικης συμφωνίας δανείου όπου βρίσκονται οι όροι αναφορικά με τις προμήθειες και τα Τραπεζικά δικαιώματα υπάρχουν διαγραφές, δηλαδή ότι συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα δεν δικαιούτο σε προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα. Συνεπώς η Τράπεζα δεν δικαιούται στα ποσά που στο Τεκμήριο 13 περιγράφονται ως "Fee" ή "Fees". Ο Εναγόμενος 1 αποδέχτηκε ότι λάμβανε κάθε μήνα τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου. Ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για το περιεχόμενο των καταστάσεων και δεν διατείνεται ότι έκαμε οιεσδήποτε πληρωμές, άλλες από τις αναφερόμενες στο Τεκμήριο
  5. Υπάρχει συνεπώς όλο το πραγματικό υπόβαθρο, το ποσό του δανείου και όλες οι πληρωμές έναντι του ώστε να αποκρυσταλλωθεί το χρέος. Η δυσκολία που δημιουργείται έγκειται στο γεγονός ότι η τράπεζα δεν παρουσίασε αναδομημένους λογαριασμούς όπου ανατοκισμός να γίνεται δύο φορές το χρόνο. Σε τέτοιες υποθέσεις οι Τράπεζες και γενικά οι δανειοδοτούντες θα πρέπει, προς το δικό τους συμφέρον, να παρουσιάζουν αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού λαμβάνοντας υπόψη διάφορες καταλήξεις που η υπόθεση τους μπορεί να έχει. Το δάνειο των £390.000 φέρει τόκο 6,25% από 7.9.2005 και 6,5% από 1.9.2006 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Στο μεσοδιάστημα έγινε πολλές πληρωμές. Δεν δύναμαι να καθορίσω επ΄ ακριβώς το υπόλοιπο του δανείου προβαίνοντας στις λογιστικές πράξεις. Ούτε είναι ορθό η δικαστική απόφαση να μην αποδίδει ξεκάθαρα το χρέος και να παραπέμπει σε λογαριασμούς που πρέπει να γίνουν από ειδικούς ή συστήματα και που ενδεχομένως οι Εναγόμενοι να αδυνατούν να επαληθεύσουν. Πρέπει να υπάρχει σαφής εικόνα του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Μπορώ να θεωρήσω ορθό το ύψος του χρέους κατά το τέλος του 2005 που ήταν £384.383,
  6. Μετέπειτα θα θεωρώ όλες τις πληρωμές κάθε εξαμήνου ότι έγιναν την πρώτη μέρα του εξαμήνου. Αυτό γνωρίζω ότι είναι προς όφελος των Εναγομένων και εις βλάβη της Τράπεζας, όμως αυτή ήταν η Ενάγουσα και το πρόβλημα προέκυψε από δική της έλλειψη στο μαρτυρικό υλικό. Οι πληρωμές του 1ου εξαμήνου 2006 ήταν £ 3.500 2ου 2006 £12.204 1ου 2007 £17.184 2ου 2007 £9.975,31 Επομένως θεωρώ ότι 1.1.2006 το χρέος έγινε £380.883,45 (£384.383,45 μείον 3.500). Αυτό αποφέρει σε 6 μήνες με επιτόκιο 6,25% τόκο £11.902,
  7. Δηλαδή 30.6.2006 το υπόλοιπο είναι £397.786,
  8. Την 1.7.2006 γίνεται £380.582,05 (£397.786.05 μείον £12.204). Αυτό το ποσό με επιτόκιο 6,25% για δύο μήνες και 6,5% για τέσσερεις μήνες (η αλλαγή έγινε 1.9.2006) αποδίδει τόκο £12.210,
  9. Οπόταν 31.12.2006 το υπόλοιπο είναι £392.792,
  10. Την 1.7.2007 γίνεται £375.608,38 (£392.792,38 μείον £17.184). Το ποσό αυτό με επιτόκιο 6,5% για 6 μήνες δίδει τόκο £12.207,
  11. Επομένως 30.6.2007 το χρέος είναι £387.815,
  12. Την 1.7.2007 γίνεται £377.840,34 (£387.815,65 μείον £9.975,31). Το ποσό αυτό με επιτόκιο 6,5% για 6 μήνες δίδει τόκο £12.279,
  13. Επομένως την 31.12.2007 το χρέος είναι £390.120,
  14. Εκτοτε φέρει τόκο 6,5% ετησίως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Το ποσό των £390.120,15 αντιστοιχεί με €666.564,
  15. Ο Εναγόμενος 1 έχει ανταξίωση, για ζημιά €523.349 γιατί, κατά τη θέση του, η Τράπεζα παρέλειψε ως είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες προς όφελος της μετοχές του, όπως ο ίδιος είχε πράξει την περίοδο Μαρτίου 2000 - Μαρτίου 2001 για τις μετοχές του που δεν ήταν ενεχυριασμένες (Τεκμήριο 38). Το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών που παρουσίασε, ημερομηνίας 22.12.1999 (Τεκμήριο 37), 1 - 2 μήνες πριν τις επτά συμφωνίες ενοικιαγοράς, αναφέρει στον όρο 9 ότι ήταν δικαίωμα της Χρηματοδοτήσεις να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές με οποιοδήποτε τρόπο, όλες ή μέρος τους και σε οποιαδήποτε κατά την κρίση της τιμή. Εφόσον η Χρηματοδοτήσεις δεν ήταν υπόχρεα αλλά μόνο δικαίωμα είχε για εκποίηση των ενεχυριασμένων μετοχών, κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να υφίσταται εναντίον της στη βάση ισχυριζόμενης παράλειψης της να εκποιήσει τις μετοχές. Και βεβαίως η Τράπεζα, που είναι άλλη νομική οντότητα από τη Χρηματοδοτήσεις, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει ευθύνη αφού και το επίδικο δάνειο δεν είχε ως εξασφάλιση την ενεχυρίαση μετοχών, ούτε και φαίνεται να είχαν ποτέ ενεχυριαστεί μετοχές προς όφελος της Τράπεζας. Η σχετική ανταξίωση για €523.349 απορρίπτεται Περαιτέρω δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία σε σχέση με πώληση μηχανημάτων του Εναγόμενου 1, σχετικές αξίες ή εμπλοκή της Τράπεζας στην όποια πώληση μηχανημάτων δι΄ αναγκασμού του Εναγόμενου 1 ή διαφορετικά. Η συναφής ανταξίωση για ζημιά €553.349,04 απορρίπτεται. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται στην απαίτηση απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €666.564,41 με τόκο 6,5% ετησίως από 1.1.2008 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.
  16. και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγρ. Β του Παρακλητικού της Εκθεσης Απαίτησης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα στην απαίτηση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο Στην ανταπαίτηση επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Eφόσον απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν για τις δικασίμους η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα μόνο σετ εξόδων. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.