ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ / ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής 2470/2014, 27/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A272 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 2470/2014 Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ / ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED Eνάγοντα και
- AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED
- AΝΔΡΕΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΓΙΑΝΝΗΣ Ε. ΠΑΝΑΓΗΣ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 15.10.2014 Ημερ. 27.10.2014 Για τον Αιτητή - Ενάγοντα: κ.Π.Πολυβίου με Ε.Ανδρέου (κα) και κ.Μ.Κραμβή για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενους: κ.Κ.Βελάρης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 15.10.2014, με Κλητήριο Ενταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Ο Ενάγοντας, Παραλήπτης Διαχειριστής της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, η Εταιρεία, αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης Διαχειριστής της Εταιρείας δικαιούται στην άμεση κατοχή όλων των περιουσιακών της στοιχείων για σκοπούς διαχείρισης της προς όφελος της ιδίας, των πιστωτών της και της κατέχουσας τα ομόλογα δυνάμει των οποίων διορίστηκε. Αξιώνει ακόμα διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να παύσουν να επεμβαίνουν, χρησιμοποιούν και κατέχουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας που ανήκει στην Εταιρεία και είναι υπό τη διαχείριση του. Αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την επομένη 16.10.
- Η Αίτηση υποστηριζόταν με Ενορκη Δήλωση ημερ. 15.10.2014 του Αιτητή, ενώ την 16.10.2014, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ο ίδιος καταχώρησε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση. Πέραν των δικηγόρων που παρουσιάστηκαν για τον Αιτητή για να προωθήσουν την Αίτηση, στη διαδικασία εμφανίστηκε και ο κ.Κ.Βελάρης εκ μέρους των Εναγομένων στον οποίο και επετράπηκε να απευθυνθεί προς το Δικαστήριο. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι γνωστή ως «the opposed ex parte motion» και περιγράφεται στην αγγλική υπόθεση Pickwick International Inc (GB) Ltd v Multiple Sound Distributors Ltd and another [1972] 3 All ER 384, 1 W.L.R. 1213, που υιοθετήθηκε στην απόφαση του Κυπριακού Ναυτοδικείου στην Compania Portuguesa De TRansportes Maritime of Lisbon v Sponsalia Shipping Company Limited [1987] 1 C.L.R. 11,
- Αυθημερόν το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην Εταιρεία ή και δια των αξιωματούχων ή και υπαλλήλων ή και αντιπροσώπων ή και υπηρετών ή και εντολοδόχων της από του να εμποδίζει τον Παραλήπτη Διαχειριστή ή και οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους ή και για λογαριασμό του από του να εισέρχεται εντός του εγγεγραμμένου γραφείου της στην οδό Αποστόλου Βαρνάβα 10, Pelagos House, στη Λάρνακα ή και άλλα γραφεία ή ακίνητα της με σκοπό την ανάληψη κατοχής ολόκληρου του ενεργητικού της με σκοπό την παραλαβή και διαχείριση του. Το Προσωρινό Διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο την 22.10.2014 με διαταγή όπως παραμένει σε ισχύ. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης εκθέτοντας οκτώ λόγους ένστασης. Αναφέρεται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων αναφορικά με την έκδοση προσωρινών, παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, με επιμέρους αναφορές στο ζήτημα του κατεπείγοντος και στην απουσία κατάδειξης πραγματικού κινδύνου αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας επί του οποίου ο Αιτητής παραπλάνησε το Δικαστήριο. Ακόμη πως ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψε ή παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα. Εγείρεται ακόμα ζήτημα σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ενώ ως ανεξάρτητος λόγος ένστασης υποβάλλεται πως η εγγύηση που ο Αιτητής διατάχθηκε να υπογράψει ήταν ανεπαρκής. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 20.10.2014 του Τάσσου Αναστασιάδη από τη Λάρνακα, οικονομικού διευθυντή της Εταιρείας. Δεν αμφισβητείται ότι η Εταιρεία εξέδωσε δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ένα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 24.11.2009 και ένα προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ημερ. 25.11.2009, για ποσά €50.000.000 και €20.000.000, αντίστοιχα. Η Εταιρεία με τα ρηθέντα ομόλογα επιβάρυνε, με τη μορφή κυμαινόμενης εξασφάλισης, ολόκληρη την επιχείρηση και περιουσία της, οποιασδήποτε μορφής, που βρισκόταν οπουδήποτε, υφιστάμενη και μελλοντική συμπεριλαμβανομένου και του κάθε κεφαλαίου που δεν είχε κληθεί και της φήμης και πελατείας της και όλων των εισπρακτέων και άλλων χρεών που οφείλονταν σε αυτή και ήταν πληρωτέα ή θα καθίσταντο πληρωτέα από καιρού εις καιρό. Σύμφωνα με τους όρους 9 και 10 των ομολόγων αντίστοιχα, εφόσον συνέβαινε κάποιο από τα περιγραφόμενα στον όρο 8 γεγονός, οι Τράπεζες μπορούσαν κατά την απόλυτη τους κρίση, επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας, να διορίσουν γραπτώς παραλήπτη και διαχειριστή του ενεργητικού της Εταιρείας. Η Marfin μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και με τους περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2013 και το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013), τα περιουσιακά της στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η Τράπεζα Κύπρου. Την 13.10.2014 η Τράπεζα Κύπρου απαίτησε γραπτώς από την Εταιρεία την άμεση καταβολή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου προς αυτήν που ανερχόταν σε €119.815.
- Ενεργοποιήθηκε κατ΄ αυτό τον τρόπο η παραγρ. (α) του όρου 8 των ομολόγων, οπόταν η Τράπεζα Κύπρου δικαιούτο να διορίσει Παραλήπτη Διαχειριστή, όπως και έπραξε με γραπτή ειδοποίηση προς την ίδια την Εταιρεία και τον Εφορο Εταιρειών την ίδια ημέρα. Οι εξουσίες του Παραλήπτη Διαχειριστή περιγράφονται στους όρους 10 και 11 των δύο ομολόγων. Ο Παραλήπτης Διαχειριστής καθίσταται αντιπρόσωπος της Εταιρείας και έχει την εξουσία και το δικαίωμα να ασκεί τις εξουσίες Παραλήπτη Διαχειριστή και να κάνει όσα ο Παραλήπτης Διαχειριστής νόμιμα δικαιούται και μπορεί να κάμει και τα οποία θεωρεί αναγκαία για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας . Όπως υποστηρίζεται στην Ενορκη Δήλωση του Αιτητή, ημερ. 15.10.2014, αυτός μετά το διορισμό του επισκέφθηκε με τους συνεργάτες του τα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας στη Λάρνακα, όπου όμως οι υπάλληλοι της Εταιρείας δεν του επέτρεψαν να εισέλθει σε αυτά και αρνήθηκαν να του παραδώσουν την κατοχή των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας που βρίσκονταν εντός των γραφείων. Η αιτιολογία που του δόθηκε ήταν ότι αυτή τη συμβουλή είχαν από το δικηγόρο τους. Στις παραγράφους 9.2 και 9.3 της Ενορκης Δήλωσης Αναστασιάδη αποδίδεται στο Παραλήπτη Διαχειριστή μια επιτακτική και απειλητική προσέγγιση σε σχέση με την αξίωση του να εισέλθει στα γραφεία της Εταιρείας, χωρίς να περιγράφεται η κατάληξη του ζητήματος. Πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι πράγματι δεν επετράπηκε στον Παραλήπτη Διαχειριστή να εισέλθει στα γραφεία της Εταιρείας. Αλλωστε αν δεν είχε εμποδιστεί και η Εταιρεία δεν είχε την πρόθεση να συνεχίσει να τον εμποδίζει, η υπό κρίση Αίτηση, η Ενσταση και κάθε διαδικασία στην παρούσα θα ήταν αχρείαστη. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Εχω ήδη αναφερθεί στις εξαιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Σύμφωνα με το άρθρο 41 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 2014, Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία έχει εξουσία να εκδίδει δεσμευτικές αναγνωρίσεις δικαιώματος, όπως είναι η φύση της αξίωσης του Ενάγοντα, από δε τα όσα έχουν ενώπιον μου εκτεθεί προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αυτό δηλαδή των δικαιωμάτων του Ενάγοντα ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Εταιρείας, και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή ότι αυτός έχει δεόντως διοριστεί και δικαιούται να ενεργεί ως Παραλήπτης Διαχειριστής με τις εξουσίες που του παρέχει ο νόμος (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041, Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 και Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Σε σχέση με τις εξουσίες που ο νόμος παρέχει στον Παραλήπτη Διαχειριστή, αναφέρεται στη Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 (αφορούσε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος) ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Η ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, στον υπέρτατο στην προκειμένη περίπτωση βαθμό, παραμένει ένα ακλόνητο δεδομένο στην απουσία οιασδήποτε διαδικασίας για την ακύρωση ή ανάκληση του διορισμού του Αιτητή. Όμως, παρά το διορισμό Παραλήπτη Διαχειριστή, οι διευθυντές της Εταιρείας διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας και μπορούν να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd. v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN (NSW) 199, New South Wales; Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand) Ανάφερε ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η Αίτηση πως δεν έχει καταχωριστεί αγωγή, ούτε λήφθηκε οποιοδήποτε άλλο διάβημα, είτε κατά του Παραλήπτη Διαχειριστή είτε κατά της Τράπεζας Κύπρου που τον διόρισε, με την οποία να προσβάλλεται ο διορισμός. Πρόβαλε τη θέση ότι δεν έχει καταχωριστεί αγωγή εναντίον της Τράπεζας Κύπρου γιατί αυτή δήλωσε ότι θα θεωρούσε την αμφισβήτηση του διορισμού ως εχθρική ενέργεια και θα τερμάτιζε κάθε διαδικασία για την αναδιάρθρωση των χρεών της Εταιρείας. Κατά λογική, όμως, συνέπεια και η ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και η παρεμπόδιση του Παραλήπτη Διαχειριστή από την Εταιρεία θα έπρεπε να θεωρείται από την Τράπεζα Κύπρου αμφισβήτηση του διορισμού και μάλιστα έμπρακτη. Σε κάθε όμως περίπτωση το δεδομένο είναι πως ο διορισμός του Παραλήπτη Διαχειριστή δεν είναι υπό κρίση, στην έννοια πως δεν εκκρεμεί οιαδήποτε διαδικασία με την οποία να επιζητείται η ακύρωση ή ανάκληση του. Επομένως, τα όσα αναφέρονται για τις προσπάθειες της Εταιρείας για να επιτύχει αναδιάρθρωση των δανείων της και η απόδοση ευθύνης στην Τράπεζα Κύπρου για το γεγονός πως δεν υπήρξε κατάληξη, έχουν περιορισμένη σπουδαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, από τα παρουσιασθέντα στοιχεία δεν φαίνεται εκ πρώτοις να προκύπτει ζήτημα παράβασης νόμου, κανονισμών ή οδηγιών εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου επειδή δεν αποδέχθηκε τους όρους που η Εταιρεία επιθυμούσε και έκρινε συμφέροντες για την ίδια. Τα δικαιώματα του Παραλήπτη Διαχειριστή όπως προκύπτουν από το νόμο, και που περιλαμβάνουν την ανάληψη του ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και κατ΄ ακολουθία το δικαίωμα εισόδου στα υποστατικά της και φυσικής κατοχής των εγγράφων της, εδράζονται στο γεγονός του διορισμού του ως τέτοιου. Παραστατικά υπάρχουν τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι ο διορισμός του Παραλήπτη Διαχειριστή. Το δεύτερο είναι ότι προκύπτουν δικαιώματα στο διορισθέντα Παραλήπτη Διαχειριστή. Το τρίτο είναι το περιεχόμενο των δικαιωμάτων. Σε αυτά βρίσκεται το εκδοθέν διάταγμα. Δηλαδή, δικαιούται ο Παραλήπτης Διαχειριστής να μην εμποδίζεται από την Εταιρεία από του να εισέρχεται στα υποστατικά της και να λαμβάνει τον έλεγχο και φυσική κατοχή των εγγράφων της. Τα δύο τελευταία επίπεδα είναι απρόσβλητα. Ουδείς αμφιβάλλει γι΄ αυτά. Θα ανατραπούν μόνο εάν ανατραπεί το πρώτο επίπεδο. Και όμως οι Καθ΄ ων η Αίτηση επιδιώκουν ανατροπή του συγκεκριμένου δικαιώματος χωρίς να αγγίζουν το πρώτο επίπεδο, απλά λέγοντας ότι αμφισβητούν το διορισμό, χωρίς να προωθούν διαδικασία προσβολής του. Οσο, όμως, και αν τον αμφισβητούν, στην απουσία διαδικασίας για την ακύρωση του παραμένει το υπόβαθρο κρίσης της Αίτησης. Ακριβώς γι΄ αυτό επικεντρώνονται, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των λόγων ένστασης και την αγόρευση του δικηγόρου τους, στη θέση ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων σε σχέση με το ζήτημα της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 σε συνδυασμό με το στοιχείο του κατεπείγοντος και περαιτέρω σε ζήτημα αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Σε σχέση με το ζήτημα της αποκάλυψης αναφέρεται στην Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-5 ότι: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» και στις σελίδες 266-7 πως: «Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους.» Στην Χαραλάμπους ν. Petros Michael Excl. Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1953, 1956, αναφέρθηκε ότι: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας.» Σε σχέση με το ζήτημα του κατεπείγοντος αποφασίστηκε στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604, ότι: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Αναφέρεται στην απόφαση της 16.10.2014 ότι «το εξαιτούμενο διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί πάραυτα προς το σκοπό της προστασίας της περιουσίας της Εταιρείας για σκοπούς της παραλαβής / διαχείρισης». Ο κίνδυνος που καταδείχθηκε ήταν αυτός της αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Αυτό σήμαινε πως όχι μόνο δεν υπήρχε χρόνος για επίδοση της Αίτησης αλλά, όπως κρίθηκε, το διάταγμα έπρεπε να εκδοθεί πάραυτα, την ίδια ημέρα και όσο το δυνατό πιο σύντομα. Η Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση του Αιτητή αναφέρεται στην εμπλοκή μιας εταιρείας Marismare Ltd. Ο Αιτητής παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 14.10.2014 μέσα από το οποίο πληροφορήθηκε ότι η Marismare είχε από 1.9.2014 αναλάβει τη διαχείριση έξι ξενοδοχείων της Εταιρείας ενώ από 1.10.2014 άλλων δύο. Ταξιδιωτικό γραφείο καλείτο να καταβάλλει όλες τις οφειλόμενες πληρωμές σε λογαριασμό της Marismare. Το μήνυμα προς το ταξιδιωτικό γραφείο απέστειλε ο γενικός διευθυντής της Εταιρείας ενώ αποστολέας φέρεται η Marismare. H Marismare που ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 2014 έχει ως μοναδική μέτοχο και διευθύντρια τη σύζυγο μεγαλομέτοχου της Εταιρείας. Η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι πως τα γεγονότα ήταν γνωστά και υπόψη του Αιτητή, ο οποίος τα παρουσίασε ως εξελίξεις που μόλις την 14.10.2014 περιέπεσαν στην αντίληψη του για να δικαιολογήσει το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος. Το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος δεν συναρτάται πάντα και άμεσα με το χρόνο που το γεγονός περιέπεσε στην αντίληψη του Αιτητή και ούτε αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο έτσι. Πότε ο Αιτητής πληροφορήθηκε για τις εξελίξεις σχετίζεται με ζήτημα τυχόν καθυστέρησης στη διεκδίκηση θεραπείας που στην προκειμένη περίπτωση η αναγκαιότητα προέκυψε με την άρνηση της Εταιρείας να επιτρέψει στον Παραλήπτη Διαχειριστή πρόσβαση στα γραφεία της. Ο διορισμός Παραλήπτη Διαχειριστή ήταν μια εξέλιξη που θα μπορούσε να εξωθήσει τους διοικούντες και έχοντες συμφέροντα στην Εταιρεία να αποξενώσουν περιουσία της Εταιρείας διοχετεύοντας την ενδεχομένως και σε άλλες εταιρείες συμφερόντων τους. Ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος εάν η Εταιρεία έχει προσφάτως αποξενώσει περιουσία ή συμφέροντα όπως εύλογα συμπεραίνεται από την αποξένωση των δικαιωμάτων διαχείρισης οκτώ ξενοδοχείων και μάλιστα προς όφελος εταιρείας που συστάθηκε προ μερικών μηνών με μόνη μέτοχο τη σύζυγο μεγαλομέτοχου της Εταιρείας. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά της Εταιρείας να εμποδίζει το Παραλήπτη Διαχειριστή να εισέλθει στα γραφεία της και να λάβει τον έλεγχο της, επέτειναν τις ανησυχίες για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, καθιστώντας την ανάληψη του ελέγχου από το Διαχειριστή Παραλήπτη, διά της εισόδου του στα γραφεία και κατοχής των εγγράφων της, ζήτημα κατ΄ επείγον και αυτή είναι η ουσία του ζητήματος. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αναφέρθηκε στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Η ίδια προσέγγιση, τηρουμένων των αναλογιών, καλύπτει και την επίδικη περίπτωση. Ο Αιτητής διορίστηκε Διαχειριστής Παραλήπτης την 13.10.2014 και πληροφορήθηκε τα γεγονότα την 14.10.2014. Καμιά διαφορά δεν θα υπήρχε ακόμη και αν τα γνώριζε από την πρώτη στιγμή του διορισμού του, μια ημέρα πιο πριν. Περισσότερη σημασία θα είχε εάν η εμπλοκή της Marismare και η απόκτηση από αυτή περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, είχε γίνει με υπόδειξη της Τράπεζας Κύπρου, όπως άφησε να νοηθεί ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η Αίτηση. Οπόταν δεν θα επρόκειτο για ενέργειες δόλιας αποξένωσης εκ μέρους της Εταιρείας. Επικαλείται ο Αναστασιάδης πως η μεταβίβαση των δραστηριοτήτων της Εταιρείας στην Ελλάδα σε συγγενική της εταιρεία ήταν γνωστή στην Τράπεζα Κύπρου και στον Αιτητή από το Μάϊο του 2014 και έγινε κατόπιν εισήγησης και συμβουλής του Οίκου KPMG Ελλάδας. Η μεταβίβαση, όπως αναφέρει, έγινε «έναντι ποσού €10 εκ. εκ των οποίων €2.8 εκ. αντιλογίστηκε με προϋπάρχουσες υποχρεώσεις με το υπόλοιπο να παραμένει πληρωτέο εντός 20 ετών». Εγιναν παραπομπές στην Εκθεση ημερ. 7.5.2014 που ο ελεγκτικός οίκος Deloitte ετοίμασε με απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου για να υποβοηθήσει στις συζητήσεις για την αναδιάρθρωση των χρεών της Εταιρείας. Το γεγονός ότι στην Εκθεση γίνεται αναφορά στη Marismare με πρόταση να αναλάβει περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας για σκοπούς προστασίας τους, δεν εξυπακούει ότι η Τράπεζα Κύπρου ή ο Αιτητής γνώριζαν για τις μεταβιβάσεις των διαχειρίσεων των ξενοδοχείων πολύ περισσότερο ότι αυτές έγιναν καθ΄ υποβολή της Τράπεζας. Επρόκειτο για προτάσεις της Εταιρείας που έτυχαν σχολιασμού από τον ελεγκτικό οίκο, ο οποίος σε προκαταρκτικές απόψεις εκφράζει προβληματισμούς. Στην σελ.59 της Εκθεσης προσεγγίζεται αρνητικά η πρόταση και σημειώνεται πως η, κατά την εισήγηση της Εταιρείας, διάθεση των περιουσιακών στοιχείων είναι κατ΄ ουσία χωρίς αντιπαροχή εις χρήμα. Στη σελ.11 αναφέρεται πως σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους Ελεγκτικού Οίκου, η πρόταση της Εταιρείας για αναδιάρθρωση δεν μπορεί να επιτευχθεί («...is not affordable...»). Eίναι περαιτέρω ερωτηματικό για ποιών ενοικίων την εκχώρηση αναφέρεται ο Αναστασιάδης στην παραγρ. 7.12 της Ενορκης του Δήλωσης όταν το οφειλόμενο στην Εταιρεία ποσό παρέμενε πληρωτέο εντός 20 ετών. Ούτε τα όσα αναφέρονται στην επιστολή της Τράπεζας Κύπρου της 9.7.2014 τεκμηριώνουν τη θέση της Εταιρείας. Καταλήγω πως δεν έχει διαφανεί ότι ο Παραλήπτης Διαχειριστής γνώριζε προηγουμένως ότι είχε πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της διαχείρισης των οκτώ ξενοδοχείων στην Marismare. Προχωρώ στο ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαραγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στην National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, 1409 αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Αναγνωρίζεται πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνήθως δικαιολογούν την περιγραφή ενός διατάγματος ως προστακτικού είναι συνήθως πιο πιθανό να προκαλέσουν αθεράπευτη δυσχέρεια παρά τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος απλά εμποδίζεται να διενεργήσει ή να συνεχίσει τη διενέργεια κάποιας δραστηριότητας. Όμως αυτό, αναφέρεται, δεν είναι παρά μια γενικοποίηση. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Επομένως, όπου η εγγενής φύση και χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός προσωρινού προστακτικού διατάγματος μπορεί να επιδράσουν ώστε το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να το εκδώσει είναι το στάδιο που εξετάζεται, μετά τη διαπίστωση πως ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Όπως αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία (βλ. Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225, 227). Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καθαρά υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Δεδομένου του διορισμού του Αιτητή ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Εταιρείας και μέχρι αυτός να ακυρωθεί ή ανακληθεί, η νομιμότητα πρέπει να επικρατήσει και ο Παραλήπτης Διαχειριστής να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα του και να ασκεί τις εξουσίες που ο νόμος του παρέχει. Οι όποιες επιπτώσεις στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Εταιρείας είναι απότοκο του διορισμού του Παραλήπτη Διαχειριστή, κατάσταση που θα παραμείνει αμετάβλητη, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης. Τα όσα ο Αναστασιάδης αναφέρει στην παραγρ. 10.2 της Ενορκης του Δήλωσης, στην έκταση που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, επιβεβαιώνουν την πιο πάνω επισήμανση. Ούτε εάν το εκδοθέν διάταγμα παύσει να ισχύει, αυτό θα σημαίνει ότι διαφοροποιούνται τα δικαιώματα του Παραλήπτη Διαχειριστή. Πάλιν ο Παραλήπτης Διαχειριστής θα δικαιούται να εισέλθει στα γραφεία της Εταιρείας και να αναλάβει τον έλεγχο της. Το όνομα και η φήμη της Εταιρείας δεν θα βελτιωθούν εάν με την ακύρωση του διατάγματος η Εταιρεία αισθάνεται ελεύθερη και εμποδίζει τον Παραλήπτη Διαχειριστή, που θα παραμένει ως τέτοιος, από του να εκτελεί τα καθήκοντα του. Αυτό που οι Καθ΄ ων η Αίτηση θεωρούν ως μη αναστρέψιμη για την βιωσιμότητα της Εταιρείας εξέλιξη, είναι να αναλάβει πραγματικά ο Παραλήπτης Διαχειριστής τη διεύθυνση της Εταιρείας. Όμως, το να αναλάβει πραγματικά ο Παραλήπτης Διαχειριστής τη διεύθυνση της Εταιρείας είναι η φυσιολογική και σύμφωνα με το νόμο εξέλιξη του διορισμού του. Ουσιαστικά, αυτό που επιθυμούν οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι η κατ΄ ουσία αναστολή του διορισμού του Παραλήπτη Διαχειριστή. Ενίστανται στην διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ ώστε η Εταιρεία , απαλλαγμένη από την επιτακτική προσταγή του να είναι ελεύθερη, ενεργώντας ετσιθελικά, να αποτρέπει τον Αιτητή από του να εκπληρώσει τα νομικά του καθήκοντα. Προκύπτει πως η διάθεση της Εταιρείας να μην επιτρέψει στον Παραλήπτη Διαχειριστή να εκτελέσει τα καθήκοντα του εμποδίζοντας τον από του να εισέλθει στα γραφεία της και να λάβει φυσική κατοχή των εγγράφων της ήταν προμελετημένη και μέρος ευρύτερου σχεδιασμού. Όπως αποκαλύπτεται στην παραγρ. 2.1 της Ενορκης Δήλωσης Αναστασιάδη «Μετά την εκδήλωση πρόθεσης εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου Λτδ να διορίσει Παραλήπτη το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας μεταφέρθηκε σε παρακείμενο κτίριο ιδιοκτησίας της όπου μετέφερε όλα τα έγγραφα και στοιχεία που την αφορούν». Οι εξηγήσεις του δικηγόρου της κατά την αγόρευση του ήταν συγκεχυμένες και δεν ανατρέπουν την πρόδηλη πρόθεση των αξιωματούχων, υπαλλήλων ή και αντιπροσώπων της να αποκρύψουν τα έγγραφα της εταιρείας ώστε ακόμα και αν ο Παραλήπτης Διαχειριστής κατόρθωνε να επιτύχει πρόσβαση στα γραφεία της να μην τα ανεύρει και να αναλάβει τη φυσική κατοχή τους. Υπενθυμίζεται, σε κάθε περίπτωση, ότι οι παραλήπτες διαχειριστές δεν μπορούν να ενεργούν αυθαίρετα, αλλά δεσμεύονται από το νόμο και έχουν θέσμιο καθήκον επιμέλειας προς όλους και ιδιαίτερα τους εξασφαλισμένους προνομιούχους πιστωτές της Εταιρείας και υπόκεινται σε κυρώσεις στην περίπτωση που δεν διεκπεραιώσουν τα καθήκοντα τους με τον δέοντα τρόπο. (Βλ. Αρθρα 89, 300, 334 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και Capital Cameras Ltd. v. Harold Lines Ltd and others (National Westminster Bank plc intervening) [1991] 3 All E.R. 389). Η προσέγγιση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ανορθόδοξη. Η ορθή τάξη πραγμάτων είναι αντίστροφη. Δοθέντος του διορισμού Παραλήπτη Διαχειριστή η Εταιρεία, συμμορφούμενη με τις νομοθετικές πρόνοιες, όφειλε να επιτρέψει στον Παραλήπτη Διαχειριστή απρόσκοπτη πρόσβαση στα γραφεία και έγγραφα της. Εφόσον, όμως, αμφισβητούσε την ορθότητα, νομότυπο ή δίκαιο του διορισμού μπορούσε να προσφύγει άμεσα στη δικαιοσύνη αξιώνοντας τη θεραπεία της ακύρωσης του διορισμού, εξαιτούμενη ενδιάμεσο διάταγμα που να του απαγορεύει να εισέρχεται στα γραφεία της και να λαμβάνει τον έλεγχο και κατοχή των εγγράφων της μέχρι την επίλυση του ζητήματος της αμφισβήτησης του διορισμού του. Σε μια τέτοια διαδικασία η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 θα αφορούσε άλλα ζητήματα. Η ουσία του ζητήματος σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, θα ήταν κατά πόσο με τα στοιχεία που η Εταιρεία θα είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θα διαφαινόταν ορατή πιθανότητα ακύρωσης του διορισμού του. Εάν ναι, θα υφίστατο υπόβαθρο ώστε να εξεταστεί κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο, προσωρινά και μέχρι να αποφασιστεί το ζήτημα του διορισμού, να απαγορευτεί στον Παραλήπτη Διαχειριστή να εισέρχεται στα γραφεία της Εταιρείας και να λαμβάνει τον έλεγχο και κατοχή των εγγράφων της. Παραμένουν κάποια επιμέρους ζητήματα. Αναφέρεται στην Ενορκη Δήλωση Αναστασιάδη πως η ετοιμασία της Εκθεσης Deloite έγινε μετά από απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου για να υποβοηθηθεί η συζήτηση με την Εταιρεία για την αναδιάρθρωση των δανείων της. Προσάπτεται μομφή κατά του Αιτητή γιατί είναι συνέταιρος στον οίκο Deloite και κατά τον Αναστασιάδη δεν μπορεί να είναι ή να θεωρηθεί ανεξάρτητος για να ενεργήσει με τρόπο μη μεροληπτικό προς την Τράπεζα που τον διόρισε. Ο Παραλήπτης Διαχειριστής εξ΄ ορισμού είναι διορισμένος από τον κάτοχο του ομολόγου που προνοεί για το διορισμό του και ότι στην προκειμένη περίπτωση η Τράπεζα επέλεξε επαγγελματία στα οικονομικά που ενδεχομένως να ασχολήθηκε σε κάποιο βαθμό με θέματα της Εταιρείας πριν το διορισμό του δεν είμαι μεμπτό. Καθόσον αφορά την εγγύηση που ο Αιτητής διατάχθηκε να υπογράψει, υπενθυμίζω ότι αφορά σε τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του διατάγματος χωρίς εύλογη αιτία. Δεν αφορά σε τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από το διορισμό Παραλήπτη Διαχειριστή στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι δεν ήταν ορθός. Ετσι, η εγγύηση των €300.000 που διατάχθηκε κρίνεται επαρκής. Προτού ολοκληρώσω θεωρώ σκόπιμο, για ότι αξίζει, να σημειώσω πως ακόμη και αν για κάποιο λόγο που αφορά τη διαδικασία θα έπρεπε να ακυρώσω το εκδοθέν διάταγμα, δεν θα είχα ενδοιασμούς στο να το επανεκδώσω, έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον μου, ώστε να επικρατήσει η νομιμότητα και να μην επιτραπεί στην αυθαιρεσία και τον ετσιθελισμό να παράξουν αποτέλεσμα. Ως εκ των ανωτέρω, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημερ. 16.10.2014 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι στην πορεία της αγωγής αλλά σε καμιά περίπτωση εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο