S.HADJICHRISTOFI CONSTRUCTIONS LTD ν. A.AKATHIOTIS DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2087/14, 27/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2087/14 Μεταξύ: S.HADJICHRISTOFI CONSTRUCTIONS LTD Ενάγουσα - και - A.AKATHIOTIS DEVELOPERS LTD Εναγομένη ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/9/14 ΓΙΑ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/9/14 Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Λουκά για Δειλινό & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χριστοδουλίδης για Ν. Νικηφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 Κ.6) το οποίο καταχωρήθηκε στις 3/9/14 αξιώνει εναντίον της Εναγομένης (α) το ποσό των €189.132,32 πλέον Φ.Π.Α. πλέον 8% τόκο ετησίως από 20/1/11 ή και νόμιμο τόκο, ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και εκτελεσθείσας εργασίας και/ή εύλογης αμοιβής για εκτελεσθείσα εργασία και/ή ως τίμημα αγαθών και υπηρεσιών που παραδόθηκαν στην Ενάγουσα, (β) διαζευκτικά €42.000,00 ως συμφωνηθείσα αποζημίωση για παράβαση σύμβασης, (γ) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 2/9/10 μεταξύ των διαδίκων τερματίστηκε και/ή ακυρώθηκε νομότυπα από την Ενάγουσα, (δ) γενικές αποζημιώσεις, (ε) παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και (ζ) έξοδα. Στις 12/9/14 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο την έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους της ή και σε οποιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της, να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, ανταλλάξει, δωρίσει, διαθέσει, εκχωρήσει ή και καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει το ακίνητο της με αρ. εγγραφής 0/6803, Τμήμα: 5, Φυλ.:0, Σχ.:2-252-354, Τεμάχιο 453, έκταση 622 τ.μ., τοποθεσία Έπαυλη, κοινότητα Περβόλια, Επαρχίας Λάρνακας, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τελικά στις 12/9/14 εκδόθηκε το ως άνω προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα υπό τον όρο υπογραφής εγγύησης ύψους €100.000,00 και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 19/9/14. Κατά την ημέρα αυτή εμφανίστηκε δικηγόρος για την Εναγόμενη και ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Ως εκ τούτου ορίστηκε για ακρόαση στις 26/9/10 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 24/9/10, όπως και έγινε, το δε διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ. Η αίτηση βασίζεται επί της Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο άρθρο 23 του Συντάγματος και στις αρχές της επιείκειας και της συμφυής εξουσίας του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο εκτίθεται στην ένορκη δήλωση του Σπύρου Χατζηχριστοφή, διευθυντή και μετόχου της Ενάγουσας, από την οποία είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή και με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στο ίδιο νομικό υπόβαθρο και προβάλλονται δεκατρείς
(13)λόγοι ένστασης οι οποίοι αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση του Αντρέα Ακαθιώτη, διευθυντή της Εναγόμενης, η οποία συνοδεύει την ένσταση και με την οποία επισυνάπτονται δύο τεκμήρια. Δεν είναι αναγκαίο να καταγραφούν όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Αυτές τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι αρκετό να καταγραφεί εν συντομία το ιστορικό της υπόθεσης και έτσι γίνεται πιο κάτω. Όπου δε χρειάζεται θα γίνεται αναφορά είτε στη μια είτε στην άλλη ένορκη δήλωση όπως και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται με αυτές. Το ίδιο θα γίνει και με τις ενδιαφέρουσες αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Να επισημανθεί ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και δεν αντεξετάστηκε κανένας από τους δύο ομνύσαντες. Η Ενάγουσα κατόπιν γραπτής συμφωνίας ημερ. 2/9/10 με την Εναγόμενη, ανέλαβε την διεκπεραίωση διαχωρισμού οικοπέδων σε τρία ακίνητα στο χωριό Περβόλια προς όφελος της Εναγομένης. Η Εναγόμενη διόρισε ως αντιπρόσωπο της για να επιβλέπει όλες τις εργασίες διαχωρισμού και να εγκρίνει τις πληρωμές της Εναγομένης προς την Ενάγουσα άλλη εταιρεία. Τελικά, η Εναγόμενη αμέσως μετά που άρχισαν οι εργασίες από την Ενάγουσα την ειδοποίησε ότι η συνεργασία της με τον αντιπρόσωπο της είχε τερματιστεί και συμφώνησε όπως τα πιστοποιητικά πληρωμής που θα έκδιδε η Ενάγουσα θα δίδονταν απευθείας σε αυτή η οποία και θα προέβαινε στις πληρωμές προς την Ενάγουσα για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Αφού η Ενάγουσα εκτελούσε εργασίες, εξέδιδε πιστοποιητικά πληρωμής για τα οποία όμως καταβαλλόταν εκ μέρους της Εναγόμενης μέρος και όχι ολόκληρο το ποσό. Ένεκα τούτου παρατηρήθηκε να οφείλει τελικά η Εναγόμενη στην Ενάγουσα, με βάση τα πιστοποιητικά πληρωμών, το ποσό που αξιείται με την Έκθεση Απαίτησης και αναφέρεται στην ένορκη δήλωση. Παρά τις παραστάσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη και τις υποσχέσεις της τελευταίας ότι θα τακτοποιούσε την οφειλή της η Εναγόμενη δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσό και ως εκ τούτου μετά και τις ειδοποιήσεις εκ μέρους του δικηγόρου της τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία ημερ. 2/9/10 με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 4/6/14 και στη συνέχεια καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Κατά την Ενάγουσα υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και έχει πολύ καλή πιθανότητα επιτυχίας η αγωγή της. Περαιτέρω, με σκοπό να καταδείξει ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ανέφερε ότι το μοναδικό ακίνητο το οποίο δεν έχει οιανδήποτε επιβάρυνση και έχει αξία €140.000,00 σύμφωνα με εκτίμηση που επισυνάπτεται ως τεκμήριο, είναι αυτό για το οποίο ζητείται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για μη αποξένωση του αφού έτερο ακίνητο 12τ.μ. είναι ασήμαντη η αξία του ενώ τα υπόλοιπα ακίνητα είναι επιβαρυμένα με εμπράγματα βάρη. Από την υπάρχουσα οικονομική κατάσταση στη χώρα, συνεχίζει, διαφαίνεται ότι οι τιμές των ακινήτων όλο και μειώνονται ενώ οι οικονομικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης προς την τράπεζα είναι αρκετά εκατομμύρια και ως εκ τούτου αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα όπως ανάφερε ο Ανδρέας Ακαθιώτης, διευθυντής της, στον Σπύρο Χατζήχριστοφή. Ένεκα τούτων, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής είναι αβέβαιη και επισφαλής η ανάκτηση του αξιούμενου ποσού. Σύμφωνα δε με την πίστη του, σε περίπτωση που επιδιδόταν η αγωγή στην Εναγόμενη, αυτή θα προχωρούσε άμεσα στην μεταβίβαση ή αποξένωση του ακινήτου για την αποφυγή εκτέλεσης της απόφασης και γι' αυτό καθίστατο επιτακτικό και επείγον όπως εκδιδόταν το διάταγμα μονομερώς. Επί πλέον, με βάση τη συμπεριφορά της Εναγόμενης μέχρι σήμερα, και τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, πιστεύει ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αφού με την έκδοση του διατάγματος δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η Εναγόμενη σε αντίθεση με την Ενάγουσα που αν δεν εκδοθεί το διάταγμα και αποξενωθεί ή επιβαρυνθεί το επίδικο ακίνητο, δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την απόφαση που πιστεύει ότι θα εκδοθεί υπέρ της. Από την άλλη ο διευθυντής της Εναγόμενης στην ένορκη δήλωση του αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και προβάλλει ότι η τελευταία ήταν υπεύθυνη για την καθυστέρηση έναρξης του έργου και της φυγής του αντιπροσώπου της ένεκα διαφοράς που είχαν για τα ορόσημα. Ακόμη, αποδίδει σ' αυτήν κακοτεχνίες στις εργασίες διαχωρισμού οικοπέδων, ένεκα των οποίων αυξάνονταν τα κόστα και τα οποία για αποκατάστασης τους τα πρόσθετε στα πιστοποιητικά πληρωμής τα οποία η Εναγόμενη ουδέποτε αποδέχθηκε, αφού μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την αντιπρόσωπο της, συμφώνησε με την Ενάγουσα ότι για να προβεί η τελευταία στην έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής και να απαιτήσει την πληρωμή του θα έπρεπε πρώτα η Καθ' ης η Αίτηση να εγκρίνει την ποιότητα των εργασιών οι οποίες εκτελέστηκαν από αυτή. Επιπρόσθετα, ανάφερε ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών που ανέλαβε η Ενάγουσα και τις οποίες δεν τις αποπεράτωσε με επάρκεια. Αρνείται δε και το λόγο της συνάντησης που είχαν όπως τούτος αναπτύχθηκε από τον Σπύρο Χατζηχριστοφή στην ένορκη δήλωση του και ισχυρίζεται ότι η συνάντηση έγινε για να του υποδειχθούν οι κακοτεχνίες και η καθυστέρηση που υπήρχαν. Επίσης, αρνείται ότι έλαβε οποιαδήποτε επιστολή εκ μέρους της Ενάγουσας. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει κανένα ποσό και εξόφλησε πλήρως την Ενάγουσα, γεγονός που φαίνεται από την αποδοχή των πληρωμών από την Ενάγουσα. Επί πλέον, υποδεικνύει ότι με βάση την αξία των ακινήτων που έχει η Εναγόμενη και το ύψος των χρεών της, καθώς και της προοπτικής για πώληση ακινήτων αξίας €6.000.000,00, απομένουν πολλά εκατομμύρια για να έχει την ικανότητα να ικανοποιήσει το όποιο ποσό ήθελε εκδοθεί στην πιθανολογούμενη κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας απόφαση, όπως τούτο αναδύεται από το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα σε καμιά περίπτωση δεν απέδειξε το επείγον της έκδοσης του διατάγματος αφού η Εναγόμενη δεν έχει καμία πρόθεση να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο και επιπρόσθετα δεν έχει καταδείξει ούτε το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης του διατάγματος. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας στην αγόρευση του από τη μια ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του για να καταδείξει την τεκμηρίωση της αίτησης του και από την άλλη επιχειρηματολόγησε για το ανεδαφικό της ένστασης επικαλούμενος σχετική νομολογία. Ο συνήγορος της Εναγομένης στην αγόρευση του αναφέρθηκε και αυτός τόσο την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για να υποδείξει στο Δικαστήριο ότι η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Σημειώνω εδώ ότι το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής, και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
- βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 234. Το άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδισθεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του ΚΕΦ. 6 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520). Συνεπώς, θα εξεταστεί η Αίτηση, ταυτόχρονα, στα πλαίσια του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60, αφού το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι ευρύτερο του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 βλ. S.A. Constantinou Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754, 760. Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ΄ οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557) Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 132). Το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ΄ αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ΄ αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Αριστοτέλους κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040, Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 83/08, ημ. 11/5/11, Μελάνθιου v Μελάνθιου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2342 και Αποστόλου v. Ιωάννου, Πολιτική ΄Εφεσης 20/10 και 21/10 ημερομηνίας 3/4/12. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Co Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848 ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Βλ. επίσης Όξυνος κ.ά. v. Λου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066, P & MA. RESTAURANT LTD κ.ά. v ERIC JOHN WAKEHAH, Πολ. ΄Εφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Κωμοδρόμος v. Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν΄ αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και την υπόθεση Re Χ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187). Στην υπόθεση Zena Co Ltd 1857, ανωτέρω, με επίκληση της υπόθεσης Κυρίσαββας v. Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(A) A.A.D. 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στην υπόθεση (T.A. Micrologic Consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Designs Ltd), υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, όπου λέχθηκε ότι «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.». Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805. Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 528, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και υπόθεση Κώστας Χ¨Γαβριήλ v. Λευκόνικο Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 606. Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση RESOLA (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση Αμβροσιάδου v. Coward, Πολιτικές Εφέσεις 3/11 και 4/11 ημερομηνίας 15/1/13 το κύριο θέμα που εξετάστηκε ήταν το κατεπείγον και κατά δεύτερο, επειδή και αυτό το θέμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, η μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Γίνεται δε ευρεία ανάλυση του θέματος του κατεπείγοντος σφαιρικά και από διάφορες όψεις. ΄Ετσι εξηγείται ότι από τη στιγμή που αναφέρεται στην ένσταση ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτό το θέμα και μάλιστα πρώτο. Μια άλλη όψη είναι η δικαιολόγηση του επείγοντος σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης όπως προκύπτει από τα γεγονότα για έγκαιρη αντίδραση και μη ύπαρξης καθυστέρησης δράσης. Επίσης η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον. Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν΄ αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (No.2) v. Σαββίδης
(1979)1 A.A.Δ. 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 W.L.R. 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 σελ. 285-266). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο για το θέμα αυτό ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Rybolovler κ.ά. v. Rybolobleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, 96 γίνεται αναφορά στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791 στην οποία αναφέρθηκε ότι εκείνο που πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι «.. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Βλ. επίσης Basilyeva v. Φοβερού κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 και Όξυνος κ.ά. v. Λού (ανωτέρω). Εξετάζοντας πρώτα το θέμα του κατεπείγοντος πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι αναγκαία η προσαγωγής μαρτυρίας για πρόθεση αποξένωσης. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος. Η οικονομική δυνατότητα των Εναγομένων δεν παρέχει αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, Σωτήρης Ν. Ψάλτης v. Κώστα Χ'' Λοή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1454, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1121, Αναστασία Κιτρομιλίδου Κουτσού v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165, Κώστα Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfieet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ.
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Εναγόμενη, όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι ιδιοκτήτρια πολλών ακινήτων, πλην όμως όλα υπόκεινται σε εμπράγματα βάρη, εκτός του ακινήτου για το οποίο ζητείται η μη αποξένωσης του, το οποίο μάλιστα καλύπτει μέρος μόνο της αξίωσης της Ενάγουσας. Οι εργασίες της Εναγομένης και τα πολλά χρέη της είναι πιθανόν να την οδηγήσουν σε επιβάρυνση και αυτού του ακινήτου είτε προς εξασφάλιση χρημάτων είτε σε επιπλέον δέσμευση έναντι των δανειστών της. Η κατ' ισχυρισμό της Εναγόμενης επικείμενες πωλήσεις αξίας €6.000.000, οι οποίες δεν συνοδεύονται από απαραίτητα στοιχεία, όπως συμφωνίες ή προσυμφωνίες πωλήσεων, και αν ακόμη μπορούσε να καταδειχθούν τούτες και πάλι δεν θα σήμαινε ότι δεν θα επιβαρύνετο ή δεν θα αποξενώνετο το επίδικο ακίνητο. Να σημειωθεί εδώ ότι η θέση της ότι διαθέτει ακίνητη περιουσία αξίας μεγαλύτερης των χρεών της και έτσι έχει τη δυνατότητα να αποζημιώσει την Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της, πέραν του ότι αυτή στηρίζεται σε μια επιστολή των λογιστών της, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του, και όχι σε εκτίμηση ειδικού, δεν θα ήταν εκ μόνου του λόγου της οικονομικής δυνατότητας της ικανό εχέγγυο ικανοποίησης της πιθανής δικαστικής απόφασης. Ούτε βέβαια η ισχυριζόμενη συμφωνία με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων αλλάζει οτιδήποτε. Επομένως αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προχωρώντας τώρα το Δικαστήριο να εξετάσει το θέμα κατά πόσο η Ενάγουσα ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, διαπιστώνεται ότι τίποτε το συγκεκριμένο δεν αναφέρεται προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού. Εάν εννοείται οι αναφορές σε κάποιες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της ένστασης για παραπλάνηση του Δικαστηρίου από συγκεκριμένους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ουδόλως καταδεικνύεται κάτι τέτοιο αφού παραμένουν ισχυρισμοί της Ενάγουσας οι οποίοι αμφισβητούνται από την Εναγομένη. Έχω μελετήσει με προσοχή ολόκληρη την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια καθώς και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται με αυτή και δεν εντόπισα τίποτε το παραπλανητικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα αλλά απεναντίας σε ότι έχει να κάνει σχέση με τα γεγονότα που σχετίζονται με την έκδοση του διατάγματος μονομερώς αυτά έχουν αποκαλυφθεί με επάρκεια. Έπεται ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Ν.14/60 και τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 όπως καταγράφονται ανωτέρω, καταδεικνύεται στο βαθμό που τώρα εξετάζεται το θέμα, ότι αυτές πληρούνται αφού υπάρχει συμφωνία για εκτέλεση εργασιών η οποία έχει τερματισθεί και αξιώνεται το συγκεκριμένο ποσό ως υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας, και άρα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, για το οποίο παρέχονται στοιχεία ως τα επισυναπτόμενα τεκμήρια με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, τα οποία καταδεικνύουν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή έχει αναλυθεί στις υποθέσεις που αναγράφονται στη νομική πτυχή, πιο πάνω, Zena, Όξυνος, P & MA Restaurant Ltd και Κωμοδρόμος, στις οποίες αναφέρεται ότι περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Το είδος εργασιών της Εναγομένης, ο τρόπος εξασφάλισης των χρεών της με τη δέσμευση τόσων πολλών ακινήτων της με εμπράγματα βάρη και όλες οι συνθήκες και καταστάσεις της Εναγομένης, κρίνεται ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επομένως πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Συνεπώς πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του ΚΕΦ.
- Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στο εύλογο και δίκαιο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αφού βρήκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 το Ν.14/60 και του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6, θα εξετάσει το θέμα έχοντας κατά νου τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Ένας σχετικός παράγοντας είναι η καθυστέρηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται ότι αφού παρήλθε ο χρόνος που δόθηκε στην Εναγομένη για καταβολή του αξιώμενου ποσού μετά τον τερματισμό στις 4/6/14 της μεταξύ τους συμφωνίας αφού προηγουμένως είχαν καταβληθεί αρκετές προσπάθειες για διευθέτηση χωρίς θετική κατάληξη, και αμέσως μετά τις διακοπές του καλοκαιριού στις 3/9/14 καταχωρήθηκε η αγωγή και αφού εξασφαλίστηκε το πιστοποιητικό έρευνας, Τεκμήριο 5, στις 4/9/14 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στις 12/9/
- Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση ούτε σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα ούτε σε σχέση με την αίτηση. Άλλος σχετικός παράγοντας είναι οι αποζημιώσεις. Όπως ήδη λέχθηκε το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Εναγομένη είναι σε οικονομική θέση να καταβάλει το όποιο ποσό επιδικασθεί σε περίπτωση που η Ενάγουσα κερδίσει τη δίκη, κάτι για το οποίο δεν αναδεικνύεται ότι έχει η Εναγομένη, ενόψει της εικόνας που αναδύεται από τα τεκμήρια που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και του γεγονότος ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πιθανόν να επιβαρύνει ή να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο ή να δεσμευθεί από δανειστές της, λόγω των εργασιών και δοσοληψιών της, με μεγάλη πιθανότητα να παραμείνει ανικανοποίητη τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης. Η Εναγόμενη δεν έχει καταδείξει ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από την άλλη εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Ενάγουσα μπορεί να μην ικανοποιηθεί από τυχόν έκδοση υπέρ της απόφασης. Κατά την άσκηση του ισοζυγίου της ευχέρειας το Δικαστήριο έχει κατά νου όλο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του και διαδραματίζει τον ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία πιθανόν να προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα (βλ. Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 292/10, ημερ. 20/1/14 και Milton Investments Co Ltd κ.ά. v. Pryden Group Ltd, Πολ. Έφεση 424/11, ημερ. 27/3/14). Υπό το φως των πιο πάνω το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, το παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 12/9/14 δικαιολογείται να παραμείνει σε ισχύ και να οριστικοποιηθεί. Κατά συνέπεια, το διάταγμα ημερομηνίας 12/9/14 καθίσταται απόλυτο. Επιδικάζονται έξοδα €1200, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ν. Γερολεμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο