← Κύπρος

Ευανθίας Δημοσθένους κ.α. ν. Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου ΛΤΔ, Αιτ. Αρ: 38/13, 14/10/2014

Ευανθίας Δημοσθένους κ.α. ν. Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου ΛΤΔ, Αιτ. Αρ: 38/13, 14/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αιτ. Αρ: 38/13 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 Επί τοις αφορώσι την Διαιτησία μεταξύ:

  1. Ευανθίας Δημοσθένους
  2. Μαρίας Τσουρή
  3. Γιώργου Τσουρή
  4. Γεωργίας Αριστείδου
  5. Μιράντας Παναγίδου Εφεσειόντων - Αιτητών και Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου ΛΤΔ Εφεσιβλήτων - Καθ ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 19/04/13 για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 14/03/13 Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου,
  6. Εμφανίσεις: Για Αιτητές 1- 5 : κ. Δημητρίου για Α. Μαθηκολώνη (κα Χατζηδημήτρη για ν' ακούσει απόφαση). Για Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Παπαλλής (κα Μέσσιου για ν' ακούσει απόφαση). ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση τους οι Αιτητές 1- 5 ζήτησαν από το Δικαστήριο την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 14/03/
  7. Ως λόγους ακύρωσης της συγκεκριμένης διαιτητικής απόφασης κατέγραψαν τους ακόλουθους: Ότι η διαιτησία είχε διεξαχθεί παράτυπα ή/και είναι άκυρη ή/και είναι παράτυπη, ότι ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή/και ενήργησε αντιδικαστικώς, ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά, ότι η απόφαση είχε εκδοθεί παράτυπα ή/και είναι ανυπόστατη, ότι ο διαιτητής ενήργησε με πλάνη προς τον νόμο, ότι ο διαιτητής ενήργησε καθ΄υπέρβαση των εξουσιών του ή και η απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας και ότι ο διαιτητής απέκρυψε την ιδιότητά του ή/και ότι ήταν πρόσωπο ακατάλληλο να διεξάγει διαιτησία. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 9

(1)και
(2), 10, 20
(1)και
(2), 23 και 24 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4, στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, στα Άρθρα 23, 30 και 35 του Συντάγματος, στα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, στους Θ. 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, την Δ.48 θ.θ.1-12 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίχθηκε με την ένορκη δήλωση της Ευανθίας Δημοσθένους, Εφεσείουσας -Αιτήτριας
  1. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η οποία γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και από τους υπόλοιπους για την συγκεκριμένη μαρτυρία, είναι η πρωτοφειλέτης στην συγκεκριμένη συμφωνία γραμματίου με αριθμό δανείου 7200638-
  2. Στην συγκεκριμένη συμφωνία περιλαμβάνετο όρος για παραπομπή τυχόν διαφορών μεταξύ των μερών σε διαιτησία. Στην συγκεκριμένη διαιτησία ουδέποτε είχε επιδοθεί, είτε στην ίδια είτε σε οποιονδήποτε από τους Εφεσείοντες, γραπτή ειδοποίηση για διορισμό διαιτητή. Απλά τους είχε δοθεί η επιστολή ημερομηνίας 04/02/13 με την οποία καλούνταν να παρατούν στην διαδικασία διαιτησίας. Ουδέποτε είχε δοθεί η ευκαιρία στους Εφεσείοντες να εγκρίνουν τον διαιτητή και ουδέποτε ερωτήθηκαν να εκφέρουν γνώμη σε σχέση με την καταλληλότητά του ούτε και γνώριζαν ότι ο διαιτητής ήταν πρώην υπάλληλος της Συνεργατικής και ή του Συνεργατισμού οπόταν ήταν πρόσωπο ακατάλληλο και προκατειλημμένο. Συνεπακόλουθο της μη κοινοποίησης του διορισμού του διαιτητή στους Εφεσείοντες είναι η διαδικασία διαιτησίας να μην έχει ξεκινήσει νομότυπα και η επίδικη διαφορά να μην έχει παραπεμφθεί νόμιμα σε διαιτησία. Η Aίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από πλευράς της Εφεσίβλητης - Καθ' ης η αίτηση. Κατεγράφησαν οκτώ λόγοι ενστάσεως οι οποίοι ήταν σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή/και άκυρη ή/και δεν πληροί τις προϋποθέσεις των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, ότι είναι καταχρηστική και σκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας, ότι ο Διαιτητής ήταν άτομο εντελώς ανεξάρτητο με την εν λόγω διαφορά και διορίστηκε νομότυπα από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, όπως προνοείται από τους Καν. 52, 73
(3)(β) και 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, ότι είχε επιδοθεί δεόντως σε όλους τους ενδιαφερόμενους η ειδοποίηση του Διαιτητή με την οποία τους καλούσε να παρευρεθούν στην διαδικασία διαιτησίας, ότι οι Αιτήτριες 1 και 2 κωλύονται ή /και δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της αίτησης καθότι παρουσιάστηκαν στην διαδικασία και παραδέχθηκαν το χρέος τους, ότι η παράλειψη εμφάνισης των Αιτητών 3, 4 και 5 δεν δικαιολογήθηκε, ότι σε σχέση με τις Αιτήτριες 1 και 2 έχει παρέλθει η προθεσμία των 21 ημερών για καταχώριση έφεσης αφού η απόφαση τους είχε επιδοθεί γραπτώς στις 14/03/13 οπόταν η υπό κρίση αίτηση είναι εκπρόθεσμη και ο Διαιτητής ενήργησε ορθά και νομότυπα ακολουθώντας την δέουσα διαδικασία και έλαβε την απόφασή του εντελώς αμερόληπτα. Η Ένσταση βασίστηκε στα άρθρα 9, 10, 20 και 23 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4, στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, στους θ.78 και θ.79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στην Δ.39 και Δ.48 θ.θ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα η 'Ενσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της κας Ευαγγελίας Τουμαζή, αναπληρώτριας γραμματέως του Συνεργατικού Οργανισμού «Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου». Σύμφωνα με την ομνύουσα η Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και των σχετικών περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών, να ειδοποιήσει τους Αιτητές για τον διορισμό διαιτητή. Όμως οι Αιτητές είχαν ενημερωθεί γραπτώς από την Καθ' ης η αίτηση, για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία μέσω του Εφόρου Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, με επιστολή ημερομηνίας 07/01/
  1. Περαιτέρω ισχυρίζεται, η ομνύουσα, ότι ο Διαιτητής δεν ήταν πρόσωπο ακατάλληλο ή προκατειλημμένο. Είναι η θέση της ότι ακολουθήθηκε δεόντως η διαδικασία παραπομπής της διαφοράς τους, με τους Αιτητές, στον Έφορο Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών ο οποίος με την σειρά του είχε διορίσει νομότυπα τον διαιτητή, γεγονός που τον καθιστά εντελώς ανεξάρτητο. Είναι η δική της θέση ότι οι Αιτήτριες 1 και 2, οι οποίες είναι και οι πρωτοφειλέτριες, είχαν παρευρεθεί στη διαδικασία και είχαν παραδεχθεί την οφειλή τους και δεν προκύπτει οποιαδήποτε παραπλάνηση ή επηρεασμός τους από τον Διαιτητή ή την Γραμματέα της Καθ' ης η Αίτηση. Καταλήγει, ότι αν ήθελαν, οι Αιτήτριες 1 και 2, είχαν τον χρόνο να διορίσουν δικηγόρο καθώς επίσης και ότι ο Διαιτητής είχε ενεργήσει ορθά και ακολουθώντας την νενομισμένη διαδικασία. Σε σχέση δε με τους Αιτητές 3, 4 και 5, η παράλειψη εμφάνισής τους ήταν καταλυτική αφού δεν επεξηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η απουσία τους. Υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εκπρόθεσμη γιατί έχουν παρέλθει οι 21 μέρες που προβλέπει ο Νόμος για την καταχώριση αίτησης - έφεσης αφού η απόφαση τους είχε επιδοθεί 14/03/
  2. Η πλευρά των Αιτητών ζήτησε την αντεξέταση της κας Ευαγγελίας Τουμαζή και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Ερωτηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε τα ακόλουθα: Τον επίδικο χρόνο δεν εκτελούσε καθήκοντα αναπληρώτριας γραμματέως αλλά ήταν παρούσα στην διαδικασία της διαιτησίας. Καθήκοντα γραμματέως διατελούσε η κα. Άρτεμης Τουμαζή. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της είχαν σταλεί επανειλημμένες επιστολές καθυστερήσεων στους Αιτητές και ακολούθως είχε τερματιστεί η συμφωνία. Παρέπεμψε στην επιστολή ημερομηνίας 07/01/13, Τεκμήριο Α, με την οποία τερματιζόταν η συμφωνία. Εξήγησε ότι, λόγω του ότι δεν αντέδρασαν οι Αιτήτριες στην συγκεκριμένη επιστολή και δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα ως προς την καταβολή οποιασδήποτε δόσης, η υπόθεση παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Εξήγησε ότι σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο αρμόδιος δια νόμου για τον διορισμό διαιτητή είναι ο Έφορος Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Ισχυρίστηκε ότι πριν διοριστεί ο συγκεκριμένος, ως διαιτητής, ήταν Λειτουργός Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης των Συνεργατικών Εταιρειών και διορισμένος διαιτητής για 50 χρόνια. Ερωτηθείσα σε σχέση με την διαδικασία εξήγησε ότι η συνεδρία διεξάγεται στην παρουσία της Γραμματέως, του Διαιτητή, των οφειλετών και των εγγυητών. Ο Διαιτητής παραθέτει τα γεγονότα και αν διαφωνούν τότε φέρουν ένσταση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση αποδέχθηκαν το χρέος τους και υπέγραψαν την απόφαση του Διαιτητή. Η απόφαση του Διαιτητή είχε συνταχθεί στην παρουσία των οφειλετών και τους είχε παραδοθεί αμέσως. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης και οι δυο οι πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και θα γίνει αναφορά σε αυτό όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Διευκρινίζεται ευθύς εξ αρχής ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Αιτητών να αποδείξουν τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό τους τεκμηριώνουν τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 20 του Κεφ. 4 για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 14/03/
  3. Η υπό κρίση αίτηση, αποτελεί πρωτογενή εναρκτήρια αίτηση η οποία καταχωρήθηκε από τους Αιτητές στην μορφή της έφεσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 124 και Wilfrid Wortham κ.ά. ν. Ντίνας Κώστα Τσίμον κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.1442, μία εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση ενέχει θέση αγωγής εντός της έννοιας της Δ.1 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επομένως, κρίνω ότι η ακρόαση των πρωτογενών εναρκτήριων αιτήσεων, θα πρέπει να διεξάγεται ως η ακροαματική διαδικασία σε αγωγή, κάτι που αναπόφευκτα επιβάλλει την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας από τους διαδίκους. Κάτι τέτοιο παρέχει τη δυνατότητα και στις δύο πλευρές να υιοθετήσουν το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, ως και την ευκαιρία στον αντίδικο να τους αντεξετάσει. Η καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης, κατά την άποψη μου, δεν είναι αρκετή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι Αιτητές δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και αρκέστηκαν να περιοριστούν στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 1, ημερομηνίας 19/04/13, που συνοδεύει την αίτηση. Η παράλειψη αυτή κρίνεται ως ουσιώδης, σημαντική και καταλυτική για την εξέλιξη της αίτησης, αφού μόνον έτσι θα ήταν δυνατό για το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα επί των ισχυρισμών των Αιτητών, οι οποίοι αμφισβητούνται από την Καθ' ης η Αίτηση. Τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια 1 στη δική της ένορκη δήλωση, δεν κρίνονται αρκετά για να τεκμηριώσουν την ισχυριζόμενη μεροληψία του Διαιτητή εναντίον της. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να προσκομίσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει μεροληψία του Διαιτητή εναντίον τους καθώς επίσης και μαρτυρία που να τεκμηριώνει τους λόγους που επικαλέστηκαν για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Απέτυχαν δηλαδή να τεκμηριώσουν, με τον ορθό δικονομικό τρόπο, τους ισχυρισμούς τους και επομένως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως πραγματικά αστήρικτη. Τα πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη της αίτησης η οποία θα πρέπει να απορριφτεί. Υπάρχει ακόμη ένα δικονομικό πρόβλημα που φαίνεται να αντιμετωπίζουν μόνο οι Αιτήτριες 1 και 2 και αφορά την εκπρόθεσμη καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου: «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.» Η απόφαση είχε γνωστοποιηθεί στις Αιτήτριες 1 και 2 στις 14/03/13, την ημέρα της έκδοσης της και η υπό κρίση αίτηση είχε καταχωριστεί στις 19/04/13, δηλαδή 35 μέρες μετά. Οπόταν η αίτηση, ως εκπρόθεσμα καταχωρηθείσα, σε σχέση με τις Αιτήτριες 1 και 2, θα πρέπει να απορριφθεί. Σε σχέση με τους υπόλοιπους Αιτητές 3, 4 και 5 είναι άγνωστο στο Δικαστήριο πότε τους είχε γνωστοποιηθεί η συγκεκριμένη απόφαση του Διαιτητή, οπόταν δεν θα μπορούσε να απορριφθεί η συγκεκριμένη αίτηση, στην έκταση που αφορά τους Αιτητές 3, 4 και 5, για αυτό το λόγο. Αυτό που προκύπτει, από την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 1, είναι ότι δόθηκε σε όλους τους Αιτητές επιστολή ημερομηνίας 04/02/13, η οποία τους καλούσε να εμφανιστούν και να παραστούν στην διαδικασία διαιτησίας στα γραφεία της Καθ' ης η Αίτηση και οι Αιτητές 3, 4 και 5 επέλεξαν να μην εμφανιστούν οπόταν κωλύονταν από του να ισχυρίζονται ακυρότητα της απόφασης του Διαιτητή. Παραταύτα θα προχωρήσω να εξετάσω και την ουσία της αιτήσεως. Η Αίτηση βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 52 του Ν.22/85. Σύμφωνα με τις παραγράφους
(4)και
(5)του άρθρου αυτού: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτή εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Είναι σημαντικό να υπομνηστεί ότι από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 52
(2)και του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4 συνάγεται πως οι διαιτητικές αποφάσεις δεν μπορούν να ακυρώνονται για οποιοδήποτε λόγο αλλά για συγκεκριμένους λόγους, όπως αυτοί προκύπτουν μέσα από τη διάταξη του άρθρου 20
(2)και είναι: Η κακή συμπεριφορά του διαιτητή, ο κακός χειρισμός της υπόθεσης από το διαιτητή, η παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας και η απόφαση του διαιτητή να εκδόθηκε παράτυπα. Συγκεκριμένα το άρθρο 20
(2)προβλέπει: «Όταν ο Διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική Απόφαση.» Εξετάζοντας την ίδια τη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 14/03/13, Τεκμήριο Β στην Ένσταση, κρίνω ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη από τον Διαιτητή ο οποίος αναφέρει με λεπτομέρεια τη διαδικασία ενώπιον του ως και την κατάληξη του σε απόφαση εναντίον και των οφειλετών πλην ενός του κ. Θεόδωρου Χαραλάμπους. Από το Τεκμήριο Γ στην Ένσταση προκύπτει ότι η συγκεκριμένη απόφαση είχε γνωστοποιηθεί στις Αιτήτριες 1 και 2, πρωτοφειλέτιδες, την ίδια μέρα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ.96, σελ.43: "No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear." Δεν προκύπτει, εκ του Νόμου, οποιαδήποτε υποχρέωση ενημέρωσης των ενδιαφερομένων μερών σε σχέση με τον διορισμό συγκεκριμένου διαιτητή και δεν απαιτείται η λήψη της συγκατάθεσης οποιουδήποτε εκ των μερών ή έγκρισης του ονόματός του ιδιαίτερα ενόψει του ότι διορίζεται από τον Έφορο Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52
(2)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ο Έφορος κέκτηται εξουσίας να παραπέμψει σε διαιτητή, όταν παραπεμφθεί στον ίδιο οικονομική διαφορά από Συνεργατική Εταιρεία. Το άρθρο 52
(2)διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, µε τη λήψη της δυνάµει του εδαφίου
(1)παραποµπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέµπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύµφωνα µε τις διατάξεις των Θεσµών που εκδίδονται δυνάµει του εδαφίου
(6)ή, µέχρι την έκδοσή τους, σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί ∆ιαιτησίας Νόµου και τις διατάξεις των Θεσµών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσµών του 1987 έως 2012.» Εκ του περισσού θα εξεταστεί και το θέμα της κατ ισχυρισμό ανάρμοστης συμπεριφοράς του Διαιτητή για σκοπούς πληρότητας και μόνο. Έχει νομολογηθεί ότι η απόφαση ενός διαιτητή δεν ακυρώνεται εκτός αν ο διαιτητής έχει συμπεριφερθεί ανάρμοστα. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση P.N.P. Constructions Limited v. 1. Μακάριου Χαραλαμπίδη, 2. I. Soteriou Constructions Ltd Πολ. Εφ. 34/09 ημερ. 26/06/12 λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, επισημαίνεται η ανάγκη για φειδώ με την οποία τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν παρόμοια θέματα. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ. 4 επιτρέπει την ακύρωσης μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Η νομική εμβέλεια της έννοιας της απρεπούς συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου και αυτό σφραγίζει, όπως και στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, και την τύχη της έφεσης.» Σκοπός της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία είναι η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της. Τα Δικαστήρια είναι απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες και αυτό συνάγεται από την εξέλιξη της νομολογίας. Οι διαιτητικές αποφάσεις δεν είναι δεκτικές αναθεώρησης από τα Δικαστήρια, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Δικαιοδοτική βάση για ακύρωση της απόφασης του διαιτητή προσφέρεται από το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4) το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «20
(1). . . . . . . . . . . . . . . . .
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ v Αρχή Λιμένων Κύπρου
(2001)1ΑΑΔ 23 στη σελ. 29: «Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20.2». Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 717, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ.Πικής σε σχέση με τον όρο «ανάρμοστη συμπεριφορά» έκαμε αναφορά στο Σύγγραμμα Russell on the Law of Arbitration, 7η έκδοση όπου στην σελ.332 εξηγείται ως ακολούθως: "Misconduct is often used in a technical sense as denoting irregularity, and not any moral turpitude (Per Jenkins L.J., London Export Corporation, Ltd. v. Jubilee Coffee Roasting Co. Ltd, [1958] 1 W.L.R. 661 at p.665). But the term also covers cases where there is a breach of natural justice. Much confusion is caused by the fact that the expression is used to describe both these quite separate grounds for setting aside an award· and it is not wholly clear in some of the decided cases on which of these two grounds a particular award has been set aside.
(87)The more difficult question, however, is whether the extent of that irregularity is such as to justify interference by this court either by way of setting aside the award or remitting the award. The determination of that issue. depends upon whether the court is satisfied that there may have been - not must have been - or that this irregularity may have caused - not must have caused - a substantial miscarriage of justice that would be sufficient to justify the setting aside or remitting of the award, unless those resisting the setting aside or remission could show that no other award could properly have been made than that which was in fact made, notwithstanding the irregularity.
(88)" Στην απόφαση Νεόφυτος Σολωμού v Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687, γίνεται μια εκτενής αναφορά στις αρχές που διέπουν το θέμα με παραπομπές στη σχετική νομολογία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Bryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georgiou Constructions Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N.Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «. παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα . κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας" (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο)». Αναφορά μπορεί να γίνει στην προσέγγιση των αγγλικών Δικαστηρίων, τα οποία μετά το νέο νόμο, Arbitration Act 1996, έχουν εδραιώσει την αρχή ότι το θέμα δεν αφορά το κατά πόσο ο διαιτητής έφθασε στην σωστή απόφαση αλλά κατά πόσο κατά την διαδικασία είχε διαπραχθεί κάποια ανωμαλία η οποία οδήγησε σε σοβαρή αδικία Βλ. Russell on Arbitration, 23η εκδ, παρα. 8-074, σελ.
  1. Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Lesotho Highlands [2006] 1 A.C. 221 στην σελ. 236: «It will be observed that the list of irregularities under s.68 may be divided into those affecting the arbitral procedure and those which affect the award. But nowhere is there any hint that a failure by the tribunal to arrive at the 'correct decision' could afford a ground for challenge under s.68.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπόθεσης, παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε γεγονός προς υποστήριξη των θέσεων των Αιτητών, ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή ότι χειρίστηκε κακώς την υπόθεση. Αυτό που αναφέρεται είναι ότι η Αιτήτρια 1 είχε ζητήσει χρόνο για να διορίσει δικηγόρο, μαζί με τους υπόλοιπους Αιτητές, αλλά τέτοιος χρόνος δεν της είχε παρασχεθεί και ότι της είχε αναφερθεί ότι η υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου ήταν τυπική. Οι Αιτητές είχαν χρόνο, από τις 04/02/13 που κλήθηκαν για να παρευρεθούν στη διαδικασία διαιτησίας, για να διορίσουν δικηγόρο αν πραγματικά το επιθυμούσαν ενώ αν διαφωνούσαν με την απόφαση μπορούσαν να μην υπογράψουν το περιεχόμενό της. Τίποτα από αυτά δεν έπραξαν. Αυτό όμως που δεν αποκαλύπτουν είναι ποια είναι η υπεράσπισή τους στην αξίωση της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας αφού στην ένορκη δήλωσή της η Αιτήτρια 1 παραδέχεται ότι είναι πρωτοφειλέτιδα του συγκεκριμένου χρέους. Σημειώνει ότι στην ένορκη δήλωσή της ότι στην συγκεκριμένη συμφωνία δεν ενεργούσε ως επαγγελματίας αλλά δεν επεξηγεί τι εννοεί με τον όρο "επαγγελματίας" και πραγματικά το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί τι εννοεί η Αιτήτρια
  2. Καταλήγω λοιπών ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών, στην έκταση που αφορούν τη συμπεριφορά του Διαιτητή, είναι ανυπόστατοι και ανεδαφικοί. Όπως προέκυψε ο συγκεκριμένος διαιτητής είχε διοριστεί από τον Έφορο Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και εκτελούσε χρέη διαιτητή για πέραν των 50 χρόνων. Ο ισχυρισμός για αμεροληψία προβλήθηκε γενικά και αόριστα και θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε σχέση του Διαιτητή με την Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία. Για όλους τους λόγους που παρατεθήκαν πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών 1, 2, 3, 4 και 5, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.