Βάσος Θεοδώρου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, το γένος Στεφάνου Ιακωβίδη ν. Σταύρος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3262/09, 29/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3262/09 Μεταξύ: Βάσος Θεοδώρου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, το γένος Στεφάνου Ιακωβίδη, τέως από Λευκωσία Ενάγοντος -και-
- Σταύρος Κωνσταντίνου, από Λευκωσία
- Αργύρης Κωνσταντίνου, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ι. Τυπογράφος Για Εναγόμενο 1: κος Π. Αγγελίδης για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Μαρία Ν. Λάμπρου γεννήθηκε στις 8/3/1930 και απεβίωσε στις 3/7/2009 σε ηλικία 79 ετών, στη Λευκωσία όπου διέμενε. Άφησε σύζυγο και αδέλφια. Αυτοί ως κληρονόμοι της όρισαν ως διαχειριστή το δικηγόρο Βάσο Θεοδώρου, Ενάγοντα, στον οποίο χορηγήθηκαν έγγραφα διαχείρησης στις 25/8/09 στην διαχείρηση αρ. 453/
- Επειδή οι κληρονόμοι της εκλειπούσας ανάφεραν στον Ενάγοντα ότι αυτή διέθετε μεταξύ άλλων και ακίνητη περιουσία στη Λευκωσία και στη Λάρνακα προχώρησε στην υποβολή αίτησης έρευνας στο κτηματολόγιο, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε ότι ένα ακίνητο στη Λευκωσία και ένα ακίνητο στη Λάρνακα που ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι της μεταβιβάστηκαν και ενεγγράφησαν στο όνομα του Εναγομένου
- Ως εκ τούτου, ο διαχειριστής προχώρησε στην καταχώρηση μίας αγωγής στη Λευκωσία και μία στη Λάρνακα, την παρούσα, με την οποία αξιώνει εναντίον του Εναγομένου 1, (Α) διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής στο όνομα του Εναγομένου 1 και επανεγγραφής στο όνομα του Ενάγοντα του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Κ1247, Φ/ΣΧ XL/56.51V, Τεμάχιο 1041, τοποθεσία οδός Ανδρέα Στρουθίδη αρ. 4, ενορία Σωτήρος Λάρνακας, (Β) αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση ή/και οικειοποίηση ξένης περιουσίας, (Γ) διηνεκές διάταγμα όπως ο Εναγόμενος 1 μη επεμβαίνει στο αναφερθέν ακίνητο, (Δ) διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής του επίδικου ακινήτου στον Ενάγοντα, (Ε) αποζημιώσεις για δόλο ή/και απάτη ή/και ψυχική πίεση ή/και πλαστογραφία ή/και συνομωσία ή/και συμπαιγνία με τον Εναγόμενο 2 για κατάρτιση πληρεξούσιου εγγράφου ή/και πιστοποίηση πληρεξούσιου εγγράφου κατά παράβαση των διατάξεων του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, (Ζ) αποζημιώσεις για πρόκληση ποινικής ζημιάς (criminal damage) σε ιδιοκτησία της αποβιώσασας, (Η) οιανδήποτε άλλη θεραπεία και (Θ) νόμιμο τόκο και έξοδα. Όλες οι πιο πάνω αξιώσεις στηρίζονται στη νομική βάση
(1)του δόλου, λεπτομέρειες του οποίου δίνονται στην παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης,
(2)της ψυχικής πίεσης, λεπτομέρειες της οποίας καταγράφονται στην παρ. 14 της Έκθεσης Απαίτησης,
(3)της συνωμοσίας για την οποία όμως δεν γίνεται ειδική αναφορά γεγονότων, και ούτε προωθήθηκε και έτσι θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε,
(4)την επίκληση πλαστογραφίας του πληρεξουσίου εγγράφου με βάση το οποίο έγιναν οι μεταβιβάσεις στο όνομα του Εναγόμενου 1, η οποία όμως τελικά με δήλωση του δικηγόρου του Ενάγοντα αποσύρθηκε και
(5)της παράνομης επέμβασης για την οποία όμως δεν γίνεται οιαδήποτε αναφορά αλλά ούτε και προωθήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης και ούτε αναπτύχθηκε στην αγόρευση του δικηγόρου του Ενάγοντα και ως εκ τούτου θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Όσον αφορά την επίκληση ποινικής ζημιάς στην ιδιοκτησία της αποβιώσασας δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε στην Έκθεση Απαίτησης ούτε στην αγόρευση του δικηγόρου του Ενάγοντα. Στα ποιο πάνω πλαίσια, περιληπτικά και εν συντομία αποδιδομένα τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 1 γνώρισε την αποβιώσασα κατά ή περί το 2001, όταν αγόρασε από αυτόν βιταμίνες και βασιλικό πολτό και ήταν ηλικίας 72 ετών περίπου και είχε πολλά και σοβαρά προβλήματα υγείας. Έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ συνεπεία του οποίου ήταν πρακτικά τυφλή και η επικοινωνία μαζί της ήταν δύσκολη. Εκτός αυτών κατά τον Οκτώβριο του έτους 2008 υπέστη καρδιακό επεισόδιο και νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αφού την γνώρισε προσπάθησε και κατάφερε να δημιουργήσει φιλικές σχέσεις μαζί της, αποτέλεσμα των οποίων, μαζί με τα προβλήματα υγείας που είχε η αποβιώσασα, ήταν να βασίζεται σε αυτόν, να αποκτήσει την εμπιστοσύνη της και να κυριαρχήσει επί της θέλησης της θέτοντας την ουσιαστικά και απόλυτα υπό την εξουσία του. Ενόψει των πιο πάνω στις 22/11/08 ο Εναγόμενος 1 πέτυχε να εξασφαλίσει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με βάση το οποίο διαχειριζόταν όλες τις υποθέσεις της. Με βάση αυτό το πληρεξούσιο έγγραφο προέβηκε στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και του άλλου στη Λευκωσία στο οποίο κατοικούσε η αποβιώσασα με το σύζυγο της και συνεχίζει να κατοικεί ο τελευταίος μέχρι σήμερα. Ως λεπτομέρειες δόλου του Εναγόμενου 1, με βάση την παρ. 13(α) - (γ), αποδίδεται σε αυτόν ότι παρέστησε ή/και διαβεβαίωσε την αποβιώσασα ότι το έγγραφο που υπέγραφε (δηλαδή το πληρεξούσιο έγγραφο) θα του επέτρεπε απλώς να διαχειρίζεται τα θέματα που αφορούσαν την περίθαλψη της, την συντήρηση της και καθημερινής τρέχουσας φύσεως θέματα ενώ γνώριζε ότι τούτο ήταν αναληθές και στην πραγματικότητα έδινε σε αυτό την ευχέρεια να πράξει ότι ήθελε με την περιουσία της. Σύμφωνα δε με την παρ. 14(α)-(ε) σαν λεπτομέρειες ψυχικής πίεσης του Εναγόμενου 1 προς την αποβιώσασα, αναφέρεται ότι με τις ενέργειες βοήθειας της αποβιώσασας στην καθημερινότητα της, όπως η παροχή φαρμάκων, η μεταφορά της στους ιατρούς και η μεταφορά της για φαγητό, απέκτησε την εμπιστοσύνη της και βασιζόταν σε αυτόν, που μαζί με τα προβλήματα υγείας που είχε, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω και τις σχέσεις που δημιούργησε ο Εναγόμενος 1 με αυτή και αποκλείοντας το σύζυγο και τους λοιπούς συγγενείς της, κυριάρχησε επί της θέλησης της και επωφελούμενος της θέσης αυτής εξασφάλισε αθέμιτο όφελος μεταβιβάζοντας το επίδικο ακίνητο στο όνομα του. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Εναγόμενος 2 δέχθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του και ως εκ τούτου δεν θα καταγραφούν οι έγγραφες προτάσεις της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρονται σε αυτόν. Στο βαθμό όμως που γίνεται αναφορά σε αυτές και σχετίζονται με ενέργειες του Εναγόμενου 1, αυτές είναι κατά νου του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος 1 με την Έκθεση Υπεράσπισης ήγειρε προδικαστική ένσταση με την οποία ζητείτο η αναστολή εκδίκασης της υπό εξέτασης υπόθεσης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής υπ' αριθμό 242/10 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Δεν υπεβλήθηκε οιαδήποτε αίτηση ούτε έγινε οιονδήποτε αίτημα για προώθηση αυτής της ένστασης και αφού η υπόθεση προχώρησε και ακούσθηκε εξάγεται ότι εγκαταλείφθηκε και εκ των πραγμάτων ότι δεν υφίσταται. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης ή στο βαθμό που συγκρούονται με τους δικούς του ισχυρισμούς εκτός εκείνων που ρητά γίνονται παραδεκτοί. Η δική του εκδοχή όπως αναδύεται από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα. Διατηρούσε στη Λεμεσό κατάστημα παλαιών αντικειμένων και πώλησης ειδών υγιεινής διατροφής. Ένεκα τούτου γνώρισε την αποβιώσασα όταν η τελευταία επισκέφθηκε το κατάστημα του περί το
- Σε μεταγενέστερο χρόνο συνήψαν ερωτικό δεσμό ο οποίος διατηρήθηκε μέχρι και το θάνατο της. Η αποβιώσασα κατά τους κρίσιμους με την παρούσα αγωγή χρόνους δεν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι τα προβλήματα υγείας που είχε δεν την εμπόδιζαν να έχει την ικανότητα να διαχειρίζεται τις υποθέσεις και την περιουσία της και είχε πλήρη αντίληψη και επίγνωση των πράξεων της. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν κυριάρχησε στη θέληση της θέτοντας ουσιαστικά και απόλυτα υπό την εξουσία του, ούτε άσκησε ψυχική πίεση σε αυτή, ούτε χρησιμοποίησε δόλο ή ψευδείς παραστάσεις ή συνομώτησε με τον Εναγόμενο 2, και θέτει τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του αλλά η αποβιώσασα με ελεύθερη συναίνεση της κατάρτισε τη διαθήκη ημερομηνίας 12/10/06 με την οποία κληροδοτούσε ολόκληρη την περιουσία της σε αυτό διορίζοντας ως εκτελεστή της διαθήκης της τον Μάριο Κυριακίδη καθώς και το επίδικο πληρεξούσιο ημερομηνίας 22/11/08, με βάση το οποίο η αποβιώσασα πώλησε και μεταβίβασε σε αυτόν, δι' αυτού, το επίδικο ακίνητο, αντί του ποσού των €150.
- Ο Ενάγοντας με την απάντηση του απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Αφού ακούστηκε η μαρτυρία και για τις δύο πλευρές αγόρευσαν οι συνήγοροι τους οι οποίοι κάλεσαν το Δικαστήριο να κρίνει τους δικούς του μάρτυρες αξιόπιστους και αναξιόπιστους του αντιδίκου του εκτός εκείνων που εκ των πραγμάτων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν. Ως προς τη νομική πλευρά των διαφόρων θεμάτων ο κάθε ένας έκανε επίκληση νομολογίας που κατά την άποψη του βοηθούσε την υπόθεση του. Η ουσία της αγόρευσης του κ. Αγγελίδη μπορεί να συνοψισθεί στα πιο κάτω. Πρώτο, η νόμιμη κατάρτιση του πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο δεν πάσχει ούτε τυπικά ούτε ουσιαστικά αφού τούτο έγινε από αρμόδιο πρόσωπο και η αποβιώσασα κατά το χρόνο που υπέγραψε τούτο είχε σώας τας φρένας, πλήρη αντίληψη των πράξεων της και δεν υπήρξε εξαναγκασμός της ή ψυχική πίεση. Δεύτερο, η εγκυρότητα της πράξης πώλησης εκ μέρους του Εναγομένου 1 ως δικαιοπάροχος, δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου, και δικαιοδόχος ταυτόχρονα του επίδικου ακινήτου. Τρίτο, το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, μη αντίληψη των πράξεων της και κυριαρχίας επί της θέλησης της από τον Εναγόμενο
- Από την άλλη, ο δικηγόρος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο αποτελεί προϊόν δόλου ή και απάτης ή και ψευδών παραστάσεων από τη μια, και από την άλλη προϊόν ψυχικής πίεσης που άσκησε ο Εναγόμενος στην αποβιώσασα. Αφού αναφέρθηκε σε νομολογία σε τι συνίσταται ο δόλος και η απάτη, εισηγήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 παρέστησε ή και διαβεβαίωσε την αποβιώσασα ότι το έγγραφο που υπέγραφε, δηλαδή το πληρεξούσιο έγγραφο, ήταν απλώς για να του επιτρέπεται να διαχειρίζεται θέματα που αφορούσαν την περίθαλψη της, την περιουσία της και την καθημερινότητα της, ενώ στην πραγματικότητα υπέγραφε γενικό πληρεξούσιο έγγραφο που έδινε την ευχέρεια στον Εναγόμενο 1 να πράξει ότι ήθελε με την περιουσία της. Εισηγήθηκε ότι πέραν της μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, που αποδεικνύει το δόλο και την απάτη, ένα άλλο στοιχείο είναι ότι ενώ υπήρχε διαθήκη της αποβιώσασας με την οποία άφηνε ολόκληρη την περιουσία της στον Εναγόμενο 1, αυτός θεώρησε ότι θα ήταν πιο αποτελεσματικό και συμφέρον για τον ίδιο να πείσει την αποβιώσασα να του χορηγήσει το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο για να προβεί στην μεταβίβαση των ακινήτων που αναφέρονται ανωτέρω. Σε σχέση με την ψυχική πίεση και την κυριαρχία επί της θέλησης της, αναφέρθηκε στη κατάσταση της υγείας της και τις συνθήκες που ο Εναγόμενος 1 δημιούργησε ώστε να βασίζεται και να εξαρτάται απόλυτα από αυτόν. Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που παρέλασαν από μπροστά μου και η μαρτυρία τους είναι αποτυπωμένη όχι μόνο στα πρακτικά του Δικαστηρίου αλλά και στο μυαλό μου, τόσο από τη μελέτη της όσο και από την παρουσία τους στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, η οποία κρίνεται και αξιολογείται συνολικά και ειδικά για τον κάθε μάρτυρα αφού συγκρίνεται, αντιπαραβάλλεται και συσχετίζεται στην ολότητα της έχοντας κατά νου κατά την αξιολόγηση της ως δείχτη μεταξύ άλλων το προσωπικό συμφέρον, την ειλικρίνεια, την ευθύτητα, τη σαφήνεια, την προσωπική γνώση, τη φιλαλήθεια, τη λογική του πράγματος, τη συνέπεια, τη συνοχή, τη ποιότητα, την πειστικότητα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Ως εκ τούτου δεν θα προχωρήσω πρώτα στην παράθεση όλης της μαρτυρίας και μετά στην αξιολόγηση αλλά η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα και η αξιολόγηση του θα γίνεται ταυτόχρονα. Επίσης γιατί με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται οικονομία λόγου και αποφεύγονται επαναλήψεις. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Προς απόδειξη της υπόθεσης έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας, ΜΕ1, και έξι ακόμα άτομα, του οποίου η μαρτυρία σε ότι αφορά το αντικείμενο διαφοράς ήταν εν πολλοίς εξ' ακοής, η οποία ναι μεν είναι επιτρεπτή, άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι καθίσταται άμεσα αποδεκτή αφού η αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε αυτή εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της, άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ.
- Έτσι ο ισχυρισμός του ότι ο Αργύρης Κωνσταντίνου, Εναγόμενος 2 και ΜΕ2, εξαπατήθηκε και ότι ασκήθηκε πίεση σε αυτόν από τον Εναγόμενο 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός όχι μόνο γιατί φαίνεται ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται πουθενά για άσκηση ψυχικής πίεσης και εξαπάτησης του ΜΕ2 αλλά ούτε και ο ίδιος ο ΜΕ2 είπε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία του. Ούτε βέβαια μπορεί να γνωρίζει, εξ' ιδίας γνώσης, τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό καταδεικνύουν εξάρτηση της αποβιώσασας από τον Εναγόμενο
- Αυτά αποτελούν γεγονότα για τα οποία μόνο αυτοί που ήταν σε επαφή μαζί τους μπορούν να δώσουν μαρτυρία, και στο βαθμό που μπορεί να αποτελούν ειδικά θέματα, που χρειάζονται ειδικές γνώσεις, όπως οι ιατροί, να εκφράσουν την εμπειρογνωμοσύνη τους. Οι διάφοροι ισχυρισμοί του για μελετημένη προσέγγιση της από τον Εναγόμενο 1 με προφανή σκοπό, εννοείται για να της αποσπάσει την περιουσία της, αποτελούν εικασίες. Επομένως για τα πιο πάνω θέματα και όσα άλλα σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας, ψυχικής, νοητικής και φυσικής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ενώ για όσα ο ίδιος γνωρίζει, όπως π.χ. οι ενέργειες για ανεύρεση της περιουσίας της αποβιώσασας, γίνεται αποδεκτή. Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο Αργύρης Κωνσταντίνου, ΜΕ2, ο οποίος όπως ήδη λέχθηκε είναι ο Εναγόμενος 2 στην αγωγή και εναντίον του εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των €250.
- Με την έναρξη της μαρτυρίας του, του επιδείχθηκε γραπτή ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 12/11/09, Τεκμήριο 13, την οποία διάβασε και στην οποία, εν ολίγοις, αναφέρει ότι ως κοινοτάρχης της ενορίας Φανερωμένης - Λευκωσίας προέβηκε στην πιστοποίηση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 22/11/08, Τεκμήριο 28, κατόπιν ψυχικής πίεσης ή/και λάθους του χωρίς να είναι παρούσα η πληρεξουσιοδοτούσα και χωρίς να υπάρχει η υπογραφή της επί αυτού αφού του είπε ο Εναγόμενος 1 ότι ήταν άρρωστη και ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και θα έθετε την υπογραφή της μετά. Συνεχίζοντας, χωρίς διακοπή και χωρίς να του υποβληθεί ερώτηση, μετά που διάβασε το Τεκμήριο 13, ανάφερε τα εξής: Α. «Είναι πραγματικότητα. Όταν υπέγραψα την υπογραφή και έκαμα εγώ πληρεξούσιο, ρώτησα τον κύριο λέω του ρε κύριε, η γυναίκα που υπογράφει η άλλη που είναι; ΄Εξω που το αυτοκίνητο που είναι η Φανερωμένη. ΄Εκαμα το λάθος που δεν πήγα να την δω. ΄Εκαμα πραγματικό λάθος. Σκέφτηκα το καλά. Λέω ρε μα εγώ υπέγραψα αυτή την υπογραφή για δύο. Εν καλά που έκαμα; Αυτή είναι η πραγματικότητα. Εγώ δεν την ήξερα. ΄Ηταν άγνωστα πρόσωπα. Πρώτη φορά ήρθε εκεί στο γραφείο μου.» Ακολούθως λέχθηκαν τα εξής και ολοκληρώθηκε η εξέταση του. «Ε. Είναι και γι' αυτό το λόγο που έδωσες οδηγίες στον δικηγόρο σου να δεχθεί απόφαση εναντίον σου; Α. Να δεχθώ; Ε. Απόφαση στις αγωγές. Α. Ε βέβαια.» Κατά την αντεξέταση μετά από αλλεπάλληλες, ίδιες, περίπου, ερωτήσεις, ότι υπήρχε η υπογραφή της αποβιώσασας στο πληρεξούσιο έγγραφο όταν το πιστοποίησε, ως εξέλαβε ο κος Αγγελίδης σχετική αναφορά του μάρτυρα, αφού αρχικά δεν κατανοούσε ορθά το νόημα τους, στο τέλος είπε ότι ο Εναγόμενος 1 του ανάφερε ότι θα υπογράψει η αποβιώσασα μέσα στο αυτοκίνητο. Αναγνώρισε ότι έκανε λάθος με τον τρόπο που ενέργησε και ανάφερε ότι κανένας δεν τον πίεσε να προβεί στην πιστοποίηση του πληρεξουσίου με τον πιο πάνω αναφερθέντα τρόπο. Σε ότι αφορά την απόφαση που δέχθηκε εναντίον του για το ποσό των €250.000 είπε ότι πρώτη φορά άκουε ότι πρέπει να πληρώσει αυτό το ποσό. Καταδεικνύεται ότι η αναφορά του ότι δεν πιέστηκε από κανένα έρχεται σε αντίθεση με το μέρος εκείνο της ένορκης δήλωσης του, Τεκμήριο 13, που αναφέρει ότι «κατόπιν ψυχικής πίεσης» προέβηκε στη πιστοποίηση του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο
- Επίσης η αναφορά του ότι πρώτη φορά άκουε ότι πρέπει να πληρώσει το ποσό των €250.000, ως η εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την απόφαση και την μαρτυρία του δικηγόρου κ. Μούντη, ΜΕ3, ο οποίος ανάφερε ότι τον ενημέρωσε για την έκδοση της εναντίον του απόφασης. Επιπλέον να λεχθεί ότι από τις απαντήσεις που έδινε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση, διαφάνηκε ότι βρισκόταν σε κάποια σύγχυση. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται αναξιόπιστος. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αντρέας Μούντης, ΜΕ3, η μαρτυρία του οποίου ουσιαστικά είχε σκοπό να καταδείξει τις συνθήκες πιστοποίησης του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο 28, όπως του τις ανάφερε ο ΜΕ2 καθώς και τη συμβουλή του και συναίνεση εκ μέρους του ΜΕ2 να δεχθεί απόφαση με αναστολή στην υπό εξέταση αγωγή, για το ποσό των €250.
- Όσον αφορά τον πρώτο σκοπό της μαρτυρίας του, αφού το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την πρωτογενή μαρτυρία που προήλθε από τον ΜΕ2, δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η δευτερογενής μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Σε σχέση με το δεύτερο σκοπό της μαρτυρίας του διαφάνηκε ότι, τότε, έλαβε οδηγίες για να εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση, ως άνω, εναντίον του Εναγομένου
- Επομένως η μαρτυρία του δεν πρόσφερε τίποτε το ουσιαστικό. Ακολούθως έδωσε μαρτυρία η Βασιλική Πάλμα, ΜΕ4, η οποία ανάφερε ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, Τεκμήριο 15, έγινε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο 28, από τον Εναγόμενο 1 με τη διπλή ιδιότητα του δικαιοπάροχου και του δωρεοδόχου. Εξέφρασε τη δική της άποψη σχετικά με το κατά πόσο θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή η δήλωση μεταβίβασης δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου καθότι δεν αναφέρεται σ' αυτό ότι μπορούσε να γίνει από τον πληρεξουσιοδοτούμενο μεταβίβαση από τον ίδιο στον ίδιο δυνάμει πώλησης. Περαιτέρω ανάφερε ότι το επίδικο ακίνητο ως εμφαίνεται από το πιστοποιητικό έρευνας, Τεκμήριο 14, επιβαρύνεται με τρία memo. Κατά την αντεξέταση, υπεβλήθησαν διάφορες ερωτήσεις σχετικές με την άποψη που εξέφρασε ότι δεν θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή η δήλωση μεταβίβασης δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο 28, οι οποίες είχαν σκοπό να αμφισβητήσουν αυτή τη θέση της. Η μάρτυρας μου προκάλεσε πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινής, ευθύς και φιλαλήθης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της εκτός το μέρος εκείνο που εξέφρασε την προσωπική της άποψη ότι δεν θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή η δήλωση μεταβίβασης με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο αφού πρόκειται για νομικό θέμα το οποίο εάν καθίστατο επίδικο με βάση τις έγγραφες προτάσεις, θα αποφασίζετο από το Δικαστήριο. Άλλος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο Φώτος Αλεξάνδρου, ΜΕ5, οφθαλμίατρος στο επάγγελμα, ο οποίος εξέδωσε δύο ιατρικές βεβαιώσεις, Τεκμήρια 8 και 9, και ο οποίος ανάφερε ότι είδε την αποβιώσασα το 2005 και το
- Από το ιστορικό της διεφάνη ότι είχε υποβληθεί σε θεραπεία διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας με λέιζερ στη Λεμεσό όπου και παρακολουθείτο μέχρι τη στιγμή που τον επισκέφθηκε. Κατά την πρώτη εξέταση, το 2005, διαπιστώθηκε η πιο πάνω πάθηση η οποία ήταν σε προχωρημένη μορφή και υπήρχε οίδημα στην ώχρα κηλίδα. Ως συνέπεια τούτου είχε πολύ χαμηλή όραση. Στο δεξί μάτι η μέτρηση δαχτύλων ήταν στα τρία
(3)μέτρα και στο αριστερό, στα δύο
(2)μέτρα. Δηλαδή, με βάση τη νομοθεσία που θεωρείται τυφλό άτομο αυτό που έχει έλλειψη όρασης στα 6/60, αυτή να έχει χειρότερη όραση από τα 6/60. Το 2007 όταν τον ξαναεπισκέφθηκε, με τη συνοδεία των αδελφών της, όπως πάντα, αφού δεν μπορούσε να κινηθεί από μόνη της, η αποβιώσασα, διαπίστωσε επιδείνωση της πιο πάνω πάθησης της, υπό την έννοια της νεοαγγείωσης και κάποιων ινωδών ιστών που παρουσιάζει το τελικό στάδιο της πάθησης αυτής. Η όραση δηλαδή ήταν πολύ χαμηλή. Η μέτρηση δαχτύλων ήταν στο ένα
(1)μέτρο και στα δύο μάτια. Δεν υπάρχει περίπτωση βελτίωσης της όρασης με τη λήψη οιουδήποτε φαρμάκου όταν η συγκεκριμένη πάθηση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Η πορεία ήταν φθίνουσα όπως συμβαίνει, ιδίως, στο μη ρυθμιζόμενο διαβήτη όπως είχε η αποβιώσασα, αφού όταν την ρωτούσε πόσο ήταν το ζάχαρο της του έλεγε 500 και 600. Συνήθως ένας μη ρυθμιζόμενος διαβήτης οδηγεί στην τύφλωση χωρίς περιθώρια βελτίωσης με οποιαδήποτε θεραπεία. Δεν μπορούσε, κατά την άποψη του, να διαβάσει κείμενο διότι παρουσίαζε διαβητική ωχροπάθεια και παρατήρησε ότι δεν μπορούσε να συνεννοηθεί εύκολα μαζί της. Εξέφρασε την άποψη ότι υπήρχε μια εγκεφαλοπάθεια λόγω υποξίας η οποία επηρέασε τις εγκεφαλικές της λειτουργίες. Κατά την αντεξέταση σε σχετική ερώτηση είπε ότι όταν την είδε το 2007 ήταν σε κακό χάλι και υποβασταζόμενη. Σε υποβολή ότι το 2009 ρυθμίστηκε η υγεία της και τούτο φαίνεται από το Τεκμήριο 10, το οποίο του υποδείχθηκε, απάντησε ότι δεν αναφέρεται τούτο για τα μάτια και ότι το 2007 δεν ήταν ρυθμισμένη και ήταν σε μαύρα χάλια η αποβιώσασα, συμπληρώνοντας ότι μπορεί λίγες ημέρες μετά που ρυθμίστηκε να απορρυθμιστεί και πάλι αν δεν έπαιρνε ινσουλίνη. Εξέφρασε την άποψη ότι ο θάνατος της οφείλετο στο ζαχαρώδη διαβήτη που επέφερε και το έμφραγμα που υπέστη. Επανέλαβε ότι όσον αφορά την όραση της αυτή δεν μπορούσε να βελτιωθεί και επιπρόσθετα είπε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υγιέστατη κάποια που είναι τυφλή ένεκα του διαβήτη και ούτε μπορούσε να βελτιωθεί η υγεία της σε τέτοιο βαθμό που να βρίσκεται σε φυσιολογική και φυσική κατάσταση. Ο μάρτυρας αυτός μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σαφής, ευθύς, ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ακολούθως έδωσε μαρτυρία ο Αντρέας Ιακωβίδης, ΜΕ6, αδελφός και κληρονόμος της αποβιώσασας ο οποίος ανάφερε ότι η αποβιώσασα ήταν δασκάλα στο επάγγελμα πριν συνταξιοδοτηθεί με την οποία είχαν άριστες σχέσεις μέχρι που εισήλθε στη ζωή της ο Εναγόμενος 1 και της υπέβαλε τέτοιες ιδέες που της άλλαξε τον τρόπο σκέψης και τη συμπεριφορά της. Ιδιαίτερα μετά το καρδιακό επεισόδιο που υπέστη η αποβιώσασα στις 16/10/08 απομακρύνθηκε από τα αδέλφια της και λίγους μήνες μετά έκοψε κάθε σχέση μαζί του όπως και με τους υπόλοιπους και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της. Δεν γνώριζε για το δεσμό που είχε η αποβιώσασα με τον Εναγόμενο 1 μέχρι που το 2008 διανυχτέρευσαν και κοιμήθηκαν μαζί στο σπίτι στη Λάρνακα. Εξέφρασε αμφιβολίες για την υπογραφή της Ενάγουσας στο πληρεξούσιο, Τεκμήριο 28, υπό την έννοια ότι έστω και αν από την κακή της υγεία συμπεριλαμβανομένης και της ασθένειας πάρκινσον μπορούσε να υπογράψει, σίγουρα δεν μπορούσε να διαβάσει και να γνωρίζει το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου. Επίσης είπε ότι ο λόγος που ήταν μαζί της ο Εναγόμενος 1 ήταν γιατί είχε στο μάτι την περιουσία της και όχι γιατί την αγαπούσε αφού ούτε μια φορά δεν έκλαψε στον τάφο της, ούτε και πλήρωσε την κλινική ή τον τάφο. Ο μάρτυρας αυτός μου προκάλεσε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ότι μετά το καρδιακό επεισόδιο που υπέστη η αποβιώσασα στις 16/10/08 απομακρύνθηκε από τα αδέλφια της και λίγους μήνες μετά έκοψε κάθε σχέση μαζί τους και δεν είχαν επικοινωνία. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Θεόδωρος Λοϊζου, ΜΕ7, ιατρός στο επάγγελμα με ειδικότητα παθολογία - διαβήτη. Όπως ανάφερε, την αποβιώσασα την είδε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1999 και στη συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι και λίγο χρονικό διάστημα πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψη τον Οκτώβριο του 2008 που δεν παρουσιάστηκε, για τον λόγο, όπως έμαθε αργότερα, ότι υπέστη καρδιακό επεισόδιο και νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Πάντοτε τον επισκεπτόταν με τη συνοδεία του συζύγου της. Στις 21/1/09 που τον επισκέφθηκε, συνοδευόταν από κάποιον άλλο άτομο, το πρόσωπο του οποίου δεν μπορούσε να ενθυμηθεί, ήταν καταπονημένη και είχε χάσει βάρος από την προηγούμενη φορά που την είχε δει, γύρω στα οκτώ
(8)κιλά. Η ρύθμιση του ζαχάρου της δεν ήταν καλή ενώ η επικοινωνία μαζί της δεν ήταν η καλύτερη. Συνήθως, σε μεγάλες ηλικίες, όταν είναι πολύ ψηλό το ζάχαρο και δεν είναι ρυθμισμένο, υπάρχει μια διανοητική σύγχυση. Προέβηκε σε μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης η οποία αποτελεί μία εξέταση που δείχνει το μέσο όρο του ζαχάρου τους τελευταίους τρεις μήνες. Συνέστησε στην αποβιώσασα και στον συνοδό της ότι ήταν η ώρα να σταματήσει τα χάπια και να αρχίσει ινσουλίνη. Η αποβιώσασα και ο συνοδός της αποχώρησαν λέγοντας του ότι θα το σκεφτούν. Αφού πέρασαν άλλοι πέντε περίπου μήνες, την 1/6/09 η αποβιώσασα μεταφέρθηκε υποβασταζόμενη σε κατάσταση διαβητικού κώματος με υπερβολικά ψηλό ζάχαρη. Σε αυτή την κατάσταση ο οργανισμός αφυδατώνεται και επηρεάζονται όλες οι λειτουργίες του, όπως νεφρική και υπατική και ο ασθενής πρέπει να λάβει αμέσως ινσουλίνη, υγρά, ορούς κλπ. Γι' αυτό το λόγο νοσηλεύτηκε για πέντε μέρες στην πολυκλινική Αγγελή στη Λευκωσία όπου έτυχε φροντίδας, επανερχόμενη η κατάσταση του οργανισμού της σε πολύ καλά επίπεδα και επήλθε ρύθμιση του ζαχάρου της με μία δόση ινσουλίνης lantus την ημέρα. Εξήλθε δε από τη κλινική σε καλή κατάσταση. Από τότε δεν την ξαναείδε και πληροφορήθηκε από τους συγγενείς της, που τον επισκέφθηκαν και του ζήτησαν ιατρική αναφορά, ότι απεβίωσε. Όπως, παραστατικά και χαρακτηριστικά, εξήγησε, ο διαβήτης επηρεάζει από τις τρίχες της κεφαλής μέχρι τα νύχια των ποδιών, θέλοντας να καταδείξει ότι επηρεάζει όλα τα ζωτικά όργανα και λειτουργίες του οργανισμού του ανθρώπου. Όπως περαιτέρω διευκρίνισε και επεξήγησε, αν βρίσκεται, ένεκα του πολύ ψηλού ζαχάρου, σε κώμα, τότε δεν ξέρει τι κάνει, αν βρίσκεται σε προκωματική κατάσταση τότε εν μέρει έχει αντίληψη και εν μέρει δεν έχει αντίληψη. Ακόμα ανάφερε ότι με την ορολογία «γνωσιακή λειτουργία εξασθενημένη» εννοεί ότι ίσως η αποβιώσασα δεν αντιλαμβανόταν ακριβώς τη σημασία ότι έπρεπε να λάβει ινσουλίνη για να μπορέσει να κρατηθεί στη ζωή, αφού αν δεν επέλθει ισορροπία του ζαχάρου τότε υπάρχει άμεσος κίνδυνος εγκεφαλικού ή καρδιακού επεισοδίου. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι γενικά, μέχρι και την τελευταία φορά που την είδε, τον Ιούνιο του 2008, πριν από το ραντεβού του Οκτωβρίου του 2008, που δεν πραγματοποιήθηκε λόγω του ότι η αποβιώσασα υπέστη καρδιακό επεισόδιο, ήταν σε καλή ρύθμιση το ζάχαρο της αφού η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ήταν 7.3 και θεωρείται κάποιος ότι έχει πολύ καλή ρύθμιση όταν είναι κάτω από το
- Δεν μπορούσε να γνωρίζει για την οπτική οξύτητα της αποβιώσασας και σύμφωνα με τις σημειώσεις του είχε μικρή διάταση των αγγείων την τελευταία φορά που την είδε και κατ' εκείνη την στιγμή τουλάχιστον, δεν παρουσίαζε αιμορραγία στο μάτι που μπορεί να επέλθει σε κάποιο διαβητικό. Όπως ανάφερε, μετά την εισαγωγή της στην κλινική και αφού έλαβε ινσουλίνη, υγρά και ορρούς έγινε ρύθμισης των ηλεκτρολυτών του οργανισμού, κάλλιο, νάτριο και χλώριο, αποκτώντας έτσι τις βασικές λειτουργίες και μπορούσε να κινείται χωρίς να χρειαζόταν να υποβασταζόταν, όμως δεν την είδε στη συνέχεια για να γνωρίζει σε ποια κατάσταση βρισκόταν. Με άλλα λόγια, όπως είπε, ήρθε σε φορείο και βγήκε με τα πόδια και χαρακτήρισε το επεισόδιο της από τα χειρότερα αναφέροντας ότι ήταν πάρα πολύ παραμελημένη περίπτωση. Όμως όταν γίνεται διάγνωση του διαβήτη το 70% των πασχόντων έχουν ήδη μια επιπλοκή, σύμφωνα με μεγάλη Αμερικανική έρευνα, και συνεπώς υπάρχουν επιπλοκές οι οποίες καμιά φορά δεν μπορούν να τις δουν. Δεν γνώριζε, ανάφερε, τι άλλα προβλήματα πιθανόν να είχε εξερχόμενη από την κλινική τη δεδομένη στιγμή. Ο μάρτυρας αυτός με περισσή σαφήνεια ανάφερε όλη τη διαδρομή της υγείας της για όλα τα χρόνια που την παρακολουθούσε όπως και με κάθε ειλικρίνεια και ευθύτητα αναφέρθηκε στα διάφορα περιστατικά και προβλήματα που αντιμετώπισε η αποβιώσασα. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Εκεί όμως που αναφέρεται στην όραση της προτιμώ την μαρτυρία του ΜΕ5 ως εκ της ειδικότητας του ως οφθαλμίατρος. Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 1, ΜΥ1 και τέσσερεις άλλες μάρτυρες. Κατά τον Εναγόμενο 1 γνώρισε την αποβιώσασα περί το 1990 όταν η τελευταία αγόρασε κάποια είδη από το κατάστημα ειδών υγιεινής διατροφής που διατηρούσε στη Λεμεσό, όπου και διέμενε, ενώ λίγο καιρό αργότερα συνήψαν δεσμό. Αφού πέρασε ο καιρός και η σχέση τους δυνάμωνε, η αποβιώσασα κατά το έτος 1994 πώλησε στον Εναγόμενο 1 ένα ακίνητο στην περιοχή Governor's Beach στη Λεμεσό για το ποσό των £2.000, το οποίο ποσό χρησιμοποιήθηκε για την διαβίωση και διασκέδαση τους. Τα χρόνια περνούσαν χωρίς να τους ενοχλεί κανείς και κατόπιν παράκλησης της αποβιώσασας το 2003 μετακόμισε στη Λευκωσία, κοντά όπου διέμενε η αποβιώσασα, και λειτούργησε κατάστημα ειδών υγιεινής διατροφής και αντικών. Τα πράγματα κυλούσαν ομαλά, η αποβιώσασα πηγαινοέρχετο στο κατάστημα του, έβγαιναν μαζί για φαγητό και διασκέδαση και λειτουργούσαν ως αντρόγυνο αφού στην ουσία ο γάμος της ήταν νεκρός. Η σχέση και η μεταξύ τους κατανόηση και εμπιστοσύνη ήταν σε τέτοιο βαθμό που το 2005 τον εγγυήθηκε σε δάνειο για το οποίο κινήθηκε η αγωγή 1877/05 Ε.Δ. Λεμεσού το οποίο εξοφλήθηκε στις 29/2/09 και απελευθερώθηκε η ακίνητη περιουσία της από σχετική επιβάρυνση. Ήταν τόση η αγάπη μεταξύ τους που έκαστος εξ' αυτών έκανε διαθήκη το 2006 με μοναδικό δικαιούχο τον άλλο. Αναφερόμενος στα προβλήματα υγείας, διαβήτη και όρασης που είχε η αποβιώσασα είπε ότι αυτά πρακτικά ήταν ανύπαρκτα γιατί ακολουθούσε τις οδηγίες του ΜΕ
- Μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 που υπέστη το έμφραγμα δεν συζήτησαν για οικονομικά θέματα, εκτός των διαθηκών ενώ όταν εξήλθε από το νοσοκομείο επειδή η αποβιώσασα ήθελε όπως μόνο αυτός επωφεληθεί από την περιουσία της, υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 28 το οποίο πιστοποίησε ο Εναγόμενος
- Αναφερόμενος στην κατάσταση υγείας της γι' αυτή την περίοδο είπε ότι μπορεί να ήταν λίγο κακόκεφη αλλά ο οργανισμός και η αντίληψη της λειτουργούσαν κανονικά. Η υγεία της αν και έπαιρνε τα χάπια της δεν ήταν καλή. Τελικά τον Ιούνιο του 2009 μεταφέρθηκε στην κλινική «Αγγελή» όπου αφού πείστηκε από τον ΜΕ7 και έλαβε ινσουλίνη, μετά που 5-6 ημέρες εξήλθε της κλινικής με μεγάλη, προς το καλύτερο διαφορά. Στη συνέχεια προτίμησε να μεταβαίνει στο νοσοκομείο όπου λάμβανε δωρεάν ιατρική φροντίδα, ως δικαιούχος συνταξιούχος δασκάλα. Σε αυτό το διάστημα την έβλεπε να παίρνει τα χάπια της αλλά δεν του εξήγησε κανένας ότι έπρεπε να παίρνει ινσουλίνη έτσι ώστε να έχει την έγνοια της και να φροντίζει να την λαμβάνει αφού ήταν αναγκαία. Για να καταδείξει το πραγματικό ενδιαφέρον που είχε γι' αυτή (ακόμη και μετά το θάνατο της), είπε ότι αυτός υπέγραψε στο νεκροτομείο για να πάρει το άψυχο σώμα της και ότι τα έξοδα της κηδείας της καθώς και τα έξοδα της αγγελίας θανάτου της στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» αυτός τα πλήρωσε. Κατά την αντεξέταση επέμενε στην εκδοχή του που καταγράφεται σε γενικές γραμμές πιο πάνω στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι συνθήκες υπογραφής του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο
- Συγκεκριμενοποίησε ότι η σχέση τους δημιουργήθηκε 1-2 μήνες μετά την πρώτη γνωριμία, έμαθε από αυτή ότι ήταν συνταξιούχος δασκάλα 1, 2, 3 χρόνια μετά, του ανάφερε κατά την περίοδο μετά που γνωρίστηκαν ότι είχε ένα οικόπεδο και το σπίτι της στη Λευκωσία και ένα χωράφι στο Governor's Beach. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης ανάφερε ότι «μετά από κάμποσο καιρό» «7-8 χρόνια» του είπε και για το επίδικο σπίτι στη Λάρνακα. Το οικόπεδο στην Αγλαντζιά εξήγησε ότι του το πώλησε το 2005 και την πλήρωσε σε μετρητά £50.
- Όσον αφορά την όραση της κατ' αυτόν δεν είχε κανένα πρόβλημα και ουδέποτε του ανάφερε ότι έκανε εγχείρηση στα μάτια ενώ από ευγένεια δεν την ρώτησε για τα χέρια της που έτρεμαν όπως και γενικά για την υγεία της. Μετά που πέθανε πληροφορήθηκε ότι είχε «Parkinson». Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν μαζί με την αποβιώσασα για να αποσπάσει την περιουσία της όπως αρνήθηκε υποβολές ότι η Ενάγουσα ήταν πρακτικά τυφλή και απέσπασε την υπογραφή της με δόλο και ότι κυριάρχησε επί της θέλησης της. Εξήγησε ότι οι €150.000 που αγόρασε την οικία ήταν από δάνειο από τον αδελφό του ο οποίος τον εξανάγκασε να κάνει δάνειο €300.000 από την ΣΠΕ Λήδρας στη Λευκωσία και να τον εξοφλήσει σε δύο εβδομάδες. Γι' αυτό το θέμα της πώλησης της οικίας ο κ. Τυπογράφος του υπέβαλε, ότι σε διαδικασία αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην υπόθεση αρ. 6615/09 Ε. Δ. Λευκωσίας κατά την αντεξέταση του δεν είπε ότι του το πώλησε η αποβιώσασα αλλά ότι του το δώρισε. Αρνούμενος τούτο ανάφερε ότι είπε ότι ήθελε η αποβιώσασα να του το δώσει εννοώντας να του το πωλήσει. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση για τις συνέπειες της διαθήκης που έκανε η αποβιώσασα στις 12/10/06, όπως έκανε και ο ίδιος, όπως ισχυρίζεται, απάντησε ότι δεν γνώριζε τι ποσοστό θα έπαιρνε στην περίπτωση που ζούσε ο σύζυγος της και αν το γνώριζαν θα έβρισκαν άλλο τρόπο. Επί τούτου σε άλλο μέρος της αντεξέτασης του είπε ότι, όταν έμαθε η αποβιώσασα ότι θα έπαιρνε και ο σύζυγος της από την περιουσία της, όπως της είπε και ο ίδιος που τον έβαλε να μάθει, η ίδια αποφάσισε να του το πωλήσει για να αποκλείσει το σύζυγο της και να διαθέσει τα χρήματα όπως η ίδια ήθελε. Στην ερώτηση αν γνώριζε κατά την κατάρτιση της διαθήκης από την αποβιώσασα ότι είχε ακίνητο στη Λάρνακα, απάντησε ότι μπορεί να μην το γνώριζε, ενώ σε άλλη ερώτηση είπε ότι το έμαθε τα τελευταία 3-4 χρόνια, εννοώντας πριν το θάνατο της. Στη συνέχεια σε άλλη ερώτηση ότι το έμαθε πριν το 2006 απάντησε μετά, ενώ σε άλλη ερώτηση είπε ότι το έμαθε όταν αρρώστησε το 2006-
- Στο σπίτι όμως στη Λάρνακα πήγαιναν μαζί με την αποβιώσασα 5-6 χρόνια πριν το θάνατο της. Επίσης ήταν σε γνώση του ότι είχε λεφτά στην τράπεζα. Τέλος, τους τελευταίους 3-4 μήνες πριν από το θάνατο της έμενε μαζί της κάποιες ημέρες της εβδομάδας και της είχαν εξασφαλίσει και οικιακή βοηθό. Η μαρτυρία το όσον αφορά τη γνωριμία του και από πότε συνήψε δεσμό με την αποβιώσασα και ότι συνέχισαν να είναι μαζί μέχρι και το θάνατο της γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του όσον αφορά την υγεία της αποβιώσασας και σε πια κατάσταση βρισκόταν η αποβιώσασα όταν υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο Τεκμήριο 28 δεν γίνεται αποδεκτή καθ' ότι δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς και μάρτυρας της αλήθειας. Ενώ και οι δύο ιατροί ανάφεραν τη σοβαρότητα της υγείας της και πως επηρέαζε τις δραστηριότητες και την αντίληψη της, τόσο εξ αιτίας της όραση της, που πρακτικά θεωρείτο τυφλή, κατά τον ΜΕ5 όσο και σε σχέση με τη διαύγεια του πνεύματος της, όταν το ζάχαρο της ήταν ψηλό, κατά τον ΜΕ7, ο οποίος αναφέρθηκε στο ειδικό τεστ που υπέβαλε την αποβιώσασα στις 21/1/09, εντούτοις προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η κατάσταση της υγείας της ήταν καλή, δηλαδή ότι ο οργανισμός και αντίληψη της λειτουργούσαν κανονικά και μόνο λίγο κακόκεφη ήταν κατά την περίοδο εκείνη που υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο. Ενώ του είχε αναφερθεί από τον ιατρό Λοϊζου στις 21/1/2009 ότι θα έπρεπε να λαμβάνει ινσουλίνη η αποβιώσασα, σε μεταγενέστερο στάδιο που αρρώστησε, ως πιο πάνω αναφέρεται, είπε ότι δεν του είχε αναφέρει κανένας τη σημασία που είχε για την αποβιώσασα να παίρνει ινσουλίνη έτσι ώστε να έχει έγνοια για τούτο. Επίσης, ενώ όπως ανέφερε δεν γνώριζε τι ποσοστό θα έπαιρνε από τη διαθήκη της αποβιώσασας όταν καταρτίζετο σε περίπτωση που αυτή πέθαινε και ζούσε ο σύζυγος της και αν το γνώριζαν θα εύρισκαν άλλο τρόπο για να έπαιρνε μόνο αυτός ολόκληρη την περιουσία και να αποκλείετο ο σύζυγος της, κατά την αντεξέταση είπε ότι όταν το έμαθε η αποβιώσασα ότι θα έπαιρνε και ο σύζυγος της από την περιουσία της, όπως της είπε και ο ίδιος που τον έβαλε να μάθει, η ίδια αποφάσισε να του το πωλήσει για να αποκλείσει τον σύζυγο της και να διαθέσει τα χρήματα της όπως ήθελε. Τα πιο πάνω όμως, καταδεικνύουν, σύμφωνα με τη λογική του πράγματος, ότι δεν θα ήταν δυνατό ο δικηγόρος που τους έκανε τη διαθήκη να μην τους εξήγησε το ποσοστό που η αποβιώσασα μπορούσε να διαθέσει με τη διαθήκη όταν καταρτίστηκε αυτή το 2006 και να το έμαθε μετά που υπέστη το καρδιακό επεισόδιο στις 16/10/08, που ας σημειωθεί δεν ανέφερε από ποιον, που αντιλαμβανόμενος το ψέμα του αυτό προσπάθησε να το καλύψει λέγοντας ότι της το είπε ο ίδιος αφού τον είχε βάλει να μάθει περί τούτου. Ακόμη, πως ήταν δυνατό να μην γνώριζε τι έγιναν τα χρήματα που υποτίθεται ότι της έδωσε για την αγορά τόσο του επίδικου ακινήτου όσο και του άλλου στη Λευκωσία όταν σχεδόν ήταν το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο ήταν σε συνεχή επαφή και με βάση τόσο αυτό το πληρεξούσιο όσο και το άλλο της τράπεζας ήταν αυτός που διαχειρίζετο τα οικονομικά και γενικότερα τα περιουσιακά της στοιχεία. Ως εκ τούτου απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ως ΜΥ2 κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Νικόλας Παφίτης υπάλληλος της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, νυν Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος κατάθεσε το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 24, με βάση το οποίο μπορούσε ο Εναγόμενος 1 να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων από το λογαριασμό που είχε η αποβιώσασα καθώς και τα Τεκμήρια 25 και
- Δεν γνώριζε να αναφερθεί στις συνθήκες υπογραφής του πληρεξουσίου εγγράφου. Λέγοντας την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου δεν πρόσφερε οτιδήποτε το ουσιαστικό για την υπόθεση. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Χαράλαμπος Αποστολίδης, ΜΥ3, ο οποίος εργάζετο τότε στην ίδια τράπεζα που εργάζετο και ο ΜΥ2 και ήταν ένα από τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στην υπογραφή του Τεκμηρίου 24 και αναφέρθηκε στις συνθήκες υπογραφής του. Συγκεκριμένα αφού έλαβε το πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο είναι τυποποιημένο και αφού συμπληρώθηκε με τα αναγκαία στοιχεία της πληρεξουσιοδοτούσας από άλλο υπάλληλο, μετέβη στο αυτοκίνητο που βρισκόταν η αποβιώσασα και αφού με ευγένεια είπε στον Εναγόμενο να απομακρυνθεί κάπως, το έδωσε στην αποβιώσασα η οποία το υπέγραψε αφού προηγουμένως της το διάβασε, δηλαδή, όπως είπε, ουσιαστικά της εξήγησε ότι ο Εναγόμενος 1 θα μπορούσε να αποσύρει λεφτά από τον λογαριασμό της, και αυτή του απάντησε ότι αυτό ήθελε αφού η ίδια δεν μπορούσε να μεταβαίνει στην τράπεζα λόγω προβλημάτων υγείας. Κατά την άποψη του, από τη συζήτηση που είχε μαζί της, είχε σώας τα φρένας και δεν δυσκολεύτηκε να υπογράψει αν και δεν ήταν γρήγορη. Σε ερώτηση εάν έτρεμε το χέρι της όταν υπέγραφε απάντησε «Μπορεί και εμένα το χέρι μου να τρέμει» και στην επόμενη ίδια ερώτηση είπε «Νομίζω σε τέτοια ηλικία σχεδόν όλου του κόσμου τρέμει το χέρι του. Αυτή είναι η γνώμη μου.» Σε άλλη ερώτηση εάν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την όραση της απάντησε όχι. Στην υποβολή ότι ήταν πρακτικά τυφλή απάντησε «όχι γιατί η κα Μαρία δεν ήταν τυφλή. Είμαι 1000% γι' αυτό το πράγμα γιατί σας είπα και μετά ερχόταν με τον κύριο και περπατούσαν μαζί, πως ήταν τυφλή» δηλαδή μετά που υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο μετέβαιναν μαζί στην τράπεζα. Σε άλλες ερωτήσεις απάντησε ότι δεν θυμόταν πόσες φορές πήγαν μαζί στην τράπεζα και νομίζει ήταν μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου που πήγαιναν μαζί στην τράπεζα. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ΜΕ5 ο οποίος ανάφερε ότι η αποβιώσασα ήταν πρακτικά τυφλή. Μετά ενώ αρχικά είπε ότι της διάβασε το πληρεξούσιο έγγραφο ακολούθως είπε ότι της το εξήγησε. Επίσης ενώ είναι προφανές από την υπογραφή της, ένεκα της ασθένειας «Parkinson», ότι υπάρχει κάποια δυσκολία να υπογράψει, είπε ότι δεν δυσκολεύτηκε αλλά δεν ήταν γρήγορη. Ακόμα ενώ ο λόγος για τον οποίο έγινε το πληρεξούσιο ήταν τα προβλήματα υγείας που καθιστούσαν δύσκολη τη μεταβίβαση της στην τράπεζα, στη συνέχεια είπε ότι μετέβαινε μαζί με τον Εναγόμενο 1 στην τράπεζα και μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου για να απαντήσει σε σχετική ερώτηση ότι νόμιζε ότι μετέβαινε στην τράπεζα και μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου. Απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Άλλος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Γιαννάκης Πανάγος, ΜΥ4, ο οποίος εργάζεται στο φόρο εισοδήματος και συγχωριανός του Εναγομένου 1 ο οποίος ανάφερε ότι τους είδε να τρώνε μαζί μερικές φορές καθώς και μια φορά στο κτήριο του φόρου εισοδήματος όπου συμπληρώνονται οι φόρμες απαλλαγής καθότι όπως του είπαν δεν δέχονταν τον πληρεξούσιο έγγραφο που έκανε η αποβιώσασα στον Εναγόμενο 1 και την ήθελαν και αυτή. Ο μάρτυρας αυτός ανάφερε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Αντρέας Παναγιώτου, ΜΥ5, γραφολόγος, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε και ο οποίος κατάθεσε ως Τεκμήριο 29 έκθεση εμπειρογνωμοσύνης για την υπογραφή στο πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 28, σύμφωνα με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή ανήκει στην αποβιώσασα. Αφού εξέτασα τα προσόντα, τις γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμά του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (βλ. υποθέσεις Ευαγγέλου κ.α. ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 57, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, R.K.B. LEADERGOODS LTD. ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244 και Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1285), κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του. Επομένως η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητάς του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cements Works v. Stavrou
(1983)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Σ΄ αυτή την περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Andreas Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Pouris and another v. R.
(1980)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, Yiannis N. Erimodis Estates Ltd. κ.α. ν. Χριστοδουλίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 926, Χριστοφίδης ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Βασίλης Τσαγγαρίδης ν. Ανδρέα Αυγουστή
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 528, Νεόφυτος Χαραλάμπους ν. Χαράλαμπου Αβραάμ κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1441, Χλόη Κυριάκου ν. ΄Αννας Γρίβα
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 825, Conway v. Ηλία
(2003)1 Α.Α.Δ. 540, Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 692, Καούρης v. Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 148, Πελεκάνος κ.ά. v. Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298 και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. ΄Εφεση 316/10, ημερομηνίας 21/2/13). ΄Οσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μια υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψή του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι ο μάρτυρας εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, με βάση τα οποία έλεγξα την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, τα οποία κρίνω ότι είναι ορθά, αφού παρουσίασε άρτια και με επάρκεια τούτα, δίνοντας πλήρεις εξηγήσεις για τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει ότι η υπογραφή στο πληρεξούσιο έγγραφο ανήκει στην αποβιώσασα. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα ευρήματα μου είναι τα ακόλουθα. Η Μαρία Ν. Λάμπρου γεννήθηκε στις 8/3/1930, σύμφωνα με το Τεκμήριο 10 και απεβίωσε στις 3/7/09, Τεκμήριο 3, σε ηλικία 79 ετών, στη Λευκωσία όπου διέμενε αφήνοντας σύζυγο και αδέλφια. Τα έξοδα της κηδείας στην Ιερά Μητρόπολη Κιτίου, Τεκμήριο 20, καθώς και την αγγελία θανάτου της στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», Τεκμήριο 21, πλήρωσε ο Εναγόμενος
- Οι κληρονόμοι της όρισαν ως διαχειριστή το Δικηγόρο Βάσο Θεοδώρου, Ενάγοντα, στον οποίο χορηγήθηκαν έγγραφα διαχείρισης στις 25/8/09 στη διαχείριση αρ. 453/09, Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας αφού πληροφορήθηκε από τους κληρονόμους της ότι η αποβιώσασα είχε ακίνητη περιουσία εκτός αλλού και στη Λάρνακα, υπέβαλε αίτηση έρευνας στο Κτηματολόγιο, Τεκμήριο 5, καταβάλλοντας τα νενομισμένα τέλη, Τεκμήριο 5Α. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου, Τεκμήριο 6, η αποβιώσασα ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 10/1247, Τεμάχιο 1041 στην ενορία Σωτήρος Λάρνακας, Τεκμήριο 4, το οποίο πώλησε στον Εναγόμενο 1 στις 23/12/08 αντί του ποσού των €150000, Τεκμήριο 15 και αποξενώθηκε και ενεγράφη σε αυτό στις 15/1/09, Τεκμήριο 14, δια πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 22/11/08 προς τον Εναγόμενο 1, Τεκμήριο 28, (το οποίο κατατέθηκε και ως Τεκμήριο 7 και 16). Αποξένωση έγινε με το ίδιο πληρεξούσιο έγγραφο και ενός ακινήτου στη Λευκωσία. Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής και έφερε στην επιφάνεια τα γεγονότα που ακολουθούν. Να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος 2 δέχθηκε απόφαση εναντίον του όπως και στην αγωγή αρ. 6615/09 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τεκμήρια 2 και
- Ο Εναγόμενος 1, το έτος 1990, ηλικίας, τότε, σαράντα ετών, διατηρούσε κατάστημα πώλησης ειδών υγιεινής διατροφής στη Λεμεσό, όταν τον επισκέφθηκε η αποβιώσασα, ηλικίας, τότε, περίπου εξήντα ετών, για να αγοράσει σχετικά προϊόντα. Αυτή η συνάντηση, η οποία δεν ήταν η μοναδική αλλά ακολούθησαν και άλλες, τακτικές, έμελλε να σφραγίσει στη συνέχεια την πορεία τους αφού η γνωριμία τους εξελίχθηκε μετά από δύο-τρεις μήνες σε δεσμό. Μερικά χρόνια αργότερα, ήτοι το 1994, και αφού συνέχιζαν να είναι μαζί, η αποβιώσασα πώλησε ένα ακίνητο στην περιοχή Governor's Beach στον Εναγόμενο 1 για το ποσό των ΛΚ2.000 το οποίο ξοδεύτηκε στη διασκέδαση και στην καλοπέραση τους. Το 2003, μετά από προτροπή της αποβιώσασας, ο Εναγόμενος 1 μετακόμισε, εγκαταστάθηκε και μετέφερε το κατάστημα του κοντά στην κατοικία της αποβιώσασας και έκτοτε ουσιαστικά ήταν μαζί. Η αποβιώσασα το 2005 προέβη σε πώληση στον Εναγόμενο 1 ενός άλλου ακινήτου της ενώ στις 12/10/2006 κατάρτισε διαθήκη με την οποία έδιδε όλη την περιουσία της στον Εναγόμενο 1, Τεκμήριο
- Ταυτόσημη διαθήκη, κατάρτισε και ο Εναγόμενος 1 προς όφελος της αποβιώσασας, Τεκμήριο
- Ακόμη ένα ακίνητο της αποβιώσασας το οποίο είχε επιβαρυνθεί με «ΜΕΜΟ», μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της ως εγγυήτριας του Εναγομένου 1 στην αγωγή αρ. 1877/05 Ε. Δ. Λεμεσού φαίνεται να ακυρώθηκε στις 29/1/09 σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Η αποβιώσασα παρακολουθείτο από τον Φεβρουάριο του 1999 μέχρι και τον Ιούνιο του 2009, από τον ιατρό Θεόδωρο Λοϊζου, παθολόγο - διαβητολόγο, γιατί έπασχε από διαβήτη (βλ. και Τεκμήριο 10), και την είχε δει δύο φορές, μία το 2005 (βλ. και Τεκμήριο 9) και μία το 2007 ο ιατρός Φώτος Αλεξάνδρου, οφθαλμίατρος, γιατί έπασχε με τα μάτια της. Επιπλέον υπέφερε από την ασθένεια Parkinson. Σύμφωνα με τον ιατρό Αλεξάνδρου (βλ. και Τεκμήρια 8 και 9), από το ιστορικό της και την εξέταση που της έκανε, διεφάνη ότι είχε υποβληθεί σε θεραπεία διαβητικής αμφιβληστοειδοπάθειας με λέιζερ στη Λεμεσό όπου και παρακολουθείτο μέχρι τη στιγμή που τον επισκέφθηκε. Κατά την πρώτη εξέταση διαπιστώθηκε ότι η πιο πάνω πάθηση ήταν σε προχωρημένη μορφή και υπήρχε οίδημα στην ώχρα κηλίδα. Ως συνέπεια τούτου είχε πολύ χαμηλή όραση. Στο δεξί μάτι η μέτρηση δαχτύλων ήταν στα 3 μέτρα και στο αριστερό στα 2 μέτρα. Δηλαδή με βάση τη νομοθεσία που θεωρείται τυφλό ένα άτομο αυτό που έχει έλλειψη όρασης στα 6,60, αυτή να έχει χειρότερη όραση από το 6,
- Όταν τον ξαναεπισκέφθηκε το 2007 με τη συνοδεία των αδελφών της, διαπίστωσε επιδείνωση της πάθησης της υπό την έννοια της νεοαγγείωσης και κάποιων ινωδών ιστών που παρουσιάζει το τελικό στάδιο της πάθησης αυτής. Η μέτρηση δαχτύλων ήταν στο ένα μέτρο και στα δύο μάτια. Δεν υπήρχε περίπτωση βελτίωσης της όρασης της με τη λήψη οποιουδήποτε φαρμάκου καθότι η συγκεκριμένη πάθηση βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο. Η πορεία ήταν φθίνουσα όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, ιδίως στο μη ρυθμιζόμενο διαβήτη όπως είχε η αποβιώσασα. Συνήθως δε ένας μη ρυθμιζόμενος διαβήτης οδηγεί στην τύφλωση χωρίς περιθώρια βελτίωσης με οποιαδήποτε θεραπεία. Η αποβιώσασα δεν μπορούσε να διαβάσει κείμενο διότι παρουσίαζε διαβητική ωχροπάθεια και δεν μπορούσε να συνεννοηθεί εύκολα μαζί της, αφού, όπως είπε και ο ιατρός Λοϊζου, όταν ο διαβήτης είναι σε ψηλά επίπεδα το πρόσωπο που πάσχει από διαβήτη κάποτε αντιλαμβάνεται και κάποτε δεν αντιλαμβάνεται. Στις 16 Οκτωβρίου του 2008 υπέστη καρδιακό επεισόδιο ένεκα του οποίου χρειάστηκε να παραμείνει στο νοσοκομείο για μερικές ημέρες και ακολούθως να πάρει εξιτήριο. Μετά από αυτό το επεισόδιο, η επικοινωνία με τα αδέλφια της ήταν περιορισμένη ενώ λίγους μήνες αργότερα, έπαυσε να υπάρχει εντελώς κάθε επικοινωνία μεταξύ τους. Στις 20/11/08 η αποβιώσασα υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 28, με το οποίο πληρεξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο να προβαίνει αντ' αυτής σε όλες τις πράξεις που θα προέβαινε αυτή. Με αυτό το πληρεξούσιο προέβη στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στις 23/12/08 με τη διπλή ιδιότητα του δικαιοπάροχου και του δικαιοδόχου, Τεκμήριο
- Στις 21/1/09, η αποβιώσασα συνοδεία του Εναγομένου 1, επισκέφθηκε τον ιατρό Λοϊζου ο οποίος διαπίστωσε ότι ήταν καταπονημένη, είχε χάσει βάρος περίπου οκτώ κιλών από την τελευταία φορά που την είχε δει, η ρύθμιση του ζαχάρου της δεν ήταν καλή και η επικοινωνία μαζί της δεν ήταν η καλύτερη αφού ένεκα του ζαχάρου είχε κάποια διανοητική σύγχυση. Από τη μέτρηση της γλυκοζηλιωμένης αιμοσφαιρίνης στην οποία προέβη ο γιατρός, η οποία αποτελεί μια εξέταση που δείχνει τον μέσο όρο του ζαχάρου τους τελευταίους τρεις μήνες, διαπιστώνεται ότι το ζάχαρο της αποβιώσασας από τις 21/10/2008 περίπου μέχρι και την ημέρα που έγινε η εξέταση, ήταν ψηλό. Συνέστησε σ' αυτή και στον Εναγόμενο 1 που την συνόδευε, όπως σταματήσει τα χάπια και αρχίσει ινσουλίνη. Αυτοί του απάντησαν ότι θα το σκεφτούν. Αφού πέρασαν πέντε περίπου μήνες, την 1/6/2009 η αποβιώσασα μεταφέρθηκε σε αυτόν υποβασταζόμενη σε κατάσταση διαβητικού κώματος με υπερβολικά ψηλό ζάχαρο. Σε αυτή την κατάσταση ο οργανισμός αφυδατώνεται και επηρεάζονται όλες οι λειτουργίες του γι' αυτό και ο ασθενής πρέπει να λάβει αμέσως ινσουλίνη, υγρά και ορρούς. Ως εκ τούτου νοσηλεύτηκε στην πολυκλινική Αγγελή από την 1/6/09 μέχρι τις 5/6/09, Τεκμήριο 17, όπου αφού έτυχε φροντίδας επανήλθε η κατάσταση του οργανισμού της σε πολύ καλά επίπεδα και επήλθε ρύθμιση του ζαχάρου της με μια δόση ινσουλίνης lantus την ημέρα. Εξήλθε από την κλινική, τα έξοδα της οποίας κατέβαλε ο αδελφός της Νίκος Ιακωβίδης, σε καλή κατάσταση, ως αναφέρεται και ανωτέρω, στις 5/6/
- Έζησε για περίπου ένα
(1)μήνα και απεβίωσε όπως αναφέρεται ανωτέρω στις 3/7/09 σε ηλικία 79 ετών, Τεκμήριο
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η εξέταση της υπόθεσης, θα κινηθεί στα πλαίσια των δικογραφημένων ισχυρισμών όπως προτάσσει η νομολογία (Παναγιώτης Παρλάτα v. Στέλλας Δημητρίου, Πολ. Έφεση Αρ. 387/09, ημερ. 21/5/14). Δύο είναι οι βάσεις αγωγής, όπως τελικά διαμορφώθηκαν από τη γραμμή του Ενάγοντα από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προώθησε με την αγόρευση του ο δικηγόρος του. Η πρώτη στηρίζεται στο δόλο και η δεύτερη στη ψυχική πίεση, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 20/11/08, Τεκμήριο 28, με βάση το οποίο ο Εναγόμενος 1 πώλησε ως δικαιοπάροχος και αγόρασε ως δικαιοδόχος το επίδικο ακίνητο, ιδιοκτησίας της πληρεξουσιοδοτούσας και αποβιώσασας Μαρίας Ν. Λάμπρου, για το ποσό των €150.
- Άσχετα με ότι προβλέπεται από το σχετικό νόμο, για τις προϋποθέσεις που πρέπει ο προβαίνων στην πιστοποίηση να τηρήσει, από τη στιγμή που η υπογραφή σε αυτό δεν αμφισβητείται ή αναγνωρίζεται ως η υπογραφή του πληρεξουσιοδοτούντος, τα όσα αφορούν την πιστοποίηση της υπογραφής του πληρεξουσιοδοτούντος καθίστανται άνευ σημασίας. Άλλο είναι το ζήτημα των συνθηκών υπογραφής του πληρεξουσιοδοτούντος, όπως στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση. Για τη σύμβαση πληρεξουσίου εγγράφου πρόνοια γίνεται στα άρθρα 142-198 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ.
- Το άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 αναφέρεται στις συμφωνίες που συνιστούν συμβάσεις. Μια από τις προϋποθέσεις για έγκυρη σύμβαση είναι η ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι η έννοια της οποίας δίδεται στο άρθρο 11 του ΚΕΦ. 149, στοιχείο της οποίας αποτελεί να έχει κάποιος σώας τα φρένας. Πρόνοια για το ποιος έχει σώας τα φρένας καταγράφεται στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου. Άλλο στοιχείο μιας έγκυρης σύμβασης είναι η συναίνεση των συμβαλλομένων μερών η οποία πρέπει να είναι ελεύθερη. Θεωρείται ελεύθερη σύμφωνα με το άρθρο 14 του πιο πάνω νόμου όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18 ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Ο ΔΟΛΟΣ Ο δόλος συνίσταται στην παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, με γνώση της αναλήθειας του καθώς και οποιαδήποτε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση άλλου προσώπου. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρία Ιακώβου v. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 922, 1003 επισημαίνεται ότι ο όρος δόλος, αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά σε σχέση με απόκτηση χρηματικού ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Είναι δε αρκετό να αποδειχθούν μερικές από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. ALOCAY HOLDINGS Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του δόλου: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ΄ ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 CLR 547. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.» Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός κατά την κοινή του έννοια, με τη συνήθη χρήση του στην αγγλική γλώσσα και υπονοείται κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255 και Re Companies Acts, Ex. P. Watson [1888] 21Q.B.D. 301, 309 τα οποία υιοθετήθηκαν στην απόφαση Συμεών Μ. Συμεών v. Χριστάκης Γεωργίου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη
(2011)1 Α.Α.Δ. Όταν ο Ενάγοντας έχει ως βάση αγωγής το δόλο πρέπει να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε εντίμως στη δήλωση που έκανε ή στη παράσταση γεγονότος που προέβαλε. Είναι αρκετό να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος υποψιαζόταν ότι η δήλωση του πιθανό να ήταν ανακριβής ή ότι αμελούσε να διερευνήσει τη ορθότητα της. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leak & Jacobs Precentents and Pleadings 12η έκδοση σελ. 809 και 810, ο ενάγων θα πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι αυτός έχει ένα πολύ καλύτερο ισχυρισμό από αυτό του Εναγομένου επί του θέματος. Σχετικά είναι και όσα αναφέρονται στην υπόθεση Bakers v. Bakers
(1950)2 All E.R. 438 και 439. Η μαρτυρία επί του προκειμένου, ένεκα του ότι ο δόλος είναι σοβαρή κατηγορία που εμπεριέχει και ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί (βλ. Jonesco v. Beard
(1930)A.C. 298 και 301). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας στην παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης πρόβαλε ότι ο Εναγόμενος 1 παρέστηκε ή/και διαβεβαίωσε την αποβιώσασα ότι το έγγραφο που υπέγραφε θα του επέτρεπε να διαχειρίζεται τα θέματα που αφορούσαν την περίθαλψη, την υγεία της και τη συντήρηση της ενώ εγνώριζε ότι ήταν αναληθές και επρόκειτο για γενικό πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο του έδινε την ευχέρεια και την εξουσία να πράξει ότι ήθελε με την περιουσία της. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία όμως δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Εναγόμενος ανάφερε στην αποβιώσασα ότι επρόκειτο για έγγραφο με το οποίο θα διαχειριζόταν θέματα καθημερινότητας όπως περιγράφονται ανωτέρω. Ως εκ τούτου δεν έχει αποδειχθεί δόλος εκ μέρους του Εναγομένου 1 στα πλαίσια του ισχυρισμού και μόνο, που καταγράφεται στην παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης. ΨΥΧΙΚΗ ΠΙΕΣΗ Σε ότι αφορά τη ψυχική πίεση, ορισμός της δίνεται στο άρθρο 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149 στο οποίο προνοούνται τα ακόλουθα: «Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου~ ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Ως προβλέπεται στο άρθρο 20 του ΚΕΦ. 149 αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί και εφόσον, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 721, αποδειχθεί ψυχική πίεση, οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Σύμφωνα με την υπόθεση Σωκράτους v. Πανίκου Σιβιτανίδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αγάπιου Ζάκκα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602, εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεσης) ή ανεπίτρεπτης επιρροής (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Πρέπει να τονιστεί ότι το Δίκαιο της Επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατευθεί για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του, αλλά για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. Δωρεές ή άλλες παρόμοιες συναλλαγές μπορούν να ακυρωθούν μόνο αν είναι το αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης ή αν είναι παράλογες. (Ιδε Snell's "Principles of Equity" 25th Edition, p. 496). Οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία του δόγματος της ψυχικής πίεσης στο Δίκαιο της Επιείκειας έχουν συνοψιστεί περιεκτικά στην απόφαση του Lindley L.J. στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1886-1890] All E.R. Rep 90, 98, ως ακολούθως: "It would obviously be to encourage folly, recklessness, extravagance and vice if persons could get back property which they foolishly made away with, whether by giving it to charitable institutions or by bestowing it on less worthy objects. On the other hand, to protect people from being forced, tricked or misled in any way by others into parting with their property is one of the most legitimate objects of all laws; and the equitable doctrine of undue influence has grown out of and been developed by the necessity of grappling with insidious forms of spiritual tyranny and with the infinite varieties of fraud." Συμβάσεις που μπορούν να κηρυχθούν άκυρες λόγω ψυχικής πίεσης διαιρούνται (
- i)Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο εξασκεί πραγματική ή προφανή εξουσία πάνω στο άλλο ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης απέναντι του ή (
- ii)Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο συμβάλλεται με ένα άλλο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. Όπως έχει θέσει το θέμα και ο Lord Denning στην υπόθεση Re Brocklehurst (deceased) Hall and Another v. Roberts [1978] 1 All E.R. 767, 775, "As a matter of public policy, the courts have always looked with care at gifts or improvident bargains which are made by a person whose motives or judgment are impaired by reason of age or ignorance, eccentricity or infirmity, or even by a failure to know or appreciate the consequences. Equity will, as a matter of course, interfere when the recipient of the gift or the exactor of the bargain has brought undue influence or undue pressure to bear so as to induce the transaction." Τα Δικαστήρια δεν έχουν μέχρι σήμερα καθορίσει επακριβώς τον ορισμό της ψυχικής πίεσης, άνκαι διάφοροι δικαστές έχουν δώσει σε ορισμένες υποθέσεις τις δικές τους ερμηνείες. Ο Lindley L.J. πιστεύει ότι η ψυχική πίεση είναι "unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party." (Allcard v. Skinner [1887] 36 Ch. D. 145) και ο Lord Selborne την περιγράφει σαν "the unconcientious use by one person of power possessed by him over another in order to induce the other to enter into a contract." (Ιδε Aulesford (Earl) v. Morris [1873] 8 Ch. App. 484, 490) ................................. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555 υιοθετήθηκε ο ορισμός της ψυχικής πίεσης που αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contract, General Principles, 27th Edition, para 7-024 ως ακολούθως: "Η ψυχική πίεση αποτελεί δόγμα του δικαίου της επιείκειας. Είναι μια περιεκτική φράση η οποία καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής πίεσης όπου υπάρχουν ειδικές σχέσεις και επίσης περιπτώσεις εξαναγκασμού, επιβολής ή πίεσης έξω από εκείνες τις ειδικές σχέσεις." Έτσι έχει αποφασιστεί νομολογιακά ότι έχει εξασκηθεί ψυχική πίεση όταν ένα πρόσωπο μειωμένης πνευματικής ικανότητας είχε πιεστεί από πρόσωπο που ισχυριζόταν ότι κατείχε υπερφυσικές δυνάμεις (Nottidge v. Prince [1860] 2 Giff. 246), όταν γυναίκα που είχε έντονες θρησκευτικές πεποιθήσεις υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης (Νοrton v. Relly [1764] 2 Eden. 286), όταν μια γυναίκα πείστηκε ότι μηνύματα που προέρχονταν από ένα πνευματιστή ήταν μηνύματα που προέρχονταν από νεκρούς (Lyon v. Home [1868] L.R. 6 E.q. 655) και όταν ένα παιδί υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης σχετικά με τους φόβους του για την υγεία του πατέρα του (Μutual Finance Ltd v. John Wetton and Sons Ltd [1937] 2 All E.R. 657). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων όπως π.χ. μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, γιατρού και ασθενούς (Radcliffe v. Price [1902] 18 TLR 466, κηδεμόνα και ανηλίκου (Hylton v. Hylton [1754] 2 Ves. Sen. 547), γονέα και παιδιού (Lancashire Loans Ltd v. Black [1934] 1 K.B. 380), θρησκευτικού συμβούλου και μαθητευομένου (Allcard v. Skinner (πιο πάνω) τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει το ένα πρόσωπο τον τοποθετεί σε θέση κάποιας ασυνήθιστης εξουσίας σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη κάποιας ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πιο πάνω πρόσωπο τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου προσώπου που μπορεί να επηρεασθεί είναι τόσο ορατή, που ο Νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η απλή ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης δεν εξυπακούει αυτόματα την ύπαρξη ψυχικής πίεσης. Η φύση της εμπιστευτικής σχέσης πρέπει να είναι τέτοια που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου. (Ιδε Re Coomber, Coomber v. Coomber [1911] Ch. 723, 728, 729). Πέρα από τις πιο πάνω αναγνωρισμένες σχέσεις από τις οποίες τεκμαίρεται ψυχική πίεση η νομολογία έχει αναγνωρίσει και άλλες περιπτώσεις στις οποίες τεκμαίρεται τέτοια πίεση. Στον Chitty on Contract (πιο πάνω) παραγ. 7-029 αναφέρεται ότι, "The relationships which give rise to this presumption are described below. But even outside these recognised relationships, if the plaintiff proves that at the time of the disadvantageous transaction a confidential relationship in fact existed between the parties, the presumption of undue influence will arise. The classic statement is that of Lord Chelmsford in Tate v. Williamson [1866] L.R. 2 Ch. App. 56, 61." Στην υπόθεση Tate v. Williamson (πιο πάνω) ο Lord Chelmsford τονίζει ότι, "The principles applicable to the more familiar relations of this character have been long settled by many well-known decisions, but the Courts have always been careful not to fetter this useful jurisdiction by defining the exact limits of its exercise. Wherever two persons stand in such a relation that, while it continues, confidence is necessarily reposed by one, and the influence which naturally grows out of that confidence is possessed by the other, and this confidence is abused, or the influence is exerted to obtain an advantage at the expense of the confiding party, the person so availing himself of his position will not be permitted to retain the advantage, although the transaction could not have been impeached if no such confidential relation had existed." Στην υπόθεση Κεφάλας κ.ά. v. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το άρθρο 2
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προβλέπει ότι ο νόμος αυτός ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που ισχύουν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο νόμο θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια που τους απέδωσε το αγγλικό δίκαιο. Βλ. Patsalidou v. Kyriakides
(1979)1 CLR 71. Στο Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδ., παρ. 7-024 δίδεται ο εξής ορισμός της ψυχικής πίεσης: "Equitable doctrine of undue influence. The equitable doctrine of undue influence is a comprehensive phrase covering cases of undue influence in particular relations and also cases of coercion, domination or pressure outside those special relations. .................................................. .................................................. .................................................. .................................................. .......... At common law, the presence of duress was traditionally justified on the ground that the duress prevented the party constrained from forming a full and independent resolution to contract. In equity however, the application of the doctrine of undue influence was intended rather to ensure that no person should be allowed to retain the benefit of his own fraud or wrongful act." Στην Allcard v. Skinner
(1887)36 Ch.D. 145, η θέση του δίκαιου της επιείκειας αναδύεται σύντομα και περιεκτικά μέσα από τις πιο κάτω γραμμές: "This is not a limitation placed on the action of the donor; it is a fetter placed upon the conscience of the recipient of the gift, and one which arises out of public policy and fair play." Eκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) ο Cotton L.J. προσέγγισε το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» Ίδια ήταν η αντιμετώπιση και στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Πούλλα κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 961, στην οποία αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης (άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Σύμφωνα με το άρθρο 14(β) η συναίνεση είναι ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης, η απόδειξη της οποίας οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση (άρθρο 20
(1)του Κεφ. 149. Βλέπε ακόμα Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη, Π.Ε. 10433, ημερ. 28.5.2002). Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους, Π.Ε. 10597, ημερ. 1.6.2001). Το άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149, προνοεί ότι σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ' αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (άρθρο 16
(2)του Κεφ.149. Βλέπε επίσης Δημητρίου κ.α. ν. Κωνσταντινίδη, Π.Ε. 10792, ημερ. 10.10.2002). Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε (Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα, Π.Ε. 10539, ημερ. 17.7.2000, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, Π.Ε. 9784, ημερ. 26.3.1998, Chitty on Contract, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ. 7-024). Οι συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Στη δεύτερη περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης (Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα, Π.Ε. 10539, ημερ. 17.7.2000). ΄Οταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει το όφελος βαρύνεται να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλιστεί λόγω ψυχικής πίεσης (βλέπε άρθρο 16
(3)του Κεφ.149 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, ανωτέρω). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη, Π.Ε. 9629, ημερ. 22.11.1998). Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε (
(1985)Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar
(1919)L.R. 47 Ind. App.1) ή όπως τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell
(1987)Ch. 378, 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. ΄Οπως τέθηκε στην υπόθεση Allcard v. Skinner 56 L.J. Ch. 1052 η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στη συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα η αρχή αυτή επεκτείνεται όχι μόνο σε υποθέσεις άσκησης πίεσης, αλλά και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες η επιρροή αποκτάται και της γίνεται κατάχρηση, όπου η εμπιστοσύνη επιδεικνύεται και προδίδεται (Smith v. Kay
(1859)7 H.L.C. 750, 779). Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί, (Smith v. Kay, aνωτέρω, Bank of Montreal v. Stuart
(1911)A.C. 120. Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another
(1986)1 All E.R. 429). Η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). ΄Οταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni
(1952)2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley
(1807)14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar
(1929)A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan
(1893)1 Ch. 736, 752). Σε υποθέσεις αυτού του είδους εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι το καθήκον που προκύπτει από τη σχέση εμπιστοσύνης έχει εκπληρωθεί. Τι συνιστά εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά γενικά το καθήκον αυτό απαιτεί ότι το πρόσωπο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει επηρεαστεί ήταν σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση (Lloyd΄s Bank Ltd v. Bundy
(1974)3 All E.R. 757). ΄Οπου διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης (Chitty on Contracts, ανωτέρω, παραγρ. 7-040).» Βλ. επίσης Χρισοφόρου v. Άννα Χαραλάμπους Ιακώβου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Ιακώβου Παπαχριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 23, Μιχαήλ Χ''Αντώνη v. Μιχαλάκη Σάββα Μιχαήλ κ.ά., Πολ. ΄Εφεση 323/09, ημερ. 16/4/14 και Χριστιάνας Πάλμα Μαυροσκούφη v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 352/09, ημερ. 16/4/14. Στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνεται σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι η αποβιώσασα υπέφερε από διαβήτη ο οποίος κατά καιρούς δεν ήταν ρυθμιζόμενος και της προκάλεσε τουλάχιστο από το 2005 προβλήματα στην όραση της έτσι ώστε να θεωρείται πρακτικά τυφλή και το 2007 να επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο η όραση της. Επιπρόσθετα επιβαρυντικός παράγοντας στην υγεία της ήταν η ασθένεια Parkinson. Δεν έφταναν όλα αυτά στις 16/10/08 υπέστη καρδιακό επεισόδιο εξ' αιτίας του οποίου παρέμεινε για κάποιο διάστημα στο νοσοκομείο. Όλη αυτή η κατάσταση της υγείας της καταδεικνύει ένα πρόσωπο με πολύ βεβαρημένη υγεία η οποία χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα και περίθαλψη. Όμως αντί να βελτιωθεί η κατάσταση της, αυτή στις 21/1/09 μεταφέρθηκε στο ιατρείο του ΜΕ7 ο οποίος διαπίστωσε ότι ήταν καταπονημένη και είχε χάσει οκτώ
(8)κιλά βάρος από την τελευταία φορά που την είδε, η ρύθμιση του ζαχάρου της δεν ήταν καλή, και σύμφωνα με το τεστ, που αναφέρεται πιο πάνω, το ζάχαρο της ήταν ψηλό εδώ και τρεις
(3)μήνες και η επικοινωνία μαζί της δεν ήταν η καλύτερη και είχε διανοητική σύγχυση ένεκα του ψηλού ζαχάρου και της μεγάλης ηλικίας της. Ποια λοιπόν ήταν η φροντίδα της που διατείνεται ο Εναγόμενος 1 ότι της παρέσχε όταν υπέστη τα πιο πάνω; Η απάντηση είναι από πλημμελής ως καμία. Απεναντίας μάλιστα, αφέθηκε απεριποίητη και ουσιαστικά αβοήθητη. Ενώ βρισκόταν υπό ψηλό ζάχαρο τον Νοέμβριο του 2008 και είχε κάποια διανοητική σύγχυση ένεκα του ζαχάρου και της μεγάλης ηλικίας της, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ7 και δεν είχε ουσιαστικά επικοινωνία και επαφή με τα αδέλφια της και χωρίς να πάρει νομική συμβουλή υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 28, με το οποίο εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 να κάνει ότι θέλει με την περιουσία της. Στην πραγματικότητα και αν ακόμη δεν ήταν υπό διανοητική σύγχυση όταν υπέγραφε το πληρεξούσιο, που τεκμαίρεται ότι ήταν σε διανοητική σύγχυση από την μαρτυρία του ΜΕ7, η αποβιώσασα βρισκόταν υπό την κυριαρχία του Εναγομένου 1 στον οποίο έτρεφε εμπιστοσύνη και ο οποίος φρόντισε, μετά το καρδιακό επεισόδιο στις 16/10/08, να μην έχει επαφή με κανένα συγγενικό της πρόσωπο έτσι ώστε να εξαρτάται από αυτόν. Η αποβιώσασα, δασκάλα όπως αναφέρεται πιο πάνω, εξέφρασε την επιθυμία και θέληση της για τη διάθεση της περιουσία της, πριν βεβαρηθεί η κατάσταση της υγείας της, με την διαθήκη που έκανε τον Οκτώβριο του 2006, χωρίς να υπεισέρχομαι στις ιδιαίτερες συνθήκες κατάρτισης της ή και άλλως πως υπογραφής της, αφού αποτελεί αντικείμενο άλλης αγωγής, και κατέστησε δικαιούχο της περιουσίας της τον Εναγόμενο 1 γνωρίζοντας βέβαια, αφού έγινε σε δικηγόρο, το ποσοστό που θα λάμβανε σε περίπτωση θανάτου της ο Εναγόμενος 1. Εάν ήθελε να τον καταστήσει δικαιούχο σε ολόκληρη την περιουσία της θα το έπραττε τούτο εν ζωή με σύμβαση μεταβίβασης δυνάμει δωρεάς βάζοντας όρους προστασίας της σε αυτή. Η παρέλευση δύο ετών από την ημέρα κατάρτισης της διαθήκης της με δικαιούχο τον Εναγόμενο 1 μέχρι την ημέρα που υπέστη το καρδιακό επεισόδιο τον Οκτώβριο του 2008, χρόνο κατά τον οποίο προφανώς ήλεγχε ακόμη την κατάσταση, χωρίς να διαφοροποιήσει την κατάσταση που δημιούργησε με τη διαθήκη της δείχνει ότι ήθελε τα πράγματα να παραμείνουν ως είχαν. Οι συνθήκες υπογραφής του πληρεξούσιου εγγράφου, Τεκμήριο 28, και δη η βεβαρημένη υγεία της, όπως αναφέρεται ανωτέρω και ο αποκλεισμός επικοινωνίας της από τα αδέλφια της εκ μέρους του Εναγομένου 1 και ο κλοιός που υπέβαλε την αποβιώσασα υπό αυτόν, και η εμπιστοσύνη που έτρεφε σε αυτόν η αποβιώσασα και η ειδική σχέση τους, όπως ήταν και η θέση του, όπως και ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα προχωρούσε να πετάξει €75.000, που θα λάμβανε ως το ½ που δικαιούταν από την διαθήκη δυνάμει του άρθρου 41
(1)(β) του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, ΚΕΦ. 195, που είναι τα μισά της αξίας του επίδικου ακινήτου, αφού κατά τον ισχυρισμό του το αγόρασε για €150.000, ο οποίος δεν γίνεται αποδεκτός, και η μη ανεύρεση του ποσού των €150.000, που δήθεν πλήρωσε στην αποβιώσασα σε μετρητά και που θα ήταν αδύνατο να ξοδέψει η αποβιώσασα σε τόσο σύντομο χρόνο μέχρι το θάνατο της, όταν ο Εναγόμενος 1 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που βρισκόταν γύρω από αυτή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πληρεξούσιο έγγραφο υπεγράφη από την αποβιώσασα χωρίς την ελεύθερη βούληση της και υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης όπως αυτή αναλύεται στις αποφάσεις που αναφέρονται ανωτέρω και ως εκ τούτου το πληρεξούσιο έγγραφο και συνακόλουθα η αγοραπωλησία που έγινε από τον Εναγόμενο 1 με τις δύο ιδιότητες του, είναι άκυρα. Να λεχθεί και κάτι ακόμη. Αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό του η επιθυμία της αποβιώσασας ήταν να δώσει σε αυτόν όλη την περιουσία της, και όταν αντιλήφθηκαν, πάντα κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 που δεν έγινε αποδεκτός, μετά το καρδιακό επεισόδιο στις 16/10/08, ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει με την διαθήκη, η οποία βέβαια δεν συνεπάγετο κανένα κόστος για την λήψη της περιουσίας της, γιατί δεν μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στον εαυτό του δυνάμει δωρεάς, όπως διατείνεται ότι ήταν η επιθυμία της να του δώσει ολόκληρη την περιουσία της, και δύνατο να το κάνει με το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 28, και προχώρησε στην δήθεν αγορά του για το ποσό των €150.000; Η απάντηση είναι γιατί πίστευε ότι με τον τρόπο αυτό προστατευόταν και θα απέφευγε την ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου και της συμφωνίας αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται: (Α) Διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης και εγγραφής στο όνομα του Σταύρου Κωνσταντίνου του κάτωθι περιγραφομένου ακινήτου. Κτίριο αποτελούμενο από ένα κατάστημα με γκαράζ στο ισόγειο, ένα διαμέρισμα στο πρώτο όροφο και ένα διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο αρ. εγγραφής Κ1247, Φ/Σχ.XL/56.51V, τεμάχιο 1041, έκταση 1350 τ.πόδια, τοποθεσία οδός Ανδρέα Στρουθίδη αρ. 4, ενορία Σωτήρος Λάρνακας. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την επανεγγραφή του πιο πάνω περιγραφομένου ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα Βάσου Θεοδώρου ως διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Νικόλα Λάμπρου, το γένος Στέφανου Ιακωβίδη ή/και προς όφελος της περιουσίας της αποβιώσασας. Τα αιτούμενα Διατάγματα 24.Α.Γ, Δ και Ε και οι αξιώσεις 24.Γ.Α, Β, Γ απορρίπτονται. Πλέον έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο