← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α. ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΜΜΑΤΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1638/2014, 17/10/2014

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α. ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΜΜΑΤΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1638/2014, 17/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1638/2014 Μεταξύ:

  1. ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, από τη Λάρνακα
  2. ΕΥΓΕΝΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγόντων και
  3. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, από τη Λάρνακα
  4. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λάρνακα
  5. ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, από τη Λάρνακα Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων 1 & 2 ημερομηνίας 2.7.2014 για ενδιάμεσα διατάγματα 17 Οκτωβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 & 2/Αιτητές: κ. Παπακωνσταντίνου για Χαραλάμπους & Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2 & 3/Καθ' ων η Αίτηση: κ Φούλιας για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.7.2014 και με αυτήν, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, ηθική βλάβη, ψυχική οδύνη, ταπείνωση, εξευτελισμό, φυσική ταλαιπωρία και δυσχέρεια, ειδικές αποζημιώσεις εκ ποσού €1200 καθώς και διατάγματα που να τους απαγορεύουν να επεμβαίνουν επί της κατοικίας των Εναγόντων, που να τους απαγορεύουν να παρενοχλούν, απειλούν ή παρακολουθούν τους Ενάγοντες. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία εξασφάλισαν προσωρινά διατάγματα που απαγόρευαν στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 να επεμβαίνουν επί της οικίας των Εναγόντων/Αιτητών καθώς και να παρενοχλούν, απειλούν, παρακολουθούν, επικοινωνούν ή επισκέπτονται τους Ενάγοντες/Αιτητές. Τα μονομερή προσωρινά διατάγματα επιδόθηκαν στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι έφεραν ένσταση στη συνέχιση ισχύος των διαταγμάτων, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους αυτά πρέπει να ακυρωθούν. Η μονομερής αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα υποστηρίζετο από ένορκη δήλωση του κ. Πέτρου Θεοδώρου, Ενάγοντα/Αιτητή
  6. Σύμφωνα με αυτόν, είναι ιδιοκτήτης κατοικίας στην Αγία Άννα, Λάρνακα και είναι σύζυγος της Ενάγουσας/Αιτήτριας
  7. Την 1.7.2010 ο ίδιος και η Ενάγουσα/Αιτήτρια 2, συνήψαν συμφωνία με την Εργοληπτική Εταιρεία Γ. Κόμματος & Υιοί Λίμιτεδ για την ανακαίνιση της εν λόγω κατοικίας. Περί τις 20.1.2012 τερμάτισαν τη συμφωνία διότι, όπως ισχυρίζονται, υπήρξε από πλευράς της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας παράλειψη προώθησης των εργασιών και μη συμμόρφωση με τις οδηγίες του αρχιτέκτονα του έργου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι από τον τερματισμό της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 παρενοχλούν καθημερινά τον ίδιο και την σύζυγο του, παραβιάζοντας το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, και προσωπικής τους ελευθερίας ενώ τους εμποδίζουν από το να ολοκληρώσουν την ανακαίνιση της κατοικίας τους. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι σε διάφορες ημερομηνίες, οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 1, 2 και 3 εισήλθαν στην κατοικία χωρίς τη συγκατάθεση τους και ότι απειλούν και τρομοκρατούν τους τεχνίτες που ανέλαβαν την ολοκλήρωση των εργασιών. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται συγκεκριμένα σε περιστατικό που συνέβη στις 19.6.
  8. Κατά την ημέρα εκείνη οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 1, 2 και 3 εισήλθαν, λέει, στην κατοικία χωρίς τη συγκατάθεση τους, με «εχθρικές διαθέσεις», ενώ υπήρχε αναρτημένη πινακίδα που έγραφε «Απαγορεύεται η Είσοδος». Συνεχίζει λέγοντας ότι αρνούνταν να αποχωρήσουν παρά το ότι τους ζητείτο επίμονα να το πράξουν με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες/Αιτητές να καλέσουν την αστυνομία. Συνέχιζαν να αρνούνται να αποχωρήσουν ακόμα και μετά την άφιξη των αστυνομικών ενώ, ενώπιον των αστυνομικών και άλλων συγχωριανών και συγγενών που είχαν μαζευτεί στο χώρο, ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 2 επιτέθηκε στον Ενάγοντα/Αιτητή 1, τραυματίζοντας τον στο λαιμό, κοντά στην καρωτίδα. Συνεχίζει λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση απομακρύνθηκαν τελικά από την αστυνομία και ο Ενάγοντας/Αιτητής 1 υπέβαλε σχετική καταγγελία την αστυνομία και μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και, ακολούθως σε ιδιώτη ιατρό. Επισυνάπτει δε στην ένορκη του δήλωση ιατρικό πιστοποιητικό αναφορικά με τα τραύματα του, για τα οποία του χορηγήθηκε μία βδομάδα αναρρωτική άδεια. Προσθέτει ότι πέραν αυτού του περιστατικού, οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 1, 2 και 3 εισήλθαν και άλλες φορές στην οικοδομή ενεργώντας με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια και των νέων τεχνιτών που ανάλαβαν την ανακαίνιση της κατοικίας. Ως παράδειγμα, αναφέρεται στην τοποθέτηση από τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση οξέως στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση της κατοικίας και τοποθέτηση διάφορων «παγίδων». Καταλήγει λέγοντας ότι φοβάται για την ασφάλεια του ιδίου και της οικογένειας του και ότι η αστυνομία τον προέτρεψε να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει περιοριστικά μέτρα εναντίον των Εναγόμενων/Καθ΄ων η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση περιλαμβάνουν το ότι ο ορθός διάδικος στη διαδικασία είναι η εταιρεία Γιαννάκης Μ. Κόμματος & Υιοί Λτδ και όχι οι ίδιοι. Αναφέρουν επίσης ότι όλες οι ενέργειες που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες/Αιτητές εναντίον τους προκύπτουν από την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας και, επομένως, οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση προβάλλουν επίσης ως λόγο ένστασης ότι μετά τον παράνομο τερματισμό της συμφωνίας ανακαίνισης της κατοικίας, οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν τους επιτρέπουν να εισέλθουν στην κατοικία για να φωτογραφήσουν το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι εργασίες και ότι έχουν αποκρύψει ότι αυτός είναι ο στόχος τους με την παρούσα διαδικασία. Η ένσταση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση βασίζεται επίσης σε ισχυρισμό ότι «ουδέποτε προσπάθησαν να ενοχλήσουν» τους Ενάγοντες/Αιτητές αλλά να «πάρουν στοιχεία για να βοηθήσουν την εταιρεία τους στην απαίτηση που έχει εναντίον τους». Τέλος, προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι δεν θα υποστούν οι Ενάγοντες/Αιτητές οποιαδήποτε ζημιά αν δεν διατηρηθούν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα. Η ένσταση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 ο οποίος, πέραν της επανάληψης των λόγων ένστασης, αρνείται επίσης όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων/Αιτητών και ιδιαίτερα, λέει, όλους όσους αναφέρονται σε παρενόχληση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από τις αρχές τις επιείκειας οι οποίες βεβαίως αποτελούν μέρος του εφαρμοζόμενου δικαίου της Δημοκρατίας[1]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 24, 4η έκδοση, παράγραφος 901: «
  9. Meaning of "injunction". An injunction is a judicial remedy by which a person is ordered to refrain from doing or to do a particular act or thing. In the former case it is called a restrictive injunction and in the latter a mandatory injunction. It is a remedy of an equitable nature.» Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αποτελεί σε κάποιο βαθμό κωδικοποίηση των αρχών του κοινοδικαίου, και το οποίο προνοεί ότι: «32.-

(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Προκύπτει επομένως από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, και (δ) ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του με γνώμονα μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[2]. Σε σχέση με το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων ανατρέχω για καθοδήγηση στη νομολογία[3]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση[4]. Αυτό είναι κάτι που εξετάζεται με γνώμονα τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα και κατά πόσο από αυτή προκύπτει ή διαφαίνεται ότι υπάρχει ή αποκαλύπτεται ουσιαστική βάση αγωγής. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα επιτυχίας έχει ερμηνευτεί στη νομολογία ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επεισέλθει στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο, αν υπάρχει πιθανότητα, με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού, ο αιτητής να έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αν όμως ο εναγόμενος δείξει ότι διαθέτει υπεράσπιση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[6]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[7]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά, ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου[8]. Σε σχέση με την τελευταία προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι ζήτημα πραγματικό και υποκειμενικό, που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά. Η κατεπείγουσα φύση του αιτήματος ή η κατάδειξη άλλων εξαιρετικών περιστάσεων συνιστά δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς[9]. Επιπρόσθετα, πρόσωπο που αποτίνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Το καθήκον αυτό είναι ιδιαίτερα επιτακτικό σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς και τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν χωρίς να έχει την ευκαιρία η άλλη πλευρά να ακουστεί πριν την έκδοση τους. Η υποχρέωση για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη κρίνεται τόσο σημαντική που, ακόμα και αν δεν εγερθεί από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εγείρει και να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα[10]. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα τότε, το αναπόδραστο αποτέλεσμα, είναι ο αιτητής να στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσης του αυτής. Με υπόβαθρο και γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Να αναφέρω παρενθετικά ότι παρά την όποια ασυμφωνία αναφορικά με τα γεγονότα μεταξύ της κάθε πλευράς, δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους σκοπούς που επιτρέπονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Από την φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Στρέφομαι επομένως στην ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος για να διαπιστώσω ότι από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων φαίνεται ότι οι βάσεις αγωγής των Εναγόντων περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, παράνομη επέμβαση, οχληρία και παραβίαση συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη την ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος διαπιστώνω ότι αποκαλύπτονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/
  1. Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση, όπου η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης[11]. Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα/Αιτητή 1 που υποστηρίζει την αίτηση και παραθέτει τα γεγονότα επί των οποίων εκδόθηκαν μονομερώς τα υπό κρίση προσωρινά διατάγματα. Όπως έχω επίσης αναφέρει πιο πάνω, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση περιορίζονται στο να αρνηθούν όλους τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς χωρίς όμως να προβάλλουν άλλους θετικούς ισχυρισμούς για να τους αντικρούσουν. Το μόνο που αντιτάσσουν είναι ότι πρόθεση των Εναγόντων είναι να μην τους επιτρέψουν να εισέλθουν στην κατοικία για να μην μπορέσουν, ούτε οι Εναγόμενοι ούτε η εταιρεία Γιαννάκης Μ. Κόμματος & Υιοί Λίμιτεδ, να φωτογραφήσουν το στάδιο των εργασιών στο οποίο η εταιρεία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το έργο. Συνακόλουθα, στη βάση της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και, συνεπώς, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  2. Αναφέρω παρενθετικά ότι οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η αγωγή δεν έχει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας αλλά ούτε και υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διότι τόσο η αγωγή όσο και η παρούσα αίτηση, πρέπει να στρέφονται εναντίον της εταιρείας Γιαννάκης Μ. Κόμματος & Υιοί Λίμιτεδ και όχι εναντίον των ιδίων προσωπικά. Πρέπει να πω ότι δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Από την ειδική οπισθογράφηση αλλά και από τους ισχυρισμούς των Εναγόντων αναφορικά με τα γεγονότα, προκύπτει ότι τα αγώγιμα δικαιώματα που επικαλούνται και οι θεραπείες που διεκδικούν οι Ενάγοντες αφορούν προσωπικά τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και όχι την εταιρεία. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο η μη έκδοση ή διατήρηση των επίδικων διαταγμάτων θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Αυτό, κατά την κρίση μου, προκύπτει αβίαστα από τη φύση των υπό εξέταση ζητημάτων και τα γεγονότα όπως αυτά περιβάλλουν την αίτηση. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση συνάγεται ότι ουσιαστικά παραδέχονται ότι έχουν προσπαθήσει να εισέλθουν στην κατοικία των Εναγόντων/Αιτητών αφού δικαιολογούν την ενέργεια τους αναφέροντας ότι είχαν πρόθεση να φωτογραφήσουν τις εργασίες που είχαν εκτελέσει. Σημειώνω επίσης ότι δεν υπάρχει δεδηλωμένη πρόθεση από μέρους τους να μην επαναλάβουν ή να σταματήσουν να επιδιώκουν να εισέλθουν στην κατοικία για αυτό ή για άλλο σκοπό. Επομένως, κατά την άποψη μου, πληρείται και η συγκεκριμένη προϋπόθεση για την έκδοση και διατήρηση των υπό κρίση διαταγμάτων. Στη βάση των πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα και μαρτυρία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι ήταν τόσο δίκαιο όσο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Δεν διακρίνω ότι οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εάν διατηρηθούν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα. Συνακόλουθα, πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η Αίτηση προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι η αίτηση πρέπει να αποτύχει γιατί οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων που την περιβάλλουν. Συγκεκριμένα, η θέση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση είναι ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι τερμάτισαν παράνομα τη συμφωνία τους με την εταιρεία Γιαννάκης Μ. Κόμματος & Υιοί Λίμιτεδ και ότι ο στόχος των Εναγόντων είναι να μην τους επιτρέψουν να εισέλθουν στην κατοικία για να φωτογραφήσουν τις εργασίες που έχουν εκτελεστεί. Από τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω, προκύπτει η υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[12] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, δεν διακρίνω ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές απέκρυψαν γεγονότα ή πληροφορίες από το Δικαστήριο τα οποία να στρέβλωσαν την εικόνα που είχε το Δικαστήριο αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίστηκε για να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. Ούτε οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα σχετικά με τα υπό κρίση ζητήματα, που να μην είχαν αρχικώς αποκαλυφθεί και από τα οποία να προκύπτει μια διαφορετική πραγματική εικόνα. Δεν έχει παρουσιαστεί με την ένσταση μαρτυρία για γεγονότα που αν αποκαλύπτονταν στο στάδιο εξέτασης της μονομερούς αίτησης θα επενεργούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου ή θα επηρέαζαν τον τρόπο που άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Συνεπώς καταλήγω ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές ενήργησαν σε συμμόρφωση με την υποχρέωση τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Επιπρόσθετα, με βάση τα γεγονότα που έθεσαν ενώπιον μου οι Αιτητές αλλά και όπως διαμορφώθηκαν μετά την καταχώρηση της ένστασης των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση, συνέτρεχε η δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος καθώς και άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που παρείχαν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει τα υπό κρίση διατάγματα μονομερώς και χωρίς να ακουστεί πρώτα η άλλη πλευρά. Οι Ενάγοντες/Αιτητές αποκάλυψαν γεγονότα τέτοιας φύσης που δικαιολογούσαν την άμεση παρέμβαση του Δικαστηρίου με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των Εναγόντων/Αιτητών ενώ, ταυτόχρονα, οι ενέργειες των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση προκαλούσαν στους Ενάγοντες/Αιτητές βλάβη η οποία να μην είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι υπάρχει το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που να επιτρέπει την οριστικοποίηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 2.7.2014, τα οποία οριστικοποιούνται και θα ισχύουν μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1][1] Άρθρο 29
(1), του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 [2] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [3] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [4] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [5] Οδυσσέως (ανωτέρω) [6] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [7] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [8] Σχετικές οι Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ.21.10.11 [9] Χαράλαμπος Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 312/10, ημερομηνίας 17.7.2014 [10] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [11] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [12] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.