Ευτυχίας Κυπριανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Συνενωμένες Αγωγές 3563/2010, 2707/2007 και 2706/2007, 30/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A276 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές 3563/2010, 2707/2007 και 2706/2007 Αρ.Αγωγής 3563/2010 Μεταξύ: Ευτυχίας Κυπριανού Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου ------------------------ Αρ.Αγωγής 2707/2007 Μεταξύ: Ευτυχίας Κυπριανού Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου ----------------------- Αρ.Αγωγής 2706/2007 Μεταξύ: Ευτυχίας Κυπριανού Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου ----------------------- Ημερομηνία: 30.10.
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ.Μ.Κυριακίδης Για τον Εναγόμενο: κα Ε.Γαβριήλ μαζί με κ.Δ.Καλλίγερο και κα Δ.Παπαστεφάνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα ήταν η ιδιοκτήτρια των τεμαχίων 76 και 77, συνολικής έκτασης 19426 τ.μ.. Αυτά απαλλοτριώθηκαν με διάταγμα απαλλοτρίωσης που δημοσιεύτηκε την 20.6.1957 και αφού συγχωνεύτηκαν με τεμάχιο τρίτου προσώπου αποτέλεσαν το τεμάχιο 432 που την 2.8.1957 εγγράφηκε στο όνομα της Κυπριακής Κυβέρνησης. Ο σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν η κατασκευή οικιστικών μονάδων για τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης. Έκταση 82 τ.μ. παραχωρήθηκαν για διαπλάτυνση του δρόμου ενώ στη συνέχεια μέρος του τεμαχίου 432 κηρύχθηκε πλεονάζον και επιστράφηκε στους πρώην ιδιοκτήτες στην έκταση που τους αντιστοιχούσε, αφού υποδιαιρέθηκε σε τρία νέα τεμάχια. Στο τρίτο πρόσωπο επιστράφηκε ολόκληρη η έκταση της δικής του γης, ενώ έκταση 12282 τ.μ. ως τεμάχιο 653, επιστράφηκε στην Ενάγουσα και εγγράφηκε στο όνομα της την 6.12.
- Αυτός ο χώρος δεν θα απασχολήσει ξανά. Η υπόλοιπη έκταση από την αρχική ιδιοκτησία της Ενάγουσας, δηλαδή 7062 τ.μ., ως τεμάχιο 652, εγγράφηκε στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μεταγενέστερα, από το τεμάχιο 652 παραχωρήθηκαν 145 τ.μ. για κατασκευή πεζοδρομίου και τα υπόλοιπα 6917 τ.μ. αποτέλεσαν το νέο τεμάχιο 2393, που εγγράφηκε στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας την 20.6.
- Μέρος του τεμαχίου 2393, εκτάσεως 2210 τ.μ., κηρύχθηκε ως πλεονάζον, και ως τεμάχιο 2964 επιστράφηκε και εγγράφηκε και αυτό στο όνομα της Ενάγουσας την 23.4.
- Το υπόλοιπο μέρος του τεμαχίου 2393, ως τεμάχιο 2963, εκτάσεως 1595 τ.μ και ως τεμάχιο 2965 εκτάσεως 3112 τ.μ., εγγράφηκαν στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας την ίδια ημέρα. Δηλαδή το τεμάχιο 2393 διαχωρίστηκε σε τρία μικρότερα τεμάχια, ένα από τα οποία επιστράφηκε στην Ενάγουσα. Αυτοί οι διαχωρισμοί ήταν απότοκο της χρησιμοποίησης της γης από την απαλλοτριούσα αρχή. Το τεμάχιο 2963 ήταν ο χώρος που από παλιά είχαν ανεγερθεί τρεις πολυκατοικίες με 12 διαμερίσματα για τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης σύμφωνα με τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης. Ούτε αυτός ο χώρος θα απασχολήσει ξανά. Σε μέρος του τεμαχίου 2965 ανεγέρθηκε κτίριο όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες της Αστυνομίας, δηλαδή το τμήμα τηλεπικοινωνιών Λάρνακας - Αμμοχώστου, το κλιμάκιο της ΥΚΑΝ και κρατητήρια. Σε άλλο μέρος του τεμαχίου 2965 ανεγέρθηκαν το 1975 τέσσερεις αστυνομικές κατοικίες και παρέμεινε, κατά την Ενάγουσα, αχρησιμοποίητο ένα μικρότερο μέρος. Το μέρος του τεμαχίου 2965 όπου είναι κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός και το πραγματικά αχρησιμοποίητο μέρος (κατά την Ενάγουσα συνολικού εμβαδού 2067 τ.μ.) είναι το αντικείμενο των αγωγών 3563/2010 και 2706/
- Με την αγωγή 3563/2010 η Ενάγουσα αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι η ιδιοκτήτρια του και η δικαιούμενη να εγγραφεί ως τέτοια και όπως διαταχθεί ο Εναγόμενος ή και ο διευθυντής του Κτηματολογίου να εκδώσουν επ΄ ονόματι της σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας. Περαιτέρω, διάταγμα που να εμποδίζει τον Εναγόμενο να παραμένει ή να εξακολουθεί να κατέχει το μέρος. Διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις αντί της ιδιοκτησίας του μέρους, ισόποσες της αξίας του, εγκαταλείφθηκε με δήλωση του δικηγόρου της Ενάγουσας κατά τη δικάσιμο της 14.4.
- Με την αγωγή 2706/2007 η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για στέρηση του μέρους αυτού του τεμαχίου 2965 για την περίοδο από τη δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης την 20.6.1957 μέχρι της επιστροφής του στην Ενάγουσα. Ακόμη, ακαθόριστες αποζημιώσεις για παράβαση του Συνταγματικού της δικαιώματος της ιδιοκτησίας σε σχέση με αυτό και αποζημιώσεις ύψους £450.000 για παράνομη επέμβαση. Προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης πως για τη στέρηση του μέρους αξιώνει το, κατά τη θέση της, αγοραίο ενοίκιο για την περίοδο από 20.6.1957 μέχρι την έκδοση απόφασης ή και ημερομηνία πληρωμής. Η αγωγή 2707/2007 αφορά στο τεμάχιο 2964, δηλαδή αυτό που επιστράφηκε στην Ενάγουσα την 23.4.
- Αξιώνει η Ενάγουσα αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση του. Απαιτεί το αγοραίο ενοίκιο για την περίοδο από τη δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης την 20.6.1957 μέχρι και την 3.9.
- (Όπως προειπώθηκε, το τεμάχιο 2964 επιστράφηκε και μεταβιβάστηκε στο όνομα της Ενάγουσας την 23.4.2004, οπόταν η όποια αποζημίωση θα πρέπει να περιορίζεται μέχρι τότε). Αξιώνει, ακόμα, απροσδιόριστες αποζημιώσεις για παράβαση του Συνταγματικού της δικαιώματος της ιδιοκτησίας και ποσό £450.000 για επέμβαση σε αυτό. Το 1996 η Ενάγουσα καταχώρησε την Προσφυγή 919/1996 προσβάλλοντας την παράλειψη της απαλλοτριούσας αρχής να της επιστρέψει το μέρος της περιουσίας της που δεν χρησιμοποιήθηκε για την επίτευξη του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Εκκρεμούσης της προσφυγής, την 31.10.1997 δημοσιεύτηκε Διάταγμα Επίσχεσης (αρ. 1297) που αφορούσε 2388 τ.μ. του τεμαχίου 2393, όπως ήταν τότε. 'Οπως αποφασίστηκε, με το Διάταγμα Επίσχεσης τέθηκε τέρμα στην παράλειψη της απαλλοτριούσας αρχής, η προσφυγή στερείτο αντικειμένου λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος και απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 25.6.
- Το 1998 η Ενάγουσα καταχώρησε την Προσφυγή 22/1998, προσβάλλοντας το Διάταγμα Επίσχεσης, το οποίο και ακυρώθηκε με απόφαση ημερομηνίας 15.12.
- Εναντίον της απορριπτικής απόφασης στην Προσφυγή 919/1996 η Ενάγουσα καταχώρησε την Αναθεωρητική Εφεση αρ. 2884, η «Αναθεωρητική Εφεση». Με απόφαση ημερομηνίας 15.10.2001 η έφεση επιτράπηκε οπόταν με δεδομένη και την ακύρωση του Διατάγματος Επίσχεσης που είχε προηγηθεί η παράλειψη της απαλλοτριούσας αρχής να επιστρέψει στην Ενάγουσα το μέρος της περιουσίας της που δεν χρησιμοποιήθηκε για την επίτευξη του σκοπού της απαλλοτρίωσης κηρύχθηκε, σύμφωνα με το Αρθρο 146.4 (γ) του Συντάγματος, άκυρη και ότι αυτό που παραλείφθηκε έπρεπε να είχε εκτελεστεί. Δηλαδή η απαλλοτριούσα αρχή έπρεπε να επιστρέψει στην Ενάγουσα το μέρος της περιουσίας της που δεν χρησιμοποιήθηκε για την επίτευξη του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Ακολούθησε η επιστροφή του τεμαχίου 2964 στην Ενάγουσα την 23.4.2004, με την οποία το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης θεωρούσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση προς την Ενάγουσα. Την 31.8.2007 δημοσιεύτηκε νέο Διάταγμα Επίσχεσης (αρ. 966) για 1940 τ.μ. περίπου του τεμαχίου 2965, όπως ήταν πλέον. Είναι το μέρος όπου είναι κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός. Η Ενάγουσα καταχώρησε την Προσφυγή 1522/2007, προσβάλλοντας το νέο Διάταγμα Επίσχεσης, το οποίο και ακυρώθηκε με απόφαση ημερομηνίας 21.6.
- Στην απόφαση αυτή διευκρινίζεται ότι η απόφαση στην Αναθεωρητική Εφεση αναφερόταν στο χώρο που επισχέθηκε με το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης το οποίο είχε επιστραφεί και εγγραφεί στο όνομα της Ενάγουσας ως τεμάχιο
- Βέβαια, το τεμάχιο 2964 είναι εμβαδού 2210 τ.μ. ενώ το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης αφορούσε 2388 τ.μ. . Η απόφαση ημερομηνίας 21.6.2010 εφεσιβλήθηκε από τη Δημοκρατία με την Αναθεωρητική Εφεση 98/2010 και η Εφεση απορρίφθηκε στις 11.6.
- Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 14.4.2006 και την Προσφυγή 703/
- Ηταν μετά την απόφαση στην Αναθεωρητική Εφεση. Αξίωνε ακύρωση της παράλειψης της απαλλοτριούσας αρχής να της επιστρέψει το μέρος της απαλλοτριωθείσας περιουσίας που δεν είχε χρησιμοποιηθεί. Με απόφαση ημερομηνίας 15.4.2008 η προσφυγή απορρίφθηκε λόγω δεδικασμένου. Κρίθηκε ότι η αξίωση της Αιτήτριας είχε ικανοποιηθεί με την απόφαση στην Αναθεωρητική Εφεση. Καταγράφεται στην απόφαση ότι η Δημοκρατία συνέχιζε παράνομα να κατακρατεί την περιουσία της Ενάγουσας, όμως, η καταχώρηση νέας προσφυγής δεν ήταν ο κατάλληλος τρόπος αντίδρασης στην παράλειψη της Διοίκησης να συμμορφωθεί με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος προνοεί ότι εάν μέσα σε τρία χρόνια από την απαλλοτρίωση δεν καταστεί εφικτός ο σκοπός της απαλλοτρίωσης, η απαλλοτριούσα αρχή υποχρεούται αμέσως με την εκπνοή της προθεσμίας των τριών χρόνων να προσφέρει την περιουσία στον προηγούμενο ιδιοκτήτη της με την επιστροφή του ποσού της απαλλοτρίωσης. Το Αρθρο 146.1 του Συντάγματος προνοεί ότι: «Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ΄ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αύτη είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ΄ υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτον.» Το Αρθρο 146.4 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο όπως, μεταξύ άλλων: «(γ) να κηρύξει την παράλειψιν εν όλω ή εν μέρει άκυρον και ό,τι παν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεστή.» Είναι την παράλειψη της απαλλοτριούσας αρχής να της επιστρέψει το μέρος της περιουσίας της που δεν χρησιμοποιήθηκε για την επίτευξη του σκοπού της απαλλοτρίωσης που πρόσβαλε η Ενάγουσα με την προσφυγή 919/1996 και είναι η ίδια αυτή παράλειψη που κρίθηκε εκτελεστή πράξη και κηρύχθηκε άκυρη με την Αναθεωρητική Έφεση, με διαταγή ότι αυτό που παραλήφθηκε έπρεπε να είχε εκτελεστεί. Δεν είναι το διάταγμα απαλλοτρίωσης που ακυρώθηκε, που εξάλλου αφορούσε και μέρη που χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με το διάταγμα απαλλοτρίωσης και παραμένουν στην κυριότητα της απαλλοτριούσας αρχής Η ακυρωθείσα παράλειψη δεν ανάγεται στο χρόνο της δημοσίευσης του διατάγματος απαλλοτρίωσης στις 20.6.1957, αλλά στο χρόνο που, σύμφωνα με τη Συνταγματική διάταξη, η απαλλοτριούσα αρχή υποχρεούτο να προσφέρει την περιουσία στην Ενάγουσα, δηλαδή κατά την εκπνοή της προθεσμίας των τριών χρόνων από την απαλλοτρίωση στις 21.6.
- Σύμφωνα με το Αρθρο 146.5 του Συντάγματος η δικαστική απόφαση που λήφθηκε δυνάμει του Αρθρου 146.1 δεσμεύει κάθε «όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς αυτήν». Σύμφωνα με το Αρθρο 146.6 του Συντάγματος: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ού πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζόμενη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Σύμφωνα με τη νομολογία τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Οι αξιώσεις της Ενάγουσας στις συνεκδικαζόμενες αγωγές εδράζονται, όπως σε αυτές αναφέρεται, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Εφεση που εκδόθηκε την 15.10.2001, στην Προσφυγή αρ. 1522/2007 που εκδόθηκε την 21.6.2010 και στην Προσφυγή αρ. 703/2006 που εκδόθηκε την 15.4.
- Η Προσφυγή αρ. 1522/2007 αφορούσε στο δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης, ενώ η Προσφυγή αρ. 703/2006 απορρίφθηκε. Δεν γίνεται επίκληση της απόφασης με την οποία ακυρώθηκε το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης, προφανώς γιατί ακολούθησε η απόφαση στην Αναθεωρητική Εφεση. Εφόσον οι αξιώσεις της Ενάγουσας εδράζονται στις πρόνοιες των Αρθρων 146.5 και 146.6 του Συντάγματος, θα πρέπει να διαπιστωθεί εις τι αφορούσαν οι αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις που η Ενάγουσα προβάλλει ως βάσεις των αξιώσεών της. Η έκταση που η Ενάγουσα αξιώνει να της επιστραφεί είναι, σύμφωνα με την μαρτυρία του εκτιμητή της Κυριάκου Ταλαττίνη (Μ.Ε.2), 2.067 τ.μ. Ο Ταλαττίνης την υπολόγισε με μετρήσεις από τα τοπογραφικά σχέδια. Δεν έκανε εμβαδομέτρηση γιατί δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στο χώρο. Του υποβλήθηκε πως η έκταση που καλύπτει ο Αστυνομικός Σταθμός είναι 1.940 τ.μ.. Προδήλως τούτο είναι σωστό γιατί και στο δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης που αφορούσε τον Αστυνομικό Σταθμό η έκταση που επισχέθηκε ήταν 1.940 τ.μ. περίπου. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός πως ο Ταλαττίνης περιλαμβάνει κάποιο μικρό ανοικτό χώρο τον οποίο θεωρεί αχρησιμοποίητο, ενώ φαίνεται να είναι η θέση του Εναγομένου πως αυτός συνιστά μέρος του χώρου που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση των τεσσάρων αστυνομικών κατοικιών. Ποιο μέρος της περιουσίας της Ενάγουσας δεν χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης αποκρυσταλλώθηκε επί του εδάφους το 1975, έστω και αργά, με την ανέγερση των τεσσάρων αστυνομικών κατοικιών, όμως, δεν φαίνεται να διευκρινίστηκε με σαφήνεια στις τόσες υποθέσεις που προηγήθηκαν. Η Προσφυγή 919/1996 κρίθηκε στη βάση ότι αφορούσε τα 2.388 τ.μ. του πρώτου Διατάγματος Επίσχεσης (αρ.1297). Γι΄ αυτό και αποφασίστηκε πως μετά το Διάταγμα δεν είχε αντικείμενο. Ανατράπηκε με την Αναθεωρητική Έφεση, όμως δεν αναφέρθηκε ποια έκταση η Ενάγουσα διεκδικούσε με την προσφυγή. Στην μεταγενέστερη Προσφυγή 1522/2007 που αφορούσε το δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης (αρ.966) (μέρους του τεμαχίου 2965) αναφέρθηκε ότι η απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση αναφερόταν στο χώρο που επισχέθηκε με το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης το οποίο είχε επιστραφεί και εγγραφεί στο όνομα της Ενάγουσας ως τεμάχιο
- Όμως, όπως έχει ήδη σημειωθεί, το τεμάχιο 2964 ήταν εμβαδού 2210 τ.μ. ενώ το Διάταγμα Επίσχεσης αφορούσε 2388 τ.μ.. Εάν ήταν έτσι τα γεγονότα, μετά την επιστροφή του τεμαχίου 2964 η απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση θα είχε σχεδόν υλοποιηθεί και το περαιτέρω μέρος που θα μπορούσε η Ενάγουσα να διεκδικήσει να της επιστραφεί στη βάση της Αναθεωρητικής Έφεσης θα ήταν ακόμη 178 τ.μ. μόνο. Στην Προσφυγή 1522/2007 αναφέρθηκε ακόμα πως το αντικείμενο της, δηλαδή το μέρος που αφορούσε το δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης, δεν ήταν το ίδιο τεμάχιο που διατάχθηκε να επιστραφεί με την Αναθεωρητική Έφεση γι΄ αυτό και δεν διαπιστώνετο παραβίαση του δεδικασμένου. Το δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης αφορούσε 1.940 τ.μ. αλλά δεν επισυνάφθηκε το σχέδιο που συνόδευε το Διάταγμα. Όμως, στα παραδεκτά γεγονότα (παραγρ. 24) αναφέρεται πως είναι το μέρος όπου είναι κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός. Επομένως και σύμφωνα με την απόφαση ημερομηνίας 21.6.2010 με την οποία ακυρώθηκε το δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης ο χώρος όπου βρίσκεται κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός δεν καλύπτεται από την απόφαση για επιστροφή στην Αναθεωρητική Έφεση. Όταν η Ενάγουσα επανήλθε με την Προσφυγή 703/2006 ζητώντας να της επιστραφούν τα τμήματα του ακινήτου της που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για σκοπούς της απαλλοτρίωσης, αποφασίστηκε ότι η αξίωση της είχε ικανοποιηθεί με την Αναθεωρητική Έφεση. Ούτε και στο κείμενο αυτής της απόφασης αναφέρεται σε πόση έκταση συνίστατο η αξίωση της Ενάγουσας, είτε στην Προσφυγή 919/1996 και κατ΄ επέκταση στην Αναθεωρητική Έφεση, είτε στην ίδια την 703/
- Όμως, κρίθηκε ότι το αντικείμενο της Προσφυγής 703/2006 περιλαμβανόταν στην Αναθεωρητική Έφεση. Εξ ου και η κατάληξη. Βέβαια, το τεμάχιο 2964 είχε επιστραφεί στην Ενάγουσα από το
- Εάν το συμπέρασμα στην Προσφυγή 1522/2007 ήταν ορθό, ότι δηλαδή η Αναθεωρητική Εφεση αναφερόταν μόνο στο χώρο που κάλυπτε το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης, τότε η Προσφυγή 703/2006 θα αφορούσε κατά το μέγιστο μόνο τα 178 τ.μ.. Όμως, στην παράγραφο 22 των παραδεκτών γεγονότων αναφέρεται ότι η Προσφυγή 703/2006 καταχωρίστηκε εναντίον της συνεχιζόμενης παράλειψης της αποζημιούσας αρχής να προσφέρει πίσω στην Ενάγουσα προς πώληση το ακίνητο επί του οποίου κτίστηκε ο Αστυνομικός Σταθμός. Τα παραδεκτά γεγονότα συνιστούν ακλόνητο υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο οφείλει να στηριχτεί. Δεν υπάρχει περιθώριο ευρημάτων που να αντιμάχονται ή έστω να είναι κατ΄ ελάχιστο ασυμβίβαστα με παραδεκτά γεγονότα. Στην Αντρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, αναφέρεται ότι το παραδεκτό γεγονός αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός, αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο. Στην Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. της Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, 452, σημειώνεται ότι η σημασία των παραδεκτών γεγονότων είναι τέτοιας υφής ώστε η προβολή αντιφατικών εκδοχών σε σχέση με ουσιώδες μέρος τους δεν μπορεί παρά να θεωρείται ως προσφυγή στο ψεύδος. (Βλ. ακόμη ΚΟΤ ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, 189-90). Συγκερασμός της παραγράφου 22 των παραδεκτών γεγονότων με το αποτέλεσμα στην Προσφυγή 703/2006, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο χώρος όπου κτίστηκε ο Αστυνομικός Σταθμός, δηλαδή τα 1940 τ.μ. που αναφέρονται στο δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης, καλύπτονται από την Αναθεωρητική Εφεση αρ.
- Σύμφωνα με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, η αναφορά στην Προσφυγή 919/1996, ότι κατέστηκε άνευ αντικειμένου λόγω του πρώτου Διατάγματος Επίσχεσης, δεν ήταν απόλυτα ορθή. Ούτε η αναφορά στην Προσφυγή 1522/2007, ότι η Αναθεωρητική Εφεση είχε ως αντικείμενο το χώρο που επισχέθηκε με το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης, είναι ακριβής. Η Προσφυγή 919/1996 και η Αναθεωρητική Εφεση αφορούσαν μεγαλύτερο μέρος από αυτό που καλυπτόταν από το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης. Καταλήγω ότι η απόφαση ημερομηνίας 15.10.2001 στην Αναθεωρητική Εφεση αφορούσε τόσο το χώρο που καλυπτόταν τόσο από το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης και περιλάμβανε το τεμάχιο 2964 όσο και το χώρο που καλυπτόταν από το δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης. Αφορούσε δηλαδή στο σύνολο 4328 τ.μ.. Εφόσον 2210 τ.μ. επιστράφηκαν ως τεμάχιο 2964 παραμένουν άλλα 2118 τ.μ.. Το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης (αρ. 1297) παρουσιάστηκε. Δεν παρουσιάστηκε ούτε εδώ το σχέδιο που συνόδευε το Διάταγμα, όμως δηλώθηκε στα παραδεκτά γεγονότα (παράγρ.5) ότι η έκταση του δείχνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο με ψηφίο «Στ» που επισυνάφθηκε. Προκύπτει ότι υφίσταται μια μικρή έκταση που καλυπτόταν από το πρώτο Διάταγμα Επίσχεσης και δεν περιλήφθηκε στο τεμάχιο
- Αφορά 178 τ.μ. (2388 τ.μ. μείον 2210 τ.μ.). Μέρος (127 τ.μ. δηλ. 2067 τ.μ. μείον 1940 τ.μ.) διεκδικείται ως πραγματικά αχρησιμοποίητο μέρος. Αυτό το μέρος είναι επιπλέον του μέρους που καλύπτει ο Αστυνομικός Σταθμός. Η αξίωση για αποζημίωση ή άλλη θεραπεία δυνάμει του Αρθρου 146.6 του Συντάγματος πρέπει να απευθύνεται, πρώτα, προς τη Διοίκηση και, εφόσον αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε, πλέον να καταχωρείται πολιτική αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Διαφορετικά δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Αποφάσεις πλειοψηφιών στην Νικόλας ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 983, 1001 και 1002). Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 9.7.2010 (Τεκμήριο 2), αποστάληκε προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Αυτή παραλήφθηκε (βλ. Τεκμήριο 4) και απαντήθηκε με επιστολή του Υπουργείου ημερομηνίας 15.7.2010 (Τεκμήριο 5). Στην επιστολή της 9.7.2010 ο δικηγόρος της Ενάγουσας αναφερόταν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 21.6.2010 με την οποία ακυρώθηκε το δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης και ζητούσε την επιστροφή του μέρους όπου βρισκόταν κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός, διά της προτάσεως πίσω προς πώληση στην Ενάγουσα του μέρους, δηλώνοντας την προθυμία της να επιστρέψει το ποσό της απαλλοτρίωσης. Συνεπώς, πριν την καταχώρηση της αγωγής 3563/2010 την 16.12.2010 είχε ζητηθεί η επιστροφή του μέρους όπου ήταν κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός. Ως εκ τούτου, η δικηγόρος των Εναγομένων απέσυρε την «προδικαστική ένσταση» που αναφέρεται στην παράγρ.1 της Εκθεσης Υπεράσπισης στην αγωγή αρ. 3563/
- Προβαλλόταν εκεί ότι η Ενάγουσα δεν απέστειλε, ως όφειλε, επιστολή προς την αρμόδια διοικητική αρχή αξιώνοντας τη συμμόρφωση της με την εκδοθείσα ακυρωτική απόφαση. Στην αγωγή αρ. 3563/2010 δεν αναφέρεται η έκταση της οποίας η επιστροφή αξιώνεται σε τετραγωνικά μέτρα, και σε κάθε περίπτωση δεδομένου ότι στην επιστολή ημερ. 9.7.2010 υπάρχει διασύνδεση με το δεύτερο Διάταγμα Επίσχεσης και την απόφαση στην Προσφυγή αρ. 1522/2007, προκύπτει πως αυτό που ζητήθηκε να επιστραφεί ήταν 1940 τ.μ.. Περαιτέρω, στην επιστολή της 9.7.2010 δεν υπήρχε καμιά αναφορά σε ζήτημα αποζημιώσεων. Δεν είχε προβληθεί τέτοια απαίτηση προς τη Διοίκηση. Επιστροφή περιουσίας είχε ζητηθεί και με την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 31.8.2004, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (Παράρτημα ΙΒ στα παραδεκτά γεγονότα). Γινόταν στην επιστολή αναφορά στο χώρο όπου βρισκόταν κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός ταυτόχρονα, όμως, ζητείτο πλήρης συμμόρφωση με την απόφαση στην Αναθεωρητική Εφεση. Υπάρχει ακόμα μια επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (Παράρτημα ΙΕ στα παραδεκτά γεγονότα), ημερομηνίας 23.5.2006, με την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση της περιουσίας της και αναφέρεται πως εάν δεν υπήρχε απάντηση μέχρι 1.7.2006 η Ενάγουσα θα καταχωρούσε αγωγή σε πολιτικό δικαστήριο. Καταλήγω πως υπήρξε ζήτηση για την επιστροφή όλης της έκτασης που καλυπτόταν από την Αναθεωρητική Εφεση, δηλαδή και των 127 τ.μ. πέραν της έκτασης των 1940 τ.μ. που καλύπτει ο Αστυνομικός Σταθμός αλλά και για αποζημιώσεις τόσο για τα πιο πάνω εμβαδά όσο και για το τεμάχιο
- Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι το αντικείμενο στην αγωγή 3563/2010 δεν είναι αξίωση για ζημιά δυνάμει του Αρθρου 146.6 του Συντάγματος αλλά αξίωση δυνάμει του Αρθρου 146.5, οπόταν, η προϋπόθεση του Αρθρου 146.6 για προηγούμενη αξίωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή δεν εφαρμόζεται. Η υποχρέωση επιστροφής στην Ενάγουσα του μέρους της περιουσίας της που δεν χρησιμοποιήθηκε για την επίτευξη του σκοπού της απαλλοτρίωσης (2067 τ.μ.), προκύπτει άμεσα από την απόφαση της 15.10.2001 στην Αναθεωρητική Εφεση και για μέρος (1940 τ.μ.) και την απόφαση της 21.6.2010 στην Προσφυγή αρ.1522/
- Οι χρηματικές αποζημιώσεις εκπηγάζουν από το γεγονός πως από την 21.6.1960 που θα έπρεπε, όπως εξάγεται από την απόφαση στην Αναθεωρητική Εφεση, το μη χρησιμοποιηθέν για σκοπούς της απαλλοτρίωσης μέρος να επιστραφεί στην Ενάγουσα, μόνο 2210 τ.μ. (τεμάχιο 2964) της επιστράφηκαν την 23.4.
- Η Ενάγουσα στερήθηκε από της 21.6.1960 και θα στερείται της κατοχής, χρήσης, απόλαυσης και εκμετάλλευσης των 2067 τ.μ. μέχρι αυτά να της επιστραφούν ενώ από της 21.6.1960 μέχρι την 23.4.2004 στερήθηκε της κατοχής, χρήσης, απόλαυσης και εκμετάλλευσης του χώρου που καλύπτεται από το τεμάχιο
- Η μαρτυρία της Ενάγουσας (Μ.Ε.1) ήταν σύντομη. Ανέφερε πως κατά την απαλλοτρίωση είχε πληρωθεί το ποσό που ορίστηκε τότε ως η αξία του κτήματος της, το οποίο προτίθεται να επιστρέψει, εφόσον της αποδοθεί η διεκδικούμενη περιουσία. Η πλευρά της κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα τον προαναφερθέντα Κυριάκο Ταλαττίνη, εγκεκριμένο εκτιμητή ακινήτων με πείρα από το
- Η έκθεση του που ενδιαφέρει είναι η «Δεύτερη Συμπληρωματική ΄Εκθεση» ημερομηνίας 21.3.2014 (Τεκμήριο 1). Η βάση πάνω στην οποία εργάστηκε για να εξεύρει το αγοραίο ενοίκιο, τόσο του τεμαχίου 2964 όσο και του αχρησιμοποίητου μέρους του τεμαχίου 2965, δηλαδή του πραγματικά αχρησιμοποίητου και του χώρου όπου ανεγέρθηκε ο Αστυνομικός Σταθμός, ήταν να θεωρήσει ότι επρόκειτο για μια μακροχρόνια μίσθωση όπου ο μισθωτής θα είχε αναπτυξιακά δικαιώματα. Το ετήσιο ενοίκιο καθόρισε ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας του ακινήτου κάθε χρόνο. Χρησιμοποίησε ως αφετηρία το ποσό της απαλλοτρίωσης που είχε πληρωθεί στην Ενάγουσα που αναλογεί στο κάθε μέρος. Το ποσό της απαλλοτρίωσης ήταν €14.523,11(£8.500), οπόταν η αξία των τ.μ. του τεμαχίου 2964 ήταν €1.657.50 και του μέρους (2067 τ.μ.) του τεμαχίου 2965 ήταν €1.550,
- Αυτή ήταν η αγοραία αξία κατά το
- Έκτοτε και μέχρι και το 2001 πρόσθετε ετήσια αύξηση στην αγοραία αξία 12% ετησίως, στη συνέχεια μέχρι και το 2008 10% ετησίως και από το 2009 μέχρι την 21.3.2014 που φτάνει η έκθεση του καμιά αύξηση λόγω των δυσμενών συνθηκών που άρχισαν να διαφαίνονται και την πτωτική πορεία της κτηματαγοράς. Η ετήσια αύξηση ήταν το αποτέλεσμα μελέτης πωλήσεων που είχε κάμει για την υπό εξέταση περιοχή και ευρύτερα την πόλη της Λάρνακας στην περίοδο 1969 - 1999 (Τεκμήριο 6). Επί της αγοραίας αξίας στην οποία για κάθε χρόνο κατέληγε, καθόρισε το αγοραίο ενοίκιο ως ποσοστό 4%. Έτσι, κατέληξε στο ενοίκιο που η Ενάγουσα δικαιούτο για κάθε έτος από το 1957 μέχρι και την 21.3.2014 για τα 2067 τ.μ. του τεμαχίου 2965 και μέχρι την 3.9.2004 για άλλα 2388 τ.μ. (θα έπρεπε 2210 τ.μ. που είναι η έκταση του τεμαχίου 2964). Κάθε ετήσιο ενοίκιο τόκισε με 8% απλό τόκο μέχρι το τέλος του 2000 και 6% σύνθετο τόκο από 1.1.
- Ελαβε υπόψη του τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου. Κατέληξε πως για το τεμάχιο 2965 (2067 τ.μ.) η Ενάγουσα, αφού επιστρέψει (δηλαδή της αποκοπεί) άτοκο το ποσό που εισέπραξε (€1.550,25), δικαιούται κατά την 21.3.2014 το ποσό των €528.474,
- Για το τεμάχιο 2964 η Ενάγουσα, αφού επιστρέψει (δηλαδή της αποκοπεί) άτοκο το ποσό που εισέπραξε (€1.657,50), δικαιούται κατά την 3.9.2004 το ποσό των €203.804,
- Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθεί τόκος από τον Σεπτέμβρη του 2004 μέχρι σήμερα. Ο Ταλαττίνης αντεξετάστηκε επίμονα σε σχέση με το ποσοστό του 4% επί της αγοραίας αξίας που καθόρισε ως το ετήσιο ενοίκιο. Επικαλέστηκε τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμούς του 1989 (Κ.Δ.Π. 173/89), όπου καθορίζονται ως επί τοις εκατόν ποσοστό επί της αξίας της γης τα ενοίκια που η Κυβέρνηση ενοικιάζει κρατική γη. Έλαβε, όμως, υπόψη τα ποσοστά που αφορούν βιομηχανικούς και τουριστικούς σκοπούς που είναι υψηλότερα, ενώ για οικιστικούς σκοπούς τα ποσοστά αυτά, όπως του υποδείχθηκε, κυμαίνονται από 1% - 3%. Επικαλέστηκε ακόμα ο Ταλαττίνης τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και την προσέγγιση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις ελληνοκυπρίων εναντίον της Τουρκίας για περιουσίες στα κατεχόμενα, όπου επιδικάστηκαν αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης με την ίδια μεθοδολογία. Επικαλέστηκε ακόμα το υψηλό επιτόκιο που επικρατούσε μέχρι και το 1980 και την έκτοτε μείωση του, αναφέροντας ότι χρησιμοποιήθηκε το 4% ως μέσος όρος για όλη την περίοδο. Δεν έλαβε υπόψη του τις πρόνοιες της νομοθεσίας αναφορικά με τις επιτάξεις αφού κατά, τη θέση του, ο νόμος αφορά σε άλλου είδους ρυθμίσεις και δεν έχει εφαρμογή σε μια μακροχρόνια μίσθωση. Υποστήριξε ο Ταλαττίνης πως έλαβε υπόψη και μισθώσεις στον ιδιωτικό τομέα, για παράδειγμα εκκλησιαστικής γης για τουριστικούς σκοπούς και αναφέρθηκε σε άλλη περίπτωση στη Λευκωσία όπου εμπορική εταιρεία ενοικίασε εμπορικό ακίνητο με ετήσιο ενοίκιο 4½% επί της αξίας του. Δέχθηκε, ωστόσο, πως όχι μόνο δεν είχε οποιαδήποτε συγκριτικά που να υποστηρίζουν το ποσοστό του 4% για οικιστική γη, αλλά κανένα συγκριτικό για οικιστικούς σκοπούς, εξηγώντας πως είναι σπάνιο στην κτηματαγορά να βρεις εκμισθώσεις για οικιστικούς σκοπούς αφού η πλειοψηφία των επενδυτών για οικιστική ανάπτυξη αγοράζουν το ακίνητο το οποίο θα αναπτύξουν. Δεν γνωρίζει καμιά περίπτωση που κάποιος ενοικίασε γη για να ανεγείρει το σπίτι του, όμως, γνωρίζει περιπτώσεις σε Πάφο και Αγία Νάπα όπου μισθώθηκε γη για να αναπτυχθεί με την ανέγερση διαμερισμάτων προς ενοικίαση. Προέβαλε πως το ακίνητο της Ενάγουσας αναπτύχθηκε για άλλους από οικιστικούς σκοπούς, αποδέχτηκε ωστόσο πως στην έκθεση του εκτιμήθηκε ως οικιστικό αφού βασίζεται στην ενοικίαση για νόμιμη χρήση που θα μπορούσε να έχει. Ο Κωνσταντίνος Μουσικός (Μ.Υ.1) είναι κτηματολογικός λειτουργός Β΄ στον Κλάδο Εκτιμήσεων του Κτηματολογίου Λάρνακας. Έχει πείρα από το
- Παρουσίασε έκθεση εκτίμησης του ημερομηνίας 11.4.2014 (Τεκμήριο 8). Χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο με τον Ταλαττίνη, καθορίζοντας και αυτός το ετήσιο ενοίκιο ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας κάθε έτους από το 1957 και εντεύθεν, όμως, χρησιμοποίησε άλλο ποσοστό και διαφορετικές αγοραίες αξίες κάθε έτους. Στην αγοραία αξία κατέληξε με βάση συγκριτικές πωλήσεις οικοπέδων στην περιοχή των επιδίκων. Έλαβε υπόψη επτά τέτοιες πωλήσεις για να καταλήξει μετά από συγκρίσεις και αναπροσαρμογές στην ανά τ.μ. αγοραία αξία των επίδικων περιουσιών. Για να καταλήξει στο επί τοις εκατόν ποσοστό επί της αγοραίας αξίας που συνιστά το ετήσιο ενοίκιο, έλαβε υπόψη έξι συγκριτικά ενοίκια και τις συγκριτικές πωλήσεις. Κατέληξε σε ποσοστό 0.3%. Καθόρισε την ενοικιαστική αξία του τεμαχίου 2964 για την περίοδο από το 1957 μέχρι την 3.9.2004, και με αναθεώρηση του ενοικίου κάθε χρόνο, στο ποσό των €19.990,
- Καθόσον αφορά τον χώρο του Αστυνομικού Σταθμού, στη βάση 1940 τ.μ., καθόρισε την ενοικιαστική αξία για την περίοδο από το 1957 μέχρι και την 31.3.2014, και με αναθεώρηση του ενοικίου κάθε χρόνο, στο ποσό των €53.036,
- Και στις δύο περιπτώσεις δεν προσθέτει τόκους στο εκάστοτε ετήσιο ενοίκιο από την ημερομηνία που τούτο καθίσταται πληρωτέο. Σχολίασε ο μάρτυρας ότι το ποσοστό του 4% χρησιμοποιείται όταν πρόκειται για κτίρια που εμπεριέχουν μεγαλύτερο ρίσκο, γιατί, όπως το έθεσε, για να κτίσεις ένα κτίριο πρέπει να πάρεις δάνειο από την τράπεζα γεγονός που εμπεριέχει ρίσκο, σε αντίθεση με τη γη που μπορεί να την κληρονομήσεις, σημειώνοντας πως όλοι οι Κύπριοι έχουν ένα κομμάτι γης. Κατά την τελική του αγόρευση ο δικηγόρος της Ενάγουσας ουσιαστικά υποστήριξε ότι αυτή δικαιούται στην ενοικιαστική αξία κάθε μέρους της επίδικης περιουσίας της για όσο χρόνο αυτό κατείχετο από την Δημοκρατία. Για τον καθορισμό της σχετικής αποζημίωσης επικαλέστηκε την νομολογία που αφορά στις περιπτώσεις παράνομης επέμβασης. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Bahchecioglou
(1998)1 Α.Α.Δ. 426, 436-437 αναφέρθηκε ότι: «Θα προχωρήσουμε τώρα να εξετάσουμε τις αρχές με βάση τις οποίες επιδικάζονται αποζημιώσεις σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, αφού ουσιαστικά το εύρημα μας είναι ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχική επέμβαση του εφεσείοντα-εναγομένου στην ακίνητη περιουσία των εφεσιβλήτων-εναγόντων ήταν παράνομη. Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς τους σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796). Aναφορικά με τις αποζημιώσεις που δόθηκαν για το τεμάχιο 101 κρίνουμε ότι αυτές δόθηκαν σε εσφαλμένη βάση. Τα κριτήρια με τα οποία η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να χρεώνει 2% επί της αξίας για εκμισθώσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα περίπτωση όπου θα έπρεπε οι αποζημιώσεις να αντανακλούν την αγοραία ενοικιαστική αξία. Σε περιπτώσεις εκμίσθωσης από τη Δημοκρατία, παρατηρούμε ότι, στον καθορισμό του ποσοστού του 2% υπεισέρχονται προφανώς πολλά άλλα κριτήρια, άσχετα με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης.» Αναφορικά με τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης είναι η θέση του Εναγόμενου πως τέτοιες δεν δικαιολογούνται. Ουδέποτε, αναφέρει, έχουν επιδικαστεί τέτοιες σε σχέση με απαλλοτριωθείσα περιουσία αφού η κατοχή της περιουσίας από την απαλλοτριούσα αρχή εδράζεται σε νόμιμη αναγκαστική απαλλοτρίωση που καλύπτεται από το τεκμήριο της νομιμότητας. Ούτε το Σύνταγμα ούτε οι περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμοι του 1962 έως 2014 εμπεριέχουν πρόνοια για αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης. Η Ενάγουσα εισέπραξε το ποσό της αξίας της απαλλοτριωθείσας περιουσίας το οποίο κατέχει έκτοτε και θα το επιστρέψει χωρίς τόκο με την ανάκτηση της περιουσίας της. Είναι η θέση του Εναγόμενου πως η επιστροφή του ποσού της απαλλοτρίωσης χωρίς τόκο άμα τη επιστροφή της περιουσίας από την απαλλοτριούσα αρχή στον ιδιοκτήτη της, επιφέρει την ολική διευθέτηση του ζητήματος. Αν η Δημοκρατία, συνεχίζει το επιχείρημα, όφειλε να αποζημιώσει επιπλέον για τη χρήση, αυτό θα προβλεπόταν ρητά και θα έπρεπε να ισοζυγιστεί με αντίστοιχη υποχρέωση της Ενάγουσας για καταβολή τόκου επί της αποζημίωσης, που θα συνιστούσε την απώλεια χρήσης των χρημάτων που η Δημοκρατία είχε καταβάλει. Η λογική του επιχειρήματος είναι ότι εφόσον ο ιδιοκτήτης της γης λαμβάνει την αγοραία αξία της περιουσίας του που απαλλοτριώνεται σε χρήμα, και όταν η περιουσία του επιστραφεί αυτός επιστρέφει άτοκα τα χρήματα που εισέπραξε, σημαίνει ότι κατά τη χρονική περίοδο που η απαλλοτριούσα αρχή κατείχε την περιουσία του και ο ίδιος δεν μπορούσε να την απολαύσει ή εκμεταλλευτεί, αυτός απολάμβανε το χρήμα που είχε εισπράξει. Το χρήμα μπορούσε να αξιοποιηθεί με επένδυση ή έστω με τον πιο απλό τρόπο που είναι ο τοκισμός και ο κερδαινόμενος τόκος θα ήταν το όφελος του ιδιοκτήτη. Σημειώνεται πως και οι δύο εκτιμητές ακολούθησαν την ίδια μέθοδο για εξεύρεση του ετήσιου ενοικίου, δηλαδή ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας του κτήματος όπως και ο τόκος. Επομένως, ο ιδιοκτήτης αντί για ενοίκιο εισπράττει τον κερδαινόμενο τόκο που ενδεχομένως είναι και μεγαλύτερο ποσό. Εάν προ ή κατά την 21.6.1960 η απαλλοτριούσα αρχή επέστρεφε στην Ενάγουσα το μέρος που απαλλοτριώθηκε αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς της απαλλοτρίωσης, με την ταυτόχρονη επιστροφή του ποσού που η Ενάγουσα είχε εισπράξει γι΄ αυτό, το ζήτημα θα είχε πλήρως διευθετηθεί σύμφωνα και με τη Συνταγματική ρύθμιση. Η αποζημίωση της Ενάγουσας για το γεγονός πως για την περίοδο από την απαλλοτρίωση μέχρι την επιστροφή στερήθηκε της απόλαυσης της περιουσίας της, θα ήταν ο τόκος που καρπώθηκε στο μεσοδιάστημα. Όμως, η απαλλοτριούσα αρχή δεν ενήργησε με βάση τις Συνταγματικές διατάξεις και μετά την ακύρωση της παράλειψης της να επιστρέψει την περιουσία διαφάνηκε ότι από το 1960 κατέχει και χρησιμοποιεί την περιουσία χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Επομένως, για την περίοδο αυτή είναι υπόλογη να αποζημιώσει την Ενάγουσα για τις ζημιές που αυτή υπέστηκε. Και δεν θα πρέπει να κληθεί η Ενάγουσα να πληρώσει τόκους επί των δύο ποσών που αποδέχεται πως θα πρέπει να επιστρέψει. Η περιουσία της δεν της επιστράφηκε το 1960 όπως θα έπρεπε να είχε γίνει. Μόνο αν της επιστρεφόταν τότε και αρνείτο ή παρέλειπε να επιστρέψει τα ποσά θα ήταν ορθό να διαταχθεί να τα αποπληρώσει σήμερα με τόκο. Καθ΄ όσον αφορά το τεμάχιο 2964 που της επιστράφηκε την 23.4.2004, και για το οποίο το ποσό της επιστροφής είναι €1.657,50, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτό της ζητήθηκε τότε και η ίδια αρνήθηκε ή παρέλειψε να το επιστρέψει. (Παραμένει ένα ερώτημα γιατί δεν της ζητήθηκε να το πληρώσει ως προϋπόθεση για να της επιστραφεί το τεμάχιο 2964) Επομένως, δεν βρίσκω να δικαιολογείται ο επιδικασμός τόκου ούτε γι΄ αυτό το ποσό, έστω για τη μικρότερη περίοδο από το 2004. Στην Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, 425, αναφέρεται ότι: «Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη. Το μέτρο της αποζημίωσης, όπως καθορίζεται στο άρθρο 146.6, είναι η "... δικαία και εύλογος αποζημίωσις". Το μέσο για την αποζημίωση είναι "η δικαία και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει". Το μέτρο της αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα (restitutio ab integrum). Ο όρος "δικαία και εύλογος αποζημίωσις" στο πλαίσιο του άρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης. [Phedias Kyriakides v. Republic, 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 CLR. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic
(1979)3 CLR. 550, Christophides v. Attorney - General
(1981)1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Διευθυντή Τμήματος Δασών και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, και Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697]. Αναφέρεται στην αγόρευση του Γενικού Εισαγγελέα πως οι συνενωμένες αγωγές καταχωρίστηκαν έξι σχεδόν δεκαετίες μετά που επεσυνέβησαν τα γενεσιουργά γεγονότα και πως «ο θεαματικός αυτός ετεροχρονισμός οφείλεται κυρίως στην Ενάγουσα». Τα παράπονα της άρχισαν από τη δεκαετία του 1960 αλλά η διαμαρτυρία της περιοριζόταν σε επιστολές. Οι θέσεις της Ενάγουσας, συνεχίζει η αγόρευση, «... προσέκρουαν στην απόλυτα καλόπιστη πεποίθηση της Διοίκησης, ότι όλα είχαν γίνει νόμιμα...». Είχε ο Νικολάου Δ. στην απόφαση της 25.6.1999 στην Προσφυγή 916/1996 αναφέρει το εξής: «Πρέπει να παρατηρήσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η Δημοκρατία γενικά χειρίστηκε την περίπτωση επί σειρά δεκαετιών δεν της περιποιεί τιμή. Δεν μπόρεσε να διακρίνει και να συναρτήσει το νόημα της χρηστής διοίκησης με την τοποθέτηση της στο ζήτημα. Ωστόσο και η αιτήτρια δεν ακολούθησε σταθερή πορεία. Αφησε για πολλά χρόνια τα πράγματα σκεπασμένα με την Κρατική αδράνεια». Είναι πολύ λυπηρό να διαπιστώνεται τέτοια προσέγγιση από το Κράτος 15 χρόνια μετά. Το Κράτος δεν αναμένεται να συμπεριφέρεται όπως ο ιδιώτης διάδικος που μπορεί για την προώθηση των συμφερόντων του πεισματικά και εγωϊστικά να λειτουργεί εν αδίκω και να εκμεταλλεύεται τις διαδικασίες. Ακόμα και σήμερα ο Εναγόμενος αποδεχόμενος στην αγόρευση του ότι η απόφαση για επιστροφή του μέρους όπου κτίστηκε ο Αστυνομικός Σταθμός όφειλε να εφαρμοστεί σύμφωνα με το Αρθρο 146.5 του Συντάγματος, και παρά το ότι αναμένει, όπως αποκαλύπτει, απόφαση για επανεγγραφή των μερών επ΄ ονόματι της Ενάγουσας και παράδοση της κατοχής τους σε αυτήν, παραλείπει να συμμορφωθεί οικιοθελώς αλλά αντίθετα επικαλείται πως η ανατροπή της απαλλοτρίωσης μετά από 60 χρόνια έχει επιφέρει την αδυναμία της Κυβέρνησης να εξεύρει μέχρι στιγμής τρόπους για να συμμορφωθεί. Η Ενάγουσα υπήρξε αδρανής για πολλά χρόνια και μόλις το 1996 κινήθηκε δικαστικά για να διεκδικήσει τα δικαιώματα της. Όμως, η σημασία τέτοιας συμπεριφοράς είναι μειωμένη όταν από την άλλη πλευρά είναι το Κράτος, που έχει υποχρέωση να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών και να τους αποδίδει ό,τι δικαιούνται ακόμα και όταν οι τελευταίοι αμελούν να τα διεκδικούν ή πολλές φορές δεν τα γνωρίζουν. Στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην Qufaj Co. Sh. P.K. v. Albania, no.54268/00, ημερ. 18.11.2004 (τελική 30.3.2005), αναφέρθηκε πως όταν ο πολίτης εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του Κράτους δεν πρέπει να αναμένεται να προβεί σε διαδικασίες εκτέλεσης ώστε να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος αλλά το Κράτος θα πρέπει να ικανοποιεί, χωρίς άλλο, την απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση πέραν του ότι το Κράτος όφειλε κατά πρώτο λόγο να συμμορφωθεί με το Αρθρο 23.5 του Συντάγματος, χωρίς να απαιτηθεί αυτό να του υποδειχθεί από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Αναθεωρητική Εφεση, όφειλε κατά δεύτερο λόγο να συμμορφωθεί με την απόφαση στην Αναθεωρητική Εφεση ώστε να μην αναγκαστεί η Ενάγουσα να καταχωρήσει την αγωγή 3563/
- Στην ίδια απόφαση αναφέρεται πως το Κράτος δεν μπορεί να επικαλείται οικονομικές δυσκολίες για να μην αποπληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του και κατά προέκταση στα γεγονότα της παρούσας δεν μπορεί να επικαλείται «αδυναμία της Κυβέρνησης να εξεύρει μέχρι στιγμής τρόπους για να συμμορφωθεί». Η αποζημίωση για να είναι δίκαια και εύλογη δεν πρέπει να καθοριστεί αυθαίρετα αλλά με βάση κάποιες παραμέτρους που είναι δίκαιο και λογικό να ληφθούν υπόψη. Πέραν αυτού δεν υπάρχει εφαρμόσιμος μαθηματικός τύπος. Θα ήταν λάθος να μη συναρτάται η αποζημίωση με τη φύση και έκταση της περιουσίας που η Ενάγουσα αποστερήθηκε και το χρονικό διάστημα που υφίστατο τη στέρηση της χρήσης και απόλαυσης της περιουσίας. Επίσης θα ήταν λάθος να μη ληφθεί υπόψη η φύση της χρήσης και απόλαυσης της υπόψη περιουσίας που η Ενάγουσα θα μπορούσε να έχει. Οι πιο πάνω παράμετροι είναι σχετικοί με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας, επομένως η αξία αυτή είναι υποβοηθητική, και πρόσφορη για τον καθορισμό της δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης. Όμως, η δίκαια και εύλογη αποζημίωση δεν ταυτίζεται με τη συσσωρευμένη ενοικιαστική αξία. Η δίκαια και εύλογη αποζημίωση μπορεί να είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη από τη συσσωρευμένη ενοικιαστική αξία, ανάλογα με τις περιστάσεις. Εάν η ενοικιαστική αξία είναι ψηλή σε σχέση με την αξία του ακινήτου ίσως η δίκαια και εύλογη αποζημίωση να πρέπει να είναι μικρότερη. Εάν η ενοικιαστική αξία είναι χαμηλή σε σχέση με την αξία του ακινήτου ενδέχεται να πρέπει να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό ως δίκαια και εύλογη αποζημίωση. Η χρήση του ποσού της απαλλοτρίωσης που αναλογεί στο κάθε μέρος ως η αγοραία του αξία κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και κατ΄ ακολουθία ως αφετηρία για την εξεύρεση της αγοραίας αξίας στα επόμενα χρόνια με την υιοθέτηση ποσοστού ετήσιας αύξησης κρίνεται ως πρόσφορη μεθοδολογία όπου αναζητείται η αξία για τα επόμενα λίγα χρόνια. 'Εχει τις αδυναμίες της, ιδιαίτερα όπου, όπως εδώ, το χρονικό διάστημα είναι μακρύ και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα αποτελέσματα. Αυτό φαίνεται να συνέβηκε και στην προκειμένη περίπτωση με την εκτίμηση Ταλαττίνη. Για να καταδείξει ο Ταλαττίνης ότι η πλευρά της Ενάγουσας υπήρξε δίκαια και συντηρητική στον καθορισμό της αγοραίας αξίας, επεσήμανε ότι για σκοπούς φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας το Κτηματολόγιο εκτίμησε την αξία του τεμαχίου 2964 σε €68.344 σε τιμές 1.1.1980, ενώ ο ίδιος καθόρισε την αξία του την 31.12.1979 σε €19.923,
- Περαιτέρω, όταν στις 24.4.2008 το τεμάχιο 2964 μεταβιβάστηκε στο όνομα εταιρείας συμφερόντων του γιου της Ενάγουσας, το Κτηματολόγιο για σκοπούς καθορισμού των μεταβιβαστικών τελών εκτίμησε το τεμάχιο 2964 €1.000 το τ.μ., ενώ ο ίδιος καθορίζει την τιμή των περιουσιών (έστω του διπλανού τεμαχίου) στις 31.12.2008 σε €227 το τ.μ. (€469.789,07 διαιρούμενο με 2067τ.μ.). Αυτές οι εκτιμήσεις καταδεικνύουν ότι ο Ταλαττίνης είναι εντελώς λανθασμένος ως προς την αγοραστική αξία των περιουσιών. Ουσιαστικά αυτό ομολόγησε και ο ίδιος. Ότι δηλαδή κατέληξε σε τιμές που απέχουν δραματικά από τις καθορισθείσες από το Κτηματολόγιο. Οι τιμές του Ταλαττίνη είναι πολύ πιο χαμηλές από τις τιμές που καθόρισε ο Μουσικός ακολουθώντας τη συγκριτική μέθοδο που είναι και η ενδεδειγμένη. Ο καθορισμός ψηλών τιμών κάθε άλλο παρά ευνοϊκός είναι για την υπεράσπιση και τούτο είναι εχέγγυο για την ειλικρινή διάθεση του Μουσικού να αποδώσει την πραγματικότητα. Το ανάλογο δεν μπορεί να ειπωθεί για τον Ταλαττίνη αφού αποδέχεται ότι οι εκτιμήσεις του απέχουν της πραγματικότητας, έστω κι αν προσπάθησε να το θέσει κομψά ότι ήταν συντηρητικός. Η ειλικρίνεια του Μουσικού, σε συνδυασμό με την αξιοπιστία της μεθόδου που ακολουθήθηκε με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι τιμές που καθόρισε ο Μουσικός για την αγοραία αξία των περιουσιών είναι οι ορθές. Προκύπτει να είναι κοινό έδαφος πως η οικιστική γη πολύ δύσκολα αν καθόλου μπορεί να αξιοποιηθεί με μίσθωση με δικαιώματα ανάπτυξης για σκοπούς οικιστικούς. Δεν αναμένεται κάποιος να μισθώσει τέτοια γη για να ανεγείρει κατοικίες ή διαμερίσματα και να τα ενοικιάζει ως επιχειρηματική δραστηριότητα. Τέτοιοι επιχειρηματίες αγοράζουν την γη που θα αναπτύξουν. Ούτε και αναμένεται κάποιος να μισθώσει τέτοια γη για να ανεγείρει την κατοικία του. Δεν έχει αναφερθεί καμιά περίπτωση είτε επιχειρηματία είτε ιδιώτη. Η οικιστική γη μπορεί να μισθωθεί ως χώρος στάθμευσης και νοουμένου ότι η περιοχή προσφέρεται δηλαδή γειτνιάζει με εμπορική ζώνη. Τα στοιχεία αυτά είναι γενικά και αντικειμενικά. Δεν αφορούν μόνο την Ενάγουσα και τις επίδικες περιουσίες αλλά όλη την οικιστική γη στην Κύπρο, με μεμονωμένες ίσως εξαιρέσεις που δεν έχουν εφαρμογή στις περιστάσεις της παρούσας αγωγής και τα χαρακτηριστικά των επίδικων περιουσιών. Η πραγματικότητα ότι οικιστική γη, όχι κατοικίες ή διαμερίσματα, έχει αντικειμενικά μικρή ενοικιαστική αξία σε σχέση με την αγοραία της αξία, δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αποδέχομαι τις θέσεις του Μουσικού ως προς την ενοικιαστική αξία των επιδίκων τεμαχίων και μερών τους, που εδράζεται σε συγκριτικά ενοίκια και πωλήσεις. Η θέση Ταλαττίνη για 4% επί της αγοραίας αξίας ανατράπηκε από την ομολογία του ιδίου σε σχέση με τις αγοραίες αξίες. Εάν δε υιοθετείτο το ποσοστό του 4% με βάση τις πραγματικές αγοραστικές αξίες θα οδηγούμαστε σε ποσά υπερδιπλάσια των διεκδικούμενων και εντελώς εξωπραγματικά. Καταλήγω ότι η ενοικιαστική αξία του τεμαχίου 2964 είναι η αναφερόμενη στην 6η στήλη, στον πίνακα της σελίδας 14 της Εκθεσης Μουσικού, που καταλήγει στο συνολικό ποσό των €19.990,
- Οσον αφορά τα 2067 τ.μ. του τεμαχίου 2965, θα πρέπει να γίνει αναπροσαρμογή των ποσών της 7ης στήλης που αναφέρεται σε 1940 τ.μ. . Το συνολικό ποσό των €53.036,06 αναπροσαρμοσμένο στα 2067 τ.μ. αυξάνεται σε €56.508, και για να καλύπτει και την περίοδο από 31.3.2014 μέχρι σήμερα φτάνει τις €58.
- Τα συσσωρευμένα ενοίκια για το μέρος που δεν έχει επιστραφεί στην Ενάγουσα, είναι τριπλάσια αυτών του τεμαχίου 2964 παρά το ότι το τελευταίο είναι και περιθωριακά μεγαλύτερο. Αυτό οφείλεται στο ότι από το 2004 που επιστράφηκε στην Ενάγουσα το τεμάχιο 2964, οι τιμές των ακινήτων και κατ΄ ακολουθία η ενοικιαστική τους αξία αυξήθηκαν σημαντικά. Αυτά τα τελευταία δέκα χρόνια η Ενάγουσα κατέχει και απολαμβάνει το τεμάχιο 2964 και εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά. Οι συσσωρευμένες ενοικιαστικές αξίες μπορούν να ενταχθούν κάτω από τις διεκδικήσεις στις αγωγές για αποζημιώσεις για στέρηση των ακινήτων και για παράνομη επέμβαση. Όπως εξήγησα πιο πάνω, μπορεί να ικανοποιούν τη Συνταγματική πρόνοια για δίκαια και εύλογη θεραπεία μπορεί και όχι. Η έννοια του «just satisfaction», που το Αρθρο 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών προνοεί για παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτόκολλων της, δεν είναι απόμακρη της δίκαιας και εύλογης θεραπείας κατά το Αρθρο 146.6 του Συντάγματος. Στον καθορισμό αποζημιώσεων κάτω από το Αρθρο 41 της Σύμβασης, το ΕΔΑΔ συνυπολογίζει δύο παραμέτρους: Τις χρηματικές ζημιές («pecuniary damage») που αφορούν τη χρηματική ζημιά που ο αιτητής υπέστηκε και τη μη χρηματική ζημιά («non-pecuniary damage») που αφορά την αποζημίωση για τα συναισθήματα αδικίας, πικρίας, άγχους κλπ. που ο αιτητής υπέφερε. Όταν το Δικαστήριο αδυνατεί να υπολογίσει τις χρηματικές ζημιές τότε καταφεύγει στον επιδικασμό πάνω σε δίκαια βάση («on an equitable basis») με την απόδοση εφάπαξ ποσού. Η αποζημίωση για μη χρηματική ζημιά εφόσον αποδοθεί μπορεί να καταστήσει την αποζημίωση δίκαια και εύλογη εκεί όπου η χρηματική ζημιά ήταν ανεπαρκής και υπολειπόταν της δίκαιας και εύλογης θεραπείας. Η Ενάγουσα αποστερήθηκε των περιουσιών της για το μεγαλύτερο και πιο δημιουργικό μέρος της ζωής της. Ηταν νεαρή κοπέλα το 1960 και σήμερα είναι ηλικιωμένη. Σε όλα αυτά τα χρόνια δικαιολογείτο να έχει αισθήματα αδικίας και πικρίας για την αντιμετώπιση της οποίας ετύγχανε από την Πολιτεία και αγωνίας και άγχους κατά πόσο θα ανακτούσε τις περιουσίες της. Η περίπτωση της δεν είναι βέβαια ανάλογη με τις περιπτώσεις ελληνοκυπρίων που αποστερήθηκαν περιουσίες τους λόγω της Τουρκικής κατοχής, ιδιαίτερα αναφορικά με τις περιπτώσεις κατοικιών. Ζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, το αίσθημα δικαίου του Δικαστηρίου υπαγορεύει ότι τα ποσά των €19.991 και €58.583 υπολείπονται της δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης και θα πρέπει να αυξηθούν. Καθορίζω τη δίκαια και εύλογη αποζημίωση για το τεμάχιο 2964 στις €30.000 και για τα 2067 τ.μ. του τεμαχίου 2965 στις €70.
- Στα παρακλητικά μέρη των Εκθέσεων Απαιτήσεως των συνενωμένων αγωγών δεν αξιώνονται τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ωστόσο, στην αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας υποστηρίζεται ότι το δικαίωμα της Ενάγουσας να αποζημιωθεί δεν εξαντλείται με την καταβολή των συνήθων αποζημιώσεων, αλλά, δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1320, 1325-6 εξηγείται ότι παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως Εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείες άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση και είναι συνεπώς δυνατή και η παροχή θεραπείας χωρίς να έχει επιζητηθεί εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της απαίτησης. Επομένως εάν τα γεγονότα, όπως δικογραφήθηκαν στο σώμα των αγωγών και έχουν αποδειχτεί, δικαιολογούν τον επιδικασμό παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων, τέτοιες μπορούν να επιδικαστούν ανεξαρτήτως του γεγονότος πως δεν αξιώνονται με το παρακλητικό μέρος των απαιτήσεων. Στην Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, 1846, αναφέρεται πως επιτρέπεται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην Κωνσταντίνου ν. Γ & Κ Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952, αναφέρθηκε ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων, είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου και η οικονομική του κατάσταση. 'Οπου επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις δικαιολογείται η επιδίκαση ενός μόνο ποσού και είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός των παραδειγματικών αποζημιώσεων από τις συνήθεις αποζημιώσεις. ΄Ο,τι πρέπει να γίνεται είναι μια επιδίκαση βασισμένη επί της συνολικής θεώρησης των γεγονότων της υπόθεσης. Το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων επηρεάζεται από το ύψος των συνήθων αποζημιώσεων. Όταν το ποσό των αποζημιώσεων είναι ανεπαρκές για να τιμωρήσει τον εναγόμενο για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, τότε μπορεί να επιδικαστεί κάποιο μεγαλύτερο ποσό ώστε το Δικαστήριο να σημειώσει την απαρέσκεια του και για να τον αποτρέψει από του να επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά. Η διαφορά των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων εξετάζεται πόσα έπρεπε να λάβει ο ενάγοντας ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων εξετάζεται πόσα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος. Αντιμετωπίζοντας σφαιρικά την υπόθεση , όχι για το τι δικαιούται η Ενάγουσα αλλά για το τι πρέπει να πληρώσει η Δημοκρατία, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες του διατάγματος για επιστροφή στην Ενάγουσα του μέρους όπου βρίσκεται κτισμένος ο Αστυνομικός Σταθμός. Η Δημοκρατία θα απωλέσει την αξία του οικοδομήματος. Δεν έχει δοθεί μαρτυρία γι΄ αυτή, πλην όμως προκύπτει αβίαστα από τα παραδεκτά γεγονότα (παράγρ.7) ότι πρόκειται για οικοδόμημα μεγάλης αξίας αφού χρησιμοποιείται για τη στέγαση διαφόρων αστυνομικών τμημάτων και καλύπτει μεγάλη έκταση, όπως προκύπτει από τα χωρομετρικά σχέδια και τα τετραγωνικά μέτρα στα οποία έγινε αναφορά. Καταλήγω πως υπό τις περιστάσεις δεν θα ενδεικνυόταν ο επιδικασμός τιμωρητικών αποζημιώσεων. Οι συνολικές οικονομικές απώλειες για τη Δημοκρατία θα ήταν επαρκείς στο να υποδηλώσουν πως στο τέλος της ημέρας η Κρατική αυθαιρεσία δεν αποβαίνει προς όφελος των δημόσιων οικονομικών. Είναι περαιτέρω αμφίβολο κατά πόσο σε επιδικασμό δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης μπορεί να προστεθεί οιοδήποτε ποσό που, εξ αντικειμένου, θα διατάρασσε το δίκαιο και εύλογο της αποζημίωσης. Όπως προειπώθηκε, «Το μέτρο της [δίκαιας και εύλογης] αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα». Ακόμα, μπορεί να ειπωθεί πως οι παράμετροι που μπορεί να τεκμηριώσουν τον επιδικασμό τιμωρητικών αποζημιώσεων λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης, όπου «η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημιάς καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης» (Βλ. Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη). Ως προς τον διεκδικούμενο τόκο επί των αποζημιώσεων κατέληξα πως η ορθή προσέγγιση θα ήταν να επιδικαστεί νόμιμος τόκος από της καταχώρησης των συναφών αγωγών την 2.10.2007 τόσο για τα ποσά των αποζημιώσεων που αφορούν τις μέχρι τότε αποζημιώσεις, όσο και για τις αποζημιώσεις που αφορούν τα επόμενα χρόνια. Ο επιδικασμός τόκου για το μέρος των αποζημιώσεων που αφορούν την περίοδο 2007 - 2014 στην αγωγή 2706/2007, από ίσως το μέσο της περιόδου αυτής θα προκαλούσε αχρείαστη πολυπλοκότητα και θα αποφύγω τη διάκριση, έχοντας υπόψη και τη φύση της θεραπείας. Για την κατάληξη μου να επιδικάσω νόμιμο τόκο από την καταχώρηση των αγωγών έλαβα υπόψη τη σχετική νομολογία και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Στην Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 496, αναφέρεται πως στο ζήτημα του επιδικασμού του τόκου είναι δυνατόν να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η αγωγή προς εκδίκαση. Στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο ενάγων στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα. Για τους ίδιους λόγους και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής θα πρέπει να έχει τις ίδιες συνέπειες όπως και η καθυστέρηση στην προώθηση της. Στην Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 893, αναφέρεται πως σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου, ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά, η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση, ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης, όπως στην περίπτωση συναλλαγματικών. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει το Διευθυντή του Κτηματολογίου να εγγράψει στο όνομα της Ενάγουσας το μέρος που διατάσσεται να της επιστραφεί. Παρέπεμψε στις διατάξεις του άρθρου 65
(2)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. ΄Ο,τι προνοείται είναι ότι επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης αποτελεί επαρκή εξουσιοδότηση προς το Διευθυντή του Κτηματολογίου για να διενεργήσει τις εγγραφές ή μεταβολές που απαιτούνται από την απόφαση με την καταβολή των τελών που καθορίζονται. Δεν εκδίδεται διάταγμα που να διατάσσει το Διευθυντή, που δεν ήταν διάδικος στην αγωγή, να ενεργήσει καθ΄ οιοδήποτε τρόπο. Είναι αρκετό να του διαβιβαστεί η απόφαση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται στην ιδιοκτησία 2067 τ.μ. του τεμαχίου 2965 και ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των συνενωμένων αγωγών. Στην αγωγή αρ. 3563/2010 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάττεται η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του μέρους του τεμαχίου 2965 του Φ/Σχεδίου 40.64 W.1, Tμήμα Μ στην Ενορία Αγιος Νικόλαος στη Λάρνακα, εκτάσεως 2067 τ.μ. το οποίο καθορίζεται με χρώμα πράσινο και καφέ (στην έκταση που ανήκει στο Τεμάχιο 2965) στο σχέδιο του Τεκμηρίου 6, και η επ΄ ονόματι της Ενάγουσας εγγραφή του. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα διατάττον τον Εναγόμενο να πάψει να κατέχει ή να παραμένει στο πιο πάνω μέρος του τεμαχίου 2965. Στην αγωγή αρ. 2706/2007 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €70.000 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής την 2.10.2007 μέχρι εξοφλήσεως. Στην αγωγή αρ. 2707/2007 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €30.000 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής την 2.10.2007 μέχρι εξοφλήσεως. Σε κάθε μια από τις συνενωμένες αγωγές επιδικάζονται έξοδα, στην αγωγή αρ. 3563/2010 στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000, ενώ στις αγωγές αρ. 2706/2007 και 2707/2007 στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. Νοείται ότι για τις εμφανίσεις καθ΄ όν χρόνο οι αγωγές ήταν συνενωμένες, η Ενάγουσα θα δικαιούται ένα σετ εξόδων στην υψηλότερη κλίμακα. (Υπ.)............................ Χ.Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο