← Κύπρος

Μιχαλάκη Σταύρου Χριστόφορου κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ.Αγωγής: 637/08, 31/10/2014

Μιχαλάκη Σταύρου Χριστόφορου κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ.Αγωγής: 637/08, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A280 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 637/08 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. Μιχαλάκη Σταύρου Χριστόφορου
  2. Μαρία Σταύρου Χριστόφορου
  3. Χριστάκης Χριστόφορου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Χριστίνας Σταύρου Χριστόφορου Εναγόντων και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Ο κ.Χρ.Κληρίδης Για Εναγόμενους: Η κα Μ.Κωνσταντίνου --------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, ως αποτυπώνεται στην έκθεση απαίτησης είναι ως εξής: «Α.Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν κατά ή περί τέλος του 1995 και αρχές του 1996 Συμφωνία επί Δικαστηρίου μεταξύ των διαδίκων ημερ. κατά ή περί 28.3.1994 σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι συμφώνησαν όπως με την εκάστοτε πληρωμή ¼ μεριδίου του εξ αποφάσεως χρέους εις την αγωγή 2209/93 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, αναλογούντες τόκους οι εναγόμενοι θα απάλλασσαν από την υποθήκη Υ.924/86 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας συγκεκριμένο τεμάχιο που θα υποδείκνυαν γραπτώς οι ενάγοντες και ότι ταυτόχρονα με την εν λόγω απαλλαγή ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου θα απαλάττετο από οποιαδήποτε ευθύνη. Β.Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι σαν αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι υποχρεούνται όπως αποζημιώσουν πλήρως τους ενάγοντες σε σχέση με κάθε προκύπτουσα ζημιά και ιδιαίτερα αλλά όχι αποκλειστικά σε σχέση με το γεγονός ότι συνεπεία των πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγόμενων κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας οι ενάγοντες και/ή ο Εναγόμενος 3 αδυνατεί να εκπληρώσει άμεσα συμφωνία πώλησης ακινήτου με αρ.τεμαχίου 52Φ/Σχ.L/30.W.2 έκτασης 6.800τ.μ. στην Τερσεφάνου προς κάποιον Χάρη Ανδρέας Χαραλάμπους εξ Αγγλίας. 28.Β.
  4. Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται όπως αποζημιώσουν τον ενάγοντα 3 διά κάθε ποσό το οποίο ο ενάγοντας 3 ήθελε καταβάλει και ή πληρώσει προς όφελος του ενάγοντα Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους εξ Αγγλίας στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αριθμό 2734/08 δυνάμει απόφασης του σεβαστού Δικαστηρίου προς όφελος του εν λόγω ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου 3 δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ. 8.3.2012 ως ανωτέρω περιγράφεται. 28.Β.
  5. Απόφαση κατά της Εναγομένης για το ποσό των €215.000,00 πλέον 5,5% από 8.3.2012 πλέον €15.000,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και ή διαζευκτικά διά το ποσό των €100.000,00 πλέον τόκο 5,5% από 8.3.2012 πλέον €15.000,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Γ.Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται και/ή δεν δικαιούνται από του να προχωρούν με εκτέλεση της προς όφελος απόφασης τους στην αγωγή 2209/93 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και/ή ότι δεν δικαιούνται και εμποδίζονται από του να χρεώνουν οποιονδήποτε τόκο στην εν λόγω απόφαση από κατά ή περί τον Δεκέμβριο 1995 και/ή Ιανουάριο
  6. Δ.Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό τους έχουν δικαίωμα να καταβάλλουν το ¼ της εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή 2209/93 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας πλέον έξοδα ο καθένας τους και όπως απαλλάξουν από οποιαδήποτε περαιτέρω ευθύνη και ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση όπως απαλλάξουν από την υποθήκη Υ.924/86 συγκεκριμένα τεμάχια που θα υποδεικνύουν οι ενάγοντες με την καταβολή του πιο πάνω ποσού. Ε.Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή δήλωση το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα υπό τας περιστάσεις. ΣΤ.Ειδική εκτέλεση της επί Δικαστηρίου Συμφωνίας ως έκδοση σχετικών διαταγμάτων υποχρεώνων τους Εναγομένους εις συμμόρφωση έναντι καταβολής των οφειλομένων κατά τον ουσιώδη χρόνο πάντα ή ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει. Ζ.Νόμιμο τόκο. Η.Έξοδα, πλέον 8% Φ.Π.Α. (Αρ.μητρώου 50170214Β)». Λόγω του ότι το σημαντικότερο μέρος των γεγονότων στην παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής αμφισβήτησης μεταξύ των πλευρών, προτίθεμαι να παραθέσω με λεπτομέρεια τους δικογραφημένους ισχυρισμούς μέσα από τους οποίους προκύπτουν τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Είναι παραδεκτοί από τους Εναγόμενους οι κάτωθι ισχυρισμοί των Εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους: «1.Οι ενάγοντες είναι εξ αποφάσεως χρεώστες στην αγωγή 2209/93 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας μεταξύ των εναγόμενων και αυτών ομού μετά άλλων διαδίκων. Είναι δε ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας στην Τερσεφάνου όπως κατωτέρω περιγράφεται. Ο ενάγων 3 είναι διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Χριστίνας Σταύρου Χριστόφορου από την Αγγλία. 2.Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο όπου και ασκεί τραπεζικές εργασίες. 3.Οι εναγόμενοι υπό την επωνυμία τότε Ελληνική Τράπεζα Λτδ είχαν καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την υπ'αρ.2209/93 αγωγή με την οποία ζητούσαν μεταξύ άλλων κατά των εναγόντων απόφαση για το ποσό των £58.440,58(€99.850,67) πλέον τόκο πλέον έξοδα και διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση ακίνητης περιουσίας μεταξύ άλλων των εναγόντων και άλλες σχετικές θεραπείες. 4.Μετά από διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις επήλθε συμβιβασμός σύμφωνα με τον οποίο εκδόθηκε απόφαση κατά ή περί την 28.3.1994 σε βάρος των εναγόντων στην παρούσα αγωγή για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκο 9% επί ποσού £57.154,60(€97.653,41) από 1.4.1993 μέχρι εξοφλήσεως. 5.Περαιτέρω το Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα για την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγόντων στην Τερσεφάνου η οποία είναι υποθηκευμένη προς όφελος της εναγόμενης με την υποθήκη 924/85 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. 6.Η ακίνητη περιουσία είναι η εξής: α)Τεμ.55, Φ/Σχ. 50/30 W2 έκταση: 7 δεκ.593τ.μ. (που ανήκει στον εναγόμενο αρ.2) β)Τεμ.54, Φ/Σχ. 50/30 W2, έκταση: 7 δεκ.570τ.μ. (που ανήκει στην εναγόμενη αρ.4) γ)Τεμ.52, Φ/Σχ. 50/30 W2, έκταση: 8 δεκ.796τ.μ.. 7.Σύμφωνα με το διάταγμα οποιοδήποτε περίσσευμα θα επιστραφεί στους ενάγοντες. 8.Περαιτέρω συμφωνήθηκε και διατάχθηκε αναστολή εκτέλεσης για δύο χρόνια η οποία έληξε κανονικά κατά ή περί την 27.3.
  7. 9.Περαιτέρω το Δικαστήριο εκ συμφώνου διέταξε όπως τα πιο κάτω καταστούν Συμφωνία επί Δικαστηρίω. «Με την εκάστοτε πληρωμή ενός τετάρτου (1/4) μεριδίου του συνολικού σημερινού εξ αποφάσεως χρέους, πλέον τους αναλογούντες τόκους, από οποιοδήποτε των εναγόμενων αρ.2, 4 και 5 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό τους, η ενάγουσα θα απαλλάσσει από την Υποθήκη Υ924/86 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ένα συγκεκριμένο τεμάχιο που θα υποδεικνύουν γραπτώς στην ενάγουσα από κοινού οι εναγόμενοι 2, 4 και
  8. Ταυτόχρονα με την απαλλαγή του τεμαχίου από την υποθήκη θα απαλλάσσεται και ο εναγόμενος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου από οποιαδήποτε ευθύνη του η οποία πηγάζει από την παρούσα απόφαση». 10.Περαιτέρω οι ενάγοντες εκ συμφώνου διατάχθηκαν να πληρώσουν έξοδα της αγωγής τα οποία συμφωνήθηκαν.» Διευκρινίζεται, από τους εναγόμενους, αναφορικά με τα ως άνω, ότι ο αριθμός της επίδικης υποθήκης είναι Υ.924/86 και ότι το τεμάχιο που αναφέρεται στην παράγραφο 6(γ) της έκθεσης απαίτησης, αναγραφόταν στη δικαστική απόφαση ημερ.28.3.1994 να ανήκει στην εναγόμενη 5 και παράλληλα στην εν λόγω αγωγή με αριθμό 2209/93 οι εναγόμενοι 2, 4 και 5 είναι αντιστοίχως οι ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα αγωγή και η θανούσα Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου. Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι όπως προκύπτει από τη Συμφωνία επί Δικαστηρίω, με την εκάστοτε πληρωμή ¼ μεριδίου του εξ αποφάσεως χρέους πλέον τόκους από οποιονδήποτε από τους ενάγοντες ή από οιονδήποτε για λογαριασμό τους, η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε να απαλλάξει από την υποθήκη Υ.924/86 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας τεμάχιο που θα υποδείκνυαν γραπτώς στην εναγόμενη από κοινού οι ενάγοντες και περαιτέρω θα απαλλάττετο και ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου από οποιανδήποτε περαιτέρω ευθύνη δυνάμει της απόφασης. Η θέση των εναγομένων είναι ότι παραδέχονται ότι το περιεχόμενο της Συμφωνίας επί Δικαστηρίω είναι αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι με βάση τις σχετικές πρόνοιες του νόμου και την αξίωση του αρμόδιου Κτηματολογίου, εκτός από την υπογραφή της εναγομένης (υπό την ιδιότητα της ως ενυπόθηκου δανειστή) επί του σχετικού εντύπου του Κτηματολογίου για την απαλλαγή ακινήτου από Υποθήκη, χρειάζεται απαραίτητα και η υπογραφή όλων των ενυπόθηκων οφειλετών, όσοι και αν είναι αυτοί. Η εναγομένη (ενάγουσα στην αγωγή αρ.2209/93) ουδέποτε ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίσει η ίδια την συγκατάθεση και/ή υπογραφή των υπολοίπων ενυπόθηκων οφειλετών, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση της απαλλαγής από το Κτηματολόγιο του συγκεκριμένου ακινήτου από την υποθήκη. Ήταν ρητός και/ή σιωπηρός όρος τη συμφωνίας και εν πάση περιπτώσει η εξασφάλιση της εν λόγω συγκατάθεσης και υπογραφής αποτελούσε και αποτελεί ευθύνη της πλευράς των ενυπόθηκων οφειλετών, περιλαμβανομένων των εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Τηρουμένων των ως άνω, οι εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι κατά ή περί το Δεκέμβριο του 1995 εκπρόσωπος των εναγόντων και συγκεκριμένα ο κος Χριστάκης Χριστοφόρου ο οποίος είναι αδελφός των εναγόντων 1 και 2 και γιός της ενάγουσας 3 ζήτησε την απαλλαγή από την υποθήκη Υ924/86 του Τεμαχίου 52 Φ/Σχ.50/30 W.2, ιδιοκτησία της ενάγουσας 3 μητέρας του ταυτόχρονα με την πληρωμή ως ήταν η συμφωνηθείσα απόφαση του ¼ μεριδίου του συνολικού εκ αποφάσεως χρέους και υπολοίπου πλέον τόκους το οποίο ποσό πρότεινε να καταβάλει άμεσα για να προχωρήσει και η απαλλαγή ως η Συμφωνία επί Δικαστηρίω μεταξύ των διαδίκων. Είναι περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι, με επιστολή των δικηγόρων τους, οι ενάγοντες επανέλαβαν την πρόταση, ετοιμότητα και πρόθεση τους κατά ή περί την 27.12.1995 και επιπρόσθετα τόνισαν το επείγον του θέματος και ότι η ενάγουσα 3 στηριζόμενη στην επί Δικαστηρίω Συμφωνία υπέγραψε πωλητήριο έγγραφο για το εν λόγω τεμάχιο και εισέπραξε έναντι συγκεκριμένο ποσό και επρόκειτο με την απαλλαγή της υποθήκης να μεταβιβάσει στον αγοραστή. Με την εν λόγω επιστολή οι δικηγόροι των εναγόντων γνωστοποίησαν ότι η ενάγουσα θα ήταν Κύπρο στις 3.1.1996 και ζήτησαν από τους εναγόμενους επιβεβαίωση ότι αρμόδιος της τραπέζης θα παρίστατο στο Κτηματολόγιο μέχρι την ημερομηνία εκείνη για να εισπράξει το ¼ και να απαλλάξει το ακίνητο από την υποθήκη. Με επιστολή τους αυθημερόν οι εναγόμενοι δήλωσαν μεν πρόθεση συμμόρφωσης με την επί Δικαστηρίω απόφαση, αλλά απαίτησαν όπως το σχετικό έντυπο απαλλαγής από την υποθήκη υπογραφεί και από όλους τους ενυπόθηκους άλλους οφειλέτες οι οποίοι όμως αρνούντο να υπογράψουν το σχετικό έντυπο και κάτω από τις περιστάσεις δήλωναν την άρνηση τους ουσιαστικά να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Παραδεχόμενοι ότι έλαβαν την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων, ημερ.27.12.1995, οι εναγόμενοι αρνούνται τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με την εν λόγω επιστολή και τους ισχυρισμούς που εμφαίνονται σ'αυτή. Αρνούνται επίσης τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με την επιστολή των εναγομένων και ισχυρίζονται ότι τα αληθή γεγονότα είναι τα ακόλουθα: «(α)Με την επιστολή της ημερομηνίας 27.12.1995, η εναγομένη απάντησε στην πιο πάνω επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων, αναφορά στην οποία γίνεται στην παράγραφο 13 της εκθέσεως απαιτήσεως. (β)Με την εν λόγω επιστολή της η εναγομένη πληροφόρησε τους δικηγόρους των εναγόντων ότι: (ι)ήταν έτοιμη και πρόθυμη οποτεδήποτε συμφωνηθεί να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για να εισπράξει το ποσό των £19.019,86 (αναλογία 1/4 του εξ αποφάσεως χρέους) και να υπογράψει ως ενυπόθηκος δανειστής το νενομισμένο έντυπο του Κτηματολογίου, για να καταστεί έτσι δυνατή η απαλλαγή του συγκεκριμένου ακινήτου από την Υποθήκη, (ιι)βάσει του Νόμου η υπογραφή του σχετικού εντύπου απαλλαγής ακινήτου από την Υποθήκη από όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν (και εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνεται) και κάποια Δέσποινα Γρηγορίου (εναγομένη 3 στην Αγωγή αρ.2209/93 ), η οποία είναι αδελφή των εναγόντων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή και θυγατέρα της θανούσας ήταν αναγκαία, και (ιιι)παρά το γεγονός ότι, σε ένδειξη καλής διάθεσης, επικοινώνησε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με την Δέσποινα Γρηγορίου και της ζήτησε να υπογράψει το σχετικό έντυπο του Κτηματολογίου, η εν λόγω Δέσποινα Γρηγορίου αρνήθηκε να το πράξει λόγω διαφορών που είχε με τους ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα αγωγή και/ή με την θανούσα, και συνεπώς έπρεπε οι ίδιοι οι ενάγοντες, πλέον, να προβούν σε όλες τις αναγκαίες παραστάσεις προς την Δέσποινα Γρηγορίου για υπογραφή του σχετικού εντύπου, σύμφωνα πάντοτε με τις απαιτήσεις του Νόμου.» Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με επιστολή τους 28.12.1995 οι Δικηγόροι των εναγόντων επιβεβαίωσαν ότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Τράπεζα αφορούσε αυτή και μόνον και ότι η ενάγουσα 3 θα βρισκόταν στο Κτηματολόγιο στις 2.1.1996 για υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Με επιστολή τους 2.1.1996 και ενώ οι εναγόμενοι είχαν αρνηθεί συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους και δεν επιβεβαίωσαν με απάντηση τους στην επιστολή 28.12.1995 δικηγόρων της ενάγουσας ότι θα παρίσταντο για να προβούν στην άρση της υποθήκης με την είσπραξη του συμφωνηθέντος ποσού επανέλαβαν τη θέση τους και παρεμπιπτόντως ανέφεραν ότι ανεξάρτητα με το ότι δεν θα σήκωναν την υποθήκη παρευρέθησαν στο Κτηματολόγιο ενώ η ενάγουσα 3 δεν παρευρέθη. Οι εναγόμενοι αποδέχονται την παραλαβή της ως άνω επιστολής ημερ.28.12.1995, αρνούνται όμως τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγόντων λέγοντας ότι: «(α)Η εναγομένη ουδέποτε αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση της δυνάμει της εν λόγω επί Δικαστηρίω Συμφωνίας. (β)Η εναγομένη έδωσε οδηγίες σε υπάλληλο της όπως στις 2.1.1996 (ημέρα την οποία καθόρισαν οι ίδιοι οι ενάγοντες για να γίνει η απαλλαγή της Υποθήκης) παρευρίσκεται - ο οποίος και πράγματι παρευρισκόταν μεταξύ των ωρών 9:00π.μ.-10:00π.μ. - στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο για να παραλάβει το οφειλόμενο ποσό και να υπογράψει το σχετικό έντυπο απαλλαγής ενυπόθηκου ακινήτου, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγομένης, όπως επεξηγείται πιο πάνω. (γ)Ούτε οι ενάγοντες 1 και 2, ούτε η θανούσα παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο την πιο πάνω ημέρα». Είναι περαιτέρω, ισχυρισμός των εναγόντων ότι με επιστολή τους 2.1.1996 οι δικηγόροι της ενάγουσας ζήτησαν περαιτέρω συμμόρφωση εντός 48 ωρών και καθορισμό ημερομηνίας για υλοποίηση της συμφωνίας δηλώνοντας ότι θα θεωρούσαν ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σε αντίθετη περίπτωση. Στη συνέχεια ακολούθησε ανταλλαγή επιστολογραφίας από την οποία προκύπτει σαφώς ότι οι εναγόμενοι είχαν παραβεί τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και στην οποία αλληλογραφία οι ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα να αναφερθούν κατά τη δικάσιμο. Με επιστολές τους κατά ή περί τον Ιανουάριο του 1996 οι εναγόμενοι επιβεβαίωσαν την παράβαση των συμφωνηθέντων και/ή παρέβησαν την επί Δικαστηρίω Συμφωνία. Έκτοτε ακολούθησε δικαστική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για το ίδιο θέμα η οποία κατέληξε όμως το 2007 σε απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η παρούσα αγωγή μπορούσε να καταχωρηθεί πλέον στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπως και η ακίνητη περιουσία. Οι εναγόμενοι δέχονται τη λήψη της επιστολής με ημερ.2.1.1996 και ισχυρίζονται ότι απάντησαν με επιστολή τους ημερ.4.1.1996 αρνούμενοι ότι παρέβησαν οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση και αναφέροντας ότι πάντοτε ήταν και είναι πρόθυμου να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους για υπογραφή του σχετικού εντύπου για απαλλαγή του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, ως οι όροι της εν λόγω επί Δικαστηρίω Συμφωνίας. Αναφέρονται, δε, σε ύπαρξη αλληλογραφίας μεταξύ των μερών και, αρνούμενοι την οποιαδήποτε από μέρους τους παράβαση δέχονται ότι η ως άνω αναφερόμενη δικαστική διαδικασία είχε το αποτέλεσμα που αναφέρεται πιο πάνω. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η πιο πάνω επί Δικαστηρίω Συμφωνία είναι απόλυτα σαφής και με τη συμφωνία αυτή η τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να σηκώσει την υποθήκη και προς τον σκοπό αυτό και την υποχρέωση να λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο και εξασφαλίσει κάθε τυχόν απαραίτητη συγκατάθεση για άρση της υποθήκης. Η υποχρέωση αυτή της τράπεζας απορρέει φυσικά και άμεσα από την χωρίς όρους ανάληψη εκ μέρους της υποχρέωση άρσης της σχετικής υποθήκη η δε συμπεριφορά της όπως εκδηλώθηκε τόσο προφορικά όσον και εγγράφως κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 1995 και ή τον Ιανουάριο του 1996 καθιστά αυτήν ένοχο παράβασης της Συμφωνίας επί Δικαστηρίω και υπόχρεη όπως αποζημιώσει πλήρως για κάθε βλάβη και/ή ζημιά στους ενάγοντες και/ή παρέχει στους ενάγοντες δικαίωμα για νόμιμη θεραπεία. Η θέση των εναγομένων είναι ως αναλύεται ανωτέρω. Με τις παραγράφους 21-27 της έκθεσης απαίτησης τους, οι ενάγοντες θέτουν περαιτέρω, τους ακόλουθους ισχυρισμούς: «21.Οι ενάγοντες θα ισχυρισθούν ότι η ενάγουσα 3 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε πωλήσει το εν λόγω τεμάχιο σε κάποιο Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους και ανέλαβε την υποχρέωση όπως μεταβιβάσει το εν λόγω κτήμα υπ'ονόματι του αγοραστού πλην όμως λόγω της παράβασης των εναγομένων να άρουν ως η συμφωνία την εν λόγω υποθήκη η ενάγουσα 3 δεν είναι σε θέση να προβεί στην μεταβίβαση με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημιά. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά ο εν λόγω αγοραστής κατεχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την υπ'αριθμό 2734/08 αγωγή και ζητά ειδική εκτέλεση και ή αποζημιώσεις ως κατά τον Ιούνιο του
  9. Κατά ή περί τις 8.3.2012 επήλθε στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας συμβιβασμός της πιο πάνω αγωγής σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε απόφαση κατά του εναγομένου και προς όφελος του ενάγοντα αγοραστή του εν λόγω ακινήτου Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους συνεπεία παράβασης του πωλητηρίου εγγράφου λόγω των πράξεων και ή παραλείψεων της εναγομένης διά ποσού €215.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 8.3.2012 πλέον €15.000,00 έξοδα χωρίς τόκο πλέον Φ.Π.Α. εκτός για τα έξοδα με αναστολή εκτέλεσης 12 μήνες με τον όρο αν καταβληθεί το ποσό των €100.000,00 πλέον 5,5% κατά την περίοδο της αναστολής, η όλη απόφαση θα θεωρείται ως εξοφληθείσα και θα ακυρώνει το κατατεθέν συμβόλαιο. Ο ενάγων διατηρεί δικαίωμα καταχώρησης memo. 21.Α.Σαν αποτέλεσμα η ενάγουσα 3 εναντίον της περιουσίας της οποίας εξεδόθη η εν λόγω απόφαση δεδομένου ότι ήταν η πωλήτρια του εν λόγω ακινήτου υπέστη απώλεια βλάβη και ή ζημία η οποία ανέρχεται στο ποσό των €215.000,00 πλέον τόκο 5,5% από 8.3.2012 πλέον €15.000,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και ή τουλάχιστον στο ποσό των €100.000,00 πλέον 5,5% από 8.3.2012 πλέον €15.000,00 πλέον Φ.Π.Α. έξοδα την οποία και διεκδικεί εναντίον της εναγομένης. Οι ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και ιδιαίτερα κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 1995 και ή τον Ιανουάριο του 96 αλλά και έπειτα η εναγομένη γνώριζε τις υποχρεώσεις τις οποίες είχε αναλάβει η αποβιώσασα πωλήτρια του επίδικου κτήματος και συνεπώς η άρνηση κατά παράβαση των υποχρεώσεων εν πλήρη γνώση των συνεπειών την καθιστά υπεύθυνη να αποζημιώσει τον ενάγοντα 3 διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης. 22.Περαιτέρω λόγο της άρνησης των εναγόμενων να άρουν τις υποθήκες και/ή λόγω της ερμηνείας που οι εναγόμενοι θέλουν να δώσουν στην εν λόγω Συμφωνία επί Δικαστηρίου παραβιάζει ουσιαστικά τα συμφωνηθέντα και στερεί τους ενάγοντες από το δικαίωμα δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας να εξοφλούν ¾ της απόφασης και να απαλλάσσουν την ακίνητη περιουσία τους από την εν λόγω υποθήκη με αποτέλεσμα να εμποδίζονται από το να εκμεταλλευτούν, διαθέσουν, μεταβιβάσουν και/ή εκ νέου υποθηκεύσουν προς εξασφάλιση νέων χρηματοδοτήσεων την εν λόγω περιουσία των με αποτέλεσμα να υφίστανται βλάβη, απώλεια και/ή ζημιά. 23.Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν υποχρέωση να εξασφαλίσουν την συγκατάθεση των υπολοίπων συνιδιοκτητών οι οποίοι αρνούνται την άρση της υποθήκης ως η Συμφωνία επί Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες διαφωνούν με την ερμηνεία που οι εναγόμενοι απέδωσαν στην εν λόγω συμφωνία και ισχυρίζονται ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους οι εναγόμενοι παρέβηκαν και/ή συνεχίζουν και/ή προτίθενται να παραβούν την επί Δικαστηρίου Συμφωνία. 24.Περαιτέρω οι ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι είχαν πρόθεση να αξιοποιήσουν την εν λόγω περιουσία τους και καταβάλουν τα ¾ του εξ αποφάσεως χρέους προς εξόφληση των υποχρεώσεων τους και της εν λόγω υποθήκης πλην όμως οι Εναγόμενοι αρνούνται να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα. 25.Οι ενάγοντες περαιτέρω θα ισχυριστούν ότι απαραίτητος όρος του επελθόντος συμβιβασμού και προϋπόθεση ήταν η επί Δικαστηρίου ως ανωτέρω συμφωνία την οποία οι εναγόμενοι παραβιάζουν και προτίθενται να συνεχίσουν να παραβιάζουν και περαιτέρω οι ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι σκόπιμα οι εναγόμενοι καθυστερούν όπως εκτελέσουν την σε βάρος των υπολοίπων εναγομένων στην εν λόγω αγωγή/απόφαση και ιδιαίτερα σε σχέση με το υπόλοιπο ενυπόθηκο χρέος. 26.Οι ενάγοντες περαιτέρω θα ισχυριστούν ότι ήταν ρητός και/ή νοητός όρος της Συμφωνίας επί Δικαστηρίου όπως επίσης και του ολικού συμβιβασμού ότι δεδομένης της προθυμίας και ετοιμότητας των εναγόντων να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους όπως απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία και εξασκήσουν τα δικαιώματα τους οι εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν και/ή δεν δύνανται να προχωρήσουν και/ή εμποδίζονται από του να προχωρούν με την εκτέλεση της απόφασης εναντίον των εναγόντων και ότι αντίθετα έχουν υποχρέωση όπως αποδεχθούν καταβολή των συμφωνηθέντων με εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και άρση των υποθηκών. Οι εναγόμενοι εκδήλωσαν πρόθεση και επιθυμία κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους όπως προχωρήσουν πλέον με εκτέλεση της απόφασης. 27.Περαιτέρω οι ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται σε οποιοδήποτε τόκο δυνάμει της δικαστικής απόφασης και/ή άλλως πως εν όψει των ανωτέρω και εν όψει του ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες είχαν προτείνει και ήσαν έτοιμοι όπως καταβάλουν και ξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους πλην όμως οι εναγόμενοι εντελώς παράνομα και αυθαίρετα παρέβησαν και/ή δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα». Αναφορικά με αυτά, οι εναγόμενοι θέτουν από την πλευρά τους τους εξής ισχυρισμούς: «14(Α)Η εναγομένη εκτός των όσων ρητά παραδέχεται κατωτέρω αρνείται όλους και τον καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 21 της εκθέσεως απαιτήσεως, και επαναλαμβάνει τις πιο πάνω παραγράφους της Υπεράσπισης. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι στις 8.3.2012 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή υπ'αρ.2734/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον του ενάγοντα υπ'αρ.3 στην παρούσα αγωγή και υπέρ του Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους ενάγοντος στην αγωγή 2734/08 για το ποσό των €215.000,00 με τόκο 5,5% ετησίως από 28.11.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα εκ €15.000,00, πλέον Φ.Π.Α., χωρίς τόκο επί των εξόδων. Για την εν λόγω απόφαση θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για 12 μήνες εκτός για τα έξοδα και εάν καταβληθεί το ποσό των €100.000,00 πλέον τόκος 5,5% κατά την περίοδο της αναστολής, η όλη απόφαση θα θεωρείται ως εξοφλησθείσα και θα ακυρώνει το κατατεθέν συμβόλαιο και ότι ο ενάγοντας στην αγωγή 2734/08 διατηρεί το δικαίωμα καταχώρησης μέμο. (Β)Είναι ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγοντας υπ'αρ.3 δεν προώθησε την υπεράσπιση του ως όφειλε στην αγωγή υπ'αρ.2734/08, στην οποία δεν πρόσθεσε καν την εναγόμενη ως διάδικο. Ο ενάγοντας υπ'αρ.3 δεσμεύεται από τη θέση του και τα δικόγραφα του στην αγωγή 2734/08 και η οποιαδήποτε απόφαση του να μην προωθήσει τα επιχειρήματα του και/ή γενικώς ορθή γραμμή υπεράσπισης στην προαναφερόμενη αγωγή αποτελεί αποκλειστικά δική του ευθύνη. (Γ)Η οποιαδήποτε παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου ημερ.3.1.1996 και η έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης είναι αποτέλεσμα των πράξεων και/ή παραλείψεων των ακολούθων: (α)Της θανούσας η οποία επέλεξε να συμφωνήσει στην πώληση του ακινήτου ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν υποθηκευμένο, και/ή ακολούθως δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα να απαλλάξει το ακίνητο από την υποθήκη 924/85 και/ή να συνεργαστεί προς το σκοπό τούτο με την Δέσποινα Γρηγορίου. Ακολούθως όταν κατέστη σαφές ότι δεν μπορούσε τα ακίνητο να απαλλαγεί ως αναφέρθηκε ανωτέρω η θανούσα απέτυχε να λάβει μέτρα για μείωση (failed to mitigate) της οποιασδήποτε ζημίας ενδεχομένως αυτή να υφίστατο από υποχρεώσεις της σε τρίτους. (β)Του ενάγοντα στην αγωγή με αρ.2734/08 ο οποίος ανέλαβε να αγοράσει ακίνητο το οποίο γνώριζε ότι ήταν υποθηκευμένο (γ)Του ενάγοντα υπ'αρ.3, ο οποίος αποφάσισε να μην προωθήσει την Υπεράσπιση του και/ή να προβάλει ορθή Υπεράσπιση και δέχθηκε απόφαση. Ο ενάγοντας υπ'αρ.3 αμελώς δεν εισέπραξε το ποσό του τιμήματος του προαναφερόμενου πωλητήριου εγγράφου. Ο ενάγοντας υπ'αρ.3 δεν εξάντλησε τα επιχειρήματα στην προαναφερόμενη αγωγή. 15.Η εναγομένη αρνείται όλους και τον καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 21Α της εκθέσεως απαιτήσεως και ισχυρίζεται τα ακόλουθα. (α)Καμία ζημία δεν έχει υποστεί ο ενάγοντας υπ'αρ 3 εφόσον η αξία του ακινήτου ως ο ίδιος ισχυρίζεται και/ή αξία του ακινήτου σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €500.000,00 περίπου. Ως εκ τούτου το αποτέλεσμα της ως άνω απόφασης είναι ότι ο ενάγοντας υπ'αρ 3 κατέχει σήμερα μία περιουσία αξίας €500.000,00 περίπου ενώ καλείται να καταβάλει σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση ποσό ύψους στην χειρότερη περίπτωση €215.000,
  10. (β)Σε περίπτωση δε που το πωλητήριο ημερ. 3.1.1996 μεταξύ της θανούσας και του ενάγοντα Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους στην αγωγή 2734/09 προχωρούσε και υλοποιείτο η θανούσα θα εισέπραττε σύμφωνα με αυτό το ποσό των £38.000,00(€64.926,85), συμφωνηθείσα αξία του ακινήτου κατά το 1996, ποσό το οποίο και/ή μέρος του οποίου όφειλε να καταβάλει για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή υπ'αρ.2209/
  11. (γ)Η Εναγόμενη επιφυλασσομένων των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 4(β) και 7 ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι για την απάλειψη οποιουδήποτε ακινήτου από την υποθήκη που εξασφαλίζει το εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή με αρ.2209/93 όφειλαν να τηρηθούν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου, και ότι η εναγόμενη δεν μπορεί να ευθύνεται για την άρνηση και/ή παράλειψη της κας Δέσποινας Γρηγορίου να υπογράψει τα σχετικά έντυπα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Νόμου. (δ)Περαιτέρω η ισχυριζόμενη ζημία, η οποία δεν είναι παραδεκτή, δεν αποτελεί προβλεπτή ζημία και/ή ζημία η οποία ήταν εντός της σκέψης των μερών (within their contemplation) κατά την σύναψη της Συμφωνίας επί Δικαστηρίου ημερ.28.3.1994 και/ή αποτελεί απομακρυσμένη ζημία και/ή δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο αποζημίωσης για την ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης της παρούσας αγωγής και/ή δεν αποτελεί ζημία η οποία απορρέει από την ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης της παρούσας αγωγής, ήτοι της Συμφωνίας επί Δικαστηρίου ημερ.28.3.
  12. Η ισχυριζόμενη σύμβαση πώλησης του ακινήτου μεταξύ της θανούσας και του Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους καταρτίσθηκε σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 στις 3.1.1996 και με τη γνώση των δύο συμβαλλομένων ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο και/ή υπό την αίρεση και των δύο συμβαλλομένων ότι η «νομιμοποίηση» θα γινόταν όταν εξοφλείτο το υπόλοιπο του τιμήματος της σύμβασης πώλησης και εφόσον απαλειφθούν όλες οι υφιστάμενες επιβαρύνσεις. (ε)Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί νομικά να καταστεί υπεύθυνη για ισχυριζόμενη ζημία η οποία ενδεχομένως να προκλήθηκε, γεγονός το οποίο δεν είναι παραδεκτό, από την μη υλοποίηση της σύμβασης πώλησης ακινήτου ημερ. 3.1.1996 που καταρτίσθηκε μεταξύ της θανούσας και του προαναφερόμενου Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους και/ή η ισχυριζόμενη ζημία δεν μπορεί να αποτελεί μέτρο αποζημίωσης για την ισχυριζόμενη παράβαση της Συμφωνίας επί Δικαστηρίου. Το μέτρο αποζημίωσης για την οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράβαση της Συμφωνίας επί Δικαστηρίου θα αποτελούσε την αποκατάσταση του αθώου μέρους στην θέση που θα ήταν εάν η σύμβαση εκπληρωνόταν. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις υπολογίζονται κατά τον χρόνο της ισχυριζόμενης παράβασης. (στ)Η θανούσα και/ή ουδείς εκ των εναγόντων εξόφλησε και/ή εξόφλησαν το συμφωνηθέν απαραίτητο μερίδιο ποσού, του εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή 2203/93 με τους αναλογούντες τόκους για να είναι σε θέση να απαιτεί και/ή απαιτούν την απάλειψη τεμαχίου της υποθήκης 924/85 και να ισχυρίζονται παράβαση της συμφωνίας από πλευράς της εναγομένης. (ζ)Ως δικογραφείται η απαίτηση των εναγόντων δεν δικαιολογεί επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον της εναγομένης.» Κατά τα λοιπά, οι εναγόμενοι αρνούνται τις υπόλοιπες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης. Όπως ανέφερα στην αρχή της παρούσας απόφασης, από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, τους οποίους επέλεξα να παραθέσω ουσιαστικά αυτούσιους, διαπιστώνεται ότι η διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών έγκειται περισσότερο σε διαφορά ερμηνείας γεγονότων, και ειδικότερα της συμφωνίας που δηλώθηκε στο Δικαστήριο, παρά σε διαφορά ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα. Στο ίδιο πλαίσιο κυμάνθηκε και το μέρος της ακρόασης που σχετίζεται με την παράθεση μαρτυρίας, αφού οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατ'ουσία μετέφεραν σε μαρτυρία, με τα λεγόμενα τους ή και μέσω των κατατεθέντων τεκμηρίων, τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς. Από την πλευρά των εναγόντων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερις μάρτυρες. Ο Αντώνης Παπαλλής, δικηγόρος (Μ.Ε.1), κατέθεσε τα όσα σχετίζονται με την αγωγή 2734/08, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εκ μέρους του πελάτη του Χάρη Ανδρέα Χαραλάμπους. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1-
  13. Ο Ορθόδοξος Ορθοδόξου (Μ.Ε.2), υπεύθυνος του Πολιτικού Τμήματος του Πρωτοκολλητείου Λάρνακος, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ολόκληρο το φάκελο της αγωγής με αριθμό 2734/08 ως Τεκμήριο
  14. Η Βασιλική Πάλμα, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (Μ.Ε.3), αναφέρθηκε στα τρία ακίνητα της επίδικης υποθήκης που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 2209/93 ημερ.28.3.1994 καταθέτοντας παράλληλα το Τεκμήριο
  15. Κατά την αντεξέταση της, η μάρτυρας ανέφερε ότι στην περίπτωση εξάλειψης μέρους ή ολόκληρης της υποθήκης, για το Κτηματολόγιο δεν υπάρχει υποχρέωση υπογραφής από όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες για απαλλαγή ενός από τα ακίνητα της υποθήκης. Το έντυπο εξάλειψης μέρους ή όλης της υποθήκης μπορεί να υπογραφεί στην τράπεζα και να προσκομιστεί στο Κτηματολόγιο από οποιονδήποτε. Μόνο για μεταβίβαση της υποθήκης χρειάζεται υπογραφή του νέου ενυπόθηκου οφειλέτη. Ερωτηθείσα εάν σε περίπτωση τριών τεμαχίων όπου δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος και υπάρχουν τέσσερις δικαιούχοι χρειάζεται η υπογραφή όλων απάντησε αρνητικά εξηγώντας ότι μπορεί να γίνει απόσυρση από τον πιστωτή. Ο Χριστάκης Σταύρου Χριστοφόρου, ενάγοντας 3 (Μ.Ε.4), παρέθεσε ουσιαστικά ανάλογους ισχυρισμούς με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, μέσω γραπτής του δήλωσης την οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Έχοντας παραθέσει με την ως άνω λεπτομέρεια τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω ουσιαστικά αυτούς, παραθέτοντας το περιεχόμενο της δήλωσης του μάρτυρα. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο Μ.Ε.4 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 7-28 (όπου κρίνεται απαραίτητο συγκεκριμένη αναφορά γίνεται κατωτέρω). Από την πλευρά των εναγομένων προσκομίστηκε η μαρτυρία πέντε μαρτύρων. Δηλώθηκε, δε, ως παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές, το ακόλουθο: «Στις 2.1.1996 το πρωί εμφανίστηκε ο κ.Μιχάλης Γιαννάτσος εκ μέρους της Hellenic Bank Public Company Ltd και πρώην Ελληνικής Τράπεζας στο Κτηματολόγιο Λάρνακας με τα αναγκαία έγγραφα, αφού πήρε οδηγίες από το αρμόδιο τμήμα της τράπεζας με σκοπό να εισπράξει το ποσό των £19.634,00 και να προβούν σε απαλλαγή από την υποθήκη με αριθμό Υ.924/86 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής
  16. Τα έγγραφα, ο κ.Γιαννάτσος τα κατέθεσε στο κουτί της απαλλαγής στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ο κ.Γιαννάτσος αναζήτησε τους ενυπόθηκους οφειλέτες οι οποίοι εμφαίνονται στο έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη οι οποίοι ήταν η Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου, ο Μιχαλάκης Σταύρου Χριστοφόρου, η Δέσποινα Γ. Χριστοφόρου και η Μαρία Σ. Χριστοφόρου. Τους αναζητούσε τόσο στο χώρο εντός του Κτηματολογίου όσο και εκτός του καφενείου. Ουδείς εκ των ως άνω προαναφερόμενων προσώπων εμφανίστηκε στο Κτηματολόγιο. Ο κ.Γιαννάτσος παρέμεινε στο χώρο του Κτηματολογίου για αρκετό χρόνο, περίπου δύο ώρες, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα καθότι κανείς δεν εμφανίστηκε για την απαλλαγή του προαναφερόμενου συγκεκριμένου ακινήτου. Ακολούθως, ο κ.Γιαννάτσος επικοινώνησε με το αρμόδιο τμήμα της τράπεζας το οποίο χειριζόταν τις απαλλαγές και ενημέρωσε ότι δεν εμφανίστηκε κανένας και ο κ.Γιαννάτσος έφυγε από το Κτηματολόγιο». Η Γεωργία Μέσσιου (Μ.Υ.1), κατά τον επίδικο χρόνο ήταν δικηγόρος στη νομική υπηρεσία της τράπεζας της οποίας διευθυντής ήταν ο κ.Πιερής Θεοδώρου. Όπως και ο ενάγων 3, η Μ.Υ.1 κατέθεσε γραπτή δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, παραθέτοντας ισχυρισμούς ανάλογους με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων. Στο πλαίσιο, δε, της μαρτυρίας της, η μάρτυρας κατέθεσε τα Τεκμήρια 29-33 ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Κυριάκος Κυριακίδης (Μ.Υ.2), κατέθεσε επίσης γραπτή κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι κατά τις αρχές του 1994 υπέβαλε την παραίτηση του από την υπηρεσία της Ελληνικής Τράπεζας αναλαμβάνοντας καθήκοντα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 17.3.
  17. Κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο
  18. Ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας της νομικής υπηρεσίας της τράπεζας για να πει ότι θα ήταν αδύνατο να επέμβει και να δεσμεύσει την τράπεζα με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε όμως επενέβηκε με σκοπό να επιτευχθεί η Συμφωνία επί Δικαστηρίω ή στο λεκτικό της. Ουδεμία ανάμειξη είχε στην αγωγή με αριθμό 2209/93 ή στο κείμενο του τι αποκαλείται ως Συμφωνία επί Δικαστηρίω. Η Ελευθερία Ζενιέρη (Μ.Υ.3), του Κτηματολογίου Λάρνακας, στο Τμήμα Μεταβιβάσεων και Υποθηκών από τον Οκτώβριο του 1992 ανάφερε ότι για να απαλλαγεί ένα από τέσσερα ενυπόθηκα ακίνητα με ξεχωριστούς τίτλους από υποθήκη, παρουσιάζεται στο Κτηματολόγιο ο ενυπόθηκος δανειστής διά πληρεξουσίου αντιπροσώπου του και πρέπει να παρουσιαστούν όλοι οι ενυπόθηκοι οφειλές, ακόμη και οι εγγυητές. Αυτή η διαδικασία ακολουθείτο πάντοτε. Στην περίπτωση όπου θα υπάρξει εξάλειψη υποθήκης, ακύρωση της, πρέπει να παρουσιαστεί ο ενυπόθηκος δανειστής χωρίς να χρειάζεται να παρουσιαστεί ο οφειλέτης, αφού από την εξάλειψη εξυπακούεται η ακύρωση ολόκληρης της υποθήκης. Η Μ.Υ.3 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκμήριο
  19. Ο Χρίστος Παπαδόπουλος (Μ.Υ.4), στην υπηρεσία της Ελληνικής Τράπεζας από το έτος 1980 και στο Τμήμα Νομικών Εγγράφων από το έτος 1985, αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 30 και 33 εξηγώντας ότι η σημείωση στο χαρτί επί του τεκμηρίου είναι δική του. Εξήγησε ο Μ.Υ.4 ότι χωρίς το συγκεκριμένο έντυπο το Κτηματολόγιο δεν προχωρά με την απαλλαγή. Για ακύρωση υποθηκών υπάρχει άλλο έντυπο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση και στην αποστολή των εγγράφων στη Λάρνακα ώστε οι συνάδελφοι της Λάρνακας να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο Λάρνακας για να απαλλάξουν το συγκεκριμένο ακίνητο από υποθήκη και να εισπράξουν κάποιο ποσό. Οι χειρόγραφες σημειώσεις είναι δικές του ενημερώνοντας τη συνάδελφο του Γεωργία ότι δεν έγινε η πράξη. Η Ελένη Αναστασιάδου (Μ.Υ.5), στην υπηρεσία της Ελληνικής Τράπεζας από το Σεπτέμβριο του 1994, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή 2209/93 και κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο
  20. Σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, η Μ.Υ.5 κατέθεσε τα Τεκμήρια 37 και
  21. H παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου v. Παναγιώτου,

(1988)1 Α.Α.Δ.263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ.207). Μετά από τη σκιαγράφηση της μαρτυρίας που παρατέθηκε, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Όπου κρίνεται σκόπιμο, γίνεται αναφορά κατωτέρω. Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω των ευκαιρία, όπως ανάφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με αναφορά στους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ο μεν Μ.Ε.2, ως υπεύθυνος του πολιτικού τμήματος του Πρωτοκολλητείου Λάρνακας, περιορίστηκε στην κατάθεση του φακέλου της Αγωγής 2734/08, ο δε Μ.Ε.1 κατέθεσε τη δική του εμπλοκή στην εν λόγω υπόθεση. Δεν θεωρώ ότι χρήζει περαιτέρω ενασχόλησης η αξιολόγηση τους ως θετικής στην παρουσία τους ως μάρτυρες. Ομοίως αξιολογώ τους Μ.Υ.2, Μ.Υ.4, Μ.Υ.5, οι οποίοι εμφανώς προσήλθαν στο Δικαστήριο παραθέτοντας τα όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα θέματα που αφορά η παρούσα υπόθεση. Δεν εντοπίζω στη μαρτυρία τους οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία τους ως μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να παραθέσουν γνήσια μόνο αυτά που γνώριζαν για την υπόθεση. Αναλόγως κρίνω και τις Μ.Ε.3 και Μ.Υ.3 αν και στη μαρτυρία τους προκύπτει ζήτημα προς εξέταση. Ως προς το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 που αφορά τα επίδικα ακίνητα και υποθήκη, ασφαλώς τα αποδεκτά γεγονότα την επιβεβαιώνουν. Όμως οι αναφορές της σε σχέση με την απαλλαγή ή εξάλειψη υποθήκης ξεχωριστών ακινήτων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ως προς το μέρος αυτό της μαρτυρίας της, κρίνεται αναξιόπιστη. Τα λεγόμενα της συγκρούονται εμφανώς με τις νομοθετικές πρόνοιες ως είναι στο Νόμο 9/65 αρ.
  1. Επί του προκειμένου, κρίνεται αξιόπιστη η Μ.Υ.3 ως επιβεβαιώνεται από τις πρόνοιες του ως άνω νόμου και τα έντυπα, Τεκμήριο
  2. Άφησα τελευταίους τον Μ.Ε.4 και τη Μ.Υ.1 οι οποίοι παρουσίασαν ουσιαστικά την εκδοχή της πλευράς του ο καθένας. Κι αυτό για να υποδείξω το εξής. Όμοιες είναι οι διαπιστώσεις μου και για τους δύο μάρτυρες. Παρέθεσαν στο Δικαστήριο με φαινομενική άνεση και σαφήνεια τα όσα είχαν να πουν και έδωσαν σαφώς την εντύπωση ότι γνήσια απέδωσαν με τα λεγόμενα τους αυτά που πίστευαν ότι ισχύουν στην παρούσα υπόθεση. Από τη στιγμή που το σημαντικότερο μέρος της μαρτυρίας αποτελεί τη θέση των μαρτύρων ως προς την ερμηνεία που το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει στη συμφωνία και το πώς θα πρέπει να κριθούν οι ενέργειες της κάθε πλευράς καθίσταται αντιληπτό ότι η διάψευση, και συνεπώς απόρριψη της μαρτυρίας του ενός από τους δύο μάρτυρες, θα διαφανεί από τη διαπίστωση από το Δικαστήριο της νομικής επίπτωσης των ενεργειών ή παραλείψεων της κάθε πλευράς. Σ'αυτό, άλλωστε, συνηγορεί και το γεγονός ότι τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο στην παρούσα υπόθεση, είναι αποδεκτά και αποτυπώνονται σε έγγραφα και δηλώσεις τα οποία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, δίδοντας του την ευχέρεια να καταλήξει στα τελικά του συμπεράσματα. Ολοκληρώνοντας το μέρος της απόφασης μου που αφορά την αξιολόγηση των μαρτύρων, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι στη μαρτυρία της Μ.Υ.1 δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε σημείο αντίφασης στα λεγόμενα της, σε αντίθεση με το Μ.Ε.4, ο οποίος σε διάφορες τοποθετήσεις του υπέπεσε σε κάποιες μικροαντιφάσεις. Αυτές περισσότερο αφορούν το θέμα του ποιος είχε την ευθύνη από τα γεγονότα, γι'αυτό και δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω αφού δεν θα διαφοροποιούσαν με οποιονδήποτε τρόπο το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τηρουμένων των ως άνω, όλα τα πιο πάνω παραδεκτά/αποδεκτά γεγονότα, ως αποτυπώθηκαν μέσω της παράθεσης των δικογραφημένων ισχυρισμών και μαρτυρίας, καθίστανται μέρος των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Προκύπτει, συναφώς, ότι από αυτά, τα ουσιώδη με τα επίδικα θέματα γεγονότα δεν είναι άλλα από: Ø Τη συμφωνία μεταξύ των πλευρών, την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν (Συμφωνία επί Δικαστηρίω, ημερ.28.3.1994), η οποία εμφαίνεται στο Τεκμήριο
  3. Ø Την ειδοποίηση για πληρωμή του ¼ του εξ αποφάσεως χρέους και απαλλαγή του συγκεκριμένου ακινήτου, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 9 (επιστολή ημερ.27.12.1995). Ø Την ανταπόκριση των εναγομένων που φανερώνει τη στάση τους, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 10 (επιστολή τους ημερ.27.12.1995). Ø Τις ενέργειες των δυο μερών ακολούθως, ήτοι την ειδοποίηση εκ μέρους των εναγόντων, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 11 (επιστολή ημερ.28.12.1995), τη μη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από τους ενάγοντες, την παρουσία των εναγομένων στο Κτηματολόγιο κατά την αναφερόμενη ημερομηνία για απαλλαγή του ακινήτου αφού γινόταν η είσπραξη του ποσού και τη μη παρουσία των εναγόντων προς υλοποίηση των ως άνω. Το τι ακολούθησε είναι αλληλογραφία με την ερμηνεία που η κάθε πλευρά δίδει στα γεγονότα μέσω ενός πλαισίου επίρριψης ευθύνης η μια πλευρά στην άλλη, με την άλλη να μην αποδέχεται τέτοια ευθύνη. Έχει ήδη καταγραφεί το περιεχόμενο της Συμφωνίας επί Δικαστηρίω, από το οποίο δεν φαίνεται να γίνεται πρόνοια για το ποιος (αν κάποιος) θα έπρεπε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της Δέσποινας Γρηγορίου (αδελφής των εναγόντων) με την οποία προκύπτει να είναι αποδεκτό ότι ήταν γνωστό ότι οι ενάγοντες δεν είχαν καλή σχέση. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω την εξέταση του θέματος κατά πόσο απαιτείτο τέτοια συγκατάθεση. Οι νομοθετικές πρόνοιες είναι ξεκάθαρες επί του θέματος και φανερώνουν την απαίτηση ύπαρξης τέτοιων συγκαταθέσεων. Δεν θεωρώ ότι εξυπηρετεί την υπόθεση των εναγόντων το επιχείρημα ξεχωριστών αποφάσεων. Άλλωστε, από τα Τεκμήρια 8 και 29 (απόφαση εναντίον της Δέσποινας Γρηγορίου στην Αγωγή 2209/93, προκύπτει η έκδοση απόφασης για τα ίδια ποσά, φανερώνοντας έτσι ότι πρόκειται για αλληλέγγυα και κεχωρισμένη υποχρέωση. Όταν, με το Τεκμήριο 9, οι ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους, επιβεβαίωσαν την ήδη υπάρχουσα πληροφορία προς τους εναγόμενους από εκπρόσωπο των εναγόντων, περί κλήσεως των εναγομένων να απαλλάξουν το συγκεκριμένο ακίνητο με την πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού, οι εναγόμενοι απάντησαν με το Τεκμήριο
  4. Αξίζει η επί λέξει παράθεση της εν λόγω επιστολής των εναγομένων. «Αναφερόμαστε στην επιστολή σας ημερ. 27.12.1995 την οποία παραλάβαμε σήμερα από τον κ.Χρ.Χριστοφόρου διά χειρός και αργότερα με fax και επιβεβαιούμε τα πιο κάτω: Όπως είχαμε ήδη δηλώσει στον κ.Χρ.Χριστόφορου την περασμένη βδομάδα, επιβεβαιώνουμε και σήμερα ότι η Ελληνική Τράπεζα είναι έτοιμη και πρόθυμη να μεταβεί στο Κτηματολόγιο οποτεδήποτε διευθετηθεί κατόπιν κοινών συνεννοήσεων προκειμένου να εισπράξουμε το ποσό των £19.634,86 το οποίο περιλαμβάνει τόκους μέχρι 31.12.1995 και σε αντάλλαγμα να απαλλάξουμε από την υποθήκη Υ.924/86 το τεμάχιο 52 Φ/Σχ 50/30 W2 που ανήκει στην κα Χριστίνα Χριστόφορου. Όπως καλώς γνωρίζετε, το σχετικό έντυπο του Κτηματολογίου για την απαλλαγή ακινήτου υποκειμένου εις υποθήκη πρέπει εκτός από την Ελληνική Τράπεζα ως ενυπόθηκου δανειστού να υπογραφεί ταυτόχρονα ενώπιον του Κτηματολογίου και από όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες. Βεβαιούμε επίσης ότι κατόπιν συνεννοήσεως με τον κ.Χρ.Χριστοφόρου και σε ένδειξη καλής θέλησης επικοινωνήσαμε σήμερα τηλεφωνικώς με τον κ.Ακη Γρηγορίου και τόσο τηλεφωνικώς όσο και γραπτώς με την κα Δέσποινα Γρηγορίου την οποία καλέσαμε να επικοινωνήσει μαζί μας το συντομότερο δυνατό για διευθέτηση συνάντησης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακος όπου να εισπράξουμε το ως άνω ποσό (πλέον οποιουσδήποτε τόκους πέραν της 31.12.1995) και όλα τα εμπλεκόμενα στην πιο πάνω υποθήκη μέρη να υπογράψουν το σχετικό έγγραφο απαλλαγής του πιο πάνω ακινήτου από την υποθήκη σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κτηματολογίου. Προφορικώς η κυρία Γρηγορίου απάντησε ότι δεν είναι διατεθειμένη να υπογράψει το σχετικό έντυπο απαλλαγής του Κτηματολογίου. Υπό τις περιστάσεις αντιλαμβάνεσθε ότι η Ελληνική Τράπεζα δεν αποδέχεται οποιαδήποτε ευθύνη για την άρνηση της κυρίας Γρηγορίου να υπογράψει το σχετικό έγγραφο απαλλαγής ακινήτου υποκειμένου εις υποθήκη. Γι' αυτό σας καλούμε όπως παράλληλα προβείτε και εσείς στις αναγκαίες συνεννοήσεις με όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες περιλαμβανομένης και της κας Δέσποινας Γρηγορίου προς υλοποίηση των πιο πάνω το συντομότερο δυνατό. Όλα τα δικαιώματα μας επιφυλάσσονται πλήρως.» Από τα ως άνω ουδόλως προκύπτει άρνηση των εναγομένων να προβούν σε απαλλαγή του ακινήτου με την πληρωμή του ποσού. Το τι ακολούθησε είναι η θέση των εναγόντων στην επιστολή τους, ημερ.28.12.1995 (Τεκμήριο 11) ως εξής: «Ευχαριστώ για την επιστολή σας. Τα θέματα που αναφέρετε σε αυτήν δεν αφορούν την πελάτιδα μας. Η πελάτιδα μας θα βρίσκεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 2.1.1996 και ώραν 9π.μ. για να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και ταυτόχρονα να αποδεσμεύσει την υποθήκη ως η υποχρέωση της. Παράλειψη σας να πράξετε τούτο σας συνιστά υπόλογους για αποζημιώσεις δεδομένου ότι όπως σας έχουμε γνωστοποιήσει, το τεμάχιο έχει ήδη πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο. Έχετε υποχρέωση να συμμορφωθείτε με τις συμβατικές σας υποχρεώσεις και είναι καθαρά δική σας υποχρέωση και κανενός άλλου να πράξετε τούτο.» Ούτε επιβεβαίωση αναζήτησε η εν λόγω ειδοποίηση, ούτε οτιδήποτε άλλο. Με αυτά τα δεδομένα είναι που, ως το παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε, «Στις 2.1.1996 το πρωί εμφανίστηκε ο κ.Μιχάλης Γιαννάτσος εκ μέρους της Hellenic Bank Public Company Ltd και πρώην Ελληνικής Τράπεζας στο Κτηματολόγιο Λάρνακας με τα αναγκαία έγγραφα, αφού πήρε οδηγίες από το αρμόδιο τμήμα της τράπεζας με σκοπό να εισπράξει το ποσό των £19.634,00 και να προβούν σε απαλλαγή από την υποθήκη με αριθμό Υ.924/86 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής
  5. Τα έγγραφα, ο κ.Γιαννάτσος τα κατέθεσε στο κουτί της απαλλαγής στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ο κ.Γιαννάτσος αναζήτησε τους ενυπόθηκους οφειλέτες οι οποίοι εμφαίνονται στο έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη οι οποίοι ήταν η Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου, ο Μιχαλάκης Σταύρου Χριστοφόρου, η Δέσποινα Γ. Χριστοφόρου και η Μαρία Σ. Χριστοφόρου. Τους αναζητούσε τόσο στο χώρο εντός του Κτηματολογίου όσο και εκτός του καφενείου. Ουδείς εκ των ως άνω προαναφερόμενων προσώπων εμφανίστηκε στο Κτηματολόγιο. Ο κ.Γιαννάτσος παρέμεινε στο χώρο του Κτηματολογίου για αρκετό χρόνο, περίπου δύο ώρες, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα καθότι κανείς δεν εμφανίστηκε για την απαλλαγή του προαναφερόμενου συγκεκριμένου ακινήτου. Ακολούθως, ο κ.Γιαννάτσος επικοινώνησε με το αρμόδιο τμήμα της τράπεζας το οποίο χειριζόταν τις απαλλαγές και ενημέρωσε ότι δεν εμφανίστηκε κανένας και ο κ.Γιαννάτσος έφυγε από το Κτηματολόγιο». Οι εναγόμενοι ήταν παρόντες στο Κτηματολόγιο, καταθέτοντας μάλιστα τα σχετικά έγγραφα απαλλαγής του ακινήτου, ενώ ουδείς εκ των ενυπόθηκων οφειλετών ήταν εκεί, ούτε οποιαδήποτε πληρωμή είχε γίνει. Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διαπιστώσει την πρόθεση των μερών από το έγγραφο (συμφωνία) και όχι να το ξαναγράψει υπό το φως του τι τα μέρη είχαν (ή δεν είχαν)στο μυαλό τους κατά το χρόνο που έκαναν τη συμφωνία. (Βλ. British Movietonews Ltd v. London and District Cinemas Ltd
(1952)A.C.166, Anson's Law of Contract 26th edition 1984). Ως προς την ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου σε συμφωνία, στην υπόθεση Ergo Constructions Ltd v. Tanielo Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 350/08, ημερ.27.3.2012, λέχθηκαν τα εξής: «Η ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου σε συμφωνία διαπιστώνεται από το δικαστήριο, το οποίο, μέσα από το λεκτικό της, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σ'αυτήν είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο - (βλ. Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.204, Γεωργ. Ετ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ.168, Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.397 και Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφίνη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.436). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ.407 (σελ.413): «..., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.» Στην Τσιαλής ν. Χατζηανδρέου (Τσιαλή)
(2000)1 Α.Α.Δ.1250, σε σχέση με τον εξυπακουόμενο όρο, αναφέρεται ότι (σελ.1258-1259): «Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι παλαιόθεν γνώρισμα του έργου του δικαστηρίου, εδραζόμενη στην αναγνώριση ότι τα μέρη δεν διατυπώνουν πάντοτε ρητά στη γραπτή τους συμφωνία παρά μόνο τα βασικά της στοιχεία, αφήνοντας άλλα να προκύπτουν έστω και αν δεν ελέχθησαν. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν ελέχθη, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Η κλασσική διατύπωση της αρχής προέρχεται από τον Bowen L.J., στην υπόθεση The Moorcock
(1889)14 P.D.64, στη σελ.68.» Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου του Δικαστηρίου στοιχεία, ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, αποτελεί εύρημα μου ότι στην ως άνω συμφωνία των μερών (συμφωνία επί Δικαστηρίω), παράλληλη εξυπακουόμενη προϋπόθεση ήταν και η τήρηση των ως άνω σχετικών προνοιών του Ν.9/65 περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου. Την ευθύνη της τήρησης αυτής της προϋπόθεσης καμία από τις δύο πλευρές δεν ανέλαβε στη συμφωνία επί Δικαστηρίω. Από δε τα γεγονότα προκύπτει εμφανώς ότι η προϋπόθεση αυτή ήταν σε γνώση και των δύο πλευρών. Επ'αυτού αλλά και της νομικής πτυχής, αποκαλυπτική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστάκης Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Ενάγοντες ήταν οι ίδιοι με τους ενάγοντες στην παρούσα και το θέμα το ίδιο με την παρούσα, με τη διαφορά ότι αφορούσε άλλη τράπεζα και ότι η υπό κρίση δέσμευση προέκυπτε από επιμέρους διευθέτηση - συμφωνία, όπως αναφέρει το Δικαστήριο, αντί από συμφωνία επί Δικαστηρίω. Πέραν της νομικής πτυχής, προκύπτει το εύρημα ότι η ως άνω νομοθετική πρόνοια και προϋπόθεση ήταν σε γνώση των εναγόντων στην παρούσα κατά τη 18.2.
  2. Η συμφωνία επί Δικαστηρίω στην υπόθεση μας έγινε στις 28.3.
  3. Ανάλογη ήταν και στην εν λόγω υπόθεση η διαπίστωση ότι οι πλευρές, προτού εκδοθεί η εκ συμφώνου απόφαση γνώριζαν περί της νομικής υποχρέωσης για εξασφάλιση της συγκατάθεσης της Δέσποινας Γρηγορίου αλλά, κανένας δεν ανέλαβε ευθύνη ενέργειας προς αυτή την κατεύθυνση. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκαν περαιτέρω τα εξής: «Από το περιεχόμενο του εγγράφου ημερ.18.2.1994 (Τεκμήριο 8) προκύπτει ότι η υποχρέωση των εφεσίβλητων για αποδέσμευση των κτημάτων/μεριδίων από την υποθήκη, ήταν άμεσα συναρτημένη προς την πληρωμή ή πληρωμές που θα εγίνοντο από πλευράς εφεσειόντων όπως καθορίζονται στο πιο πάνω έγγραφο και εντός της προβλεπόμενης περιόδου αναστολής που έληγε στις 17.2.
  4. Ωστόσο, αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο ότι κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο δεν έγινε οποιαδήποτε κατάθεση χρημάτων από τους εφεσείοντες και συνεπώς ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν οποιαδήποτε νομική ή άλλη υποχρέωση για άρση της υποθήκης. Συνάγεται από το έγγραφο ημερ.18.2.1994 ότι η υποχρέωση των εφεσειόντων για πληρωμή/πληρωμές εντός της περιόδου αναστολής επροηγείτο της υποχρέωσης των εφεσίβλητων για άρση της υποθήκης. Εν ολίγοις η υποχρέωση των εφεσειόντων για κατάθεση των χρημάτων, αποτελούσε προϋπόθεση της άρσης της υποθήκης και αυτό ανεξαρτήτως της ύπαρξης του άλλου νομικού κωλύματος του οποίου δεν κατέστη δυνατή η υπέρβαση.» Τα ίδια ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση χωρίς να πείθει η εισήγηση ότι με βάση το λεκτικό της συμφωνίας, η παρούσα διαφοροποιείται από την εν λόγω υπόθεση. Τόσο η μη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού όσο και το ως άνω νομικό κώλυμα καθορίζουν το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης. Η εξασφάλιση συγκατάθεσης από όλους τους ενυπόθηκους οφειλές δεν ήταν όρος που βάρυνε τους εναγόμενους, οι οποίοι δεν παραβίασαν οποιονδήποτε όρο της επίδικης Συμφωνίας επί Δικαστηρίω. Περαιτέρω δε, η μη καταβολή του ¼ του εξ αποφάσεως χρέους φανερώνει τη μη ικανοποίηση και της άλλης προϋπόθεσης για απαλλαγή του εν λόγω ακινήτου από την υποθήκη. Για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ότι δεν βρίσκει έρεισμα είτε νομικό είτε πραγματικό η εισήγηση ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να απαλλάξουν όλη την υποθήκη και να καταχωρούσαν memo επί των άλλων ακινήτων. Κάτι τέτοιο, όχι μόνο δεν είναι αυτό που συμφώνησαν τα μέρη αλλά παράλληλα συγκρούεται με το ότι στον ίδιο χρόνο εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης των ακινήτων στη βάση της υποθήκης. Πως τότε θα μπορούσε να έχει έρεισμα στη λογική ανάληψη υποχρέωσης που, το πιο πιθανό, θα οδηγούσε σε αναγκαιότητα απάλειψης της υποθήκης. Για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω και με προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμα της υπόθεσης, καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οποιονδήποτε άλλο θέμα στην παρούσα. Ωστόσο, θα περιοριζόμουν στο να σημειώσω ότι (α)το γεγονός ότι παρά τη μη απαλλαγή της υποθήκης στις 2.1.1996, η ιδιοκτήτρια του ακινήτου προχώρησε στις 3.1.1996 και υπέγραψε τη συμφωνία πώλησης ενώ θα μπορούσε να μην υπογράψει, (β)το γεγονός ότι ενώ πρόνοια στην εν λόγω συμφωνία πώλησης του ακινήτου ήταν για μεταβίβαση εφόσον απαλειφθούν όλες οι υφιστάμενες επιβαρύνσεις (Τεκμήριο 16Α) δεν προωθήθηκε αυτό ως υπεράσπιση και (γ)το γεγονός ότι ούτε κατέστησε η ενάγουσα 3 ως διάδικο την εναγομένη, αφού τη θεωρούσε υπόλογη για την παραβίαση της συμφωνίας πώλησης, αποτελούν λόγους που θα επηρέαζαν δυσμενώς τη σχετική αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων. Με βάση όλα τα πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων δεν έχει αποδειχθεί και κατά συνέπεια η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .......... Μ.Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.