← Κύπρος

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1547/14, 11/11/2014

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1547/14, 11/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1547/14 Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγοντα - και -

  1. ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  2. C.A. GROUP FITNESS LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16/9/14 ΓΙΑ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Τσάρκατζιης Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Κουκούνης με κ. Ν. Κουκούνη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας, στο εξής Αιτητής, με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο Δ.2 Κ.1 που καταχωρήθηκε στις 19/6/14, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, στο εξής Καθ' ων η Αίτηση, διάφορα διατάγματα και δηλώσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της Εναγομένης 2 εταιρείας στην οποία είναι μέτοχος κατά 30% και ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της καθώς και αποζημιώσεις. Κατά την ίδια ημέρα, 19/6/14, καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση εκ μέρους του Αιτητή, η οποία κατέστη δια κλήσεως, και με την οποία αιτείτο διάφορα διατάγματα σχετικά με τη διαχείριση της Εναγόμενης 2 και των συμβατικών της σχέσεων με την εταιρεία LESS MILSS INTERNATIONAL. Η αίτηση αυτή εκδικάστηκε και απορρίφθηκε στις 29/8/14, με ενδιάμεση απόφαση άλλου Δικαστηρίου το οποίο είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα στην κλίμακα €50.000-€100.000 επί της οποίας εγέρθηκε αρχικά η αγωγή. Λίγες ημέρες μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, ήτοι στις 16/9/14, ο Αιτητής καταχώρησε την έκθεση απαίτησης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και αύξησε την κλίμακα της αγωγής. Με αφορμή επιστολή ημερομηνίας 5/9/14 που έλαβε ο Αιτητής για σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης με προτεινόμενα θέματα (α) την παύση του από το αξίωμα του διευθυντή της Εναγόμενης 2, (β) την παραίτηση του Άριστου Χριστοδούλου από το αξίωμα του γραμματέα της εταιρείας και (γ) το διορισμό της Σταύρης Χριστοδούλου ως γραμματέας της εταιρείας σε αντικατάσταση του Άριστου Χριστοδούλου, καταχώρησε την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 16/9/14 με την οποία αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση με σκοπό την παύση του από το αξίωμα του διευθυντή της Εναγόμενης 2 και/ή διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 να αλλοιώσει τη σημερινή σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 2 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί ορίζοντας την σε πολύ σύντομο χρόνο. Αφού αναβλήθηκε για επίδοση δύο φορές και τελικά επιδόθηκε, ορίστηκε για ακρόαση στις 10/10/14 με οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τις 8/10/
  3. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θ.1-9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5 και 6 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 1, 2, 17, 25, 32, 35, 36, 45, 46 και 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στα άρθρα 139-143, 170, 171, 178, 180-197, 202 και 384 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και του Πίνακα Α' του πρώτου παραρτήματος του Κεφ. 113, στο Κοινοδίκαιο (Δόλος, Αδικαιολόγητος Πλουτισμός, Αποκατάσταση), στις νομικές αρχές που πηγάζουν από αγγλική νομολογία, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση και με την οποία ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στους ίδιους νόμους και αρχές που αναφέρονται πιο πάνω και καταχωρήθηκε στις 8/10/
  4. Σ' αυτήν προβάλλονται εβδομηνταέξι

(76), σε μεγάλο βαθμό επαναλαμβανόμενοι, λόγοι ένστασης, οι οποίοι ουσιαστικά επαναλαμβάνονται πιο εκτεταμένα στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει με την οποία επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος του Αιτητή χαρακτήρισε την αγωγή ως παράγωγη παραπέμποντας σε σχετική νομολογία η οποία ερμηνεύει τι είναι παράγωγη αγωγή και ποια η νομική θέση του μετόχου ως διαδίκου στην αγωγή. Αναφερόμενος στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 και αφού επικαλέστηκε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα απορρίπτοντας τους λόγους έντασης που προβάλλει η άλλη πλευρά. Από την αντίπερα όχθη, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση εισηγήθηκε ότι με την υπό κρίση αίτηση εγείρονται για δεύτερη φορά τα ίδια ζητήματα τα οποία ήγειρε στην προγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε στις 29/8/14 με απόφαση του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση αποτελεί δεδικασμένο και κατάχρηση της διαδικασίας. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τα άρθρα 126
(1)και 178 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, έχει κάθε δικαίωμα ο Εναγόμενος 1 να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση. Ακολούθως εισηγήθηκε ότι η αγωγή καταχωρήθηκε κακόπιστα και με αλλότρια κίνητρα. Στη συνέχεια ανάφερε ότι ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ότι η αίτηση είναι πρόωρη και κακόπιστη. Ακόμη είπε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ο Εναγόμενος 1 σε καμία περίπτωση δεν προέβη σε καταδολίευση της εταιρείας. Ως εκ των πιο πάνω, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του Αιτητή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ΄ οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557) Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 132). Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ΄ αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ΄ αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Αριστοτέλους κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040, Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 83/08, ημ. 11/5/11, Μελάνθιους v Μελάνθιου, Πολιτική Έφεση 394/08, ημ. 28/12/11 και Αποστόλου v. Ιωάννου, Πολιτική ΄Εφεσης 20/10 και 21/10 ημερομηνίας 3/4/12. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν΄ αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και την υπόθεση Re Χ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D. Πολιτική Έφεση 10042, ημερομηνίας 23.02.1999, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση 11159, ημερομηνίας 20.11.2002 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α., Πολιτική Έφεση 11156, ημερομηνίας 19.12.2002). Στην υπόθεση (T.A. Micrologic Consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Design Ltd), ο έντιμος Δικαστής κ. Καλλής υιοθέτησε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, όπου λέχθηκε ότι «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.». Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd, Πολιτική Έφεση 9984, ημερομηνίας 29.10.
  1. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Πρώτα θα εξεταστεί ο λόγος ένστασης που εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση, ότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο με την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου στις 29/8/14, στην αίτηση ημερ. 19/6/14 για ίδια πραγματικά και νομικά θέματα ως ισχυρίζονται, που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο και στην παρούσα αίτηση. Δεν θα συμφωνήσω με αυτή την θέση των Καθ' ων η Αίτηση. Αν και οι ισχυρισμοί μέχρι την παρ. 28 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι ίδιοι με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 19/6/14, εντούτοις είναι διαφορετικά τα γεγονότα που οδήγησαν τον Αιτητή να υποβάλει την παρούσα αίτηση και διαφορετικό το διάταγμα το οποίο επιζητεί με την αίτηση του. Συγκεκριμένα έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτέλεσε η επιστολή ημερομηνίας 5/9/14 με την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ζητεί την σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης με σκοπό να παρθεί απόφαση για τρία θέματα μεταξύ των οποίων και η παύση του Αιτητή από διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση. Βέβαια τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της αγωγής δεν διαφοροποιούνται. Τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 4-7 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου REENEX TRADING LIMITED κ.ά. v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16/4/14, είναι καθόλα διασαφηνιστικά για το θέμα του δεδικασμένου σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Έπεται ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ούτε βέβαια αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας η καταχώρηση της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης αφού αυτή βασίζεται σε διαφορετικά γεγονότα που προκάλεσαν την καταχώρηση της, όπως αναφέρεται ανωτέρω, έστω και αν τα βασικά γεγονότα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων προέρχονται από τη διαφωνία των μετόχων και διευθυντών της Καθ' ης η Αίτησης 2 για την διαχείριση της Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο Αιτητής αποδίδει κακοδιαχείρηση και κακόπιστη εκμετάλλευση της από τον Καθ' ου η Αίτηση 1, αποδίδοντας του δόλο και κατηγορώντας τον για κλοπή, υπεξαίρεση και ιδιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων, εντούτοις είναι διαφορετικό το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο υποβολής της αίτησης, αν και βέβαια δεν αλλάζουν οι νομοθετικές και δικονομικές διατάξεις καθώς και οι αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο θα εξετάσει την έκδοση ή μη του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας. Η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αυτή θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των τριών προϋποθέσεων που η πλήρωση τους απαιτείται προκειμένου να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρθηκαν κυρίως στο θέμα ότι ο Αιτητής έλαβε από την Καθ' ης η Αίτηση ένα σημαντικό ποσό το οποίο δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του. Τόσο αυτό το θέμα όσο και τα άλλα που αναφέρθηκαν δεν αποτελούν γεγονότα τα οποία θα έπαιζαν τέτοιο ρόλο που θα καθιστούσαν εκ μόνου τούτου ύπαρξη μη προσέλευσης στο Δικαστήριο του Αιτητή με καθαρά χέρια. Συνεπώς δεν ευσταθεί ούτε αυτός ο λόγος ένστασης και απορρίπτεται. Προχωρώντας στην εξέταση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να γίνει μια σύντομη σκιαγράφηση των σχέσεων και δραστηριοτήτων των εμπλεκομένων διαδίκων. Την Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρεία την δημιούργησε ο Καθ' ου η Αίτηση
  2. Αυτή είναι εξουσιοδοτημένη πωλητής στην Κύπρο των προϊόντων LES MILLS από την ομώνυμη εταιρεία LES MILLS INTERNATIONAL. Οι εργασίες της και δραστηριότητες της αφορούν προμήθεια προγραμμάτων της LES MILLS σε όλα τα γυμναστήρια παγκυπρίως, εκπαίδευση κυρίως γυμναστών ή άλλων που εργάζονται σε γυμναστήρια ως instructors (εκπαιδευτές) και λήψη δικαιωμάτων από όλα τα γυμναστήρια που χρησιμοποιούν τα ομαδικά προχορογραφημένα προγράμματα εκγύμνασης της LES MILLS. Ο Αιτητής ξεκίνησε να εργάζεται στην Καθ' ης η Αίτηση 2 κατά ή περί το έτος 2010 ως εκπαιδευτής (instructor) και κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2012 κατέστη μέτοχος κατά 30% και διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση
  3. Επειδή δεν του έδινε λογαριασμό ο Καθ' ου η Αίτηση 1, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, και αφού προέβη σε κάποια διερεύνηση για τις δοσοληψίες που προέβαινε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 για την Καθ' ης η Αίτηση 2, με τους συνεργάτες της και την LES MILLS INTERNATIONAL και αφού έλαβε και κάποιες άλλες πληροφορίες και στοιχεία (επισυνάπτονται και κάποια τεκμήρια με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 λάμβανε πολλά χρήματα που δεν τα κατέθεσε στο λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση και τα έπαιρνε αυτός, ενώ ταυτόχρονα τροχιοδρομούσε την μεταφορά των προχορογραφημένων προγραμμάτων εκγύμνασης LES MILLS σε άλλη δική του εταιρεία, όπως εξάγεται από σχετική επιστολή που επισυνάπτεται ως τεκμήριο με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, κατά τον ισχυρισμό του. Μέσα στις ενέργειες αυτές ήταν και η απόλυση του Αιτητή χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, κατά τον ισχυρισμό του. Ενώ τώρα επιδιώκει και την απομάκρυνση του από διευθυντή της εταιρεία για να μην μπορεί ο Αιτητής να ασκεί οιονδήποτε έλεγχο σε αυτόν και την Καθ' ης η Αίτηση
  4. Από την άλλη ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι γνώρισε τον Αιτητή κατά την διάρκεια που ήταν εκπαιδευτής της LES MILLS INTERNATIONAL και ο Αιτητής ήταν εκπαιδευόμενος του. Τον έκανε μέτοχο και διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση 2 χωρίς να πληρώσει οιονδήποτε ποσό και τον προσέλαβε ως υπάλληλο της Καθ' ης η Αίτηση 2 με μισθό από τον καιρό που τον έκανε μέτοχο και διευθυντή. Μοιράζονταν τα κέρδη εξ' ίσου μέχρι και τον Μάρτιο του
  5. Ο Αιτητής δεν προσέφερε οτιδήποτε αλλά επιπρόσθετα έλαβε σταδιακά, επί πλέον από τα κέρδη, το ποσό των €30.000 το οποίο δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ενώ ο ίδιος δεν οικειοποιήθηκε χρήματα της Καθ' ης η Αίτηση. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι αυτός αύξησε την εργασία της Καθ' ης η Αίτηση 2 στο 60% αφού ήταν εκπαιδευτής και αδιάφορος για την Καθ' ης η Αίτηση 2, αλλά τούτο οφείλεται στον ίδιο και μάλιστα κατόρθωσε να ανανεώσει το συμβόλαιο με την LES MILLS INTERNATIONAL. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί δήθεν συνεννόησης για κοινή διαχείρηση της Καθ' ης η Αίτηση 2 αφού του παραχώρησε μόνο το 30% λόγω εμπιστοσύνης που του έδειξε και χωρίς να καταβάλει οιονδήποτε ποσό. Ο Αιτητής πάντα είχε πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ' ης η Αίτηση 2 και επίσης μαζί επισκέφθηκαν τον λογιστή της Καθ' ης η Αίτηση 2 στον οποίο ανάθεσαν την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Καθ' ης η Αίτηση 2 για τα έτη 2011, 2012 και 2013 ενώ ο Αιτητής αρχές Απριλίου 2014 επικοινώνησε με τον λογιστή και του τις ζήτησε, για να του αναφέρει ο τελευταίος ότι δεν ήταν έτοιμες ακόμα, και όταν ετοιμάζονταν θα τις παρουσίαζε στο διοικητικό συμβούλιο όπως συνηθίζεται, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 6, που επισυνάπτεται με την ένορκο δήλωση του. Με την επιστολή δε του λογιστή, Τεκμήριο 7 φαίνεται ότι είναι στο τελικό στάδιο και ότι θα τους καλούσε για συζήτηση και έγκριση τους για να υποβληθούν στις αρμόδιες αρχές. Ως εκ των πιο πάνω καταδεικνύεται ότι ουδεμία ευθύνη έχει ως προς την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων, όπως παραπλανητικά προσπαθεί να προωθήσει ο Αιτητής. Περαιτέρω ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αναφέρει ότι ο Αιτητής ασχολείται με άλλες δραστηριότητες και ενεργεί σε βάρος της Καθ' ης η Αίτηση 2 με την προώθηση του «Πυραμιδωτού Συστήματος Πωλήσεων Διακοπών - World Ventures» ενοχλώντας πελάτες της Καθ' ης η Αίτηση
  6. Αρνείται δε ότι υπεξαίρεσε ή απέσπασε χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση
  7. Γενικά ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αρνείται κάθε τι που του αποδίδει ο Αιτητής καθώς και για τις δραστηριότητες της Καθ' ης η Αίτηση 2 και τα κέρδη που δήθεν κάνει ανά τρίμηνο ή το ποσοστό κερδών από την πώληση των προγραμμάτων που αναφέρει ο Αιτητής. Επίσης τα όσα αναφέρει είναι παραπλανητικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο Αιτητής αδιαφορούσε και αμελούσε για την Καθ' ης η Αίτηση 2, δεν συνεργαζόταν μαζί του, κατ' επανάληψη ενεργούσε εναντίον των συμφερόντων της Καθ' ης η Αίτηση 2, αρνείται να επιστρέψει το ποσό των €30.000 που έλαβε από την Καθ' ης η Αίτηση 2 και σκοπός του είναι, αν και είναι μέτοχος μειοψηφίας, να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Καθ' ης η Αίτηση 2 και των περιουσιακών της στοιχείων και δη την αντιπροσωπεία της LES MILLS INTERNATIONAL. Ήταν λοιπό η συμπεριφορά και οι ενέργειες του Αιτητή που οδήγησαν στην απόλυση του ως εργοδοτούμενος της Καθ' ης η Αίτηση 2 και ζητείται τώρα η σύγκληση γενικής συνέλευσης για να πάρει αποφάσεις, μεταξύ άλλων και της παύσης του Αιτητή από διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση
  8. Αν το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί τότε όχι μόνο δεν θα είναι προς το συμφέρον της Καθ' ης η Αίτηση 2, όπως εισηγείται ο Αιτητής και ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι παράγωγη αγωγή με σκοπό την προστασία των συμφερόντων της, αλλά θα είναι καταστροφική κατάληξη για την Καθ' ης η Αίτηση 2 αφού αποσκοπεί στην παράλυση του διοικητικού της συμβουλίου, στην φίμωση του οργάνου των μελών της, στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας και την οριστική διάλυση της που κακόπιστα επιδιώκει με απώτερο σκοπό να πάρει την αντιπροσωπεία της LES MILLS INTERNATIONAL για τον εαυτό του, για να δυνηθεί να ξεπεράσει τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που έχει. Δεν υπάρχει διαφωνία ως προς την έννοια της παράγωγης αγωγής και τις αρχές υπό τις οποίες εφαρμόζεται ως καθιερώθηκαν από την νομολογία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή, με επίκληση δική του έρευνα, λήψη πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των οποίων, το Τεκμήριο 7 (κατάσταση λογαριασμού της Καθ' ης η Αίτηση 2 στη ΣΠΕ Μακράσυκας), το Τεκμήριο 8 (κατάσταση λογαριασμού της Καθ' ης η Αίτηση 2 στην Τράπεζα Πειραιώς) και τα Τεκμήρια 10 και 11 (επιστολές ημερομηνίας 8/9/14) που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 οικειοποιείται προς δικό του όφελος και σε βάρος της Καθ' ης η Αίτηση 2 και βέβαια σε βάρος του Αιτητή, χρήματα που έλαβε από πελάτες της Καθ' ης η Αίτηση, γεγονός που φανερώνει δόλο και κακοδιαχείρηση. Συνάμα ο Καθ 'ου η Αίτηση 1 έχοντας την πλειοψηφία των μετοχών, 70%, εκ της συμπεριφοράς και της θέσης του αυτής δεν θα επέτρεπε να κινηθεί αγωγή από την Καθ' ης η Αίτηση
  9. Είναι με βάση, τα εν πολύ συντομία, πιο πάνω αναφερθέντα που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, υπό την έννοια ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πράγματι αυτός έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση, έχοντας υπόψη την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει με τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια και την έκθεση απαίτησης. Ως εκ τούτου η πρώτη (Α) προϋπόθεση πληρείται. Στο ερώτημα κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας που αποτελεί την δεύτερη (Β) προϋπόθεση, ούτε από τα Τεκμήρια 7 και 8 (καταστάσεις λογαριασμού στις δύο τράπεζες ανωτέρω) καταδεικνύεται, στο βαθμό που τώρα εξετάζεται ο ισχυρισμός του Αιτητή για δόλο, οικειοποίηση, κλοπή και υπεξαίρεση χρημάτων από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 αφού σε αυτούς φαίνονται τόσο καταθέσεις μετρητών όσο και επιταγών, για τους μήνες που φαίνονται σε αυτές, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής, και βέβαια αναλήψεις, με βάση τις οποίες τραπεζικές πράξεις δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός του Αιτητή, ούτε και από τα Τεκμήρια 10 και 11 αφού η έκδοση και μόνο στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 1 των επιταγών των δύο διαφορετικών πελατών που υπογράφουν τις πανομοιότυπες επιστολές (Τεκμήρια 10 και 11) από τους εβδομήντα δύο
(72)πελάτες που έχει η Καθ' ης η Αίτηση 2, ως είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οικειοποιήθηκαν από αυτόν, ενόψει και των Τεκμηρίων 7 και
  1. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 ακολουθούσε ένα αυστηρό τρόπο έκδοσης τιμολογίων, παραλαβής χρημάτων και επιταγών, εκταμίευσης χρημάτων και πληρωμής οφειλών. Θα αποτελούσε σοβαρή ένδειξη για τον τρόπο που ενεργούσε η Καθ' ης η Αίτηση 2 αν ο Αιτητής ανάφερε ότι για να πάρει σταδιακά το ποσό των €30.000 από την Καθ' ης η Αίτηση 2, υπέβαλε σχετική αίτηση και για το ποσό που λάμβανε κάθε φορά από αυτή, ακολουθείτο μια συγκεκριμένη διαδικασία. Απεναντίας ο Αιτητής όχι μόνο δεν αναφέρθηκε ότι κάθε φορά που λάμβανε κάποιο ποσό τηρείτο συγκεκριμένη διαδικασία αλλά παρασιώπησε αυτό το γεγονός. Ως εκ των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η δεύτερη (Β) προϋπόθεση. Όσον αφορά την τρίτη (Γ) προϋπόθεση διαφαίνεται από τον καθορισμό των εσόδων της Καθ' ης η Αίτηση 2 που προέβη ο Αιτητής ως αυτά διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση του, ότι είναι δυνατός ο υπολογισμός της ζημιάς και κατ' επέκταση η αποζημίωση που θα εδικαιούτο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του. Επίσης με βάση τα όσα ο Αιτητής αναφέρει στην ένορκη δήλωση του για τα έσοδα που έχει η Καθ' ης η Αίτηση 2 και συνάγεται ότι από αυτά δικαιούται το 70% ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αφού ανάλογα αντίστοιχο είναι το ποσοστό μετοχών του στην Καθ' ης η Αίτηση 2, δεν μπορεί να ευσταθίσει ο ισχυρισμός του ότι η οικονομική κατάσταση του Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι τέτοια που θα ήταν δύσκολη η εκτέλεση της απόφασης που πιθανό να εκδοθεί υπέρ του. Ακόμη η προτιθέμενη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης δεν φαίνεται να πάσχει τυπικά με βάση τα άρθρα 126 και 178 του Περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ.
  2. Το άρθρο 178
(1)προνοεί ότι μια εταιρεία δύναται με συνήθες ψήφισμα να απομακρύνει ένα διευθυντή πριν την εκπνοή της θητείας του και παρά την όποια πρόνοια στο καταστατικό. Ούτε φαίνεται οιαδήποτε εκ πρώτης όψεως παρανομία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Re Duomatic Ltd
(1969)2 Ch. 365
(1969)1 ALL E.R. 161, αφού δίδεται τέτοιο δικαίωμα από το νόμο στους μετόχους της εταιρείας καθίσταται καθαρό ότι ο τελικός έλεγχος μιας εταιρείας βρίσκεται στα χέρια των ιδιοκτητών της και το Δικαστήριο δεν θα ήταν τόσο φρόνιμο να παρέμβει (βλ. Επίσης Bentley - Stevens v. Jones
(1974)1 W.L.R. 638). Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του Αιτητή ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και πραγματοποιηθεί η σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης και απομακρυνθεί από την θέση του διευθυντή θα ενέτεινε ενδεχομένως τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα και περαιτέρω θα επέτρεπε, την κατ' ισχυρισμό του Αιτητή, συνέχιση της κακής διαχείρισης της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς βλάβη των συμφερόντων της και του Αιτητή τα οποία πιθανότατα δεν θα μπορούσαν να αποκατασταθούν με την καταβολή αποζημίωσης, αφού ήδη έχει αναφερθεί, όταν εξέταζε το Δικαστήριο τη δεύτερη προϋπόθεση, ότι δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να στοιχειοθετούνται τα όσα αναφέρει ο Αιτητής από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση, ούτε και ο δόλος εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1 ως ένα από τα στοιχεία της έγερσης της παράγωγης αγωγής αλλά και της μη οικονομικής δυνατότητας του Καθ' ου η Αίτηση 1 για αποζημίωση του Αιτητή, ως αναφέρεται πιο πάνω στην υπό εξέταση τρίτη προϋπόθεση. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση 1 αν και το ποσοστό του Αιτητή ως μέτοχος στην Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι 30% τα κέρδη διαμερίζονταν εξ ίσου, κάτι που δεν δεικνύει καταδολίευση του Αιτητή από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 αλλά ευεργεσία του. Απεναντίας φαίνεται μια τάση από τον Αιτητή χειραγώγησης της Καθ' ης η Αίτηση 2 εκ μέρους του και παραγκωνισμού ή καθήλωσης της πλειοψηφίας, δηλαδή του Καθ' ου η Αίτηση 1, στη λήψη αποφάσεων. Ως εκ των πιο πάνω, δεν πληρείται ούτε αυτή η προϋπόθεση. Ένεκα της μη πλήρωσης των δύο εκ των τριών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο δεν εξετάζει πλέον το θέμα του ευλόγου και δικαίου της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.