PROGRESSIVE INSURANCE CO LTD ν. Λούκα Πίττακου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3097/09, 7/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A284 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3097/09 Μεταξύ: PROGRESSIVE INSURANCE CO LTD Ενάγουσα -και-
- Λούκα Πίττακου
- Ανδρέα Ποιητή, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας της Σοφίας Παναγή τέως εκ Λάρνακας, αποβιώσασας Εναγόμενοι ---------------------------- 7 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Αβρααμίδης για Λ. Παπαφιλίππου & Σία. Για τους Εναγόμενους: κ. Λουκαϊδης για Δρ. Α. Ποιητής & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.2.2008 έχασε τη ζωή της σε φοβερό τροχαίο δυστύχημα η Σοφία Παναγή Πιττάκου, τέως από τη Λάρνακα. Κατά το μοιραίο δυστύχημα, φέρεται να οδηγούσε το όχημα με αρ.εγγ. KJL 795 υπό την επήρεια αλκοόλης, να παραβίασε το κόκκινο φανάρι σε σχέση με την πορεία της και να συγκρούστηκε στη συμβολή φώτων τροχαίας της Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα, με το εξ αριστερών ερχόμενο όχημα με αρ. εγγ. KAX 253 που οδηγείτο από τον Χαράλαμπο Μούζουρο, έχοντας ως συνεπιβάτιδα την Κατερίνα Κκαϊλη. Πέραν του θανάτου της άτυχης Πιττάκου, φέρεται να τραυματιστήκαν και οι επιβαίνοντες του άλλου οχήματος, με αποτέλεσμα να έχουν κινηθεί δικαστικώς εναντίον των διαχειριστών της περιουσίας της, καταχωρώντας τις αγωγές 2661/09 και 2662/09 αντίστοιχα. Στα πλαίσια των αγωγών αυτών διεκδικούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Η ενάγουσα, δέχεται, ότι, κατά την ημέρα του δυστυχήματος υπήρχε σε ισχύ δική της ασφαλιστική κάλυψη που ασφάλιζε τη χρήση του οχήματος KJL 795 από την αποβιώσασα. Ομοίως αναγνωρίζει, ότι, ασχέτως οδήγησης του οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης, οφείλει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 (εφεξής ο Νόμος) να καλύψει τους επιβαίνοντες του άλλου οχήματος σε περίπτωση που εκδοθούν υπέρ τους δικαστικές αποφάσεις, στα πλαίσια των προαναφερθεισών αγωγών. Ωστόσο, θεωρεί, ότι, η οδήγηση του οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης, συνιστά παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται, ότι τόσο δυνάμει του εν λόγω ασφαλιστηρίου εγγράφου όσο και του άρθρου 14
(5)του Νόμου, δικαιούται να ανακτήσει από τους εναγόμενους, οποιοδήποτε ποσό ήθελε κληθεί ή αναγκαστεί να καταβάλει στους επιβαίνοντες του άλλου οχήματος. Συγκεκριμένα ζητά: (Α) Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε κάλυψη ή/και συνεισφορά από τους Εναγομένους ή/και να ανακτήσει από τους Εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό το οποίο η Ενάγουσα ήθελε κληθεί ή αναγκαστεί να καταβάλει δυνάμει του νόμου ή/και άλλως πως, στους ενάγοντες στις υπ΄ αρ. 2661/09 και 2662/09 αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, υπό μορφή αποζημιώσεων ή/και τόκων ή/και εξόδων καθώς και τα έξοδα τα οποία θα επιβαρυνθεί η Ενάγουσα για την υπεράσπιση ή/και αντιμετώπιση των ως άνω αγωγών ή/και διαδικασιών ή/και απαιτήσεων. (Β) Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττονται οι Εναγόμενοι όπως καταβάλουν στην Ενάγουσα ποσό ίσο με το εξ αποφάσεως χρέος ή/και τόκους ή/και έξοδα στις υπ΄ αρ. 2661/09 και 2662/09 αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ή/και τα έξοδα με τα οποία θα επιβαρυνθεί η Ενάγουσα για την υπεράσπιση ή/και αντιμετώπιση των ως άνω διαδικασιών ή/και απαιτήσεων. Η Υπεράσπιση των εναγομένων, στα πιο πάνω ήταν λακωνική. Δεν προβάλλεται κανένας θετικός ισχυρισμός. Υπάρχει απλώς άρνηση κάποιων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης. Σε σχέση με άλλες παραγράφους υπάρχει σιγή, με αποτέλεσμα, κατ' εφαρμογή της Διαταγής 19 Θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι παράγραφοι αυτοί, να εκλαμβάνονται ως παραδεκτές (βλ. Χρίστου v. Khoreva
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ 1874, 1880-1881). Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας, επιχειρήθηκε να προστεθεί ένας καινοφανής ισχυρισμός, ήτοι, ότι η θανούσα δεν ήταν η οδηγός του οχήματος. Η προσπάθεια αυτή θεωρήθηκε κακόπιστη από το Δικαστήριο, και η σχετική αίτηση τροποποίησης που καταχωρήθηκε, απορρίφθηκε (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.2.2014). Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν μάρτυρες μόνο από πλευράς ενάγουσας. Πρόκειται για τους Λοχία 4330 Νίκο Παλατέ (Μ.Ε.1), Φωτεινή Λάρκου - Πρωτοκολλητής (Μ.Ε.2), Δρ. Ελένη Αντωνίου - Παθολογοανατόμος (Μ.Ε.3), Λοχ.4648 Αντώνη Μαυρή (Μ.Ε.4), Α.Αστ.2388 Γιάννη Καλέσιη (Μ.Ε.5), Μαρία Αυξεντίου - Χημικός (Μ.Ε.6), Ευτύχιο Οδυσσέως - Ανώτερος λειτουργός στο τμήμα απαιτήσεων της ενάγουσας (Μ.Ε.7) και Αστ. 3024 Μάριο Καβαλιέρο (Μ.Ε.8). Πέραν της προφορικής μαρτυρίας, κατατέθηκαν και πολλά τεκμήρια. Πρόκειται για τα εξής: Τεκμήριο 1 - Σχεδιάγραμμα επί κλίμακας. Τεκμήριο 2 Α - Κατάθεση της Kozelski Κathrin στην αγγλική. Τεκμήριο 2 Β - Μετάφραση στην ελληνική του Τεκμηρίου 2Α. Τεκμήριο 3 - Πρωτότυπη κατάθεση της Κατερίνας Κκαϊλη. Τεκμήριο 4 - Αίτημα Αστυνομίας, απευθυνόμενο στον Θανατικό Ανακριτή, με ενσωματωμένη εντολή και οδηγία του Θανατικού Ανακριτή για τη διενέργεια νεκροψίας επί της σορού της Σοφίας Παναγή. Τεκμήριο 5 - Αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων ημερ. 25.2.
- Τεκμήριο 6 - Πόρισμα Θανατικού Ανακριτή. Τεκμήριο 7 - Βιβλιάριο Φωτογραφιών. Τεκμήριο 8 - Εντολή και Οδηγία Θανατικού Ανακριτή. Τεκμήριο 9 - Διάταγμα για μεταθανάτια εξέταση. Τεκμήριο 10 - Διάταγμα ταφής. Τεκμήριο 11- Ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου. Τεκμήριο 12 - Πόρισμα Θανατικού Ανακριτή (ξανά). Τεκμήριο 13 - Έκθεση τοξικολογικών εξετάσεων. Τεκμήριο 14 - Κατάθεση Αστυφύλακα 2388, Γ. Καλλέσιη. Τεκμήριο 15 - Κατάθεση Λοχία 4648 Α. Μαυρή. Τεκμήριο 16 - Βεβαίωση πορίσματος Θανατικού Ανακριτή. Τεκμήριο 17 - Έντυπο «οδηγίες για κλήτευση του πλησιέστερου συγγενή». Τεκμήριο 18 - Απόδειξη ορθής σφράγισης πακέτου. Τεκμήριο 19 - Ασφαλιστήριο έγγραφο με συνημμένο πίνακα. Τεκμήριο 20 Α - Δικόγραφα Αγωγής 2661/
- Τεκμήριο 20 Β - Δικόγραφα αγωγής 2662/
- Στο τέλος της ακρόασης, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας κ. Αβρααμίδης ετοίμασε και υιοθέτησε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση στην οποία αναπτύσσονται με ενδελέχεια οι θέσεις της ενάγουσας ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, κ. Λουκαϊδης προτίμησε να αγορεύσει εξ ολοκλήρου προφορικά. Η αγόρευση του κ. Λουκαϊδη, σε αντίθεση με το δικόγραφο των εναγομένων, ήταν ιδιαιτέρως διεισδυτική και σ' αυτή τέθηκαν σημαντικά θέματα. Το πρώτο θέμα το οποίο ήγειρε ο κ. Λουκαϊδης αφορά στην νομιμοποίηση της ενάγουσας να καταχωρήσει την εν λόγω αγωγή. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος, με αναφορά στο ασφαλιστικό συμβόλαιο (τεκμήριο 19), στις πρόνοιες διαφόρων νομοθετημάτων και σε έγκυρα νομικά συγγράμματα, εισηγήθηκε, ότι, η αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα, αφού η ενάγουσα ακόμα δεν έχει διαταχθεί να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά στα πλαίσια των αγωγών 2661/09 και 2662/
- Με άλλα λόγια, η ζημιά της ενάγουσας, δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί. Ούτε και η περίπτωση, κατά τον κ. Λουκαϊδη, είναι κατάλληλη για την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης. Τέτοιες αποφάσεις εκδίδονται σε εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις από την παρούσα. Ένα δεύτερο θέμα το οποίο ήγειρε ο συνήγορος, αφορά στην οδήγηση ή μάλλον τη μη οδήγηση του οχήματος από τη θανούσα, ισχυρισμό, τον οποίο, ανεπιτυχώς, επιχείρησε να εισαγάγει στο δικόγραφο μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Παρόλα ταύτα, κατά τον κ. Λουκαϊδη, η οδήγηση, αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία, τα οποία, η ενάγουσα, έχοντας το βάρος απόδειξης, όφειλε, έτσι κι αλλιώς να αποδείξει. Υπό τις περιστάσεις, απέτυχε να το πράξει, συνέχισε ο συνήγορος, αφού καμία μαρτυρία περί τούτου δεν προσκομίστηκε. Η θανούσα βρέθηκε νεκρή έξω από το όχημα της και καμία μαρτυρία δεν υπάρχει, ότι, προηγουμένως, είναι αυτή που οδηγούσε το όχημα. Ένα τρίτο θέμα που έθιξε αφορούσε το θέμα της αλκοόλης. Κατά τον κ. Λουκαϊδη, ακόμα και αν το Δικαστήριο δεχτεί ότι στο αίμα της θανούσας βρέθηκε ποσότητα αλκοόλης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, τούτο δεν σημαίνει, ότι, οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, το οποίο είναι και το ζητούμενο, για να καταδειχθεί, ότι, παραβίασε τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου. Η έννοια της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης είναι πολύ ευρύτερη, κατά τον συνήγορο, καθορίζεται από αστάθμητους παράγοντες και στην προκειμένη περίπτωση, ελλείπει μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Τελικώς ο κ. Λουκαϊδης, για τους πιο πάνω λόγους, ζήτησε απόρριψη της αγωγής. Στη δική του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Αβρααμίδης, εκφράζει εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις. Σε σχέση με το πρώτο θέμα, αναγνωρίζει ότι η ενάγουσα δεν έχει ακόμα διαταχθεί να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά στα πλαίσια των καταχωρηθείσων αγωγών, αλλά θεωρεί, ότι, τούτο δεν αποτελεί κώλυμα. Η έκδοση αναγνωριστικής - δηλωτικής απόφασης, προβλέπεται στο άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και μπορεί κάλλιστα να εκδοθεί στην παρούσα υπόθεση. Επ΄ αυτού παρέπεμψε σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις όπου εκδόθηκαν δηλωτικές αποφάσεις. Η έκδοση της δεύτερης απόφασης που ζητείται με την παρούσα αγωγή, πάντα κατά τον συνήγορο, είναι παρεπόμενη της δηλωτικής απόφασης και δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ή αβεβαιότητα. Αντίθετα θα αναγκάζει τους εναγόμενους, να καταβάλουν στην ενάγουσα τα διεκδικούμενα ποσά εάν και εφόσον η τελευταία διαταχθεί να τα πληρώσει στα πλαίσια των αγωγών 2661/09 και 2662/
- Σε σχέση με τα άλλα δύο θέματα, με αναφορά στη δοθείσα μαρτυρία, γραπτή και προφορική, εισηγήθηκε πως αμφότερα, έχουν στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχθεί. Τόσο αυτή καθαυτή η οδήγηση από τη θανούσα όσο και η οδήγηση καθ' ον χρόνο τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Αναφορικά με το στοιχείο της οδήγησης, έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι, στα πλαίσια των άλλων δύο αγωγών, δεν εγείρουν αντίθετη θέση. Απεναντίας, στα εκεί δικόγραφα τους, γίνεται επανειλημμένη αναφορά στο "όχημα της αποβιώσασας" και προβάλλεται μάλιστα και ανταπαίτηση. Πέραν τούτου και η εδώ μαρτυρία καταδεικνύει οδήγηση από τη θανούσα. Το ίδιο ισχύει και για την επήρεια αλκοόλης. Προσκομίστηκε μαρτυρία, η πλείστη χωρίς ένσταση, η οποία αποδεικνύει, ότι, στο αίμα της θανούσας βρέθηκε ποσότητα αλκοόλης τρεις και πλέον φόρες περισσότερο του επιτρεπόμενου ορίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πάντα κατά τον συνήγορο, τεκμαίρεται με βάση τον περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο 174/86, ότι, η οδήγηση ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Τελικώς, ο συνήγορος, υποστήριξε ότι η αγωγή έχει αποδειχθεί και ζήτησε την έκδοση απόφασης, τόσο της δηλωτικής όσο και της επακόλουθης για τη μελλοντική καταβολή των ποσών που θα υποχρεωθεί να καταβάλει. Ως ύψιστο θέμα που άπτεται αυτού καθαυτού του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας, προέχει η εξέταση του πρώτου θέματος που ήγειρε στην αγόρευση του ο κ. Λουκαϊδης. Και τούτο, παρά το γεγονός, ότι, δεν εγείρεται στην Υπεράσπιση των εναγομένων. Αν ένας ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση μιας αγωγής με την υποβολή συγκεκριμένων διεκδικήσεων, είναι καθήκον του Δικαστήριο να εντοπίσει το γεγονός και να θέσει τροχοπέδη στην απαίτηση. Επί της ουσίας, επισημαίνω, ότι ο κρίσιμος ή ουσιώδης χρόνος για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος είναι η ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και όχι οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία. Το ερώτημα είναι αν κατ' εκείνη της ημερομηνία, η ενάγουσα, είχε αγώγιμο δικαίωμα να καταχωρήσει την αγωγή που καταχώρησε και να διεκδικήσει τις θεραπείες που διεκδικεί στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης και παρατίθενται αυτούσιες πιο πάνω. Η νομική βάση της αγωγής που συνταυτίζεται με το αγώγιμο δικαίωμα, ως προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαίτησης είναι διττό, αφού απορρέει τόσο από τη Σύμβαση, ήτοι το ασφαλιστήριο έγγραφο (τεκμήριο 19) όσο και από τον Νόμο, ήτοι τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000. Σε ότι αφορά τη Σύμβαση σχετικός είναι ο όρος 8 των Γενικών Εξαιρέσεων, σύμφωνα με τον οποίο η ενάγουσα δεν θα έχει ευθύνη [συμβατική] να παράσχει κάλυψη σε περίπτωση που ο οδηγός, ανάμεσα σε άλλα, οδηγεί υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Σχετικός είναι επίσης ο όρος που τιτλοφορείται "ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ" βάσει του οποίου.- "Σε περίπτωση που η Εταιρεία καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει των διατάξεων του Νόμου το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει των Όρων του Ασφαλιστηρίου αυτού, τότε ο Ασφαλισμένος και/ή ο οδηγός οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Εταιρεία και η Εταιρεία δικαιούται να επιζητήσει την ανάκτηση του ποσού αυτού από τον Ασφαλισμένο και/ή τον Οδηγό." Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, έθεσε επί τάπητος και τον όρο 6 των Γενικών Όρων, ο οποίος στον βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει ότι.- " Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο αυτό ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί θα καταβάλλει στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο ποσό." Μου φαίνεται ότι αυτός ο όρος δεν είναι και τόσο στοχευμένος για την περίπτωση, αφού, αναφέρεται σε πληρωμή που γίνεται στα πλαίσια διακανονισμού, που παραπέμπει σαφώς σε συμβιβασμό, παρά στην έκδοση δικαστικής απόφασης, κατόπιν μάλιστα ακρόασης. Εν πάση περιπτώσει η ουσία δεν αλλάζει, αφού πληρωμή δεν έχει γίνει ούτε με τον ένα, ούτε με τον άλλο τρόπο. Σε ότι αφορά τον Νόμο σχετικό είναι το άρθρο 14
(1),
(4)και
(5), το οποίο σε συνδυασμό, προβλέπει, ουσιαστικά, ότι, ο ασφαλιστής, σε περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης, είναι υπόχρεος να καταβάλει αποζημίωση σε σχέση με ευθύνη για θάνατο, σωματική βλάβη ή ζημιά, ασχέτως εξαιρέσεων του ασφαλιστηρίου εγγράφου που δυνατόν να παρέχουν δικαίωμα αναίρεσης ή ακύρωσης του. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως δικαιούται να διεκδικήσει ανάκτηση του καταβληθέντος ποσού. Με άλλα λόγια αν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση στις αγωγές 2661/09 και 2662/09 και η ενάγουσα είχε καταβάλει προς τους εκεί ενάγοντες, την όποια διαταχθείσα αποζημίωση, θα δικαιούτο τόσο δυνάμει της Σύμβασης όσο και δυνάμει του Νόμου, να διεκδικήσει ανάκτηση από την περιουσία της θανούσας. Αυτό όμως, αδιαμφισβήτητα, δεν έχει συμβεί. Οπόταν το ερώτημα πλέον που τίθεται, είναι, αν, παρόλα ταύτα, αποκρυσταλλώθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και η ενάγουσα, δικαιούτο εν πάση περιπτώσει, να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να ζητήσει αφενός δήλωση ή αναγνώριση των δικαιωμάτων της (αιτητικό Α) και αφετέρου διαταγή που ανάγεται σε μελλοντικό χρόνο και διατάσσει τους εναγόμενους να της καταβάλουν απροσδιόριστα προς το παρόν, ποσά, τα οποία ακόμα δεν έχει διαταχθεί να καταβάλει ούτε βεβαίως και τα έχει καταβάλει σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο (Αιτητικό Β). Για να απαντήσει κανείς αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να ιχνηλατήσει την έννοια, τον σκοπό και τις περιπτώσεις όπου αρμόζει να εκδοθεί αναγνωριστική ή δηλωτική απόφαση (declaratory judgment). Το άρθρο 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ρητά παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης μια τέτοιας απόφασης, είτε ζητείται ή θα μπορούσε να ζητηθεί παρεπόμενη θεραπεία είτε όχι. Ομοίως η Διαταγή 27, Θεσμός 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι καμιά αγωγή θα υπόκειται σε ένσταση για τον λόγο ότι ζητείται δηλωτική απόφαση και το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει δεσμευτικές διακηρύξεις (declarations) δικαιώματος κατά πόσον οποιαδήποτε κατοπινή θεραπεία θα μπορούσε ή όχι να απαιτηθεί. Στην υπόθεση Padden v Arbuthnot Pensions & Investments Ltd [2004] EWCA Civ 582 γίνεται παραπομπή στην υπόθεση FSA v. Rourke (unreported 9 October 2001) όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "....the power to made declarations appears to be unfettered. As between the parties . it seems to me that the court can grant a declaration as to their rights, or as to the existence of facts, or as to a principle of law, where those rights, facts or principles have been established to the court's satisfaction. The court should not, however, grant any declarations merely because the rights, facts or principles have been established when one party asks for a declaration. The court has to consider whether, in all the circumstances, it is appropriate to make such an order". Στο γνωστό σύγγραμμα Bullen and Leake Precedents of Pleadings (12η έκδοση) σελ. 384 συνοψίζεται και αναλύεται η σχετική αγγλική νομολογία και οι αρχές που αναπτύχθηκαν αναφορικά με την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: "The action for a declaration is a useful and important procedural method for ascertaining and determining the legal right of parties, or for the determination of a point of law or the construction of a document and for the determination of the validity of orders or decisions of inferior courts or tribunals ." Accordingly, the action for a declaration may be used in a great variety of circumstances, and may be accompanied by other claims for ancillary or specific or alterative relief or remedies . .on the other hand an action for a declaration only lies for a declaration of legal right and only against a defendant who has asserted a right or formulated a claim against the plaintiff or controverted the claim of the plaintiff to his legal right (see Re Clay [1911] 1 Ch. 66)". Το υπογραμμισμένο από μένα απόσπασμα, αναδεικνύει με γλαφυρότητα, την αρχή, ότι, αναγνωριστική απόφαση εκδίδεται μόνο όταν ένας εναγόμενος έχει προβάλει δικαίωμα, σχηματίσει απαίτηση ή αμφισβητήσει την απαίτηση του ενάγοντος στην ενάσκηση των νομικών του δικαιωμάτων. Παράδειγμα περίπτωσης, όπου αμφισβητήθηκαν τέτοια δικαιώματα του ενάγοντος και εκδόθηκε συναφώς αναγνωριστική απόφαση, συναντούμε στην COMPANIA NAVIERA IRIS SA κ.α v. ANDRENAL SHIPPING COMPANY LTD, ECLI:CY:AD:2014:D18, Αγ. Ναυτοδικείου 13/2007, ημερ. 13.1.2014. Εκεί οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την από μέρους των εναγόντων κυριότητα οκτώ πλοίων, διεκδικώντας οι ίδιοι ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Σχετικά είχαν καταχωρήσει και δύο αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Οι ενάγοντες έτσι, ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων, ότι, αυτοί ήταν οι αληθινοί και νόμιμοι ιδιοκτήτες των πλοίων. Στην απόφαση του, το Δικαστήριο (Κ. Παμπαλής, Δ) παραπέμπει και σε χρήσιμη επί του θέματος νομολογία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη σελ.13 της απόφασης: ".Αξίωση για διακήρυξη μόνο η οποία δεν ακολουθείται με αξίωση για παρεπόμενη θεραπεία θα παρακολουθείται προσεκτικά: αν όμως εφαρμόζεται σωστά είναι χρήσιμη (Gray v. Spyer [1922] 2 Ch. 22, 27, C.A.). Έτσι δεν θα εκδοθεί διακήρυξη εναντίον προσώπου το οποίο δεν έχει διεκδικήσει δικαίωμα ούτε έχει διατυπώσει συγκεκριμένη αξίωση (Re Clay [1919] Ch. 66) και μόνο σε σχέση με νομικό δικαίωμα (Nixon v. A.G. [1930] 1 Ch. 574), ούτε και σε σχέση με τον ενάγοντα όπου η διακήρυξη ζητείται απλώς σαν θεμέλιο για ουσιαστική θεραπεία η οποία αποτυγχάνει (Earl of Dysart v. Hammerton [1914] 1 Ch. 822, and see ib., [1916] 1 A.C. p.65). ούτε και θα εκδοθεί διακήρυξη απλώς για να μπορεί ο ενάγων να την χρησιμοποιήσει σε αλλοδαπή αγωγή (see Guaranty Trust of New York v. Hannan [1915] 2 K.B. 575)». (Βλ. και London Passenger Transport Board v. Moscrop [1942] 1 All E.R. 97, 103 (H.L.) στην οποία τονίσθηκε ότι η εξουσία έκδοσης αποφάσεων, οι οποίες είναι αναγνωριστικές δικαιώματος, πρέπει να ασκείται με "μεγάλη προσοχή και περιφρούρηση" ("with great care and jealousy") και με "εξαιρετική περίσκεψη" ("great caution")». Πέραν των ανωτέρω, για να ενδείκνυται η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης, το τεθέν ερώτημα θα πρέπει να είναι πραγματικό (real) και όχι αφηρημένο (abstract) ή υποθετικό (hypothetical). Στο έγκυρο επί του θέματος σύγγραμμα Zamir and Woolf The Declaratory Judgment (4η έκδοση 2011) σελ. 151-152, αναγνωρίζονται τέσσερις κατηγορίες υποθετικών ερωτημάτων. Πρόκειται για τις εξής:
(1)Where there is no dispute in existence - όταν δεν υφίσταται διαφορά.
(2)Where the dispute is divorced from the facts - όταν η διαφορά είναι χωρισμένη από τα γεγονότα.
(3)Where the dispute is based on hypothetical facts -όταν η διαφορά στηρίζεται σε υποθετικά γεγονότα.
(4)Where the dispute has ceased to be of procedural significance - όταν η διαφορά έπαψε να έχει διαδικαστική σημασία. Η κατηγοριοποίηση αυτή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Galaxy Communications Pty Ltd v. Paramount Films (NSW Court of Appeal, (unreported, 24 February 1998) και AI/phones Retail [2009] FCAFC 135. Στη σελ. 159 του ιδίου συγγράμματος επισημαίνεται ότι.- "the difference between class
(2)and
(3)is as follows: in class
(2)the dispute is not attached to specific facts, whereas in class
(3)the dispute is attached to specific facts, but those facts have not occurred and might never occur at al" Και σε μετάφραση, "η διαφορά μεταξύ των κλάσεων
(2)και
(3)είναι η ακόλουθη: στην κλάση 2 η διαφορά δεν συναρτάται με συγκεκριμένα γεγονότα, εντούτοις στην κλάση
(3)η διαφορά συναρτάται με συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά αυτά τα γεγονότα δεν έχουν ακόμα επισυμβεί και μπορεί, ποτέ και καθόλου να μην επισυμβούν." Στη συνέχεια επεξηγούνται, με παραστατικό τρόπο, οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στην κλάση 3. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: "..In the third class, though the declaration is claimed in relation to specific facts, these facts are hypothetical, that is, they have not yet occurred and may never occur at all. The plaintiff in such a case says: "This particular event may happen; actually, I am almost certain that it will happen; and then, most probably, a dispute as to my rights will arise between the defendant and myself; therefore, I wish to have my rights in such a possible event determined here and now, so that I may plan my future activities accordingly". Such a claim will be dismissed as hypothetical." Σε μετάφραση "..Στην τρίτη κλάση, μολονότι η δήλωση επιζητείται σε σχέση με συγκεκριμένα γεγονότα, αυτά τα γεγονότα είναι υποθετικά, στο ότι δεν έχουν συμβεί και μπορεί ποτέ και καθόλου να μην συμβούν. Σε τέτοια περίπτωση ο ενάγοντας λέγει: Αυτό το συγκεκριμένο συμβάν μπορεί να συμβεί, κατ' ακρίβεια , είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα συμβεί και έπειτα, πιθανότατα, θα προκύψει διαμάχη σε ότι αφορά τα δικαιώματα μου, μεταξύ του εναγόμενου και εμένα, επομένως, επιθυμώ τα δικαιώματα μου, για μια τέτοια πιθανή περίπτωση, να καθοριστούν εδώ και τώρα, ούτως ώστε να προγραμματίσω τις μελλοντικές μου δραστηριότητες ανάλογα. Μια τέτοια απαίτηση θα απορριφθεί ως υποθετική." Τέλος αξίζει να γίνει αναφορά στην υπόθεση Carpenter v. Ebblewhite [1938] 4 All E.R. 41 η οποία μνημονεύεται στη δική μας υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική v. Μηνά
(2003)1 Α.Α.Δ. 1818. Εκεί ο ενάγοντας είχε τραυματιστεί σε τροχαίο δυστύχημα από όχημα που οδηγείτο από τον εναγόμενο Β. Αμφισβητούμενο γεγονός ήταν αν κατά τον χρόνο της οδήγησης ο εναγόμενος Ε είχε πωλήσει το όχημα στον Β ή αν ο Β οδηγούσε το όχημα ως αντιπρόσωπος του Ε. Στην Έκθεση Απαίτησης, ο ενάγοντας, μεταξύ άλλων, ζήτησε δηλωτική απόφαση ότι η ασφαλιστική εταιρεία ήταν υπόλογη να ικανοποιήσει την όποια απόφαση εξασφαλιζόταν είτε εναντίον του Β είτε εναντίον του Ε. Η απαίτηση εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας διαγράφηκε ως σκανδαλώδης και ενοχλητική καθ' ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει απαίτηση για την έκδοση δηλωτικής απόφασης με δεδομένο, ότι, σε εκείνο το χρονικό σημείο, δεν υπήρχε διαμάχη μεταξύ του ενάγοντος και της ασφαλιστικής εταιρείας. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης, αβίαστα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα. Κατά τον χρόνο καταχώρησης της, δεν είχε αποκρυσταλλωθεί ακόμα το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας για ανάκτηση καταβληθέντων ποσών, είτε δυνάμει της Σύμβασης είτε δυνάμει του Νόμου. Αυτό θα συμβεί μόνο αν εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον των εναγομένων στις αγωγές 2661/09 και 2662/09 και η ενάγουσα καταβάλει στους δικαιούχους, τα επιδικασθέντα ποσά. Δεν υπάρχει μαρτυρία, ότι, οι εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε άλλος, προ της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, αμφισβήτησε τα νόμιμα δικαιώματα της ενάγουσας, έτσι ώστε να δικαιολογείτο η προσφυγή στο Δικαστήριο για να κατοχυρωθούν δια της έκδοσης αναγνωριστικής ή δηλωτικής απόφασης. Πέραν τούτου, το σενάριο, σε σχέση με το οποίο η ενάγουσα ζητά την αναγνωριστική απόφαση, είναι υποθετικό. Εμπίπτει, πιστεύω, στην κλάση 3, των υποθετικών κατηγοριών που έχω σκιαγραφήσει ανωτέρω. Το γεγονός ότι έχουν καταχωρηθεί οι αγωγές 2661/09 και 2662/09, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη, ότι, θα εκδοθούν δικαστικές αποφάσεις υπέρ των αντίστοιχων εναγόντων. Από τα δικόγραφα των υποθέσεων αυτών (τεκμήρια 20A και B) και γενικότερα από την ακολουθητέα εδώ γραμμή Υπεράσπισης, προκύπτει, ότι, οι εναγόμενοι, όχι απλώς δεν συναινούν σε μια τέτοια εξέλιξη αλλά αντίθετα αμφισβητούν σθεναρά την εναντίον τους απαίτηση. Μάλιστα προχωρούν και ένα βήμα παρά πέρα, διεκδικώντας οι ίδιοι, δια της υποβολής ανταπαίτησης στην αγωγή που καταχωρήθηκε από τον οδηγό του άλλου οχήματος (2661/09), να εκδοθεί υπέρ τους, απόφαση. Η θεραπεία (Β) είναι ακόμα πιο προχωρημένη. Με αυτή, ζητείται από το Δικαστήριο, όχι απλώς να αναγνωρίσει, αλλά και να διατάζει από τώρα, τους εναγόμενους σε μελλοντικό χρόνο, να αποζημιώσουν την ενάγουσα, καταβάλλοντας της, ένα απροσδιόριστο προς το παρόν, ποσό χρημάτων, το οποίο η ίδια δεν δεσμεύεται δικαστικά να καταβάλει, είναι αβέβαιο αν θα υπάρξει ποτέ μια τέτοια δέσμευση και εν πάση περιπτώσει ουδέν ποσό, έχει, με οποιοδήποτε τρόπο, καταβάλει μέχρι σήμερα. Οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να χαρακτηρίζονται από βεβαιότητα και σαφήνεια. Δεν εκδίδονται με ορατό το ενδεχόμενο να καταστούν αχρείαστες και μάταιες. Ούτε και να δημιουργούν δεσμεύσεις για υποθετικά σενάρια. Για τους λόγους αυτούς η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Με έχει απασχολήσει, το κατά πόσο, θα πρέπει, παρά την πιο πάνω κατάληξη, να καταπιαστώ με την ανάλυση και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν ορθό να το πράξω. Πρώτον διότι, θα ήταν αντιφατικό από τη μια να βρίσκω ότι η αγωγή αυτή είναι πρόωρη, κάτι που σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε καταχωρηθεί και από την άλλη να καταπιαστώ με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στα πλαίσια της. Και δεύτερο διότι, εάν και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες και αποκρυσταλλωθεί το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας, θα δύναται να καταχωρήσει αγωγή και να διεκδικήσει τα δικαιώματα της. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ορθό, το παρόν Δικαστήριο, να προδεσμεύσει το αποτέλεσμα ή εν πάση περιπτώσει να αναλύσει, σχολιάσει και αξιολογήσει μαρτυρία, η οποία, πιθανώς, να είναι το αντικείμενο εξέτασης σε άλλη αγωγή, έχοντας ως υπόβαθρο - και αυτό έχει μεγάλη σημασία - διαφορετικές έγγραφες προτάσεις. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, εξαιρουμένων αυτών για τα οποία υπάρχει ήδη συγκεκριμένη διαταγή, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το διάταγμα ημερ.14.12.2009 ακυρώνεται. (Υπ) .................................... Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο