NICOLAOU CONCRETE LIMITED ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2709/2013, 10/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2709/2013 Μεταξύ: NICOLAOU CONCRETE LIMITED Εναγόντων και ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Εναγομένου Αίτηση Εναγόμενου ημερομηνίας 2.7.2014 για παραμερισμό απόφασης 10 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Α. Τερέντης Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Λοΐζου δια Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος/Αιτητής ζητά τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 22.1.2014 που εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση στην αγωγή. Παρενθετικά αναφέρω ότι στις 22.1.2014, εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, ένεκα της παράλειψης του τελευταίου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η βάση αγωγής των Εναγόντων ήταν οφειλή του Εναγόμενου που προέκυψε από την αγορά και παράδοση σε αυτόν ειδών σκυροδέματος και συναφών προϊόντων. Όπως αναφέρει ο Εναγόμενος/Αιτητής στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της εταιρείας Tois Construction Ltd, η οποία ασχολείται με οικοδομικά έργα. Συνεχίζει λέγοντας ότι λόγω «οικονομικής δυσπραγίας» στην εταιρεία, «επιδίδονται συνεχώς αγωγές» μέσω του Εναγόμενου, ως διευθυντή. Δικαιολογώντας την παράλειψη του να εμφανιστεί στην παρούσα αγωγή, ισχυρίζεται ότι όταν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, θεώρησε ότι πρόκειτο για αγωγή που αφορούσε την εταιρεία. Λέει, ότι αν είχε αντιληφθεί ότι ενάγετο ο ίδιος προσωπικά τότε θα μεριμνούσε για την καταχώρηση εμφάνισης. Ο Εναγόμενος/Αιτητής αναφέρει επίσης ότι η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του ήρθε σε γνώση του «κατά ή περί τον Μάιο του 2014» όταν ειδοποιήθηκε από δικαστικό επιδότη ότι εκκρεμεί ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του. Αναφέρει επίσης ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή γιατί ο ίδιος δεν αγόρασε οποιαδήποτε προϊόντα από τους Ενάγοντες. Αναφέρει ότι οι Ενάγοντες ίσως να παρέδιδαν στην εταιρεία Tois Constructions Ltd ποσότητες μπετόν αλλά ο ίδιος ποτέ δεν αγόρασε και ποτέ δεν του παραδόθηκε μπετόν, ούτε και συμφώνησε ποτέ με τους Ενάγοντες, γραπτώς ή προφορικά για την αγορά μπετόν. Αναφέρει ότι οι ποσότητες μπετόν που αφορά η αγωγή είναι αρκετές για να «κατασκευαστεί ένα οικοδομικό τετράγωνο» ενώ ο ίδιος δεν είναι εργολάβος αλλά αρχιτέκτονας. Ο Εναγόμενος/Αιτητής αναφέρει επίσης στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του ότι δεν ζήτησε από τους Ενάγοντες να τηρούν «εμπορικό λογαριασμό», όπως ισχυρίζονται στην αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι δεν έδωσε ποτέ τα προσωπικά του στοιχεία για να ανοιχθεί από τους Ενάγοντες τέτοιος λογαριασμός και «ούτε οι ενάγοντες δικαιούνται να επεξεργάζονται βάσεις προσωπικών δεδομένων χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η συμπεριφορά των Εναγόντων καταδεικνύει «ψευδείς παραστάσεις» αναφέροντας ότι ο ίδιος ουδέποτε αγόρασε προσωπικά μπετόν ή άλλα υλικά από τους Ενάγοντες, ότι ουδέποτε του παρέδωσαν μπετόν ή άλλα υλικά, ότι δεν έκανε καμία συμφωνία μαζί τους, ότι δεν υπέγραψε κανένα τιμολόγιο με ελεύθερη βούληση και ότι «αν υπογράφηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο αυτό θα υπογράφηκε κατόπιν υπόδειξης ή πίεσης των εναγόντων». Τέλος, παραπονείται ότι οι ενέργειες των Εναγόντων του προκάλεσαν ταλαιπωρία και άγχος και «δια το λόγο αυτό επιθυμώ να προβάλω υπεράσπιση και ανταπαίτηση». Η αίτηση του Εναγόμενου προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων. Η ένσταση τους, όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, εδράζεται στο ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε νομότυπα και η δικαιολογία του Εναγόμενου/Αιτητή για τη μη εμφάνιση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού εναγόμενος είναι ο ίδιος προσωπικά και πουθενά στην αγωγή δεν αναφέρεται το όνομα της εταιρείας Tois Construction Limited. Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση προβάλλουν επίσης ως λόγο ένστασης το ότι από τον Μάιο 2014 που ο Εναγόμενος λέει ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, καθυστέρησε περί τους 2 μήνες για να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι η αγωγή αφορούσε τον ίδιο προσωπικά αφού παράγγελνε προσωπικά προϊόντα των Εναγόντων τα οποία αυτοί παρέδιδαν με τις οδηγίες του και προς όφελος του. Λένε επίσης ότι παρά το ότι ο Εναγόμενος είχε οχληθεί επανειλημμένα, ουδέποτε προχώρησε σε εξόφληση της οφειλής του. Ισχυρίζονται τέλος οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ένεκα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης που επέδειξε ο Εναγόμενος/Αιτητής στην καταχώρηση της και της μη απόδειξης από μέρους του οποιαδήποτε υπεράσπισης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράληψης εμφάνισης διάδικου εδράζεται στην Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Η Δ.17 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, επομένως η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Το θέμα αυτό αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[1]. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεση.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Σημαντικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[2], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Σημειώνω επίσης ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται ξεκάθαρα στους ώμους του Αιτητή ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική ευχέρεια του να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Πέραν των πιο πάνω, πρέπει επίσης να αναφέρω ότι αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός εκδόθηκε μετά που το κλητήριο επιδόθηκε κανονικά στον εναγόμενο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απόφαση για παραμερισμό λαμβάνεται με γνώμονα τις προϋποθέσεις που παραθέτω πιο πάνω. Η δεύτερη «κατηγορία» αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο και επομένως ένας εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση, ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό για αντικανονική επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ενώ από το φάκελο διαπιστώνω ότι το κλητήριο ένταλμα του είχε επιδοθεί προσωπικά. Επομένως, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία των υποθέσεων όπου το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ex debito justitiae. Η δικαιολογία του Εναγόμενου ότι θεώρησε ότι η αγωγή δεν αφορούσε τον ίδιο προσωπικά αλλά την εταιρεία Tois Construction Limited της οποίας είναι διευθυντής και μέτοχος, δεν μπορεί κατά την άποψη μου να γίνει αποδεχτή αφού δεν έχει κανένα έρεισμα στη νομολογία. Σημειώνω ότι ούτε ο συνήγορος του Εναγόμενου/Αιτητή παρέπεμψε το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε αυθεντία η οποία να εισηγείται ότι κάτι τέτοιο συνιστά ικανό λόγο παραμερισμού της Δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, ούτε στον τίτλο της αγωγής ούτε και στην ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη συγκεκριμένη εταιρεία. Πέραν τούτου, αναφορικά με την σπουδή με την οποία όφειλε να ενεργήσει ο Ενάγομενος/Αιτητής στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, λαμβάνω υπόψη την αναφορά του ιδίου του Εναγόμενου/Αιτητή στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του ότι έλαβε γνώση για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του «κατά η περί τον Μάιο του 2014». Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 2.7.2014. Το χρονικό αυτό διάστημα που παρήλθε δεν δικαιολογείται ούτε επεξηγείται καθόλου από τον Εναγόμενο/Αιτητή. Επί αυτού, τονίζω ότι τα όσα αναφέρει ο συνήγορος του Εναγόμενου/Αιτητή στην αγόρευση του δεν συνιστούν μαρτυρία και, βεβαίως, δεν μπορώ να τα λάβω υπόψη. Η όποια μαρτυρία σχετική με την υπό κρίση αίτηση έπρεπε να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Συνεπώς, στη βάση της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου, διαπιστώνω ότι ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν έχει προσφέρει καμία εξήγηση για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και η καθυστέρηση αυτή παραμένει αδικαιολόγητη. Πέραν των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι, τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος/Αιτητής στην ένορκη του δήλωση καταδεικνύουν ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και δεν ικανοποιούν επαρκώς τη συγκεκριμένη προϋπόθεση. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Εναγόμενος/Αιτητής είναι, μέχρι ενός βαθμού αντιφατικοί. Παραδείγματος χάριν αναφέρει ότι δεν παραδόθηκε στον ίδιο μπετόν από τους Ενάγοντες ενώ ισχυρίζεται ταυτόχρονα ότι αν παραδόθηκε τότε παραδόθηκε σε άλλο πρόσωπο, ισχυρίζεται ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο των Εναγόντων ή, αν υπέγραψε, υπέγραψε κατόπιν υπόδειξης ή πίεσης που δέχθηκε από τους Ενάγοντες. Η θέση του ότι, αν οι Ενάγοντες τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού τότε «επεξεργάζονταν βάσεις προσωπικών δεδομένων χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή», σαφώς δεν συνιστά υπεράσπιση. Η δε ανταπαίτηση την οποία αναφέρει ότι έχει πρόθεση να εγείρει για την ταλαιπωρία και το άγχος που οι Ενάγοντες του προκάλεσαν δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα της αίτησης. Να σημειώσω επίσης, όπως έχω ήδη αναφέρει, ότι τα όσα περιλαμβάνονται στην αγόρευση του συνηγόρου του Εναγόμενου/Αιτητή σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου/Αιτητή για υπεράσπιση που ενδεχομένως έχει στην αγωγή δεν συνιστούν μαρτυρία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Επομένως, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Συγκεφαλαιώνοντας, ο Εναγόμενος/Αιτητής: (α) δεν ικανοποίησε ότι υπήρχε εύλογη αιτία για τη μη εμφάνιση του στην αγωγή, (β) δεν δικαιολόγησε καθόλου το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που έλαβε προσωπικά γνώση για την απόφαση του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, και (γ) δεν αποκάλυψε τέτοια στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Επομένως καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίηση του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [2] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο