← Κύπρος

Αντώνη Χουβαρτά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 587/2010, 21/11/2014

Αντώνη Χουβαρτά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 587/2010, 21/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A294 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 587/2010 Μεταξύ: Αντώνη Χουβαρτά, από την Πάφο Ενάγοντα και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, από τη Λευκωσία Εναγόμενη 21 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Α. Χρ. Αλεξάνδρου Για Εναγόμενο: κα Ε. Φλωρέντζου δια Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, αυτός είχε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του, στα πλαίσια της διαχείρισης υπ' αριθμό 174/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο πατέρας του είχε αποβιώσει περί τον Αύγουστο

  1. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 18.3.2007, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου πώλησε «ακίνητ[ο] του αποβιώσαντος που ευρίσκεται στο χωριό Κέδαρες της Πάφου, τεμ. 230». Η πώληση έγινε «δυνάμει εντάλματος πώλησης ακινήτου το οποίο εκδόθηκε στην αγωγή υπ΄ αριθμό 1496/96 του Ε.Δ. Λάρνακας». Από την πώληση, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, εισπράχθηκε ποσό Λ.Κ.16.000 (€27.337,62). Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ζήτησε όπως το ποσό αυτό του αποδοθεί ώστε να προβεί στη διανομή του στα πλαίσια της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του όμως, λέει, αντί να παραδοθεί στον ίδιο, το ποσό αυτό παραδόθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο Ενάγοντας αναφέρει ότι ζήτησε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπως του παραδώσει το συγκεκριμένο ποσό «για να προχωρήσει ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος στη διανομή αυτού σύμφωνα με το νόμο, και εν πάσει περιπτώσει θα έπρεπε να καταβληθούν πρώτα τα έξοδα διαχείρισης στον ενάγοντα ως είναι οι πρόνοιες του νόμου και δη το άρθρο 42 του Περί Διαχειρίσεως και στην συνέχεια εάν παρέμενε οιονδήποτε υπόλοιπο ποσό να διανέμετο αυτό σύμφωνα με το νόμο». Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι λειτουργοί του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, διένειμαν το ποσό που εισέπραξαν από την δημοπρασία του εν λόγω ακινήτου σε άλλα πρόσωπα «και παρέλειψαν να καταβάλουν πρώτα τα έξοδα διαχείρισης που ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.14.989,25 (€25.610,65). Ο Ενάγοντας αναφέρει τέλος ότι συνεπεία των ενεργειών αυτών «ζημιώθηκε το αναφερόμενο ποσό καθ' ότι ο αποβιώσας δεν είχε οποιανδήποτε άλλη περιουσία και με την συμπεριφορά τους αυτή κατέστησαν αδύνατη την είσπραξη των εξόδων διαχείρισης από τον ενάγοντα». Ως εκ τούτου διεκδικεί από την Εναγόμενη το αντίστοιχο ποσό. Διαζευκτικά διεκδικεί ποσό Λ.Κ.16.000 (€27.338) που αντιπροσωπεύει το συνολικό ποσό το οποίο εισπράχθηκε από την πώληση του επίδικου ακινήτου. Διεκδικεί επίσης παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκο προς 9% και έξοδα. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση, δεν γίνεται παραδεκτή οποιαδήποτε ευθύνη αφού οι λειτουργοί της Δημοκρατίας ενήργησαν «σύμφωνα με το νόμο» και την «ακολουθητέα πρακτική», ενώ αμφισβητούνται τα έξοδα διαχείρισης που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Κατά την ακρόαση της αγωγής, συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία συνοψίζω ως εξής: (α) Ο Ενάγοντας κατάγεται από την Πάφο, είναι δικηγόρος και διατηρεί εκεί δικηγορικό γραφείο. (β) Στις 4.8.1995 απεβίωσε ο πατέρας του Ενάγοντα, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε τη μόνιμη κατοικία του στη Λάρνακα. Μετά το θάνατο του ο Ενάγοντας διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του δυνάμει σχετικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης 174/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. (γ) Στις 18.3.2007, ενώ η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα βρισκόταν σε εκκρεμότητα, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου προχώρησε «στην πώληση του ακινήτου που είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του αποβιώσαντος πατέρα του ενάγοντα, που βρίσκεται στο χωρίο Κέδαρες της Πάφου αρ. τεμαχίου 230» δυνάμει εντάλματος πώλησης ακίνητης περιουσίας το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1496/1996 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Από την πώληση εισπράχθηκε ποσό Λ.Κ.16.000 (€27.337,62). (δ) Ο Ενάγοντας, πριν και μετά την εκποίηση, ζήτησε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπως το εν λόγω ποσό των Λ.Κ.16.000 παραδοθεί στον ίδιο ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, ώστε να προχωρήσει στη διανομή του σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Μέχρι σήμερα τόσο το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου όσο και ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αρνούνται να παραδώσουν το συγκεκριμένο ποσό στον Ενάγοντα. (ε) Τα έξοδα του Ενάγοντα, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, ανέρχονται σε Λ.Κ.10.965 (€18.734,81), σύμφωνα με απόφαση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερομηνίας 21.3.
  2. Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
  3. Πέραν των πιο πάνω, προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΕ1). Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία η κα Μαρία Τσιάππα, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (ΜΥ1). Σημειώνω ότι στα πλαίσια της ακρόασης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αριθμός εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Θα αναφερθώ κατωτέρω στο περιεχόμενο και αποδεικτική αξία των διαφόρων τεκμηρίων στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τη δια ζώσης μαρτυρία και έχω διεξέλθει με τη δέουσα επιμέλεια όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κάθε μάρτυρας. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω ότι θα ήταν σκόπιμο να το επαναλάβω. Παραθέτω μόνο κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε επί των επιδίκων θεμάτων. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Ενάγοντας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη ενάγεται διότι οι πράξεις, ενέργειες, παραλείψεις και συμπεριφορά των υπαλλήλων, αντιπροσώπων και υπηρετών της, του προκάλεσαν ζημιά και τον «εμπόδισ[ε] να εισπράξ[ει] τα έξοδα [τ]ου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Νίκου Αγαθοκλέους Χουβαρτά». Ανέφερε ότι μετά την πώληση του επίδικου ακινήτου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, ζήτησε τόσο τηλεφωνικώς όσο και με σειρά επιστολών όπως του παραδοθεί το εισπραχθέν ποσό για να προβεί στη διανομή του. Ενημερώθηκε όμως ότι το ποσό αυτό είχε παραδοθεί στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Αντάλλαξε τότε, είπε, σειρά επιστολών και τηλεφωνημάτων με τον Πρωτοκολλητή αλλά δεν εισακούστηκε. Ισχυρίζεται ότι τόσο ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όσο και οι λειτουργοί του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 42 του «Περί Διαχειρίσεως» και παρέλειψαν να πληρώσουν πρώτα τα έξοδα διαχείρισης στον Ενάγοντα που ανέρχονταν σε Λ.Κ.14.989,25 (€25.610,65). Ως αποτέλεσμα, λέει, έχει υποστεί αντίστοιχη ζημιά καθ΄ ότι ο αποβιώσας στερείτο οποιασδήποτε άλλης περιουσίας από την οποία να μπορεί να εισπράξει τα έξοδα του. Συνεχίζει λέγοντας ότι η διαχείριση παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι σήμερα. Ο Ενάγοντας παρουσίασε αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 9.2.2007 από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου (Τεκμήριο 8) με την οποία ενημερωνόταν για την ημερομηνία και ώρα που θα διενεργείτο ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου στη βάση εντάλματος πώλησης που εκδόθηκε στην αγωγή 1496/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο Ενάγοντας παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο αντίγραφα επιστολών του ιδίου προς τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 5.3.2007, 15.3.2007, 19.3.2007 και 30.9.2007 (Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6). Οι επιστολές αυτές, που είχαν παρόμοιο περιεχόμενο, κοινοποιήθηκαν και στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και με αυτές ο Ενάγοντας ζητούσε να του παραδοθεί το εκπλειστηρίασμα από την πώληση του επίδικου ακινήτου «για να κάμ[ει] τις σχετικές πληρωμές όπως ο Νόμος ορίζει. Ας σημειωθεί πως πριν από οποιαδήποτε πληρωμή συμφώνως και του [.] Νόμου θα πρέπει σαφώς να πληρωθούν τα έξοδα της Διαχείρισης». Πέραν των εγγράφων αυτών ο Ενάγοντας παρουσίασε επίσης αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 15.5.2007 που έλαβε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου (Τεκμήριο 7) με την οποία τον ενημέρωνε ότι το εκπλειστηρίασμα από την πώληση του επίδικου ακινήτου έχει κατατεθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας το οποίο εξέδωσε το ένταλμα πώλησης. Σύμφωνα με την επιστολή, Τεκμήριο 7, ο Ενάγοντας ενημερώθηκε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου ότι ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας «είναι ο πλέον αρμόδιος» για την κατανομή του εκπλειστηριάσματος, «αρχίζοντας από την πληρωμή εξόδων της Δημοπρασίας, των Φόρων Κεφαλαιουχικών Κερδών για το ακίνητο και στη συνέχεια θα ικανοποιήσει τις απαιτήσεις που προέρχονται από τα εμπράγματα βάρη που είναι εγγεγραμμένα στο ακίνητο ανάλογα με την τάξη προτεραιότητας τους». Τέλος ο Ενάγοντας παρουσίασε επιστολές που απέστειλε ο δικηγόρος του προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 9 και 10) με τις οποίες ο Πρωτοκολλητής καλείτο να καταβάλει στον Ενάγοντα το εκπλειστηρίασμα. Κατά την αντεξέταση, υπεβλήθη στον Ενάγοντα ότι η αγωγή 1496/1996 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα πώλησης του επίδικου ακινήτου εγέρθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του και εναντίον του ιδίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Απάντησε ότι δεν θυμόταν. Του υποβλήθηκε ότι η αγωγή αυτή και το χρέος που αφορούσε δεν περιλήφθηκαν σε απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντα που καταχωρήθηκε από τον ίδιο το 1997 (Τεκμήριο 11). Απάντησε ότι δεν υπήρχε σκοπιμότητα σε αυτό και ότι το 1997 ακόμα υπήρχε η προοπτική να ανευρεθεί άλλη περιουσία. Του τέθηκε ότι η ίδια παράληψη συναντάται και σε ενδιάμεσους λογαριασμούς της διαχείρισης που καταχωρήθηκαν το 2002 (Τεκμήριο 12) και το 2007 (Τεκμήριο 13). Παρενθετικά αναφέρω ότι σύμφωνα με τα Τεκμήριο 12 και 13, περιλήφθηκαν στους ενδιάμεσους λογαριασμούς της διαχείρισης τρία ακίνητα τα οποία άνηκαν στον αποβιώσαντα. Σύμφωνα με τους ενδιάμεσους λογαριασμούς, Τεκμήριο 12, τα πρώτα δύο ακίνητα φαίνεται ότι ήταν υποθηκευμένα στην Τράπεζα Κύπρου. Αντεξεταζόμενος, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι το τρίτο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 9258 στο χωριό Κέδαρες είναι το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 12, σε αυτό «έχει καταχωρήσει ΜΕΜΟ η Τράπεζα Κύπρου και έχει επίσης ξεκινήσει διαδικασία εκποίησης του». Σύμφωνα με τους ενδιάμεσους λογαριασμούς, Τεκμήριο 13, το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί σε δημοπρασία που διενεργήθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 18.3.2007 έναντι του ποσού των Λ.Κ.16.
  4. Για την πλευρά την Υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία η κα Μαρία Τσιάππα, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία, κατά την κυρίως εξέταση της, κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 τον φάκελο της διαχείρισης υπ' αριθμό 174/1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε γιατί το ποσό των Λ.Κ.16.000 που εισπράχθηκε από την πώληση του επίδικου ακινήτου δεν παραδόθηκε στο διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και πως έχει διατεθεί το ποσό αυτό. Απάντησε ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη υπόθεση και ότι μπορεί να καταθέσει μόνο αναφορικά με το περιεχόμενο του φακέλου της διαχείρισης, Τεκμήριο
  5. Ο φάκελος της διαχείρισης υπ' αριθμό 174/1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Τεκμήριο 14, είναι ογκωδέστατος. Σημειώνω ότι κανένας εκ των συνηγόρων δεν καθοδήγησε το Δικαστήριο αναφορικά με το ποια από τα έγγραφα του φακέλου της διαχείρισης, Τεκμήριο 14, αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση. Έχω διεξέλθει το Τεκμήριο 14 με προσοχή όμως δεν κρίνω ότι θα ήταν ωφέλιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια σε όλα τα έγγραφα που το αποτελούν, τα περισσότερα από τα οποία είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Αναφέρω μόνο παρενθετικά ότι αρκετά από τα υπόλοιπα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
  6. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα του Τεκμηρίου 14, στο βαθμό που κρίνονται σχετικά και βοηθητικά για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, γίνεται κατωτέρω. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω ακούσει με προσοχή και μελετήσει τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Στο σημείο αυτό, πρέπει να πω ότι η συνήγορος της Εναγόμενης ήγειρε στο στάδιο των αγορεύσεων ζητήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση. Ενδεικτικά μόνο, αναφέρθηκε στην ιδιότητα με την οποία ενάγει ο Ενάγοντας και κατά πόσο η Εναγόμενη είναι ο ορθός διάδικος. Εάν η πλευρά της υπεράσπισης επιθυμούσε να καταστήσει τα θέματα αυτά επίδικα τότε όφειλε να τα δικογραφήσει. Δεν το έχει πράξει και δεν δύναται να τα εγείρει για πρώτη φορά στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Δεν θα με απασχολήσουν ζητήματα τα οποία δεν είναι επίδικα[1]. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[2]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[3]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Στην παρούσα υπόθεση, δεν προέκυψε μέσα από τη μαρτυρία οποιαδήποτε ιδιαίτερη αμφισβήτηση ή διαφωνία αναφορικά με τα γεγονότα. Πέραν από τα γεγονότα που έγιναν παραδεκτά και από τις δύο πλευρές, δεν διακρίνω ότι η μαρτυρία η οποία παρουσίασε η κάθε πλευρά έχει αμφισβητηθεί ιδιαίτερα από την άλλη. Ο Ενάγοντας, επί των επίδικων θεμάτων, πέραν των παραδεκτών γεγονότων και διευκρινίσεων επί αυτών, περιορίστηκε στην παρουσίαση εγγράφων και επιστολών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και τα οποία αποτελούν και μέρος του φακέλου της διαχείρισης υπ' αριθμό 174/95, Τεκμήριο 14, που παρουσίασε η πλευρά της υπεράσπισης. Η δε μαρτυρία της ΜΥ1 δεν κρίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστική αφού περιορίστηκε στην κατάθεση του φακέλου της διαχείρισης υπ' αριθμό 174/95, Τεκμήριο 14, και η μάρτυρας δεν ήταν ουσιαστικά σε θέση να αναφερθεί σε οτιδήποτε πέραν του περιεχομένου του φακέλου αυτού. Δεν έχω διακρίνει οτιδήποτε στη μαρτυρία και των δύο αυτών προσώπων που να εισηγείται ότι δεν κατέθεσαν την αλήθεια ή που να δείχνει ότι υπάρχει σύγκρουση ή διαφωνία αναφορικά με τα γεγονότα. Συνεπώς, δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχτώ ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τον τρόπο που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και έχω παραθέσει εν συντομία πιο πάνω. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφωνία αναφορικά με τα γεγονότα, σημειώνω ότι τα ζητήματα που παραμένουν προς απόφαση είναι κυρίως νομικής φύσεως. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η περιγραφή του επίδικου ακίνητου, όπως διατυπωνόταν στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα και στα παραδεκτά γεγονότα, δεν περιέγραφε με τον επιθυμητό βαθμό βεβαιότητας το εν λόγω ακίνητο. Όμως η ασάφεια αυτή διευκρινίστηκε από τη μαρτυρία του Ενάγοντα ο οποίος κατά την αντεξέταση ξεκαθάρισε ότι το επίδικο ακίνητο είναι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής
  7. Η διευκρίνιση αυτή σε συνάρτηση με τα παραδεκτά γεγονότα και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 ξεκαθαρίζουν, κατά την γνώμη μου, σε ικανοποιητικό βαθμό την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου. Πρέπει να σημειώσω παρενθετικά ότι από τη μαρτυρία δεν έχει διευκρινιστεί επαρκώς το πρόσωπο το οποίο ήταν ο δικαιούχος του ΜΕΜΟ που ήταν εγγεγραμμένο επί του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στη μαρτυρία του όσο και στο Τεκμήριο 12 στην Τράπεζα Κύπρου ως το πρόσωπο προς όφελος του οποίου ήταν εγγεγραμμένο το ΜΕΜΟ. Όμως από το Τεκμήριο 14, και συγκεκριμένα από το αντίγραφο του πιστοποιητικού έρευνας ημερ. 31.1.03 και από το αντίγραφο των τελικών λογαριασμών του πλειστηριασμού (sale by auction/final account) που βρίσκονταν στο φάκελο, διαφαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν επιβαρυμένο με περισσότερα εμπράγματα βάρη προς όφελος και άλλων πιστωτών. Επιπρόσθετα, δεν έχει παρουσιαστεί από την πλευρά του Ενάγοντα αντίγραφο του εντάλματος πώλησης του επίδικου ακινήτου ή λεπτομέρειες της αγωγής 1496/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω ένταλμα. Όμως, παρά την ασάφεια που υπάρχει αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα, αυτά δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να είναι καθοριστικά για το αποτέλεσμα της αγωγής. Το αποτέλεσμα της αγωγής, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, θα κριθεί επί άλλων σημείων. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Ο αποβιώσας πατέρας του Ενάγοντα ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9258, τεμάχιο 230 στο χωριό Κέδαρες της Πάφου. (β) Ο Ενάγοντας κατέστη διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα με σχετικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης υπ' αριθμό 174/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. (γ) Στα πλαίσια της αγωγής 1496/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του αποβιώσαντα ή του Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Ενάγοντα. (δ) Ο εκ δικαστικής απόφασης πιστωτής ενέγραψε την εν λόγω απόφαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, καθιστώντας το επίδικο ακίνητο εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής απόφασης χρέους, σύμφωνα με το άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  8. (ε) Σε μεταγενέστερο στάδιο εκδόθηκε ένταλμα πώλησης του επίδικου ακινήτου το οποίο πωλήθηκε δια πλειστηριασμού στις 18.3.2007 και ενώ η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Το εκπλειστηρίασμα παραδόθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Παραμένει η υπαγωγή του πιο πάνω πραγματικού υπόβαθρου στις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα. Το ουσιαστικό προς απόφαση ζήτημα, είναι κατά πόσο το εκπλειστηρίασμα από την πώληση του επίδικου ακινήτου έπρεπε να αποδοθεί στον διαχειριστή της περιουσίας του για να το διαθέσει με τον τρόπο που ο ίδιος ισχυρίζεται. Σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, με τη εγγραφή της δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1496/96, το επίδικο ακίνητο κατέστη εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η εγγραφή αυτή δημιουργεί και συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης περιουσίας. Αυτό προκύπτει και από τις πρόνοιες του άρθρου 12

(5)(α) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65), όπου αποδίδεται ο ακόλουθος ορισμός στον όρο «εμπράγματο βάρος επί ακίνητης ιδιοκτησίας»: «σημαίνει άμεσόν τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφιστάμενην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύει νόμου.». Σημειώνω επίσης ότι η εγγραφή δικαστικής απόφασης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου συμπεριλαμβάνεται ρητά μεταξύ των εμπράγματων βαρών του Πρώτου Παραρτήματος του Νόμου 9/65 και τα οποία κατηγοριοποιούνται ρητά από το άρθρο 12
(6)ως «εμπράγματα βάρη». Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον ο εκ δικαστικής απόφασης πιστωτής ενέγραψε την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στα πλαίσια της αγωγής 1496/96, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου επιβαρύνοντας το επίδικο ακίνητο, απέκτησε δικαίωμα επί του ακινήτου (right in rem). Ο Ενάγοντας, είχε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του. Υπό την ιδιότητα του αυτή υποκατέστησε τον αποβιώσαντα στα δικαιώματα που ο τελευταίος είχε επί της περιουσίας του κατά τον χρόνο του θανάτου του. Δεν απέκτησε όμως περισσότερα δικαιώματα ή δικαιώματα διαφορετικής ή μεγαλύτερης έκτασης από τον αποβιώσαντα επί της περιουσίας αυτής. Το δικαίωμα του αποβιώσαντα επί του επίδικου ακίνητου ήταν επιβαρυμένο: «.με την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του οφειλέτη χρέους με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία.»[4] Η εγγραφή της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1496/96, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, με τη συνεπακόλουθη επιβάρυνση του επίδικου, αλλά και η πώληση που ακολούθησε, συνιστούσαν μέτρα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης[5]. Όπως προνοεί δε ρητά το άρθρο 13 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6: «Τα ποσά που πρέπει να πληρωθούν δυνάμει δικαστικής απόφασης και τα οποία εισπράχθηκαν με εκτέλεση ή με άλλο τρόπο, δυνάμει δικογράφου του Δικαστηρίου πληρώνονται στο Δικαστήριο.» Επομένως, καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση ορθά το εκπλειστηρίασμα παραδόθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και όχι στον Ενάγοντα. Παρενθετικά σημειώνω ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, διέθεσε το εκπλειστηρίασμα, δεν αποτελεί επίδικο θέμα για τους σκοπούς της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να εισηγείται ότι ο Πρωτοκολλητής δεν διέθεσε το εκπλειστηρίασμα με τρόπο άλλο από τον ενδεδειγμένο. Αυτό για το οποίο ο Ενάγοντας παραπονείται είναι για το ότι δεν παραδόθηκε στον ίδιο το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση για να το διανέμει ο ίδιος ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Όμως, ούτε ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ούτε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου είχαν υποχρέωση ή καθήκον να του παραδώσουν το ποσό αυτό. Ο κατά νόμο αρμόδιος να παραλάβει και να διαθέσει το εκπλειστηρίασμα ήταν ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο συνήγορος του Ενάγοντα παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 42 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, το οποίο καθορίζει την τάξη καταβολής χρεών στα πλαίσια διαχείρισης αποβιωσάντων προσώπων, για να επιχειρηματολογήσει ότι τα έξοδα του διαχειριστή ταξινομούνται πρώτα στη σειρά καταβολής. Πρέπει να πω ότι δεν συμφωνώ με το επιχείρημα του. Ο διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου, έχει υποχρέωση δυνάμει του Κεφ. 189 να συλλέξει την κληρονομία του αποβιώσαντα, να καταβάλει τα χρέη και να διανέμει την υπόλοιπη κληρονομιά στους κληρονόμους[6]. Όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει, το συμφέρον του αποβιώσαντα στο επίδικο ακίνητο ήταν επιβαρυμένο με την εγγραφή δικαστικής απόφασης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Ο πιστωτής είχε αποκτήσει δικαίωμα in rem επί του ακινήτου. Αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα του να πληρωθεί το εξ αποφάσεως χρέος από την πώληση του ακινήτου, προηγείτο του δικαιώματος του αποβιώσαντα επί αυτού. Συνακόλουθα, το μέρος εκείνο του εκπλειστηριάσματος που απαιτείτο για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους δεν συνιστούσε μέρος της περιουσίας στην οποία δικαιούτο ο αποβιώσας και, κατ' ακολουθία, δεν συνιστούσε μέρος της περιουσίας που ο Ενάγοντας, ως διαχειριστής του αποβιώσαντα, είχε καθήκον και δικαίωμα να συλλέξει. Συνακόλουθα η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Latifundia Properties Ltd v Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 [2] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [3] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [4] Άρθρο 57, περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 [5] Άρθρο 14
(1)(β), περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 [6] Άρθρο 41, περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος, Κεφ.189 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.