← Κύπρος

ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα ν. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2768/2010, 28/11/2014

ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα ν. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2768/2010, 28/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A302 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2768/2010 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα Ενάγοντα και ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ Εναγόμενης και

  1. ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡΟΥ Τριτοδιάδικου Αίτηση Εναγόμενης ημερομηνίας 1.7.2014 για προσθήκη διάδικου Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κα Αργυρού για Χ. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για προτεινόμενο διάδικο: κα Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας ζητά από την Εναγόμενη, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για απώλεια (bereavement) της αποβιώσασας Κυριακούς Σάββα συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 23.9.2009, αποζημιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη η αποβιώσασα Κυριακού Σάββα από το εν λόγω ατύχημα μέχρι και το θάνατο της στις 14.12.2009, καθώς και συγκεκριμένα ποσά ως ειδικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στις 23.9.2009 η αποβιώσασα ήταν συνοδηγός στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KLQ755 του οποίου οδηγός ήταν η Τριτοδιάδικος
  2. Το εν λόγω όχημα ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με το όχημα με αριθμό εγγραφής KQC463 που οδηγούσε η Εναγόμενη. Η αποβιώσασα τραυματίστηκε στο ατύχημα και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι τις 2.10.2009 οπόταν, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η κατάσταση της υγείας της συνέχισε να επιδεινώνεται και τελικά απεβίωσε στις 14.12.2009 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η θέση του Ενάγοντα, ο οποίος ενάγει υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, είναι ότι το ατύχημα και ο συνεπακόλουθος θάνατος της αποβιώσασας προκλήθηκαν από την αποκλειστική αμέλεια της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη, στην Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια της Τριτοδιαδίκου 1 καθώς και ότι ο θάνατος της αποβιωσάσης «επήλθε συνεπεία αμέλειας και/ή παραβίασης νομίμων καθηκόντων από ιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου Λάρνακας για τα οποία ευθύνεται η Κυπριακή Δημοκρατία». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι «τόσο η θεραπεία όσο και η νοσηλεία της [αποβιωσάσης] στα Νοσοκομεία Λάρνακας και Λευκωσίας ήταν αμελής και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων ιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού». Σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας, κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης, είχε προστεθεί ως τριτοδιάδικος 2 στη αγωγή ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Το σχετικό όμως διάταγμα προσεπίκλησης τριτοδιάδικου ακυρώθηκε στις 18.6.2014, στα πλαίσια άλλης ενδιάμεσης διαδικασίας. Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη ζητά την «προσθήκη διάδικου, δια της προσθήκης ως εναγόμενου 2 του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Η αίτηση βασίζεται τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9 θ.1-11, Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.63 θ.1-3, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης, η οποία αναφέρει ότι είναι «ορθό και δίκαιο και θα βοηθήσει στην επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ εμού και του ενάγοντα να προστεθεί ως διάδικος στην παρούσα αγωγή ο Γενικός Εισαγγελέας ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα των ιατρών οι οποίοι περιέθαλψαν την αποβιώσασα, της οποίας ο θάνατος προήλθε συνεπεία της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του στη θεραπεία και περίθαλψη της από τους ιατρούς και το προσωπικό των Γενικών Νοσοκομείων Λάρνακας και Λευκωσίας». Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, με την προσθήκη ως διάδικου του Γενικού Εισαγγελέα, θα τεθούν όλα τα επίδικα θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο θα «έχει όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ενώπιον του», για να «μπορέσει να αποδοθεί δικαιοσύνη». Συνεχίζει λέγοντας ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία γιατί θα αντιμετωπίζει, όπως λέει, το ενδεχόμενο να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της ενώ ο θάνατος της αποβιώσασας οφειλόταν σε αμελείς πράξεις και ενέργειες και αποφάσεις των θεράποντων ιατρών της. Τέλος, αναφέρει ότι δεν έχει επιδείξει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης αφού αυτή καταχωρήθηκε αμέσως μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε το διάταγμα προσεπίκλησης τριτοδιάδικου. Ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ήγειραν τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Γενικός Εισαγγελέας, ως προτεινόμενος διάδικος. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει, ο Ενάγοντας περιλαμβάνουν το ότι δεν είναι αναγκαία η προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ως εναγόμενου για την αποτελεσματική εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων, ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε σχέση του Γενικού Εισαγγελέα με τα επίδικα θέματα, ότι τυχόν απόφαση υπέρ του Ενάγοντα στην αγωγή δεν θα δεσμεύει τον Γενικό Εισαγγελέα ενώ ούτε και θα δημιουργούσε οποιαδήποτε υποχρέωση του Γενικού Εισαγγελέα έναντι του Ενάγοντα, ότι η ιατρική αμέλεια δεν είναι επίδικο θέμα στην αγωγή του Ενάγοντα, ότι η αίτηση έχει υποβληθεί με καθυστέρηση καταστρατηγώντας το δικαίωμα του Ενάγοντα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση του Ενάγοντα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η το επίδικο θέμα στην αγωγή όπως προσδιορίζεται στην έκθεση απαίτησης είναι η οδική αμέλεια της Εναγόμενης συνεπεία της οποίας προκλήθηκε ο θάνατος την αποβιωσάσης. Η ιατρική αμέλεια, λέει, δεν σχετίζεται με τη βάση αγωγής του Ενάγοντα. Ένσταση στην υπό κρίση αίτηση έχει εγείρει και ο Γενικός Εισαγγελέας, ως προτεινόμενος διάδικος. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει περιλαμβάνουν το ότι η προσθήκη του δεν είναι αναγκαία για την αποκρυστάλλωση των ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων, ότι δεν είναι αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία, ότι η αιτήτρια έχει επιδείξει καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προσκρούει στην αρχή του δεδικασμένου και ότι, σε κάθε περίπτωση, οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα έχει παραγραφεί. Η ένσταση του προτεινόμενου διάδικου υποστηρίζεται με τη σειρά της από ένορκη δήλωση δικηγόρου της Δημοκρατίας η οποία αναφέρει, εν συνόψει, ότι η Εναγόμενη επέλεξε να μην προωθήσει το παρόν διάβημα στα αρχικά στάδια της αγωγής αλλά επέλεξε να προωθεί διαδικασία τριτοδιάδικου εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. Μόνο όταν το Δικαστήριο, λέει, απεφάνθη με ενδιάμεση απόφαση ότι το εν λόγω διάβημα δεν ήταν το ενδεδειγμένο, επέλεξε η Εναγόμενη να προωθήσει αυτή τη διαδικασία, προσπαθώντας ουσιαστικά να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την διατήρηση του Γενικού Εισαγγελέα ως διάδικου. Αναφέρει δε ότι η Εναγόμενη δεν έχει εγκαταλείψει τη διαδικασία τριτοδιάδικου αφού έχει εφεσιβάλει την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και ως αποτέλεσμα συνεχίζει να προωθεί ταυτόχρονα δύο ένδικα μέσα προς διατήρηση του Γενικού Εισαγγελέα ως διάδικου. Εισηγείται, ότι σε περίπτωση που η έφεση κατά της ακύρωσης του διατάγματος προσεπίκλησης τριτοδιάδικου επιτύχει και έχει επίσης επιτύχει και η παρούσα αίτηση, τότε ο Γενικός Εισαγγελέας θα καταστεί ταυτόχρονα τριτοδιάδικος και συνεναγόμενος. Η ενόρκως δηλούσα προσθέτει ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι αναγκαίος διάδικος. Ισχυρίζεται δε ότι ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι ο θάνατος της αποβιωσάσης προκλήθηκε από ιατρική αμέλεια, συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή. Η ακρόαση της αίτησης έγινε με γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει και λάβει δεόντως υπόψη. Η ουσιαστική νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι η Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες της οποίας: «.The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons. and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, η προσθήκη διάδικου εκκρεμούσης μιας αγωγής επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρωταρχικός παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος διάδικος είναι διάδικος του οποίου η παρουσία είναι αναγκαία για την αποτελεσματική και πλήρη εκδίκαση των προς απόφαση ζητημάτων. Όπως επεξηγείται στην Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(2001)1Β ΑΑΔ 1372: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους [
(1991)1 Α.Α.Δ. 906] η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις».[1] Πέραν αυτού, για να προστεθεί κάποιο πρόσωπο ως εναγόμενος σε αγωγή είναι απαραίτητο η έκθεση απαίτησης να προσδιορίζει το εναντίον του προσώπου αυτού, αγώγιμο δικαίωμα και να περιέχει ισχυρισμούς επί τους οποίους να εδράζεται η βάση αγωγής εναντίον του. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην Μepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772: «Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο έχει καταστεί διάδικος. (Bλ. Wilson v Church [1878] 9 Ch. 552)».[2] Καθοριστικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος διάδικος θα επηρεαστεί άμεσα από την ενδεχόμενη απόφαση στην αγωγή, κατά πόσο θα κληθεί άμεσα ή έμμεσα να πληρώσει οτιδήποτε ή κατά πόσο θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της δίκης. Παραπέμπω σχετικά στην Cyprus Trading Corporation v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1Β ΑΑΔ 1335, υπόθεση Ναυτοδικείου, αφού αναλύθηκε εκτενώς η Αγγλική νομολογία επί του θέματος και το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: «Όπως αναφέρθηκε στην Amon v Raphael Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273, στη σελίδα 287:- "The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party"».[3] Εφόσον δε η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αντιστοιχεί στην Αγγλική O.16 r.11, θεωρώ χρήσιμη την ακόλουθη ανάλυση στο Annual Practice 1958, όπου στην σελ 348, υπό τον τίτλο «When Order Refused» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden,
(1892)1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co.,
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Στην παρούσα αγωγή, όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, ο Ενάγοντας ενάγει την Εναγόμενη ισχυριζόμενος ότι αυτή ενήργησε αμελώς προκαλώντας τροχαίο ατύχημα συνεπεία του οποίου απεβίωσε η Κυριακού Σάββα. Η βάση αγωγής του Ενάγοντα είναι ισχυριζόμενη αμέλεια της Εναγόμενης. Το νομικό ή γενικό βάρος απόδειξης του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα. Εάν, κατά την ακρόαση, ο Ενάγοντας επιτύχει με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία να αποδείξει ότι ο θάνατος της αποβιωσάσης οφείλεται στην αμέλεια της Εναγόμενης, τότε θα έχει αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης και θα δικαιούται να διεκδικήσει από την Εναγόμενη αποζημιώσεις[4]. Σε καμία όμως περίπτωση ο Ενάγοντας δεν θα δικαιούται να διεκδικήσει αποζημιώσεις εναντίον του προτεινόμενου διάδικου. Δεν εγείρει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και δεν διεκδικεί από αυτόν καμία αποζημίωση. Το οποιοδήποτε αποτέλεσμα της αγωγής δεν θα επηρέαζε και δεν θα αφορούσε καθόλου τον προτεινόμενο διάδικο, δεν θα τον δέσμευε και δεν θα τον υποχρέωνε στην πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Συνεπώς, η προσθήκη του ως εναγόμενου στην αγωγή δεν θα εξυπηρετούσε κανένα απολύτως σκοπό και δεν κρίνεται αναγκαία αλλά, αντίθετα, θα ήταν εκ του περισσού και αχρείαστη. Η κατάληξη μου αυτή καθορίζει το αποτέλεσμα της αίτησης. Ένας επιπρόσθετος όμως παράγοντας που, κατά την κρίση μου, δεν επιτρέπει την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, είναι το ζήτημα της παραγραφής του όποιου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του προτεινόμενου διάδικου, το οποίο ο προτεινόμενος διάδικος εγείρει στην ένσταση του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο θάνατος της αποβιωσάσης επήλθε, σύμφωνα με τις έγγραφες προτάσεις τόσο του Ενάγοντα όσο και της Εναγόμενης, στις 14.12.2009. Σύμφωνα δε με το άρθρο 58
(20)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, οποιαδήποτε αγωγή σε σχέση με την πράξη που προκάλεσε το θάνατο έπρεπε να εγερθεί εντός τριών ετών από την ημερομηνία θανάτου. Στην Αγγλική υπόθεση Liff v Peasley
(1980)1 All E.R. 623 η οποία υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην Covotsos Textiles Ltd v Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstance as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand.» Στην Covotsos Textiles Ltd v Ellerman Lines Ltd a.o. (ανωτέρω), το Εφετείο αναφέρεται εκτεταμένα στην Αγγλική νομολογία επί του ζητήματος, για να καταλήξει ότι η ημερομηνία στην βάση της οποίας πρέπει να εξετάζεται αν η απαίτηση εναντίον προτεινόμενου διάδικου έχει παραγραφεί είναι η ημερομηνία κατά την οποία επετράπη η προσθήκη του[5]. Συνεπώς, το γεγονός ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προτεινόμενου διάδικου έχει παραγραφεί, δεν επιτρέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη του ως εναγόμενου στην αγωγή. Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ως εναγόμενου στην αγωγή δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε από τους σκοπούς της Δ.9 θ.10 όπως αυτοί διατυπώνονται στην ίδια τη διάταξη και όπως έχουν επεξηγηθεί από τη νομολογία. Συνεπώς η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον Ενάγοντα, τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Σχετική και η Manchester Lines Ltd a.o. v Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178 [2] Σχετική και η Cyprus Trading Corporation v Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1335 [3] Σχετικές οι Fire, Auto and Marine Insurance Co. Ltd v Greene
(1964)2 All E.R. 761, General Insurance Co. of Cyprus Ltd v Maroulla Georghiou & another
(1963)2 C.L.R. 117 [4] Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v Αντώνη Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014 [5] Σχετικές οι Stavros Papaioannou Ltd ν Intermed Shipping S.r.l.
(1995)1 Α.Α.Δ. 467, Leadbitter v Hodge Finance Ltd a.o.
(1982)2 All E.R. 167, Ketteman ν Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.