← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Αμμοχώστου Λτδ ν. Κυπριανός Παναγιώτη Κυπρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2225/2013, 1/12/2014

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Αμμοχώστου Λτδ ν. Κυπριανός Παναγιώτη Κυπρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2225/2013, 1/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A304 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2225/2013 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Αμμοχώστου Λτδ Ενάγοντες/Αιτητές και

  1. Κυπριανός Παναγιώτη Κυπρή
  2. Μαρία Παντελή Τσουρή
  3. Ευανθία Νεοφύτου Δημοσθένους
  4. Θεόδωρος Ευσταθίου Χαραλάμπους
  5. Θεοδώρα Θεοδώρου Χαραλάμπους Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 19.6.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 1 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Α. Κόνιας για Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση: κα Λάμπρου για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Για Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Δ. Χατζηδημήτρη - Καρά ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα: «(α) Απόφαση για πληρωμή του ποσού των €30.970,30.- οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή υπολοίπου δανείου και/ή χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού αρ. 72-34264-5 και/ή χρέους και/ή δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών και/ή εξόδων και δικαιωμάτων και/ή δυνάμει κεφαλαιοποίησης τόκων και άλλων χρεώσεων και/ή άλλως πως, όπως πιο κάτω αναφέρεται πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €30.970,30.- από 24.4.2013 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. (β) Διαζευκτικά, απόφαση δια την πληρωμή του ποσού των €30.970,30.- δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή άλλως πως, πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €30.970,30.- από 24.4.2013 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/21 εκάστου έτους. (Γ) Οιανδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. (Δ) €719.- έξοδα, πλέον έξοδα επιδόσεως, πλέον Φ.Π.Α.» Την 19.6.2014 οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν: «
  6. Συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 ως η αξίωση στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα υπό παρ. Α, Β, Γ, Δ, καθότι στερούνται υπεράσπισης.
  7. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 θ. 1, 2 και 9(α), στην Δ.48 θ.1-4 στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της κας Αναστασίας Πούμου. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, είναι υπάλληλος των Εναγόντων και ήταν τοποθετημένη στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων μέχρι τις 24.4.2014 και μετέπειτα στη Μονάδα Διαχείρισης Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων - Περιφέρεια Λάρνακας - Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Είναι δε, λέει, υπεύθυνη για την εποπτεία και έλεγχο της επίδικης συμφωνίας δανείου και εγγύησης. Προσθέτει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα συνεχίζει αναφέροντας ότι «έχ[ει] αναγνώσει το περιεχόμενο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, το οποίο ενόρκως υιοθετ[εί].» Αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 οφείλουν ποσό €30.970,30, ο μεν Εναγόμενος 1 δυνάμει συμφωνίας δανείου και οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 δυνάμει συμφωνίας εγγύησης. Επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 30.6.2011, τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 30.6.2011, αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 27.2.2013, αντίγραφα επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 24.4.2013 καθώς και κατάσταση λογαριασμού. Καταλήγει λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην αγωγή. Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση ήγειραν ένσταση στην αίτηση. Συνοψίζοντας τους λόγους ένστασης που προβάλουν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5, αυτοί περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης καθότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν επιβεβαιώνει επαρκώς την αιτία αγωγής, ότι η υπόθεση των Εναγόντων/Αιτητών δεν είναι αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη ώστε να μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση σε αυτό το στάδιο, ότι η αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και ότι είναι καταχρηστική. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, με εμπεριστατωμένο τρόπο και αναφορά στη σχετική νομολογία και τα γεγονότα. Να αναφέρω ότι έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις της κάθε πλευράς και τα επιχειρήματα που προωθούνται σε αυτές, με τη δέουσα προσοχή. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συγκεκριμένα, η Δ.18 Θ.1(α) προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Επομένως, όπως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.18 θ.1(α), για να έχει το Δικαστήριο δικαιοδοσία[1] να εκδώσει απόφαση συνοπτικά πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί στη διαδικασία, και (γ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή[2]. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Εάν ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου ο οποίος οφείλει πλέον να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή[3]. Όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι καθορισμένες προϋποθέσεις, η προσέγγιση του πρέπει να είναι αυστηρή και αυτό διότι έκδοση απόφασης κατ' εφαρμογή της Δ.18 θ.1(α) γίνεται κατ' εξαίρεση του βασικού κανόνα δικαίου που επιτάσσει ότι πρέπει να ακούγονται και οι δύο πλευρές σε μια διαφορά πριν τη λήψη απόφασης επί αυτής. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει και να εξετάζει με αυστηρότητα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση στην Αγγλική υπόθεση Symon & Co. v Palmer's Stores

(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, η οποία υιοθετήθηκε και από την Κυπριακή νομολογία[4]: «Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order... [The judge] can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction.» Με αυτό το υπόβαθρο, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις τις Δ.18 θ.1(α). Στην υπό κρίση περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται. Στρέφομαι στην τρίτη προϋπόθεση. Η ενόρκως δηλούσα εξηγεί, στην ένορκη της δήλωση, ότι είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και έλεγχο συμφωνιών δανείου περιλαμβανομένης και της επίδικης, ότι όλα τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή και τον έλεγχο της και είναι υπεύθυνη παρακολούθησης του λογαριασμού των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση. Από τη μαρτυρία της αυτή, έχω ικανοποιηθεί ότι η ένορκη δήλωση της δεν περιέχει πληροφορίες ή στοιχεία που έλαβε από τρίτο πρόσωπο. Δεν αποκλείω επομένως ότι είναι πρόσωπο που θα μπορούσε ενδεχομένως να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Πέραν τούτου όμως, διαπιστώνω ότι στην ένορκη δήλωση δεν υπάρχει καμία αναφορά σε γεγονότα. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, η μόνη έμμεση αναφορά σε σχέση με τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα είναι η αναφορά της ενόρκως δηλωσάσης ότι: «Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, το οποίο ενόρκως υιοθετώ». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να επαληθεύει (verify) το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραθέτει τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής και από τα οποία προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα. Η απλή «υιοθέτηση» του περιεχομένου της ειδικής οπισθογράφησης δεν επαρκεί. Εάν επαρκούσε τότε δεν θα υπήρχε λόγος να περιληφθεί ρητή και συγκεκριμένη προϋπόθεση στην Δ.18 θ.1(α), που να επιτάσσει την ανάγκη για επαλήθευση του αγώγιμου δικαιώματος. Πέραν των πιο πάνω, έκδοση συνοπτικής απόφασης χωρεί μόνο σε περιπτώσεις όπου η αξίωση των Εναγόντων είναι απόλυτα ξεκάθαρη. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, αυτή «ετοιμάζ[ει] τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα». Έχω διεξέλθει με προσοχή την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση και καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επί αυτής για να καταλήξω ότι αποδεικνύει το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω ότι ενώ η ενόρκως δηλούσα λέει ότι είναι υπεύθυνη «για την παρακολούθηση του λογαριασμού της συμφωνίας», συνεχίζουν να υπάρχουν χρεώσεις στον λογαριασμό ακόμα και μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Διαπιστώνω επίσης ότι ο λογαριασμός περιλαμβάνει χρεώσεις με την περιγραφή «Α Ζωής 893026» ή «Ζωής00893026». Δεν επεξηγείται τι αφορούν οι χρεώσεις αυτές, γιατί χρεώνονται στον επίδικο λογαριασμό και ούτε αν οι συγκεκριμένες χρεώσεις γίνονται σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου. Χρέωση που περιλαμβάνεται στην κατάσταση λογαριασμού με την περιγραφή «Διαδ Μεταφ Έξοδα/Εσοδ» επίσης δεν επεξηγείται. Τέλος φαίνεται ότι μετά την έγερση της αγωγής έχει γίνει πληρωμή η οποία πιστώθηκε έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού, χωρίς όμως να γίνεται οποιοσδήποτε περιορισμός στην ένορκη δήλωση ή στην υπό κρίση αίτηση στο ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν. Επιπρόσθετα, δεν επεξηγείται ούτε στην ένορκη δήλωση αλλά ούτε και μπορεί να διακριβωθεί από την κατάσταση λογαριασμού, το επιτόκιο με το οποίο οι Ενάγοντες εκάστοτε χρέωναν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία δανείου (παράγραφος 3), το εκάστοτε οφειλόμενο θα χρεώνεται με επιτόκιο ίσο προς το εκάστοτε βασικό επιτόκιο των Εναγόντων πλέον περιθώριο 3,25%. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με οποιεσδήποτε μεταβολές του επιτοκίου και, ειδικότερα το ύψος του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων κατά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας δανείου. Στην επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 24.4.2013 οι Εναγόμενοι ενημερώνονται μόνο ότι το υπόλοιπο θα χρεώνεται με επιτόκιο 9%. Δεν διευκρινίζεται στην συγκεκριμένη επιστολή εάν η αύξηση αυτή πέραν του συμβατικού επιτοκίου, αφορά αύξηση του βασικού επιτοκίου, του περιθωρίου ή χρέωση τόκου υπερημερίας. Ελλείψει επαρκούς αιτιολόγησης δεν είμαι σε θέση να διακριβώσω ότι η μεταβολή αυτή στο επιτόκιο, η οποία ανακοινώθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 24.4.2013, έγινε με τρόπο συμβατό με τις πρόνοιες τη επίδικης συμφωνίας δανείου και του νόμου. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν επιβεβαιώσει ή επαληθεύσει επαρκώς το ποσό το οποίο αξιώνουν με την αγωγή. Σημειώνω ενδεικτικά ότι η πρόνοια της επίδικης συμφωνίας δανείου που αφορά τη μεταβολή του επιτοκίου, (παραγρ. 3.7 της συμφωνίας) συνδέει την όποια μεταβολή με τα «πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που τυχών να ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος, του κόστους χρήματος/άντλησης κεφαλαίου και της χρηματοπιστωτικής πολιτικής». Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) και, κατά συνέπεια, στερούμαι δικαιοδοσίας να εκδώσω απόφαση υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 συνοπτικά. Η κατάληξη αυτή είναι καθοριστική για την υπό κρίση αίτηση. Ως αποτέλεσμα, το βάρος δεν μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση ώστε να πρέπει να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν[5]. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου όμως, αναφέρω ότι από τις ενστάσεις των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση έχω ικανοποιηθεί ότι αποκαλύπτουν ενδεχομένως καλή υπεράσπιση την οποία πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλουν κατά την δίκη. Στέκομαι ιδιαίτερα στην αμφισβήτηση από όλους τους Εναγόμενους της ορθότητας του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού. Για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί στο παρόν στάδιο και με τη μαρτυρία που έχουν θέσει ενώπιον μου οι Ενάγοντες ότι το ποσό το οποίο αξιώνουν και το οποίο προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν, έχει επαληθευθεί και επιβεβαιωθεί επαρκώς. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι πρόνοιες της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικές, αθέμιτες, καταπιεστικές, παράνομες και ετεροβαρείς. Έχω ικανοποιηθεί ότι οι ισχυρισμοί τους αυτοί είναι επαρκώς συγκεκριμένοι και εξειδικευμένοι[6]. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται σε συγκεκριμένες πρόνοιες, των συμφωνιών όπως περιλαμβάνονται και στην ειδική οπισθογράφηση, και στη συμβατότητα τους με τους Νόμους 93(Ι)/96 και 197(Ι)/2003. Κατά την κρίση μου, πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στους εναγόμενους να εγείρουν τα ζητήματα αυτά στα πλαίσια της δίκης ώστε να μπορούν να εξεταστούν και να αξιολογηθούν δεόντως πριν την κατάληξη του Δικαστηρίου επί της επίδικης διαφοράς. Συνεπώς, ακόμα και αν οι Ενάγοντες είχαν καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α), θα κατέληγα ότι οι ενστάσεις των Εναγομένων αποκαλύπτουν υπεράσπιση την οποία πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλουν και η οποία να αξιολογηθεί στα πλαίσια της δίκης[7]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 [2] Spyros Stavrinides v Ceskoslavenska Obchondi Banka S.A
(1972)1 C.L.R. 130 [3] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Kyprianides v Ioannou
(1996)1 C.L.R. 265, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 204, CYEMS Co Ltd v The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 [4] Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782 [5] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος (ανωτέρω), Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239 [6] Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Annual Practice 1970, σελ. 127, N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1912 [7] Κώστα Κυριάκου ν Θεράποντα Αναστασίου Πολιτική Έφεση 230/2009 ημερομηνίας 23.1.2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.