Blue Green Wave Frozen Food Limited ν. Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4882/2013, 12/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4882/2013 Μεταξύ: Blue Green Wave Frozen Food Limited Εναγόντων και Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Σ. Σταύρου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση: κα Z. Στυλιανού για κα Αργεντούλα Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ημερομηνίας 4.03.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Με την αίτηση τους οι ενάγοντες - αιτητές αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η έκθεση απαιτήσεως τους πλέον τα δικαστικά έξοδα και Φ.Π.Α. σύμφωνα με τη Διαταγή 18 Θ. 1 - 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση έχει επίσης ως νομικό της υπόβαθρο τη Διαταγή 48 Θ. 1 - 12, τη Διαταγή 64 και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζει με ένορκο δήλωση του ο κ. Γιώργος Γεωργίου ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων - αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση. Δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ως το αρμόδιο πρόσωπο τήρησης και παρακολούθησης του επίδικου λογαριασμού των εναγομένων και ότι είχε προσωπική επαφή και συνδιαλλαγή με τους εναγόμενους στα πλαίσια των καθηκόντων του. Δηλώνει περαιτέρω ότι οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων ως εκτίθενται στην έκθεση απαιτήσεως τού ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος είναι ορθές και γνήσιες και επιβεβαιώνει το αληθές του περιεχομένου τους. Ισχυρίζεται ότι μεταξύ των ετών 2012 και 2013 οι ενάγοντες στα πλαίσια των εμπορικών δοσοληψιών τους με τους εναγόμενους, πώλησαν και παρέδωσαν και οι εναγόμενοι αγόρασαν, παρέλαβαν και αποδέχθηκαν από τους ενάγοντες, επί πιστώσει, διάφορα εμπορεύματα κατεψυγμένων προϊόντων με τα οποία χρέωσαν τον λογαριασμό των εναγομένων με τα αντίστοιχα ποσά σύμφωνα με την τιμή πώλησης των πωληθέντων εμπορευμάτων. Στις 22.10.2013 ο λογαριασμός των εναγομένων δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €131.239.10σ. Στις 12.11.2013 ο λογαριασμός των εναγομένων πιστώθηκε δυνάμει πιστωτικών σημειώσεων ώστε να δεικνύει σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο εκ €129.246,68σ. Η κατάσταση λογαριασμού με ημερομηνία 27.02.2014 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι παραλείπουν μέχρι σήμερα να εξοφλήσουν την οφειλή τους προς τους ενάγοντες. Δηλώνει ότι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει, οι εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση έχουν και καταχώρησαν εμφάνιση στις 31.01.2014 για σκοπούς καθυστέρησης και κωλυσιεργίας της νομικής διαδικασίας εναντίον τους και ούτε έχουν μέχρι σήμερα καταχωρίσει υπεράσπιση. Επαναλαμβάνει και υιοθετεί τα γεγονότα της έκθεσης απαιτήσεως των εναγόντων ως αναπόσπαστο μέρος της ενόρκου δηλώσεως του και εκφράζει την ειλικρινή του πίστη ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως η έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων. Οι εναγόμενοι - καθ΄ων η αίτηση με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω στη συνέχεια αυτολεξεί: «
- Η αίτηση είναι αβάσιμη, αντινομική, παράτυπη και χωρίς πιθανότητα επιτυχίας.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική καθόσον δεν έχει καλή και βάσιμη υπόθεση αφού η απαίτηση του αιτητή για δήθεν οφειλόμενα σε αυτόν ποσά είναι αβάσιμη και/ή πηγάζει από άκυρη και/ή ακυρώσιμη συμφωνία και δικαιολογημένα αμφισβητείται από τους εναγόμενους.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική καθότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων μόνο μετά από διαδικασία ακρόασης μπορεί να επιλυθεί.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική της διαδικασίας εφόσον με αυτήν οι αιτητές επιδιώκουν να στερήσουν το αναφαίρετο δικαίωμα των εναγόντων να ακουστούν και να εκθέσουν την άποψη τους στα επίδικα θέματα.
- Οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση ώστε ενδείκνυται να τους επιτραπεί να την προβάλουν ασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα τους και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
- Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια πίεσης στους εναγόμενους για να τους καταβάλουν τα κατ΄ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά χωρίς να τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Το πρόσωπο που προέβη στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής και τα κατ΄ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά και/ή δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα.
- Οι καθ΄ών η αίτηση - εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση τόσον όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης αλλά και στο πλαίσιο της νομιμότητας αυτής.
- Οι καθ΄ών η αίτηση - εναγόμενοι προβάλλουν με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχουν δικάσιμα θέματα για τα οποία πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να παρουσιάσουν την εκδοχή τους.
- Οι ενάγοντες - αιτητές αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα και προσπαθούν να παραπλανήσουν.
- Η μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων συμφωνία παραβιάστηκε από τους ενάγοντες με τρόπο ώστε η συμφωνία να καταστεί άκυρη και/ή ακυρώσιμη και οι εναγόμενοι να υποστούν ζημιές τις οποίες προτίθενται να αναζητήσουν.
- Η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο είναι απαράδεκτη και/ή πρόωρη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική αφού υπήρχε μεταξύ των μερών συμφωνία για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς τους σε διαιτησία και/ή ήταν υποχρεωτική η παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς των μερών σε διαιτησία δυνάμει του Άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και/ή Αίτηση και/ή αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.» Η ένσταση στηρίζεται στην ίδια νομική βάση με αυτή της αίτησης και επιπρόσθετα στο Άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου στην Δ.18 Θ.Θ. 1 (α), 3 και 5, Δ.39 και Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4
(1),
(2)και (30, 7,9,11 και 12 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 21
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στη Νομολογία, στις Αρχές της Επιείκειας καθώς και στη Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Παύλος Αριστείδου γραμματέας της εναγόμενης εταιρείας. Δηλώνει ότι οι εναγόμενοι είναι Συνεργατική Εταιρεία συστημένη με βάση τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Δηλώνει ότι έχει μελετήσει την έκθεση απαιτήσεως και αμφισβητεί το σύνολο του περιεχομένου της πλην της ιδιότητας των εναγομένων ως Συνεργατικής Εταιρείας. Αρνείται τον ισχυρισμό και αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα την Λάρνακα, ενώ οι ενάγοντες τίποτε δεν προσκόμισαν για να αποδείξουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό τους. Ισχυρίζεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα, αντικανονικά και λανθασμένα. Παραδέχεται ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε συνεργασία, και ήταν ρητός όρος της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύψει κατά τη συνεργασία των διαδίκων αυτή θα παραπέμπεται στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών προς επίλυση, ο οποίος θα επιχειρούσε την συνδιαλλαγή της διαφοράς ή θα παρέπεμπε τη διαφορά σε διαιτησία. Οι ενάγοντες δεν δικαιούνταν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή πριν παραπέμψουν την ισχυριζόμενη διαφορά τους με τους ενάγοντες στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Όπως συμβουλεύεται τον δικηγόρο των εναγομένων η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη διαφορά και απαίτηση των εναγόντων με τους εναγόμενους έπρεπε, πριν καταλήξει στο Δικαστήριο, να ακολουθήσει τη διαδικασία επίλυσης με διαιτησία του Άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Επίσης ήταν ρητός όρος της συνεργασίας των διαδίκων ότι οποιοδήποτε ποσό θα οφειλόταν στους ενάγοντες θα ήταν πληρωτέο στη Λεμεσό, ενώ τόσο οι παραγγελίες από τους εναγόμενους αλλά και οι παραδώσεις στους εναγόμενους γίνονταν στη Λεμεσό. Ως εκ τούτου τοπική αρμοδιότητα, όπως είναι η νομική συμβουλή που έλαβε, για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Πέραν των πιο πάνω, η παρούσα διαδικασία, φέρνει σε δυσμενή θέση και επηρεάζει τους εναγόμενους με αποτέλεσμα να βλάπτονται τα δικαιώματα και συμφέροντα τους και να καταπιέζονται από τους ενάγοντες που μοναδικό σκοπό έχουν να ασκήσουν πίεση στους εναγόμενους για να εισπράξουν τα ποσά των επίδικων επιταγών. Επισημαίνει ότι τα κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά στους ενάγοντες από τους εναγόμενους δεν οφείλονται στην πραγματικότητα. Οι διάδικοι συνεργάζονταν και οι ενάγοντες διατηρούσαν χρεoπιστωτικό λογαριασμό των εναγομένων, και ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατέβαλλαν διάφορα ποσά στους ενάγοντες έναντι αυτού του χρεoπιστωτικού λογαριασμού (είτε με μετρητά είτε με επιταγές είτε με καταβολή κουπονιών ως θα εξηγηθεί πιο κάτω), με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να εξοφληθεί πλήρως. Σε σχέση με το τεκμήριο Α που επισυνάπτει ο κ. Γεώργιος Γεωργίου στην ένορκη του δήλωση, δεν το αναγνωρίζει και δεν δέχεται ότι αφορά τους εναγόμενους. Αναμφίβολα δεν αποδέχονται το ποσό που φαίνεται ως υπόλοιπο στο συγκεκριμένο Τεκμήριο. Σημειώνει επίσης ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου Α δεν βγάζει νόημα, αφού στην στήλη των χρεώσεων οι Ενάγοντες ενώ φαίνεται να χρέωναν το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων με επιταγές που επιστράφηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, δεν υπάρχει η αντίστοιχη (προγενέστερη) σημείωση του ποσού των επιταγών στην στήλη των πιστώσεων, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να χρεώνεται μόνο για μεγάλα ποσά επιταγών που επιστράφηκαν απλήρωτες, ενώ θα έπρεπε πρώτα να πιστώνεται με αυτά τα ποσά και μετά (εφόσον επιστραφούν οι επιταγές απλήρωτες), να χρεώνεται εκ νέου ο λογαριασμός. Σημειώνει περαιτέρω ότι κατά τη συνεργασία των διαδίκων, για όσα εμπορεύματα παρέδιδαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους, εξέδιδαν τιμολόγια τα οποία οι εναγόμενοι υπέγραφαν, και σημειώνει ότι όλα τα τιμολόγια των εναγόντων τα οποία αποδέχτηκαν οι εναγόμενοι (υπογράφοντας και παραλαμβάνοντας αυτά), έχουν εξοφληθεί, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο και αντιληπτό εάν τελικά οι ενάγοντες διεκδικούν ποσά βάση τιμολογίων τα οποία οι εναγόμενοι ουδέποτε αποδέχτηκαν και δεν γνωρίζουν. Επιπρόσθετα, σημειώνει ότι δόθηκαν στους ενάγοντες από τους εναγόμενους κουπόνια, σε διάφορες ημερομηνίες κατά τη συνεργασία των διαδίκων, με τα οποία μπορούσαν να παραλάβουν προϊόντα αξίας ίσης με το ποσό που αναγραφόταν στο κουπόνι από τις υπεραγορές και τα καταστήματα των εναγομένων και τα κουπόνια αυτά δίδονταν έναντι του λογαριασμού των εναγομένων. Τα κουπόνια αυτά δίδονται στους ενάγοντες αλλά μπορούσε να τα εξαργυρώσει ο εκάστοτε κάτοχος αυτών (δηλαδή οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο δόθηκαν ενδεχομένως μεταγενέστερα από τους ενάγοντες). Ισχυρίζεται ότι ήταν ρητή συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων ότι η αξία των κουπονιών αυτών (με την παράδοση των κουπονιών στους ενάγοντες), θα αφαιρείται από το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων. Το ποσό που αναζητούν με την παρούσα διαδικασία οι ενάγοντες δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη και να αφαιρεί με οποιονδήποτε τρόπο την αξία των κουπονιών αυτών η οποία ξεπερνούσε τις €50.000.-. Οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και σημειώνουν ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι αυτά που αναφέρονται στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφορικά με τον κ. Γεώργιο Γεωργίου που υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν δέχεται ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Επίσης για τους λόγους που αναφέρει λεπτομερώς ανωτέρω, αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της παρ. 5 της ένορκης δήλωσης, αλλά και ολόκληρο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που είναι αντίθετο με το περιεχόμενο της δικής του ένορκης δήλωσης. Δηλώνει ότι έχει μελετήσει το σώμα της ένστασης που ετοίμασε ο δικηγόρος των εναγομένων το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί και επαναλαμβάνει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αξιώνει όπως απορριφθεί η αίτηση καθώς οι εναγόμενοι έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους και σχολίασαν αυτές της άλλης πλευράς στις αγορεύσεις τους. Σε αυτές επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της κάθε πλευράς δίδοντας έμφαση σε κάποιους από αυτούς με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους. Όπου χρειαστεί θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές στη συνέχεια. Κατ΄αρχή θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για να έχει το Δικαστήριο σύμφωνα με τη Δ.18
(1)(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση πληρούνται. Αυτές είναι: (α) το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της διαταγής Δ.2 Θ. 6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) την αίτηση να τη συνοδεύει ένορκος δήλωσης του ενάγοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν αμφισβητήθηκε ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση εφόσον πρόκειται για ενάγοντα νομικό πρόσωπο, η ένορκος δήλωση πρέπει να γίνεται από πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και σε αυτή να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την πιο πάνω προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ), δηλαδή της επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Geskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R. 130, Symont & Co v. Palmer's Stores Ltd
(1912)1 C.L.R. 259, Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 και The Gulf Traders Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1168 από τις οποίες προκύπτει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο στις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ. 1 (α) της Δ.18. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 124 παρ 14-2-5 στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14). Αναγνωρίζεται στη περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής, είναι εταιρεία, όπως η περίπτωση μας, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 Θ. 1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ενόρκως δηλών, κ. Γιώργος Γεωργίου, ο οποίος υποστηρίζει με την ένορκο δήλωση του την αίτηση, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει την ιδιότητα του ότι είναι δηλαδή ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων - αιτητών. Δηλώνει περαιτέρω ότι είναι το αρμόδιο πρόσωπο για την τήρηση και παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού των εναγομένων και είχε προσωπική επαφή και συνδιαλλαγή με τους εναγόμενους στα πλαίσια των καθηκόντων του. Περαιτέρω ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκο δήλωση. Προκύπτει από όσα αυτός λέγει στην ένορκο δήλωση του ότι είναι πρόσωπο ικανό και εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής η οποία αφορά πώληση και παράδοση εμπορευμάτων δυνάμει τιμολογίων και τήρηση χρεοπιστωτικού λογαριασμού για τους εναγόμενους και όχι για επιταγές όπως αυτοί ισχυρίζονται σε κάποιο σημείο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Π. Αριστείδου. Στις αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου,
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και στην Symon & Co v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)αποφασίστηκε ακριβώς ότι η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ο κ. Γιώργος Γεωργίου είναι πρόσωπο το οποίο μπορούσε να ορκισθεί θετικά εκ μέρους των εναγόντων καθώς δηλώνει ότι εκτός από δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο του δήλωση, δηλώνει επίσης ότι έχει και προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων ως το αρμόδιο πρόσωπο τήρησης και παρακολούθησης του επίδικου λογαριασμού των εναγομένων και της προσωπικής επαφής και συνδιαλλαγής με τους εναγόμενους στα πλαίσια των καθηκόντων του. Εξάλλου δηλώνει ότι είναι και ένας από τους διευθυντές των εναγόντων. Χωρίς αμφισβήτηση όλων αυτών τα οποία ισχυρίζεται ο κ. Γιώργος Γεωργίου με την παράθεση συγκεκριμένων διαφορετικών και αντικρουόμενων γεγονότων η απλή ή γενική άρνηση των ισχυρισμών του περί προσωπικής του γνώσης ή της εξουσιοδότησης του, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση του επί αυτών των θεμάτων, αφήνει τους σχετικούς λόγους ένστασης ατεκμηρίωτους, αόριστους και ασαφείς και ως εκ τούτου απορριπτέους. Βρίσκω επομένως ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων το βάρος σύμφωνα με τη νομολογία μας μετατοπίζεται στους ώμους των εναγομένων, οι οποίοι θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, CYMS co Ltd v. Central Co- Operative Industries co Ltd.
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 33). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι έχω υπόψη μου ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs v. Booth΄s Distillery Co. 85 L.T.R. 269). Η νομολογία καθορίζει ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (α) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και /ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια και (β) η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18, Θ. 1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου ("condescend upon particulars"). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στη ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Χ" Νέστωρος,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais,
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη όπως ήταν τότε που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance (ανωτέρω), ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να δίδουν σ΄αυτόν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N. V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) σελ. 1912). Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ΄ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1966)1 Α.Α.Δ.). Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co. L.T.R. 262 " it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all"). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα,
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p.174, para 14.09.99).» Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gtoil Overseas Inc (C.A.)
(1987)2 Loyd's Rep. 4651 ως πιο κάτω: «Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι εναγόμενοι έχουν μια συζητήσιμη υπόθεση.» Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 418 με αναφορά στην CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης...... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Έχοντας επομένως υπόψη τις θέσεις της κάθε πλευράς όπως αυτές αναπτύχθηκαν και στις αγορεύσεις τους, σε συνδυασμό με τις πιο πάνω αρχές όπως προκύπτουν από τη νομολογία, θα εξετάσω στη συνέχεια τους ισχυρισμούς των εναγομένων όπως αυτοί προβάλλονται στην ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως τους και υποστηρίζονται με την ένορκο δήλωση του κ. Παύλου Αριστείδου και αν αυτοί δικαιολογούν την παροχή σ΄αυτούς της δυνατότητας να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ο πρώτος λόγος είναι η αμφισβήτηση της νομικής προσωπικότητας των εναγόντων και ότι συγκεκριμένα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στη Κύπρο. Ενώ όμως προβάλλουν την πιο πάνω θέση από την άλλη παραδέχονται ότι είχαν συνεργασία μαζί τους συνεργαζόμενοι στον εμπορικό τομέα και το ερώτημα που προκύπτει είναι υπό ποια ιδιότητα των εναγόντων είχαν την όποια συνεργασία μαζί τους την οποία παραδέχονται. Επομένως αναγνωρίζουν την ύπαρξη των εναγόντων. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να είχαν αρνηθεί ότι τους γνωρίζουν και ότι είχαν οποιανδήποτε συνεργασία μαζί τους (βλ. Μαγγλή v. C.B.C.I. Cyprus - Balkan Consulting and Investments Limited
(2004)1(Β)ΑΑΔ σελ.896). Επομένως ο ισχυρισμός αυτός εκ των πραγμάτων κρίνεται εκτός από ανυπόστατος και κακόπιστος εφόσον φανερά προβάλλεται ως πρόφαση για καθυστέρηση εκπλήρωσης της υποχρέωσης της. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση περί πρόωρα, αντικανονικά και λανθασμένα καταχώρησης της αγωγής καθώς θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί προηγουμένως στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών προς επίλυση, ο οποίος θα επιχειρούσε την συνδιαλλαγή της διαφοράς ή θα παρέπεμπε τη διαφορά σε διαιτησία, με βάσει, όπως ισχυρίζονται ρητόν όρο της συμφωνίας συνεργασίας τους, κρίνω ότι πρόκειται περί ισχυρισμού που παρέμεινε ατεκμηρίωτος, αόριστος και ασαφής καθώς δεν εξειδικεύεται πως συνομολογήθηκε ένας τέτοιος «ρητός» όρος μεταξύ των διαδίκων. Ο ισχυρισμός αυτός πέραν του ότι παρέμεινε χωρίς καμιά τεκμηρίωση, είναι ασαφής και ως τέτοιος απορρίπτεται. Αμφισβητείται η κατά τόπον αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η έλλειψη δικαιοδοσίας αποτελεί αυτοφυή βάση υπεράσπισης σε απαίτηση που αναφύεται από σύμβαση. Είναι επιθυμητό να δικογραφείται ειδικά (βλ. Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, τόμος 2, σελ. 322-323, 427-428, τόμος 32 σελ. 89-90). Σε απαίτηση που εδράζεται σε συμφωνία πώλησης αγαθών (βλ. Benjiamin's Sale of Goods, 4η έκδοση,
(1992), παρ. 25 - 0 μέχρι 25 - 03). Καθοριστικά στοιχεία για την απόφανση για ένα τέτοιο ζήτημα είναι ο τόπος συνομολόγησης της συμφωνίας, ο τόπος εργασίας ή διαμονής των συμβαλλομένων, ο τόπος εκτέλεσης όλων ή ουσιαστικού μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, ο τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων και ο τόπος πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών υιοθετεί μεταξύ άλλων και το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως των εναγόντων. Γίνεται σε αυτή αναφορά περί της ιδιότητας των εναγόντων ως εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με έδρα της τη Λάρνακα. Γίνεται περαιτέρω αναφορά σε αυτή ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν πελάτες των εναγόντων και αγόραζαν και/ή λάμβαναν επί πιστώσει από τους ενάγοντες κατά καιρούς και σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα εμπορεύματα ή/και υπηρεσίες δυνάμει τιμολογίων σε πρώτη ζήτηση και προς τούτο οι ενάγοντες άνοιξαν και διατηρούσαν στο όνομα των εναγομένων χρεοπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι οι εναγόμενοι που ασχολούνται με λιανικό εμπόριο σε υπεραγορές διατηρώντας καταστήματα και/ή υπεραγορές σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Το Άρθρο 21
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, μεταξύ άλλων προβλέπει ότι σε πολιτικές υποθέσεις, κατά τόπο αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της Επαρχίας του οποίου (α) «η βάσις της αγωγής» έχει προκύψει είτε εν μέρει είτε καθ΄ολοκληρίαν και (β) βρίσκεται η κατοικία ή ο χώρος του εναγομένου κατά την έγερση της αγωγής. Ο όρος «βάσις της αγωγής» ορίζεται στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960ως εξής: «¨Βάσις της αγωγής¨ περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ΄ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρείται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβασης συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξης δυνατόν να επήλθεν αλλαχού, και επίσης εάν η διάρηξης επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύμβασης να συνήφθη αλλαχού.» Επομένως η τήρηση του χρεοπιστωτικού λογαριασμού εκ μέρους των εναγόντων για τους πελάτες τους δηλώνει ότι έστω μέρος της βάσης της αγωγής - η τήρηση του λογαριασμού με την έκδοση των σχετικών τιμολογίων - χωρίς να είναι ξεκάθαρο που παραδίδονταν τα εμπορεύματα, γινόταν στην Λάρνακα. Προβάλλεται εκ μέρους των εναγομένων ο ισχυρισμός ότι υπήρχε ρητός όρος της συνεργασίας των διαδίκων ότι οποιοδήποτε ποσό οφειλόταν στους ενάγοντες θα ήταν πληρωτέο στη Λεμεσό, κάτι που θα προσέδιδε αποκλειστικά κατά τόπο αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εφόσον οι εναγόμενοι είναι από την Λεμεσό. Αναμενόταν από τους εναγόμενους να παρέθεταν στοιχεία με σαφήνεια και να δίδονταν λεπτομέρειες κάτι όμως που παρέλειψαν να κάνουν. Δεν αναφέρεται υπό ποιες συνθήκες συμφωνήθηκε ότι οι πληρωμές θα γίνονταν στη Λεμεσό από ποιους και με ποιο τρόπο διατυπώθηκε αυτή η συμφωνία όταν οι ενάγοντες έχουν την έδρα τους στην Λάρνακα. Εξάλλου δεν αμφισβητείται ο ισχυρισμός των εναγόντων περί ύπαρξης καταστημάτων και υπεραγορών σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Στις υποθέσεις Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2010)1 ΑΑΔ 1238 και American Life Insurance Company Ltd v.Μιχαήλ κ.ά
(2007)1 ΑΑΔ 593 αποφασίστηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση ως χρεώστες να αναζητήσουν για εξόφληση τον πιστωτή στην έδρα του και εν προκειμένω η έδρα των εναγόντων είναι η Λάρνακα με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας να κέκτηται αρμοδιότητας για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Έστω και αν είχε συντρέχουσα δικαιοδοσία και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, λόγω της έδρας των εναγομένων, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για τους πιο πάνω λόγους έχει επίσης τοπική αρμοδιότητα. Παρέμεινε επομένως και αυτός ο ισχυρισμός αόριστος και χωρίς κάποια τεκμηρίωση. Ως τέτοιος απορρίπτεται. Το κατά πόσο η έγερση της αγωγής φέρνει σε δυσμενή θέση και επηρεάζει του εναγόμενους δεν είναι λόγος αποτρεπτικός από του να εγερθεί μια αγωγή για διεκδίκηση του λαβείν των εναγόντων. Αμφισβητείται ότι οφείλονται τα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες. Παραδέχονται ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ τους και ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό για τους εναγόμενους. Παραδέχονται ότι κατά τακτά χρονικά διαστήματα κατέβαλλαν διάφορα ποσά στους ενάγοντες έναντι αυτού του λογαριασμού και ότι εκτός από μετρητά όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο Α και με επιταγές. Το ζήτημα των επιταγών και των χρεοπιστώσεων στον εν λόγω λογαριασμό προβάλλεται κατά αόριστο και ασαφή και πάλι τρόπο. Σε αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο του εν λόγω λογαριασμού (Τεκμήριο Α), και των σχετικών χρεοπιστώσεων ειδικότερα των επιταγών και πάλι οι όποιες ανησυχίες των εναγομένων διασκεδάζονται. Όφειλαν εφόσον θέτουν το ζήτημα να ήταν συγκεκριμένοι και να παρέθεταν λεπτομέρειες και στοιχεία των επιταγών αυτών, δηλαδή ποιες από αυτές εξαργυρώθηκαν, ποιες παρέμειναν απλήρωτες και τις συνθήκες έκδοσης τους και τι αφορούσαν κάθε φορά. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι πλήρωναν και με την καταβολή κουπονιών με αποτέλεσμα ο λογαριασμός τους να εξοφληθεί πλήρως. Όμως ενώ είναι στη διάθεση τους τα στοιχεία σε σχέση με τα κουπόνια και την αξία τους, εφόσον αυτοί είναι που προβάλλουν αυτόν τον ισχυρισμό, εντούτοις δεν παρέχουν κανένα στοιχείο και κατά αόριστο τρόπο ισχυρίζονται ότι αυτά ξεπερνούσαν το ποσό των €50.000.- χωρίς όμως να προσδιορίζεται η επακριβής αξία τους. Στην αγόρευση τους μάλιστα μειώνουν το ποσό προβάλλοντας ότι αυτό ξεπερνούσε μόνο τις €10.000-. Όφειλαν οι εναγόμενοι για να είναι πειστικοί για μια τέτοια ενδεχόμενη υπεράσπιση να παρουσιάσουν αποδείξεις γι΄αυτά τα κουπόνια. Για τον αριθμό τους, την αξία τους και πόσα από αυτά αν δόθηκαν τελικά και έναντι ποιων αποδείξεων εξαργυρώθηκαν. Σε κάθε περίπτωση καμιά εξοφλητική απόδειξη δεν παρουσιάστηκε. Παρέμεινε ένας αόριστος, ασαφής και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός και ως τέτοιος απορρίπτεται. Σε σχέση δε με τα τιμολόγια για όλα τα εμπορεύματα τα οποία αγόραζαν από τους ενάγοντες τα οποία ισχυρίζονται ότι τα εξόφλησαν, δεν παρουσίασαν κανένα από αυτά και ως αόριστος και αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται. Τουναντίον, οι ενάγοντες παρουσίασαν ως τεκμήριο την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσαν για τους εναγόμενους όπου φαίνονται όλες οι μεταξύ τους συναλλαγές με λεπτομέρεια. Σε σχέση ειδικότερα με τον ισχυρισμό τους για τις επιταγές αυτός καταρρίπτεται από μια απλή μελέτη του Τεκμηρίου Α και των στοιχείων που παρατίθενται σ΄αυτό. Κρίνω ότι οι θέσεις και οι ισχυρισμοί των εναγομένων παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Περιορίζονται σε γενικόλογες αναφορές χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες σε τι ακριβώς συνίστανται σε αντίθεση τα όσα ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες, παρουσιάζοντας τη σχετική κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσαν για τις δοσοληψίες τους με τους εναγόμενους, τις οποίες παραδέχονται οι τελευταίοι, και στις οποίες παρατίθενται όλες οι σχετικές λεπτομέρειες για αυτές τις δοσοληψίες κατά την επίδικη περίοδο. Επομένως είναι η κατάληξη μου ότι οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα εκλαμβάνονταν ως καλή υπεράσπιση, τουναντίον φάνηκε ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς τους ήταν ευκαιριακοί. Σε σχέση με τις γενικόλογες και χωρίς λεπτομέρειες αναφορές παραπέμπω στην Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 CLR 265: "The defendant´s affidavit must ¨condescend upon particulars¨ and should as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied upon as supporting it." Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι οι εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν, να παρουσιάσουν δηλαδή τέτοια στοιχεία και γεγονότα που να περιέχουν έστω ψήγματα υπεράσπισης, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η νομολογία μας επιτάσσει την αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αναπόδραστα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης και έτσι προχωρώ στην έκδοση απόφασης εναντίον τους σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως για το ποσό των €131.239,10σ. συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. πλέον νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής δηλαδή από 20.12.2013 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο