A. PRINCES AIRPORT PARKING LIMITED (HE223118) ν. HERMES AIRPORTS LIMITED (HE152453), Αρ. Αγωγής: 2469/2014, 17/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A316 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2469/2014 Μεταξύ: A. PRINCES AIRPORT PARKING LIMITED (HE223118) Οδός Κωστή Παλαμά αρ. 12, 7060 Λειβάδια, Λάρνακα Ενάγοντες/Αιτητές και HERMES AIRPORTS LIMITED (HE152453) Παλαιός Δρόμος Λευκωσίας-Λεμεσού, 2003 Αθαλάσσα, Λευκωσία Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 13.11.2014 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης 17 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Α. Κοζάκος για Α. Α. Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αιτητή: κ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 15.10.2014 που υποβλήθηκε στα πλαίσια της αγωγής (στο εξής η κυρίως αίτηση), οι Ενάγοντες εξασφάλισαν προσωρινά διατάγματα. Μετά την επίδοση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, οι Εναγόμενοι ήγειραν ένσταση στη συνέχιση ισχύος τους. Προς τούτο, καταχώρησαν στις 10.11.2014 γραπτή ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του Ηλία Λιόλιου, διευθυντή εμπορικών υποθέσεων και ανάπτυξης ακινήτων των Εναγομένων. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης από τους Ενάγοντες ημερομηνίας 13.11.2014, με την οποία ζητούν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωση προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης. Όπως επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, επιχειρείται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γιατί κάποιοι από τους ισχυρισμούς των Εναγομένων στην ένσταση που καταχώρησαν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, «είναι παντελώς ψευδείς και ανυπόστατοι, άλλοι δε ισχυρισμοί προβάλλονται με τρόπο παραπλανητικό» και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα παρέχει στους Ενάγοντες τη «δυνατότητα της αντίκρουσης με απόδειξη του ψεύδους καθώς και του παραπλανητικού χαρακτήρα τους» ενώ, «λόγω ακριβώς του ανυπόστατου, του ψευδούς και του παραπλανητικού χαρακτήρα των ισχυρισμών αυτών δεν ήταν δυνατό οι ισχυρισμοί αυτοί να προβλεφθούν και να αντικρουστούν προκαταβολικά με την κύρια ένορκη δήλωση». Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες επιθυμούν να απαντήσουν σε «πρωτογενείς ισχυρισμούς» των Εναγομένων που δεν ήταν δυνατό να προβλέψουν κατά το στάδιο καταχώρησης της κυρίως αίτησης καθώς και να τοποθετηθούν σε σχέση με ισχυρισμούς των Εναγομένων που είναι μεταγενέστεροι της αρχικής αίτησης. Οι Εναγόμενοι ενίστανται στην παροχή της άδειας για καταχώρηση συμπληρωματική ένορκης δήλωσης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι οι Ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν καλό λόγο ώστε να το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς ικανοποίηση του αιτήματος, ότι η συνέχιση ισχύος προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς πρέπει να εξετάζεται μόνο στη βάση των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης του, ότι δεν επιτρέπεται η προσθήκη ισχυρισμών μεταγενέστερων της αρχικής αίτησης και ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας μαρτυρίας και αλλοίωση της αρχικής εικόνας που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο όταν εξέδιδε το προσωρινό μονομερές διάταγμα. Επιθυμώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει με προσοχή την υπό κρίση αίτηση, την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση καθώς και την ένσταση και την ένορκη δήλωση με την οποία αυτή συνοδεύεται. Έχω επίσης μελετήσει με προσοχή τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, όπως αυτά προωθήθηκαν από τους συνηγόρους στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κατά την εκδίκαση αιτήσεων εδράζεται στη Δ.48 θ.4
(2)η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων.» Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[1]. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, δεν αμφισβητείται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όμως η άδεια αυτή πρέπει να παρέχεται σπάνια και στις κατάλληλες περιπτώσεις. Το τι συνιστά «καλό λόγο» για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για τους σκοπούς της Δ.48 θ4
(2), δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο αλλά εξαρτάται από το είδος της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται το σχετικό αίτημα, τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και την αιτιολόγηση που προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών. Στην προκειμένη περίπτωση, η κυρίως αίτηση αφορά την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Το Εφετείο πραγματεύτηκε τη δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων στα πλαίσια αίτησης αυτής της φύσης στην πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011, ημερομηνίας 17.7.2014, στην οποία παρέπεμψε και ο συνήγορος των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. Παραπέμπω στο ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «.σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου. και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Tου πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Aρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Ιnjunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατη που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Με αυτό το υπόβαθρο, καίριο επομένως ζήτημα είναι κατά πόσο εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της κυρίως αίτησης με το να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να εξεταστεί εάν οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Από το περιεχόμενο τη ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση αλλά και από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγόντων/Αιτητών διαφαίνεται ότι επιδιώκεται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, μεταξύ άλλων, ώστε να αντικρουστεί ψευδής και παραπλανητική, όπως χαρακτηρίζεται, προσπάθεια των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και για να παρασχεθούν διευκρινίσεις και απαντήσεις επί κάποιων αναφορών της ένστασης. Επιδιώκεται επίσης με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση να αντικρουστούν «πρωτογενείς», όπως χαρακτηρίζονται, ισχυρισμοί των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και να δοθεί στο Δικαστήριο πιο «ολοκληρωμένη» εικόνα αναφορικά με τα γεγονότα. Κρίνω ότι οι επιδιώξεις των Εναγόντων/Αιτητών με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν συνιστούν «καλό λόγο» ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της. Έχω ήδη εξηγήσει, με αναφορά στη νομολογία, ότι σε περιπτώσεις όπου η κυρίως αίτηση αφορά την μονομερή έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεν επιτρέπεται να προσκομιστεί μεταγενέστερα επιπρόσθετη μαρτυρία από τους Αιτητές. Αυτό διότι για την έκδοση ενός μονομερούς, προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του όταν επιλαμβάνεται της κυρίως αίτησης. Στη βάση αυτής της μαρτυρίας η οποία είναι, εκ των πραγμάτων και στο στάδιο εκείνο, αναντίλεκτη, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο πληρούνται οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος και είναι στη βάση εκείνης της μαρτυρίας που πρέπει να αποφασίσει την οριστικοποίηση ή όχι του διατάγματος αυτού. Επί του προκειμένου, μαρτυρία που οι Ενάγοντες/Αιτητές είχαν στη διάθεση τους κατά το χρόνο καταχώρησης της κυρίως αίτησης και επέλεξαν να μην θέσουν τότε ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε γιατί δεν την θεώρησαν σχετική είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο, δεν μπορεί να παρουσιαστεί μετά την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων. Εφόσον το Δικαστήριο δεν την είχε υπόψη του όταν εξέδιδε το μονομερές διάταγμα, δεν μπορεί να την λάβει υπόψη ούτε όταν αποφασίζει εάν η ισχύς του πρέπει να συνεχίσει. Η επιλογή ενός διαδίκου να αποταθεί στο Δικαστήριο μονομερώς, ενέχει αυτό τον «κίνδυνο» ή περιορισμό. Το καθήκον ενός διάδικου που αποτείνεται στο Δικαστήριο και ζητά θεραπεία μονομερώς, για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη είναι απόλυτο και αυστηρό. Ο ουσιώδης χρόνος κατά τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να έχει ολοκληρωμένη εικόνα όλων των σχετικών γεγονότων είναι ο χρόνος κατά τον οποίο αποφασίζει την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Πέραν τούτου, σε αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με την ουσία της επίδικης διαφοράς, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε και σε διερεύνηση και κατάληξη επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Εάν επιτραπεί η ανταλλαγή διαδοχικών ενόρκων δηλώσεων με συγκρουόμενες αναφορές σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής και την ενδεχόμενη υπεράσπιση, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος η παρούσα διαδικασία να εκτροχιαστεί. Ο σκοπός της διαδικασίας της κυρίως αίτησης είναι συγκεκριμένος και η προσέγγιση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της γίνεται με πλήρη επίγνωση των περιορισμών και ορίων της διαδικασίας αυτής. Υπενθυμίζω ότι το τι συνιστά «καλό λόγο» για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να αποφασίζεται υπό το πρίσμα και σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της κυρίως αίτησης. Με δεδομένα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε έρεισμα που να συνιστά καλό λόγο ώστε να δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επομένως η αντίστοιχη προϋπόθεση της Δ.48 θ. 4
(2)δεν πληρείται. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, σύμφωνα με το συνήθη κανόνα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο