← Κύπρος

Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α. ν. Αντώνη Κεφάλα, Αρ. Αγωγής: 1177/14, 26/11/2014

Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α. ν. Αντώνη Κεφάλα, Αρ. Αγωγής: 1177/14, 26/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A299 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1177/14 Μεταξύ: 1.Ανδρέα Κωνσταντίνου 2.Κώστα Κωνσταντίνου Εναγόντων και Αντώνη Κεφάλα Εναγομένου Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες / αιτητές: κ. Εμπεδοκλής για Δρα Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία Για τον εναγόμενο / καθ΄ου η αίτηση: Ο ίδιος προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση με ημερομηνία 12.06.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Με την αίτηση τους οι ενάγοντες/ αιτητές αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η έκθεση απαιτήσεως τους πλέον τα δικαστικά έξοδα και Φ.Π.Α. σύμφωνα με τη Διαταγή 18 Θ. 1 - 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση έχει επίσης ως νομικό της υπόβαθρο την Διαταγή 48 Θ. 1 - 4, 8 και

  1. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζει με ένορκο δήλωση του ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, ενάγοντας αρ. 2, ο οποίος δηλώνει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην ένορκο δήλωση και από τον ενάγοντα αρ. 1 και ότι γνωρίζει καλώς τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αναφέρονται στην οπισθογράφηση τα οποία είναι αληθινά και τα οποία επαναλαμβάνει στην ένορκο του δήλωση ως ακολούθως: (α) Οι ενάγοντες είναι εργολάβοι ή και έχουν συμφέροντα σε εργοληπτική εταιρεία. (β) Κατόπιν συμφωνίας ή και τελικού λογαριασμού στην αγωγή υπ΄ αρ.1337/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ο εναγόμενος ανέλαβε να καταβάλει στους ενάγοντες ή και σ΄ οποιοδήποτε από αυτούς την 30.04.2014, το ποσό των €100.000.- με τόκο 5.5.% δυνάμει συμφωνίας ή και γραμματίου ή/και καλού ημερομηνίας 19.11.2013 (τεκμήριο «1»). (γ) Έναντι των ανωτέρω τίποτε δεν επληρώθη. Περαιτέρω δηλώνει ότι ο εναγόμενος μετά την έγερση της αγωγής ουδέν ποσόν επλήρωσε και ως εκ τούτου αξιώνουν εναντίον του εναγομένου απόφαση ως το αιτητικό της αγωγής, τα έξοδα και οιανδήποτε θεραπεία ήθελε θεωρήσει το Δικαστήριο δίκαιη και εύλογη. Εκφράζει δε την πίστη του ότι ο εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση και καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης απλώς και μόνο για να κερδίσει χρόνο και ότι η ενέργεια του αυτή μόνο αδικία μπορεί να προκαλέσει στους ενάγοντες και τίποτε άλλο. Ο εναγόμενος / καθ΄ού η αίτηση με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως του προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω στη συνέχεια αυτολεξεί:
  2. Η εκτέλεση του εγγράφου δεν ήταν σύννομη αφού δεν υπάρχει αντάλλαγμα. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει διαζευκτικές βάσεις απαίτησης. Το έγγραφο δεν είναι σύννομο ούτε έγκυρο.
  3. Το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αίτηση αφού η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι αντίθετη με την διαταγή Δ.18 θ
  4. Δεν ορκίζονται και οι δύο ενάγοντες. Η αναφορά σε εξουσιοδότηση δεν είναι επαρκής. Δεν επιβεβαιώνεται η αίτια της αγωγής.
  5. Οι αιτητές δεν εκφράζουν ρητά και αληθώς την πεποίθηση τους ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση. Υπάρχει γνήσια και καλή υπεράσπιση. Έχει το δικαίωμα ο εναγόμενος να υπερασπιστεί.
  6. Η αίτηση είναι παράτυπη και καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο ίδιος ο εναγόμενος / καθ΄ού η αίτηση και σε αυτή προβάλλει τα ακόλουθα:
  7. Είμαι ο εναγόμενος και προβαίνω στην παρούσα δήλωση. Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αφού εγώ υπέγραψα το επίδικο έγγραφο και σε απάντηση των ισχυρισμών του ενάγοντα αναφέρω τα πιο κάτω:
  8. Το έγγραφο δεν είναι νόμιμο έγγραφο ούτε και εμπεριέχει αντάλλαγμα ως προνοεί η νομοθεσία μας. Το ακριβές αντίγραφο του επίδικου εγγράφου είναι αυτό που επισυνάπτω στην ένορκο μου δήλωση χωρίς καμία άλλη υπογραφή όπως εμφαίνεται στο κάτω μέρος του εγγράφου που συνοδεύει την αίτηση (τεκμήριο Α).
  9. Στο έγγραφο δεν αναγράφεται ότι ανέλαβα υποχρέωση ικανοποίησης της ρηθείσας αγωγής. Η αγωγή 1337/08 του Ε.Δ. Αμμοχώστου που αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του ενάγοντα αφορά άλλα πρόσωπα και δεν έχει να κάνει με τους ενάγοντες (σχετικό τεκμήριο Β επισυνάπτεται).
  10. Ο ενάγοντας όφειλε να αναφέρει στην ένορκο δήλωση του την αυστηρή πεποίθηση του ότι δεν έχω καμιά υπεράσπιση. Βασίζει την απαίτηση του σε διαζευκτικές βάσεις χωρίς να ξεκαθαρίζει σε ποια βάση στηρίζει την απαίτηση του για να μπορέσω να υπερασπιστώ. Όφειλε ο ενάγοντας να αναφέρει πάνω σε ποιο και τι είδος έγγραφο αντλεί την αξίωσή του.
  11. Δεν υπάρχει ρητή και επαρκής εξουσιοδότηση του 1ου εναγομένου προς τον 2ο για εκτέλεση της ενόρκου δηλώσεως. Δεν έχω αναλάβει καμία νόμιμη υποχρέωση έναντι των εναγόντων και ότι υπεγράφη από μένα είναι παράνομη ή και άκυρη συναλλαγή.
  12. Πιστεύω ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να μου δοθεί να υπερασπιστώ ως είναι ατομικό μου δικαίωμα αφού έχω καλή και γνήσια υπεράσπιση. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος / καθ΄ού η αίτηση μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ήτοι στις 17.06.2014 καταχώρησε την έκθεση υπεράσπισης του με την οποία αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων εκτός για όσους από αυτούς προβαίνει σε παραδοχή τους. Δέχεται ότι οι ενάγοντες ασχολούνται με οικοδομικές εργασίες αλλά αρνείται ότι υπέγραψε οιοδήποτε νόμιμο έγγραφο και/ή γραμμάτιο προς όφελος των εναγόντων. Διαζευκτικά ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν ανέλαβε καμιά νόμιμη υποχρέωση έναντι των εναγόντων και ως εκ τούτου αιτείται την απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης ή και καταχρηστικής με έξοδα. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αγορεύσεις στις οποίες επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της κάθε πλευράς δίδοντας έμφαση σε κάποιους από αυτούς με επιχειρήματα και σε παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες. Οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για να έχει το Δικαστήριο σύμφωνα με τη Δ.18

(1)(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση πληρούνται. Αυτές είναι (α) το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της διαταγής Δ.2 Θ. 6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) την αίτηση να τη συνοδεύει ένορκος δήλωσης. Εφόσον πρόκειται για ενάγοντα νομικό πρόσωπο αυτή γίνεται υπό προσώπου που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και σε αυτή δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ) δηλαδή της επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Geskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R. 130, Symont & Co v. Palmer's Stores Ltd
(1912)1 C.L.R. 259, Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 και The Gulf Traders Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1168 από τις οποίες προκύπτει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο στις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ. 1 (α) της Δ.18. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 124 παρ 14-2-5 στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14). Αναγνωρίζεται στη περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής, είναι εταιρεία , όπως η περίπτωση μας, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 Θ. 1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει την ιδιότητα του και την προσωπική γνώση των γεγονότων που έχει ως εκ της ιδιότητας του αυτής και την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί στην ένορκο δήλωση. Προκύπτει από όσα αυτός λέγει στην ένορκο δήλωση του ότι είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και κάμνει, παραθέτοντας ως τεκμήριο τη σχετική συμφωνία. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, CYMS co Ltd v. Central Co- Operative Industries co Ltd.
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 33). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του εναγομένου κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs v. Booth΄s Distillery Co. 85 L.T.R. 269. Η νομολογία καθορίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (
  1. i)Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και /ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια και (
  2. ii)η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18, Θ. 1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου ("condescend upon particulars"). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη όπως ήταν τότε που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο". Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance (ανωτέρω), ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N. V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) σελ. 1912). Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ΄ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1966)1 Α.Α.Δ.). Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co. L.T.R. 262 " it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all"). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα,
(1999)1 Α.Α.Δ. (Β) σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: "Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p.174, para 14.09.99)." Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gtoil Overseas Inc (C.A.)
(1987)2 Loyd's Rep. 4651 ως πιο κάτω: "Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι Εναγόμενοι έχουν μια συζητήσιμη υπόθεση". Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ. (Α) σελ. 418 με αναφορά στην CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα:, «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης...... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Ποιοι είναι βασικά οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί των εναγομένων στη παρούσα υπόθεση τους έχω καταγράψει πιο πάνω. Είναι γεγονός ότι η αγωγή εδράζεται σε διαζευκτικές βάσης αγωγής «δυνάμει συμφωνίας ή και γραμματίου ή/και καλού...» Τα ίδια επαναλαμβάνονται και στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Επομένως δικαιολογημένος είναι ο ισχυρισμός από πλευράς εναγομένου ότι τον θέτει σε δυσμενή θέση ως εκ τούτου. Σίγουρα με τον τρόπο που προβάλλεται ο ισχυρισμός δεν μπορεί να έχει επιτυχία εφόσον η διαζευκτική παράθεση δύο εκδοχών και μάλιστα με ένορκη δήλωση όπως εν προκειμένω, δεν προσθέτουν πειστικότητα σε οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς (βλ. Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. v. Liberty Life Insurance Ltd Πολ. Έφεση Αρ. 11123 ημερ. 11.07.2004 στη σελ. 7). ?????? Επιπρόσθετα οι λεπτομέρειες που παρέχονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες προς απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι τέτοιες που να αποκαλύπτουν από πού προέρχεται η αξίωση, ποιο είναι το αντάλλαγμα της εφόσον κατά τον εναγόμενο η αγωγή της οποίας γίνεται επίκληση αφορούσε τουλάχιστον από πλευράς εναγόντων διαφορετικά πρόσωπα όπως προκύπτει από το τεκμ. Β που επισυνάπτεται. Κατά την άποψη μου δύο είναι οι καθοριστικοί λόγοι τους οποίους προβάλλει η πλευρά των εναγομένων και έχουν σημασία ως προς την έκβαση της αίτησης. Θα αναφερθώ σε αυτούς καθώς έτυχαν και ιδιαίτερη έμφασης και διευκρίνησης εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων στο στάδιο των αγορεύσεων: Πρώτον, η εμμονή σε διαζευκτική βάση αγωγής. Δεύτερον, ο ισχυρισμός περί συμφωνίας διευθέτησης αγωγής της οποίας όμως οι ενάγοντες ήτα διαφορετικοί από αυτούς που ενάγουν στην παρούσα. Πιστεύω ότι με βάση όλα τα πιο πάνω, που αποτελούν θέσεις και ισχυρισμούς του εναγομένου, προκύπτει θέμα προς εκδίκαση, χωρίς να εξετάζονται οι πιθανότητες επιτυχίας τους στο τέλος, διευκρινίζω ότι δεν αξιολογούνται αυτοί οι ισχυρισμοί στο στάδιο αυτό. Ο εναγόμενος είμαι της άποψης ότι έχει αποσείσει με την παράθεση λόγων στην ένσταση του και με ικανοποιητική ευκρίνεια κατά το στάδιο της αγόρευσης του το βάρος που είχε για το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο των ισχυρισμών του. Το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο εν όψη των πιο πάνω να στερήσει από τον εναγόμενο του δικαιώματος του να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Μελέτησα όλα τα σχετικά έγγραφα που επισυνάφθηκαν, τις θέσεις των δύο πλευρών όπως παρουσιάζονται στις ενόρκους δηλώσεις τους και την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν κατά τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και με γνώμονα τις νομολογιακές αρχές που έχουν διαχρονικά καθιερωθεί σε σχέση με αυτής της φύσης τα αιτήματα καταλήγω στα ακόλουθα: Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει της καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους του εναγομένου σε σχέση με την επακόλουθη διαδικασία να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ΄ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.