Ανδρέας Λεωνίδου, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 30/2014, 9/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A308 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 30/2014 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Ανδρέας Λεωνίδου, Α.Δ.Τ. 625996, Λευκάδος 5, 7102, Αραδίππου Χρεώστης Αίτηση Χρεώστη ημερ. 3.10.2014 για αναστολή εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης 9 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Χρεώστη/Αιτητή: κ. Χ'Παρασκευά για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για Πιστωτές/Καθ' ων η Αίτηση: κα Δήμου για Μάριο Γεωργίου & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Χρεώστης/Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα που να αναστέλλει την περαιτέρω διαδικασία της αίτησης πτώχευσης μέχρι την εκδίκαση αίτησης που έχει καταχωρήσει στα πλαίσια της αγωγής 3635/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για παραμερισμό της απόφασης στην εν λόγω αγωγή. Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το εξ αποφάσεως χρέος για το οποίο είχε εκδοθεί η ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του Χρεώστη. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 άρθρα 3-6, 11, 87, 90, 93
(2)και 97, στους περί Πτωχεύσεων Κανονισμούς, Καν. 2, 4, 6-8, 16, 44, 46, 47, 50, 60, 63, 71, 187 και 188 και στους περί Πολιτική Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.40 θ. 2, 3, 7, 8, 9, 11 και 15, Δ.48 θ. 1-4, 18 και 19, Δ.64,. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρεώστη/Αιτητή. Οι Πιστωτές/Καθ' ων η Αίτηση ήγειραν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος η οποία υποστηρίζεται με τη σειρά της από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Αλεξάνδρου, διευθυντή των Πιστωτών/Καθ' ων η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν, περιλαμβάνουν το ότι ο νόμος και η νομολογία δεν παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος. Έχω μελετήσει με προσοχή τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Από τα γεγονότα που επικαλούνται και οι δύο πλευρές διαπιστώνω ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν αμφισβητείται ουσιαστικά. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Πιστωτών/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Χρεώστη/Αιτητή στην αγωγή 3635/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για ποσό €81.429,90 πλέον τόκους και έξοδα. Η απόφαση εκδόθηκε συνεπεία της παράλειψης του Χρεώστη/Αιτητή να εμφανιστεί στην αγωγή. Στην πορεία, επιδόθηκε στον Χρεώστη/Αιτητή ειδοποίηση πτώχευσης με την οποία κλήθηκε να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Στη συνέχεια οι Πιστωτές/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την υπό τον ως άνω τίτλο αίτηση πτώχευσης. Στο μεταξύ, ο Χρεώστης/Αιτητής είχε καταχωρήσει αίτηση ημερομηνίας 30.5.2014 για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή 3635/2013 η οποία ακόμα εκκρεμεί προς εκδίκαση. Η εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ των Πιστωτών/Καθ' ων η Αίτηση στην αγωγή 3635/2013 δεν έχει ανασταλεί. Πέραν των πιο πάνω, ο Οφειλέτης/Αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι θα ήταν «κατάφορα άδικο να υποστ[εί] τις καταστροφικές συνέπειες που συνεπάγεται η πτώχευση πριν την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού» ενώ, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τότε η αίτηση παραμερισμού θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αναφέρεται επίσης στην επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή 3635/2013 την οποία και αμφισβητεί, στην υπεράσπιση που επιδιώκει να προβάλλει στην αγωγή 3635/2013 εάν επιτύχει η αίτηση παραμερισμού καθώς και στη θέση του ότι μέρος του εξ αποφάσεως χρέους έχει ήδη εξοφληθεί. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, με τη σειρά του, αποδέχεται ότι μέρος του εξ αποφάσεως χρέους έχει εξοφληθεί ενώ επιμένει στους λόγους ένστασης που προβάλλουν οι Πιστωτές/Καθ΄ων η Αίτηση. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στις αγορεύσεις τους τις οποίες έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Στη βάση των πιο πάνω, στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο η δικαιοδοτική βάση της αίτησης παρέχει το έρεισμα για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα άρθρα 3, 4 και 5 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού ρυθμίζουν αντίστοιχα, το τι συνιστά πράξη πτώχευσης εν τη εννοία του Νόμου, τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος παραλαβής και τους όρους βάσει των οποίων πιστωτής δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης. Το άρθρο 6 του Κεφ. 5 επίσης κρίνω ότι δεν είναι σχετικό αφού περιλαμβάνει πρόνοιες σχετικές με την ακρόαση αίτησης πτώχευσης. Η δε παράγραφος
(4)του άρθρου 6 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αναστολής αίτησης πτώχευσης μόνο σε περιπτώσεις που η ειδοποίηση πτώχευσης αφορά μη πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους και εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης. Συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Το άρθρο 11 του Κεφ. 5 επίσης δεν κρίνεται σχετικό αφού αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει άλλες διαδικασίες, μέτρα εκτέλεσης ή αγωγές που εκκρεμούν εναντίον του χρεώστη ή της περιουσίας του καθ΄ όσο χρόνο εκκρεμεί εναντίον του αίτηση πτώχευσης. Τα δε άρθρα 87, 90 και 93
(2)του Κεφ. 6 θέτουν διαδικαστικές και ρυθμιστικές διατάξεις σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε διαδικασίες πτώχευσης και δεν κρίνονται βοηθητικά. Στέκομαι στο άρθρο 97 του Κεφ. 5, που κατά την κρίση μου, αποτελεί την ουσιαστική δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «Το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε, για επαρκή λόγο να εκδώσει διάταγμα αναστολής των διαδικασιών της αίτησης πτώχευσης είτε εντελώς είτε για περιορισμένο χρόνο, με τέτοιους όρους και τηρουμένων τέτοιων προϋποθέσεων ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.» Η συγκεκριμένη πρόνοια παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια για αναστολή διαδικασίας αίτησης πτώχευσης εάν ικανοποιηθεί ότι συντρέχει «επαρκής λόγος». Δεν διευκρινίζονται οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όμως το βάρος της αιτιολόγησης του αιτήματος βρίσκεται σαφώς στους ώμους του αιτητή. Σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει νομολογία επί της συγκεκριμένης πρόνοιας του Κεφ. 5 ενώ οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών επίσης δεν έχουν παραπέμψει σε δεσμευτική νομολογία επί της συγκεκριμένης διάταξης. Στην απουσία ρητής καθοδήγησης από τη νομολογία, κρίνω ότι το κατά πόσο λόγος που προβάλλεται για αναστολή διαδικασίας αίτησης πτώχευσης επαρκεί, επαφίεται στο Δικαστήριο και πρέπει, θεωρώ, να εξεταστεί σε συνάρτηση με όλα τα γεγονότα και τις παραμέτρους της συγκεκριμένης περίπτωσης, περιλαμβανομένων των ενδεχομένων επιπτώσεων στα εμπλεκόμενα μέρη, το κατά πόσο θα ήταν εύλογο ή δίκαιο να ανασταλεί η διαδικασία και χωρίς να παραγνωρίζεται το καθήκον του Δικαστηρίου σε διαδικασίες αυτής της φύσεως που είναι η προστασία της περιουσίας του χρεώστη εάν διαπιστωθεί η διάπραξη από αυτόν πράξης πτώχευσης[1]. Η συνήγορος των Πιστωτών/Καθ' ων η Αίτηση, παρέπεμψε το Δικαστήριο κατά την αγόρευση της στο σύγγραμμα The Law and Practice in Bankruptcy, Williams and Muir Hunter, 19η έκδοση, σελ. 470, σύμφωνα με το οποίο η αντίστοιχη πρόνοια στο Αγγλικό Bankruptcy Act του 1914[2] «.is presumably meant to stay proceedings after receiving order...», ήτοι εφαρμόζεται μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Όμως, το λεκτικό του άρθρου 97 του Κεφ. 5 δεν αναφέρει αλλά ούτε και εισηγείται ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί μόνο μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής. Αντίθετα, ο νομοθέτης δεν έθεσε κανένα χρονικό περιορισμό στο λεκτικό ή στη διατύπωση της συγκεκριμένης πρόνοιας επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει τη λέξη «οποτεδήποτε», και να το εντάξει στο μέρος VI του Κεφ. 5 που αφορά τη δικαιοδοσία, διαδικασία και εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνεπώς θεωρώ ότι διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι γενική και μπορεί να ασκηθεί εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει επαρκής λόγος για την αναστολή της διαδικασίας αίτησης πτώχευσης. Έχω ήδη αναφερθεί στα γεγονότα που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο καθώς και στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου με τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Το παρόν Δικαστήριο δεν θα εκδικάσει και δεν θα αποφασίσει κατά πόσο η αίτηση παραμερισμού της απόφασης στην αγωγή 3635/2013 πρέπει να επιτύχει ή όχι. Επομένως τα όσα περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις και αφορούν την ουσία της αίτησης παραμερισμού προσεγγίζονται με μεγάλη επιφύλαξη και δεν θα τύχουν ουσιαστικής εξέτασης στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Με αυτό το δεδομένο και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, κρίνω σημαντικό το ότι η καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού προηγείται της καταχώρησης της αίτησης πτώχευσης και ότι το ουσιαστικό επιχείρημα που προβάλλεται από τον Χρεώστη/Αιτητή για την μη εμφάνιση του στην αγωγή 3635/2013 είναι ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής αυτής. Επί αυτού σημειώνω τη θέση του ότι το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που του επιδόθηκε δεν φέρει την υπογραφή του κάτι που επιβεβαιώνεται από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που διενήργησε την επίδοση (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει). Τα πιο πάνω συνηγορούν κατά την κρίση μου, στο ότι ο Χρεώστης/Αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα στην καταχώρηση και προώθηση της αίτησης παραμερισμού αλλά ούτε και της υπό κρίση αίτησης, ενώ αναφέρω ότι ούτε οι Πιστωτές/Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Χρεώστης/Αιτητής ενεργεί κακόπιστα. Συνυπολογίζω το επιχείρημα του Χρεώστη/Αιτητή ότι σε περίπτωση που η παρούσα διαδικασία δεν ανασταλεί, τότε η αίτηση παραμερισμού θα καταστεί ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Τέλος λαμβάνω υπόψη ότι εάν δεν ανασταλεί η παρούσα διαδικασία τότε, ακόμα και αν η αίτηση παραμερισμού επιτύχει, ο Χρεώστης/Αιτητής θα έχει ήδη υποστεί τις καταλυτικές συνέπειες ενός ενδεχόμενου διατάγματος παραλαβής. Δεν παραγνωρίζω ότι το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου σε διαδικασίες πτώχευσης είναι η προστασία της περιουσίας του οφειλέτη όταν διακριβωθεί ότι έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης όμως, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν διακρίνω ότι ο Χρεώστης/Αιτητής προωθεί την υπό κρίση αίτηση για σκοπούς που προσκρούουν ή επιδιώκουν να καταστρατηγήσουν τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ.5 ή για οποιοδήποτε άλλο αθέμιτο σκοπό. Στην βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος του Χρεώστη/Αιτητή και, συνακόλουθα, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης ημερομηνίας 12.6.2014 για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Ανδρέα Λεωνίδου μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 30.5.2014 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3635/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην ένσταση των Πιστωτών/Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με την παροχή εξασφαλίσεων για τα δικηγορικά έξοδα, κρίνω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Αυτά είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης απόφασης στα πλαίσια της Δ.35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 97 του Κεφ. 5[3]. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της παρούσας αίτησης και το λόγο για τον οποίο αναστέλλεται η πτωχευτική διαδικασία, θεωρώ ότι είναι δίκαιο τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης παραμερισμού που αποτελεί το υπόβαθρο της αναστολής. Νοείται ότι σε κάθε περίπτωση, τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Συνεπεία των πιο πάνω η κυρίως αίτηση πτώχευσης τίθεται εκτός πινακίου. Να οριστεί από το Πρωτοκολλητείο εκ νέου, μετά την έκδοση της τελικής απόφασης στην αίτηση παραμερισμού, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εκ των διαδίκων. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Άρθρο 5, περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5 [2] Section 113, Bankruptcy Act 1914: "The court may at any time, for sufficient reason, make an order staying the proceedings under a bankruptcy petition, either altogether or for a limited time, on such terms and subject to such conditions as the court may think just." [3] Μαρίας Λοΐζου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δερύνειας
(2009)1 ΑΑΔ 279 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο