Νίκος Γεωργίου Τηλεμάχου ν. Τηλέμαχος Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1226/2012, 30/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A252 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1226/2012 Μεταξύ: Νίκος Γεωργίου Τηλεμάχου Ενάγοντος και Τηλέμαχος Γεωργίου Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο/ αιτητή: κα Γεωργία Πάτσαλου για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα/ καθ΄ού η Αίτηση: κα Θεοδώρα Σπετσιώτη για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης) Ο εναγόμενος - αιτητής (στη συνέχεια ¨ο αιτητής¨) με την παρούσα αίτηση του εξαιτείται την αναστολή της απόφασης που εκδόθηκε στις 12.03.2013 μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην έφεση που καταχώρησε με αριθμό 41/2013. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί Δ.35 Θ. 18, 19, Δ.40 Θ. 7 και 11 και Δ.48 Θ. 1 - 4 και 9, στο Κεφ. 6, η νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης προέρχεται από την ένορκο δήλωση του ίδιου του αιτητή κ. Τηλέμαχου Γεωργίου. Δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης όπως και από πληροφόρηση που έχει από τρίτα πρόσωπα τα οποία κατονομάζει, από νομικές συμβουλές από τον δικηγόρο του και από πληροφορίες που αντλεί από τον φάκελο της δικογραφίας. Αναφέρει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε στις 12.03.2013 (ex tempore) απόφαση, στα πλαίσια αίτησης του ενάγοντος / καθ΄ού η αίτηση στη παρούσα (στη συνέχεια ¨καθ΄ού η αίτηση¨), για έκδοση συνοπτικής απόφασης, με την οποία εκδόθηκε υπέρ του καθ΄ού η αίτηση και εναντίον του αιτητή απόφαση για το ποσό των €150.000= πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Περαιτέρω, με την ανωτέρω απόφαση επιδικάστηκαν υπέρ του καθ΄ού η αίτηση και εναντίον του τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. Στις 26.03.2013 ο αιτητής καταχώρησε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του έχει πολύ καλή υπόθεση με τεκμηριωμένο λόγο έφεσης για επιτυχία της εφόσον το επίδικο γραμμάτιο δεν ήταν γραμμάτιο συνήθους τύπου και δεν θα έπρεπε να εκδοθεί η επίδικη απόφαση εναντίον του από τη στιγμή που ο ενάγοντας μόνο αυτήν την θεραπεία ζητούσε και προώθησε. Σε περίπτωση που δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να καταβάλει στον καθ΄ού η αίτηση το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση και τους τόκους, ποσό το οποίο ένεκα της οικονομικής κρίσης που επικρατεί στην Κύπρο σήμερα και ένεκα του ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, δεν είναι σε θέση να καταβάλει ή και να δανειστεί, από τη στιγμή μάλιστα που δεν οφείλει τίποτε στον ενάγοντα. Ήδη καταχωρήθηκε ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης της κινητής του περιουσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για τα πιο πάνω ποσά και έτσι κινδυνεύει να του κατασχεθεί κινητή περιουσία, γεγονός που θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς την χρειάζεται για την καθημερινή του ζωή και για τις καθημερινές του δραστηριότητες και σε περίπτωση επιτυχίας της ανωτέρω έφεσης του, δεν θα του επιστραφεί. Εδώ ανοίγω μια παρένθεση, χωρίς βέβαια ιδιαίτερη σημασία αλλά θα πρέπει να καταγραφεί το γεγονός ότι όπως υποστηρίζεται στην ένορκο δήλωση του καθ΄ού η αίτηση (παρ. 9(δ)) το εν λόγω ένταλμα επιστράφηκε στο μεταξύ ανεκτέλεστο χωρίς να προσδιορίζεται η ημερομηνία που αυτό συνέβη. Επίσης ο καθ΄ού η αίτηση θα τον εκβιάζει με άλλα μέτρα εκτέλεσης ή και με αίτηση πτώχευσης επειδή γνωρίζει ότι έχει βάσιμο λόγο έφεσης και η απόφαση έχει αρκετές πιθανότητες ανατροπής της στο εφετείο. Αντίθετα, αν το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία στον καθ΄ού η αίτηση, η οποία θα είναι δύσκολο και ή αδύνατο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο, ούτε και η έκδοση του διατάγματος θα προξενήσει στον καθ΄ού η αίτηση οποιαδήποτε ζημιά και αυτό αποδεικνύεται και από την καθυστέρηση του να προβεί για πέραν του ενός έτους σε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίον του και είναι γι΄αυτόν τον λόγο που δεν προχώρησε πιο νωρίς στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας είναι γιός του και δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό εφόσον την 23.09.2011 υπέγραψε μαζί του συμφωνία (τεκμ. Β), με την οποία διευθετούνταν όλες οι διαφορές τους. Αυτός όμως κακόβουλα και εσκεμμένα καταχώρησε την παρούσα αγωγή και εξασφάλισε απόφαση όταν οι τότε δικηγόροι του δεν καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί το Δικαστήριο από τον ενάγοντα και να εκδώσει την επίδικη απόφαση. Προβάλλει περαιτέρω διάφορες άλλες δυσμενείς παρενέργειες που θα έχει προσωπικά αν εκτελεστεί το ένταλμα κινητών. Πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης, διότι αν εκτελεστεί η απόφαση, δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον καθώς δεν θα μπορεί να του επιστραφεί η περιουσία του που θα κατασχεθεί έστω και αν κερδίσει την έφεση. Εκφράζει την προθυμία και ετοιμότητα του να παράσχει οποιαδήποτε εγγύηση του ζητηθεί από το Δικαστήριο σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο από αυτόν διάταγμα και έτσι δεν θα προκληθεί καμιά αδικία στον καθ΄ού η αίτηση. Η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως του αιτητή βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.48 Θ. 1 - 4 και 8 (ee), Δ.35 Θ. 18 και Θ. 19, Δ.40 Θ. 11, επί του άρθρου 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου (Inherent Powers of the Court) και της Γενικής Πρακτικής του Δικαστηρίου (General Practice of the Court). Το πραγματικό της υπόβαθρο στηρίζεται στην ένορκο δήλωση του καθ΄ού η αίτηση κ. Νίκου Γεωργίου Τηλεμάχου, ο οποίος δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του. Δηλώνει ότι έχει αναγνώσει τόσο την αίτηση του αιτητή όσο και την ένορκη του δήλωση τής οποίας αρνείται το περιεχόμενο, εκτός όπου προβαίνει σε παραδοχή. Εγείρει προδικαστική ένσταση καθώς η αίτηση δεν στηρίχθηκε στους ορθούς κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και ότι δεν στηρίχθηκε σε όλους τους σχετικούς κανονισμούς. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο αιτητής στηρίζει την αίτηση του στη Διάταξη 40 Θ. 11, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης, εάν φανεί πως γεγονότα αναφύησαν πολύ αργά για να μπορούσαν να εγερθούν ή να αναφερθούν στα δικόγραφα. Πιστεύει λοιπόν, όπως άλλωστε φαίνεται από τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην υπό κρίση αίτηση, πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, αφού τα γεγονότα που ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει, ήταν γνωστά σ΄αυτόν από την έγερση της αγωγής και κάλλιστα μπορούσε σε εκείνο το στάδιο να τα αναφέρει. Ως εκ τούτου αιτείται όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα προς όφελος του καθ΄ού η αίτηση καθ΄ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει και θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα τα οποία δεν γνώριζε από προηγουμένως. Εγείρει όμως και δεύτερη προδικαστική ένσταση. Αφορά την, κατά την αντίληψη του, υπέρμετρη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και όπως ειλικρινά πιστεύει, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse o the process of the Court), υπό την έννοια της υπερβολικής καθυστέρησης στην υποβολή της, ήτοι ένα χρόνο μετά από την έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται η αναστολή. Η έφεση την οποία καταχώρησε ο αιτητής εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ουδεμίαν πιθανότητα επιτυχίας έχει. Καταχωρήθηκε απλώς και μόνον προς παρακώλυση της απονομής της δικαιοσύνης και με στόχο την καθυστέρηση της όλης διαδικασίας και καθυστέρηση στο δικαίωμα του για είσπραξη του χρηματικού ποσού το οποίο το Δικαστήριο έχει εκδώσει υπέρ του. Αρνείται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του αιτητή ότι δεν του οφείλει τίποτε. Τουναντίον ισχυρίζεται ότι τού οφείλει δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. Σχολιάζοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι η έγκριση της υπό κρίση αίτησης «θα προκαλέσει μόνο κάποιο βαθμό καθυστέρησης» στον καθ΄ού η αίτηση στην εξασφάλιση του ποσού της απόφασης και ότι «είναι πρόθυμος να παράσχει οποιαδήποτε εγγύηση του ζητήσει το Δικαστήριο σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος», δείχνουν ότι στόχος του είναι η καθυστέρηση από του να λάβει το ποσόν της απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον του. Ισχυρίζεται ότι είναι αξιόχρεος και ότι θα είναι σε θέση αν ο αιτητής πετύχει στην έφεση του να του επιστρέψει οποιαδήποτε περιουσία. Τουναντίον, ο αιτητής μετά την έκδοση της αναφερόμενης απόφασης και κατά τη λήψη μέτρων προς εκτέλεση της με την καταχώρηση εντάλματος για εκποίηση κινητής περιουσίας στις 6.03.2014, διαπιστώθηκε αφού το ένταλμα κινητών επεστράφη ανεκτέλεστο, ότι στις 19.07.2012, δηλαδή τρεις μήνες μετά την καταχώρηση της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής, μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς ακίνητη περιουσία του στον γιο του Γεώργιο Τηλεμάχου και στη θυγατέρα του Σωτηρούλα Τηλεμάχου Χριστοφή, ως φαίνεται καθαρά στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ.11.04.2014 (τεκμ. 1). Παρόμοια ενήργησε και στις 13.04.13, δηλαδή ένα μήνα μετά την έκδοση της υπό αναφορά απόφασης, αν και σημειωνόταν στο σχετικό έντυπο που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών το ΗΕ57 (τεκμ. 2), ότι η ημερομηνία μεταβίβασης ήταν η 2.01.2012 με μετοχές που διέθετε στην εταιρεία C & S TELEMACHOU BAKERIES LTD όπου δυνάμει δωρεάς μεταβίβασε αριθμό από αυτές στα δύο πιο πάνω παιδιά του. Σύμφωνα με νομική συμβουλή του δικηγόρου του ισχυρίζεται ότι, ο αιτητής στη παρούσα αποξένωσε την πιο πάνω περιουσία του δόλια και με σκοπό να εμποδίσει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του. Προς τούτο έλαβε ήδη δικαστικά μέτρα για ακύρωση ως δολίων των πιο πάνω αναφερόμενων μεταβιβάσεων. Η αίτηση αυτή βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και θα κριθεί. Στην αίτηση του ο αιτητής αποκρύβει τα πιο πάνω γεγονότα ισχυριζόμενος μόνο την πρόκληση ζημιάς που θα επιφέρει σε αυτόν η κατάσχεση της κινητής του περιουσίας, την οποία όμως ο ίδιος έτρεξε να αποξενώσει. Σε σχέση με την καθυστέρηση στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, την οποία επικαλείται ο αιτητής, καταγράφει τις ενέργειες του από τις 18.09.2013, ημερομηνία καταχώρησης του καταλόγου εξόδων όπως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο και της καθυστέρησης που προκλήθηκε μέχρι και τη σύνταξη της δικαστικής απόφασης για την οποία όπως εξηγεί δεν ευθυνόταν. Σε κάθε περίπτωση ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι αβάσιμος και έστω και αν φανεί ότι υπήρξε αργοπορία στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να προσμετρήσει εναντίον του, καθώς σε αυτής της φύσης τις αιτήσεις καμιά ουσιαστική σημασία δεν έχει. Αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του αιτητή στις παραγράφους 12 και 14, ότι δηλαδή υπογράφτηκε μεταξύ τους συμφωνία στις 23.09.2011 σύμφωνα με την οποία διευθετούνταν όλες οι διαφορές τους και ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου και γι΄αυτό δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί η επίδικη απόφαση. Τέλος, σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους του, τονίζει ότι σύμφωνα με το δικαστικό μας σύστημα, το τελεσίδικο μιας πρωτόδικης απόφασης δεν εξαρτάται από την επιβεβαίωση της έφεσης. Είναι επίσης εμφανές από τη νομολογία που διέπει αυτής της φύσης τις αιτήσεις, για να πετύχει μια τέτοια αίτηση πρέπει ο αιτητής να καταδείξει πως στην περίπτωση που πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να του επιστραφεί στην περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του. Επιμένει στον ισχυρισμό του ότι είναι αξιόχρεος και δεν τίθεται θέμα μη αποπληρωμής του ποσού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Αντίθετα πιστεύει πως η έκδοση διατάγματος για αναστολή της απόφασης θα αυξήσει περισσότερο τη ζημιά του αφού μάλιστα ο αιτητής δηλώνει πως το ποσό της απόφασης εκφεύγει της οικονομικής του δυνατότητας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα καταστρατηγείτο το δικαίωμα του για διεκπεραίωση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα (interest republicae ut finis sit litium). Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν και ανέλυσαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους συνδυάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με σχετική νομολογία και αυθεντίες που διέπουν το ζήτημα. Η πλευρά του αιτητή σχολίασε στην αγόρευση του, θέτοντας ως προδικαστικό ζήτημα, την κατ΄ ισχυρισμό μη νομότυπη ένσταση εκ μέρους του καθ΄ού η αίτηση καθώς αυτή δεν στηρίζεται στον σωστό δικονομικό τύπο (αριθμός 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), και έτσι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθ΄ ότι επιπλέον δεν συμπεριλαμβάνει τη Διαταγή 64 στη νομική βάση της ένστασης, η οποία ασφαλώς έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ ακυρότητας και αντικανονικότητας των δικονομικών μέτρων που λαμβάνονται από διαδίκους. Αυτά, κατά την άποψη του ερείδονται στα όσα λέχθηκαν στην Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 92, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί καθήκον του συντάκτη της ένστασης να εξειδικεύει τους λόγους ένστασης με καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα χωρίς να λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του αλλά ανάλογη υποχρέωση έχει και απέναντι στο Δικαστήριο. Με τη τροποποίηση της Διαταγής 48 Θ.4 την 23.12.1999 είναι επιτακτική η χρήση του Τύπου 47 και μάλιστα η παράθεση των λόγων ένστασης όπως φαίνεται από μια απλή ανάγνωση του σχετικού θεσμού.» Στη συνέχεια έγινε από πλευράς αιτητή μια εκτεταμένη αναφορά στη Δ.64 και πως αυτή ερμηνεύτηκε από τη νομολογία μας εισηγούμενος ότι δεν μπορεί καν να τύχει εξέτασης η ένσταση έστω και αν κρινόταν ως απλή παρατυπία λόγω της μη συμπερίληψης της Δ.64 στη νομική της βάση. Εκτενής αναφορά έγινε και στις αρχές που διέπουν την αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης με τελική εισήγηση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Η πλευρά του καθ΄ού η αίτηση αναδεικνύει με την αγόρευση της δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη αφορά επίσης την κατά την αντίληψη της μη συμμόρφωση με τους ορθούς δικονομικούς κανονισμούς, καθώς στηρίζει λανθασμένα την αίτηση του στη Διαταγή 40 Θ.11, η οποία εφαρμόζεται μόνο όταν φανεί πως γεγονότα αναφύησαν πολύ αργά για να μπορούσαν να εγερθούν ή να αναφερθούν στα δικόγραφα, κάτι που δεν συμβαίνει εδώ, καθώς τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν γνωστά στον αιτητή από της έγερσης της αγωγής και θα μπορούσε να τα είχε αναφέρει. Από την άλλη δεν απέδειξε νέα γεγονότα τα οποία να μη γνώριζε από προηγουμένως. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση, κατά τον καθ΄ού η αίτηση, αφορά την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αιτήσεως. Αναλύεται και από αυτόν εκτεταμένη νομολογία για το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης λόγω καταχώρησης έφεσης και οι αρχές που προκύπτουν από αυτές. Εν τέλει εισηγείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα παραβιαζόταν το δικαίωμα του για διεκπεραίωση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Σε περαιτέρω λεπτομέρειες ή και σε άλλες θέσεις τις οποίες ανέπτυξαν οι δύο πλευρές σε σχέση με προκύπτοντα ζητήματα, θα κάνω αναφορά στο κατάλληλο σημείο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Panayides Contracting Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1978, στην οποία έγινε παραπομπή από πλευράς του καθ΄ού η αίτηση, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης όταν εκκρεμεί έφεση: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 Καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191-1996, ημερ. 29.06.2001, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας. Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει συζήτηση του θέματος. (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 A.A.Δ. σελ. 1147). Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης αυτοί θα μπορούσαν να καταταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη, αφορά τη νομική ισχύ και το νομότυπο της αίτησης σε συσχετισμό με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και το περιεχόμενο της - όπως ασφαλώς και εξέτασης του προδικαστικού λόγου που προβλήθηκε περί της μη λήψης υπόψη της ένστασης, και η δεύτερη, το μέγεθος του επηρεασμού των δικαιωμάτων του επιτυχόντος πρωτόδικα μέρους, σε συνδυασμό με την περαιτέρω καθυστέρηση που θα υπάρξει αν τελικά δικαιωθεί κατ΄ έφεση και αφορούν την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του. Θα με απασχολήσουν αμέσως τα ζητήματα που έθεσε η πλευρά του καθ΄ού η αίτηση ως προδικαστικά. Το πρώτο αφορά τη μη στήριξη της αίτησης στους κατάλληλους δικονομικούς θεσμούς. Παρέθεσα πιο πάνω την νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση. Μεταξύ άλλων αυτή στηρίζεται στη Δ.35 Θ.Θ.18 και 19 και όχι μόνο στη Δ.40 Θ.Θ. 7 και 11 όπως διατείνεται η πλευρά του καθ΄ού η αίτηση και επομένως κρίνεται ότι αυτή στηρίχθηκε σε ορθή νομική βάση και η παράθεση την Δ.40 Θ.Θ.7 και 11 οι οποίοι εφαρμόζονται στο στάδιο της εκτέλεσης μιας απόφασης και αφορούν μέτρο εκτέλεσης που λήφθηκε, έγινε εκ περισσού αν και δεν πρέπει να διαφεύγει ότι όταν είχε καταχωρηθεί εκκρεμούσε ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης της κινητής του περιουσίας. Επομένως οι όποιες αιτιάσεις της πλευράς του καθ΄ού η αίτηση σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν τυγχάνουν οποιασδήποτε θετικής αντίκρισης. Το δεύτερο αφορά την «υπέρμετρη» κατά τον καθ΄ού η αίτηση, καθυστέρηση που επιδείχθηκε εκ μέρους του αιτητή. Εξετάζοντας αυτό το ζήτημα διαπιστώνεται ότι πράγματι η απόφαση εκδόθηκε στις 12.03.2013 και καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της στις 26.03.2013. Δεν παραγνωρίζω ότι στις 2.04.2013 καταχωρήθηκε αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, φαίνεται εκ παραδρομής, η οποία αποσύρθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αίτηση για εκποίηση κινητής περιουσίας του αιτητή καταχωρήθηκε από τον καθ΄ού η αίτηση σχεδόν ένα χρόνο αργότερα στις 6.03.2014 όπως αναφέρεται στη παρ. 9 (δ) της ενόρκου δηλώσεως του καθ΄ού η αίτηση. Ο αιτητής δικαιολογεί την καταχώρηση της παρούσας αίτησης σ΄αυτό το στάδιο καθώς υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους του καθ΄ού η αίτηση να λάβει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίον του με καθυστέρηση πέραν του ενός έτους από της εξασφάλισης της απόφασης (βλ. παρ. 8 της ενόρκου δηλώσεως του), αλλά και όπως εξηγεί στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο (παρ. 7): «.επειδή γνωρίζει ότι έχει βάσιμο λόγο έφεσης και η απόφαση έχει αρκετές πιθανότητες ανατροπής της στο Εφετείο.» Χωρίς να παραγνωρίζω την εξήγηση που δόθηκε από τον καθ΄ού η αίτηση για τον λόγο καθυστέρησης που οφειλόταν στην καθυστέρηση της σύνταξης της απόφασης εντούτοις θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί πράγματι η εντύπωση αναμονής του αποτελέσματος της έφεσης. Σε κάθε περίπτωση δεν θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση στην λήψη αυτού του δικονομικού μέτρου εκ μέρους του αιτητή καθώς αμέσως, μόλις πληροφορήθηκε για την καταχώρηση εντάλματος κατάσχεσης κινητών εναντίον του, προχώρησε με την ταυτόχρονη καταχώρηση αιτήσεως για αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών, η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο αποσύρθηκε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του αιτητή, και της παρούσας αίτησης. Επομένως και η δεύτερη προδικαστική ένσταση του καθ΄ ού κρίνεται ότι δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Προβάλλεται ότι ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε απόφαση εναντίον του αιτητή είναι ότι οι τότε δικηγόροι που τον εκπροσωπούσαν δεν καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση του καθ΄ού η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον παρά τις οδηγίες του και όχι γιατί ο αιτητής δεν είχε καλή υπεράσπιση. Ανατρέχοντας στα πρακτικά πράγματι αυτό διαπιστώνεται και αυτό δηλώθηκε και την υστάτη από τη δικηγόρο που εκπροσωπούσε εκείνη την ημερομηνία τους δικηγόρους του αιτητή. Έχουν δηλωθεί ως ουσιαστικοί λόγοι υπεράσπισης πρώτον, ότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου που ήταν η βάση της απαίτησης, όπως περιορίστηκε με την ένορκη δήλωση του καθ΄ού η αίτηση ημερ. 16.10.2012 (βλ. παρ. 4), δεν πληροί στην όψη του όλες τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ως τέτοιο καθώς ελλείπει αναφορά σε νόμιμη αντιπαροχή, κάτι που δεν τέθηκε όπως είναι γεγονός, εφόσον δεν καταχωρήθηκε υπεράσπιση, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστή και ότι περαιτέρω συνάφθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία αυτής που έφερε το φερόμενο ως «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου», που ήταν και η μόνη βάση της αγωγής, ήτοι στις 22.09.2011 συμφωνητικό έγγραφο σύμφωνα με την παρ. 11 με το οποίο διευθετούνταν «πλήρως όλες οι διαφορές μεταξύ των μερών και ουδεμία απαίτηση θα εγερθεί στο μέλλον για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την περίοδο μέχρι σήμερα, εκτός εάν προκύπτει ευθέως από την παράβαση οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμφωνίας.» Ούτε και αυτή συμφωνία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Επομένως έχουν δοθεί λεπτομέρειες ως προς τον ισχυρισμό ότι η έφεση έχει καλές πιθανότητες να ευδοκιμήσει (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147) αν και στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι ο παράγων αυτός έχει κατά κανόνα, οριακή σημασία. Παραμένει προς εξέταση ο λόγος ότι ο ενάγων εάν ήθελε ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης που εξασφάλισε θα καθυστερήσει να ικανοποιηθεί και να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του αμέσως. Ήδη όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή η έφεση βρίσκεται στο προχωρημένο στάδιο της συμπλήρωσης των περιγραμμάτων αγόρευσης και αναμένεται ημερομηνία ακρόασης της έφεσης. Επομένως ο χρόνος που μεσολάβησε από την έγερση της αγωγής τον Απρίλιο του 2012 δεν θεωρείται αποτρεπτικός στο να δοθεί η ευκαιρία της ολοκλήρωσης της κατ΄έφεση διαδικασίας. Έχω διεξέλθει περαιτέρω τον λόγο έφεσης ο οποίος προσδιορίζεται με καθαρότητα και δεν διακρίνω ότι αποσκοπείται με αυτή απλώς η καθυστέρηση στην ικανοποίηση της αξίωσης του καθ΄ού η αίτηση όπως διατείνεται ο καθ΄ού η αίτηση και επομένως δεν διακρίνω περαιτέρω προσπάθεια κατάχρησης της διαδικασίας ή άλλος αλλότριος σκοπός εκ μέρους του αιτητή όπως υπονοείται στην ένσταση. Το Δικαστήριο αποφασίζοντας την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μπορεί να θέσει μεταξύ άλλων και τον όρο παροχής τραπεζικής εγγύησης για το ισόποσο ποσό πλέον τους επιδικασθέντες τόκους οι οποίοι θα είναι πληρωτέοι με το πέρας της έφεσης αν επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση, καλύπτει την πιο πάνω ανησυχία του ενάγοντος και καμιά βλάβη δεν θα υποστεί. Τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617 όπως αυτά εξηγούνται στην Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ σελ. 592, 597 ότι δηλαδή ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο στην προκείμενη περίπτωση δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εφόσον ο αιτητής εξηγεί τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει καταβάλλοντας αμέσως το εξ αποφάσεως χρέος του ενώ η διασφάλιση του εξ αποφάσεως δανειστή μπορεί να διασφαλιστεί με τις εγγυήσεις που προτείνει. Ο αιτητής εισηγήθηκε με την αγόρευση του όπως εξεταστεί προδικαστικά κατά πόσο υπάρχει κανονική και νομότυπη ένσταση ενώπιον του καθώς αυτή δεν στηρίζεται στον σωστό δικονομικό τύπο (αριθμός 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), και έτσι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθ΄ ότι δεν συμπεριλαμβάνει τη Διαταγή 64 στη νομική βάση της ένστασης, η οποία ασφαλώς έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ ακυρότητας και αντικανονικότητας των δικονομικών μέτρων που λαμβάνονται από διαδίκους. Με παραπομπή στην Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α ΑΑΔ 92 εξειδικεύει το ζήτημα ως εξής: «Αποτελεί καθήκον του συντάκτη της ένστασης να εξειδικεύει τους λόγους ένστασης με καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα χωρίς να λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του αλλά ανάλογη υποχρέωση έχει και απέναντι στο Δικαστήριο. Με τη τροποποίηση της Διαταγής 48 Θ.4 την 23.12.1999 είναι επιτακτική η χρήση του Τύπου 47 και μάλιστα η παράθεση των λόγων ένστασης όπως φαίνεται από μια απλή ανάγνωση του σχετικού θεσμού.» Στη συνέχεια έγινε από πλευράς αιτητή μια εκτεταμένη αναφορά στη Δ.64 και πως αυτή ερμηνεύτηκε από τη νομολογία μας με κατάληξη ότι δεν μπορεί να τύχει θεραπείας έστω και αν κρινόταν ως απλή παρατυπία λόγω της μη συμπερίληψης της Δ.64 στη νομική βάση της ένστασης. Πράγματι στην υπόθεση Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά. (πιο πάνω) γίνεται η εξής αναφορά σε σχέση με τους σκοπούς τους οποίους αποσκοπούσε να αντιμετωπίσει η νέα διάταξη Δ.48, θ. 4 του περί πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (αρ.3) Κανονισμού του 1999, που εκδόθηκε στις 4.11.99, στην οποία το εφετείο διά του Νικήτα, Δ, αναφέρει: «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον το συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» Ενόψει του ότι δεν προσδίδεται οποιοδήποτε έρεισμα στους λόγους ένστασης δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει περαιτέρω η πιο πάνω εισήγηση της πλευράς του αιτητή ούτε και κατά πόσο θα μπορούσε να θεραπευθεί η παρατυπία, η οποία πράγματι εντοπίζεται, με βάσει τη Δ.64 έστω και αν αυτή δεν αναφέρεται στη νομική βάση της ειδοποίησης ένστασης, κάτι που δεν απασχόλησε ούτε το πρωτόδικο δικαστήριο αλλά ούτε και το εφετείο στην πιο πάνω απόφαση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και τις αρχές που τίθενται ως προϋποθέσεις και διαχρονικά ακολουθούνται από τη νομολογία μας σε αυτής της φύσης τις αιτήσεις, καταλήγω ότι θα ήταν πιο δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης και αναστολή εκτέλεσης της απόφασης κάτω από όρους τους οποίους παραθέτω στη συνέχεια. Ο εναγόμενος/αιτητής να παράσχει τραπεζική εγγύηση προς όφελος του καθ΄ού η αίτηση για το ποσό των €.150.000= πλέον τόκο 9% ετησίως από 11.04.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Εφόσον ο δικηγόρος του καθ΄ού η αίτηση αναλάβει ρητή υποχρέωση ότι σε περίπτωση που απαιτηθεί, αν τέτοια είναι η έκβαση της έφεσης, να συμμορφωθεί με οποιανδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα και της πρωτόδικης απόφασης, ο αιτητής να καταβάλει στον δικηγόρο του καθ΄ού η αίτηση τα δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάσθηκαν εναντίον του και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €2.695= με τόκο 5,5% ετησίως επί ποσού €2.636= από 11.04.12 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. €421,38σ. (βλ. Annual Practice 1956, Ord. 58 r. 16 όπως εφαρμόστηκε στην Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(20001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1978.) Η απόφαση αναστέλλεται για περίοδο 30 ημερών από σήμερα για να δυνηθεί ο αιτητής να εκπληρώσει τους πιο πάνω όρους. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των, τότε η απόφαση θα μπορεί αμέσως να εκτελεστεί κατά τον τρόπο που θα επιλέξει ο ενάγοντας/ καθ΄ού η αίτηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της έφεσης και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (βλ. Annual Practice 1952 σελ. 1286: The costs of an application to stay are usually borne by the applicant. But the Court has a discretion, and in a proper case will depart from the Rule (Adair v. Young
(1879), 11 Ch. D. 136, where the costs were made costs in the appeal). (Υπ.) .................................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο