← Κύπρος

Κυριάκος Βαρδάκης κ.α. ν. Livadiotis Bros Investments Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 2509/09, 3588/09, 19/12/2014

Κυριάκος Βαρδάκης κ.α. ν. Livadiotis Bros Investments Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 2509/09, 3588/09, 19/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2509/09 Μεταξύ: Κυριάκος Βαρδάκης Ενάγοντα -και-

  1. Livadiotis Bros Investments Ltd
  2. Γεωργίου Βασιλείου
  3. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων ------------------------------------------------ Αγωγή Αρ. 3588/09 Μεταξύ: Ανδρούλλας Βαρδάκη Ενάγουσα -και-
  4. Livadiotis Bros Investments Ltd
  5. Γεωργίου Βασιλείου
  6. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Λ. Λουκαϊδης Για τον Εναγόμενο 1: κ. κ. Α. Ποιητής Για τον Εναγόμενο 2: Ο ίδιος αυτοπροσώπως Για τον Εναγόμενο 3: κα Ε. Φλουρέντζου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας στην αγωγή αρ. 2509/09 (στο εξής ΜΕ1) και η Ενάγουσα στην αγωγή αρ. 3588/09 (στο εξής ΜΕ4) (και όταν γίνεται αναφορά και στους δύο θα καλούνται Ενάγοντες) ενώ ακόμα ήταν σύζυγοι, στις 23/2/92 υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο με την Εναγόμενη 1, δυνάμει του οποίου η Εναγόμενη 1 πώλησε στους Ενάγοντες το διαμέρισμα αρ. 204, 2ος όροφος, Block C, στο Μέγαρο Παντελής, στη Λάρνακα, αντί του ποσού των ΛΚ29.
  7. Το εν λόγω διαμέρισμα θα αποπερατωνόταν πλήρως το αργότερο μέχρι 31/3/
  8. Με την υπογραφή της συμφωνίας θα καταβάλλετο το ποσό των ΛΚ3.000 και το υπόλοιπο ποσό εκ ΛΚ26.800 στις 30/3/
  9. Ο ΜΕ1 κατέβαλε στην Εναγόμενη 1 κατά την ημέρα που υπεγράφη η συμφωνία το συνολικό ποσό των ΛΚ9.800 και το υπόλοιπο πληρώθηκε από αυτόν στην Εναγόμενη 1 στις 31/7/92 κατόπιν εξασφάλισης εκ μέρους του δανείου από τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης (στο εξής Ο.Χ.Σ.). Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να παράσχει τίτλο ιδιοκτησίας ανέλαβε να καταθέσει τραπεζική εγγύηση στον Ο.Χ.Σ., πράγμα που έπραξε, μέχρις ότου ήταν σε θέση να εξασφαλίσει τίτλο ιδιοκτησίας στους Ενάγοντες, μέσω του οποίου ο ΜΕ1 θα εξασφάλιζε τον Ο.Χ.Σ. υποθηκεύοντας το εν λόγω διαμέρισμα. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν εξασφαλίζετο ο τίτλος ιδιοκτησίας μέχρι τις 28/2/93 ή μέχρι οιασδήποτε άλλης ημερομηνίας δια την οποία ήθελε δοθεί παράταση της τραπεζικής εγγύησης, ο Ο.Χ.Σ. θα δικαιούταν να χρησιμοποιήσει την τραπεζική εγγύηση για την εξόφληση του δανείου. Οι Ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στο εν λόγω διαμέρισμα και για λόγους υγείας ο ΜΕ1 αναγκάστηκε να αναχωρήσει στο εξωτερικό στις αρχές Μαΐου του
  10. Παρόλο που η Εναγόμενη 1 εξασφάλισε τίτλο ιδιοκτησίας του αναφερθέντος διαμερίσματος στις 10/1/95, δεν κοινοποίησε τούτο στους Ενάγοντες και στον Ο.Χ.Σ.. Στις 22/7/96 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε αγωγή εναντίον των Εναγόντων αξιώνοντας (α) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μεταξύ τους συμφωνία ημερ. 23/2/92 τερματίστηκε με υπαιτιότητα των Εναγόντων και (β) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 δικαιούται να πωλήσει το εν λόγω διαμέρισμα είτε με δημόσιο πλειστηριασμό είτε με ιδιωτική πώληση για εξασφάλιση και είσπραξη του ποσού των ΛΚ21.405,72 πλέον ΛΚ2.200 σαν ποσό τραπεζικής εγγύησης, με τόκο 8,5% επί των ποσών αυτών από 5/7/96 μέχρι εξοφλήσεως. Με την αναφερθείσα αγωγή η Εναγόμενη 1 επεδίωξε τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης ημερ. 23/2/92 επικαλούμενη τη μη καταβολή του ποσού που κάλυπτε η τραπεζική εγγύηση της. Η τραπεζική εγγύηση όμως συνεχίστηκε με υπαιτιότητα της Εναγόμενης 1 αφού γνώριζε ότι εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας από τις 10/1/95 και δεν τον πρόσφερε στον Ο.Χ.Σ.. Άλλωστε, η Εναγόμενη 1 δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας αφού το τίμημα πώλησης του αναφερθέντος διαμερίσματος εξοφλήθηκε από τον Ενάγοντα στην αγωγή αρ. 2509/09 απευθείας μέσω του δανείου που εξασφάλισε από τον Ο.Χ.Σ.. Η τραπεζική εγγύηση που παραχώρησε η Εναγόμενη 1 στον Ο.Χ.Σ. αφορούσε αποκλειστικά την από μέρους της έλλειψη τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος μέχρι την εξασφάλιση του η οποία επιτεύχθηκε στις 10/1/95 και η οποία Εναγόμενη 1 δολίως δεν ανέφερε στους Ενάγοντες και στον Ο.Χ.Σ. στον οποίο έπρεπε να τον παράσχει για να παύσει να υφίσταται η τραπεζική εγγύηση. Στις 5/11/96 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ΜΕ1 με αποτέλεσμα αυτή, περιλαμβανομένου της ιδιοκτησίας του εν λόγω διαμερίσματος, να υπαχθεί στον Επίσημο Παραλήπτη. Αντί δε να γίνει τροποποίηση στην αγωγή που καταχώρησε η Εναγόμενη 1 εναντίον των Εναγόντων, αποσύρθηκε εναντίον του ΜΕ1 με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου του, Εναγομένου 2, ο οποίος εν γνώσει του και δολίως αποδέχθηκε τη διευθέτηση αυτή, όπως και την εκ συμφώνου έκδοση Δικαστικής απόφασης μεταξύ αυτού και της Εναγόμενης 1, σε βάρος των ΜΕ1 και ΜΕ4, αποκρύβοντας από το Δικαστήριο ότι ο ΜΕ1 ως συνιδιοκτήτης ή ο Επίσημος Παραλήπτης δεν εγνώριζαν περί της σχετικής διαδικασίας και περί της εκ συμφώνου απόφασης, παρόλο που ο Εναγόμενος 2 παρουσιαζόταν ως δικηγόρος του. Έτσι, με αυτό τον τρόπο, τερματίστηκε η συμφωνία πώλησης και δόθηκε το δικαίωμα στην Εναγόμενη 1 να πωλήσει το διαμέρισμα χωρίς να ειδοποιηθεί ο ΜΕ1 ή ο Επίσημος Παραλήπτης. Επίσης με την ως άνω διευθέτηση ο Εναγόμενος 2 χωρίς να είναι δικηγόρος της ΜΕ4 και χωρίς εξουσιοδότηση από αυτή, συμφώνησε όπως η Εναγόμενη 1 καταβάλει σε αυτή το ποσό των ΛΚ10.000, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο τροποποιήθηκε κατόπιν αίτησης του δικηγόρου της Εναγόμενης 1 και μειώθηκε το ποσό σε ΛΚ2.
  11. Ο Εναγόμενος 2 είχε αναφέρει στην ΜΕ4 ότι μόνο ΛΚ2.000 μπορούσε να επιδικάσει το Δικαστήριο προς όφελος της και παρά τις διαμαρτυρίες και την έλλειψη εξουσιοδότησης εκ μέρους της. Ένεκα των πιο πάνω παράνομων ενεργειών και της συνομωσίας των Εναγομένων 1 και 2 πωλήθηκε το εν λόγω διαμέρισμα χωρίς να ληφθεί υπόψη από τον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό ότι δεν συγκατένευσαν προς τούτο οι Ενάγοντες ή ο Επίσημος Παραλήπτης για τον ΜΕ1 ούτε ήσαν διάδικοι στην εκ συμφώνου σχετική δικαστική απόφαση. Μετά την πιο πάνω συμφωνία στο Δικαστήριο, ο Εναγόμενος 2 προέτρεψε την ΜΕ4 να υπογράψει απόδειξη ότι παρέλαβε επιταγή εκ ΛΚ2.000 για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης και ότι ουδεμία άλλη απαίτηση είχε και ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστηρίου σύμφωνα με οδηγίες που του έδωσε η ΜΕ
  12. Ωστόσο, τέτοιες οδηγίες δεν έδωσε η ΜΕ4 αλλά απλώς υποτάχθηκε στη συμβουλή του Εναγόμενου 2 ότι μόνο αυτό το ποσό μπορούσε να αποφασίσει το Δικαστήριο υπέρ της αποκρύβοντας της ότι δεν διεξήχθηκε δίκη ούτε αποφάσισε το Δικαστήριο περί τούτου, το οποίο απλώς κατέγραψε την εκ συμφώνου απόφαση μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου
  13. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι Ενάγοντες στερήθηκαν το αναφερθέν πιο πάνω διαμέρισμα και/ή το αντίστοιχο ποσό της αξίας του και αξιώνουν εναντίον όλων των Εναγομένων, ο μεν ΜΕ1: (Α) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τη βλάβη που προκλήθηκε σε αυτόν υπό μορφή απώλειας της ιδιοκτησίας του ½ μεριδίου του αναφερθέντος διαμερίσματος, αξίας €222.
  14. (Β) Απώλεια ενοικίου τα οποία αναγκάστηκε να καταβάλει για την εξασφάλιση άλλης κατοικίας το ποσό των €46.
  15. (Γ) Τιμωρητικές αποζημιώσεις. (Δ) Νόμιμο τόκο προς 8% από την ημερομηνία των πιο πάνω παραβιάσεων. (Στ) Νόμιμο τόκο προς 8% από την ημερομηνία της απόφασης μέχρι τελικής αποπληρωμής και εξόφλησης, και (Ζ) Έξοδα, Η δε ΜΕ4: (Α) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τη βλάβη που προκλήθηκε σε αυτή υπό τη μορφή απώλειας της ιδιοκτησίας του ½ μεριδίου του διαμερίσματος που πωλήθηκε για το ποσό των €444.236,
  16. (Β) Απώλεια ενοικίων τα οποία αναγκάστηκε να καταβάλει για την εξασφάλιση άλλης κατοικίας για το ποσό των €50.000, και (Γ) Αξιώσεις ως το (Γ), (Ε), (Στ) και (Ζ) πιο πάνω. Όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αποτελούν τους ισχυρισμούς και αξιώσεις που καταγράφονται στις δύο Εκθέσεις Απαιτήσεων των συνενωμένων αγωγών των Εναγόντων. Η Εναγόμενη 1 με την Υπεράσπιση της αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εκθέσεων Απαιτήσεων των Εναγόντων εκτός εκείνων που ρητά παραδέχεται και ισχυρίζεται ότι οι αγωγές δεν μπορούν να προχωρήσουν γιατί καλύπτονται από δεδικασμένο όπως προβάλλονται από τις Εκθέσεις Απαιτήσεως των Εναγόντων, και εν πάση περιπτώσει έπρεπε να χρησιμοποιήσει άλλους διαδικαστικούς τρόπους. Όσον αφορά την εξασφάλιση του δανείου από τον ΜΕ1 από τον Ο.Χ.Σ. ανέφερε ότι πράγματι παρεχώρησε εγγυητική προς την τράπεζα, η οποία εχορηγήθη αποκλειστικά και μόνο για την εξασφάλιση του δανείου και ότι εάν αναγκαζόταν να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό με βάση την εγγυητική θα δικαιούταν να αξιώσει τούτο με αγωγή και να ακυρώσει τη συμφωνία. Ο Εναγόμενος 2 με την Υπεράσπιση του κατ' αρχάς εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η μία, ότι τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν συνάδουν με αυτά που αναφέρονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η άλλη, ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και ως εκ τούτου παραβιάζεται το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όσον αφορά την ουσία, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων εκτός εκείνων που ειδικά παραδέχεται και ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2832/96 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εκπροσωπούσε τον ΜΕ1 και την ΜΕ2, κατόπιν εξουσιοδότησης τους. Κατόπιν δε εντολής της ΜΕ4 ήταν που εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφασης στις 7/7/98, πράγμα που αποδεικνύεται από τη αποδοχή και παραλαβή του ποσού των ΛΚ2.000 και της υπογραφής σχετικής δήλωσης από αυτή ότι δεν είχε οιαδήποτε άλλη απαίτηση, ενώ η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του ΜΕ1 και ως εκ τούτου καμία απόφαση δεν εκδόθηκε εναντίον του ως λανθασμένα αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης του. Ο Εναγόμενος 3 με την Υπεράσπιση του αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα χωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων εκτός αυτών που ρητά προβαίνει σε παραδοχή. Κατά πρώτον, εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι δεν έπρεπε να ήταν διάδικος στην αγωγή, καθότι δεν αποκαλύπτεται με την Έκθεση Απαίτησης οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον του αφού η μόνη αναφορά σε αυτόν γίνεται στην παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία διαφαίνεται ότι η μόνη ενέργεια του ήταν να συμμορφωθεί με την απόφαση ημερ. 7/7/
  17. Ακολούθως, αναφέρει ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 23/2/98 κατατέθηκε όντως στο κτηματολόγιο στις 6/4/92 και το αναφερόμενο ακίνητο ήταν στο όνομα της Εναγόμενης
  18. Στη συνέχεια στις 10/1/95 μετά από διαίρεση του επίδικου ακινήτου εκδόθηκε νέα εγγραφή για το διαμ. 204 και μεταφέρθηκαν στην εν λόγω εγγραφή όλα τα εμπράγματα βάρη περιλαμβανομένου και του αναφερθέντος πωλητηρίου εγγράφου. Στις 10/8/98 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακος η απόφαση ημερ. 7/7/98 στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε.Δ. Λάρνακας με βάση την οποία έγινε η διαγραφή του εμπράγματου βάρους. Στις 15/10/99 το πιο πάνω διαμέρισμα πωλήθηκε σε δύο άλλα πρόσωπα ανά ½ μερίδιο για το ποσό των ΛΚ260.000 ενώ την ίδια ημέρα δυνάμει δωρεάς του ενός προσώπου στο άλλο κατέστη το ένα εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης στο όλο μερίδιο. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία για την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου σύμφωνα με το αναφερθέν πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου χωρίς καμιά παρατυπία, παρανομία ή δολιότητα. Οι Ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους έδωσαν οι ίδιοι μαρτυρία, ΜΕ1 και ΜΕ4, των οποίων η κυρίως εξέταση τους είχε την μορφή γραπτής δήλωσης - κατάθεσης και οι οποίες ήταν σχεδόν πανομοιότυπες και ουσιαστικά αναπαρήγαγαν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις Εκθέσεις Απαιτήσεων τους με επιπρόσθετη αναφορά από τον ΜΕ1 ότι, το Τεκμήριο 21 το υπέγραψε ενώ οι κόλλες αυτού ήταν άδειες και όσα αναφέρονται σε αυτό τα έγραψε ο Εναγόμενος 2 και ή πρόσωπο υπό τις οδηγίες του και σε αντίθεση με ότι του είπε ότι θα αναγράφοντο σε αυτό και ότι το Τεκμήριο 11, που είναι η διορθωμένη απόφαση είναι πλαστογραφημένο. Επίσης, ως ΜΕ2 έδωσε μαρτυρία ο Αντώνης Τζιωνής, φίλος του ΜΕ1, ο οποίος ανάφερε ότι ήταν παρών όταν ο ΜΕ1 υπέγραψε άδειες κόλλες, δηλαδή αυτές που αποτελούν το Τεκμήριο 21 και την Μαρία Κοσμά, ΜΕ3, η οποία εργάζεται στον Ο.Χ.Σ. η οποία ανάφερε ότι ο ΜΕ1 είχε δάνειο στον Ο.Χ.Σ. το οποίο εξοφλήθηκε με επιταγή στις 5/7/96 από την Ελληνική Τράπεζα σύμφωνα με υποχρέωση της που απόρρεε από εγγυητική επιστολή για την Εναγομένη 1 σύμφωνα με το Τεκμήριο
  19. Η Εναγόμενη 1 για την υπεράσπιση της κάλεσε τον Σωτήρη Ράλλη, ΜΥ1, ο οποίος είναι ο διευθυντής εσωτερικού ελέγχου των τραπεζικών εργασιών της Ελληνικής Τράπεζας, ο οποίος ανάφερε ότι μετά από αίτηση του Ο.Χ.Σ. ημερομηνίας 14/5/96, χρέωσε τον λογαριασμό της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 17 και εξοφλήθηκε η τραπεζική εγγύηση στον Ο.Χ.Σ.. Ο Εναγόμενος 2 κάλεσε τον Αντρέα Παναγιώτου, ΜΥ2, ο οποίος ανάφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας για την εξέταση εγγράφων, πλαστών εντύπων και πλαστών χαρτονομισμάτων δυνάμει της Κ.Δ.Π. 195/88 ημερομηνίας 22/7/88, με εκπαίδευση τόσο στη Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και διατέλεσε υπεύθυνος της γραφολογίας στην Αστυνομία και διευθυντής της υπηρεσίας εγκληματολογικών εράνων. Σύμφωνα με την εξέταση στην οποία προέβη του πρωτοτύπου του Τεκμηρίου 21 το οποίο είδε και φωτογράφησε στην αστυνομία και ετοίμασε το Τεκμήριο 22, η υπογραφή στο κάτω μέρος της δεύτερης σελίδας που γράφηκε με μπλε μελάνι και εφάπτεται σε δύο σημεία της γραφής του περιεχομένου που γράφηκε με μαύρο μελάνι, βρίσκεται πάνω από τη γραφή του περιεχομένου. Δηλαδή η γραφή του περιεχομένου γράφηκε πρώτα και μεταγενέστερα τέθηκε η υπογραφή. Ο Εναγόμενος 3 δεν κάλεσε οιονδήποτε μάρτυρα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν 23 Τεκμήρια ενώ άλλα δύο παρέμειναν Τεκμήρια προς αναγνώριση. Ο δικηγόρος των Εναγόντων στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν (α) κλασσική περίπτωση αγώγιμου δικαιώματος συνωμοσίας, (β) απάτης και (γ) παράνομης επέμβασης στο συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Αφού έκανε αναφορά στη μαρτυρία και στα τεκμήρια που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και δη της παράλειψης της Εναγομένης 1 να αναφέρει στους Ενάγοντες και στον Ο.Χ.Σ. ότι εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας στις 10/1/95, την μη εξουσιοδότηση του Εναγόμενου 2 από την ΜΕ4 να την εκπροσωπήσει στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε. Δ. Λάρνακος και στην απόφαση που εκδόθηκε στις 7/7/98 και την διόρθωση της πέντε μήνες μετά και την ακύρωση της μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 συμφωνίας πώλησης και διαγραφής από το κτηματολογικό μητρώο της εμπράγματης επιβάρυνση, στη συνέχεια εισηγήθηκε ότι η απόφαση ημερομηνίας 7/7/98 στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε. Δ. Λάρνακος είναι άκυρη, πλαστή, νομικά ανύπαρκτη, χωρίς να δίνει νόμιμο δικαίωμα σε οιονδήποτε και παράνομη. Τέλος ανάφερε ότι ο κτηματολογικός λειτουργός προέβη στην αλλαγή της εγγραφής χωρίς να επιτρέπεται αυτό είτε από το νόμο είτε από την απόφαση είτε από τους Ενάγοντες. Ο δικηγόρος της Εναγομένης 1 εισηγήθηκε στο Δικαστήριο κατ' αρχάς ότι, (α) με την αγωγή δεν ζητείται η ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή 2832/96 εναντίον της ΜΕ4 και ως εκ τούτου η αγωγή της ΜΕ4 δεν μπορεί να εξεταστεί καθότι αυτή καλύπτεται από δεδικασμένο. (β) Ένεκα τούτου αυτόματα πρέπει να απορριφθεί και η αγωγή του ΜΕ1 επειδή δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτή και η ΜΕ4 ως άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος. (γ) Εξαιτίας δε της απόσυρσης της αγωγής, εναντίον του ΜΕ1 και της ανταπαίτησης, των ΜΕ1 και 4, αυτή επενεργεί ως δεδικασμένο. (δ) Η μαρτυρία των ΜΕ1 και 4 πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη ως βρίθουσα από ψεύδη και αντιφάσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο σε συγκεκριμένες αναφορές από τη μαρτυρία τους. (ε) Από τα Τεκμήρια 17 και 18 προκύπτει αναπόδραστα ότι το ποσό των ΛΚ20.000 προς τον Ο.Χ.Σ. καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 1 και επομένως δεν υπέστησαν οιανδήποτε ζημιά. (στ) Τέλος, ουδεμία ζημιά αποδείχθηκε αφού

(1)δεν υπάρχει μαρτυρία για την αξία του διαμερίσματος,
(2)δεν υπάρχει μαρτυρία για την απώλεια ενοικίων και πιο ήταν το ενοίκιο και
(3)δεν μπορούν να επιδικασθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις αφού δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση. Σε σχέση με την μαρτυρία της ΜΕ3, του ΜΥ1 και του ΜΥ2 ζήτησε όπως η μαρτυρία της κριθεί αξιόπιστη. Από την μαρτυρία δε αυτών των μαρτύρων καταδεικνύεται η ορθότητα και η αλήθεια των ισχυρισμών του της Εναγομένης 1 ότι αυτή εξόφλησε το ποσό που οφειλόταν στον Ο.Χ.Σ. και ότι οι ΜΕ1 και 4 είπαν ψέματα στο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 2 στην αγόρευση του αφού πρώτα αναφέρεται στην υπερβολική, κατά τη θέση του, καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής που οδηγεί, κατά την άποψη του, σε παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση της ολιγωρίας (laches) η οποία εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, ακολούθως προβάλλει τη θέση ότι η ΜΕ4 κωλύεται λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by Deed) και λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by Conduct or Estoppel in Pais) στην προώθηση της αγωγής της αφού υπέγραψε το Τεκμήριο 19 χωρίς επιφύλαξη. Όσον αφορά την αγωγή του ΜΕ1 εναντίον του, ανάφερε ότι ουδέν αγώγιμο δικαίωμα αποκαλύφθηκε αφού η αγωγή 2832/96 αποσύρθηκε εναντίον του και δεν εκδόθηκε εναντίον του απόφαση. Στη συνέχεια γίνεται παρόμοια εισήγηση με αυτή των (α) και (β) του δικηγόρου της Εναγομένης 1 ενώ ίδια είναι η θέση του για τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 4 όπως ήταν η εισήγηση του δικηγόρου της Εναγομένης 1 αλλά και του ΜΕ2 (δηλαδή να κριθούν αναξιόπιστοι), η οποία καταποντίστηκε από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα ΜΥ2 η οποία πρέπει να γίνει αποδεκτή. Για την ΜΕ3 και τον ΜΥ1 ζητείται όπως η μαρτυρία τους γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω καταπιάνεται με την γενική και αόριστη, κατά την άποψη του, αναφορά σε δόλο και συνωμοσία των Εναγομένων, για τις οποίες δεν δίνονται λεπτομέρειες, που σε καμία περίπτωση δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν οι Ενάγοντες για να είναι υπόλογος να απαντήσει. Σε ότι αφορά τις αποζημιώσεις, ουδεμία ζημιά αποδείχθηκε για να δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων είτε ειδικών είτε γενικών και πολύ περισσότερο τιμωρητικών αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε μαρτυρία περί τούτων. Η δικηγόρος του Εναγομένου 3 αναφέρθηκε ότι ο αρμόδιος κτηματολογικός λειτουργός ενήργησε σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση της ήταν η ίδια με αυτή των άλλων δύο δικηγόρων υπεράσπισης. Θεώρησε δε ότι σε ότι αφορά τους Εναγομένους 1 και 2 οι Ενάγοντες προσδίδουν σε αυτούς απάτη και στον Εναγόμενο 3 αμέλεια. Ένεκα τούτου, ενδιάτριψε στο θέμα της αμέλειας. Επίσης προέβη και αυτή στην εισήγηση για δεδικασμένο για τους ίδιους λόγους που επικαλούνται και οι άλλοι δύο δικηγόροι. Τέλος εισηγήθηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων που βασίζεται σε αστικά αδικήματα και δη αυτό της αμέλειας για τον Εναγόμενο 3 έχει παραγραφεί. Ενόψει της πιο πάνω αγόρευσης πρέπει να λεχθεί ότι, πουθενά δεν αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων η λέξη αμέλεια, ούτε και δίνονται λεπτομέρειες αμέλειας και από την άλλη στην Έκθεση Υπεράσπισης, ένεκα τούτου, δεν υπάρχει άρνηση λεπτομερειών αμέλειας, αλλά εξηγείται η ενέργεια του Εναγομένου 3 να διαγράψει το ΠΩΕ 201/92 ως συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου χωρίς, κατά τον ισχυρισμό του, να έχει διαπράξει οιανδήποτε παρατυπία ή παρανομία. Επίσης η αναφορά για παραγραφή του δικαιώματος των Εναγόντων για έγερση της παρούσας αγωγής δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και δεν θα εξεταστεί αφού δεν καταγράφεται στους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης. Όλοι οι δικηγόροι για ενίσχυση και ή τεκμηρίωση των θέσεων και εισηγήσεων τους επικαλέσθηκαν σχετική νομολογία. Πρώτα πρέπει να ξεκαθαρισθεί το νομικό πλαίσιο της βάσης των δύο αγωγών όπως αυτό αναφύεται από τις δύο Εκθέσεις Απαιτήσεως. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αυτή βασίζεται στα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας και του δόλου και παράνομη επέμβαση στα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα, ότι και αν σημαίνει αυτό. Να σημειωθεί ότι δεν καταγράφονται σε ξεχωριστές παραγράφους λεπτομέρειες συνομωσίας και δόλου ως απαραίτητα απαιτείται από την Δ.19 Κ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και νομολογιακά αποφασίστηκε (Βλ. Φακοντή v. Βρυώνη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1404 και Frederikou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527), αλλά τούτο συνάγεται από τις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται και βρίσκονται διασκορπισμένες στην Έκθεση Απαίτησης. Από την άλλη, δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες δόλου και συνομωσίας από τους Εναγόμενους 1 και
  1. Εναντίον του Εναγομένου 3, η μόνη αναφορά που γίνεται, εντοπίζεται στην παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία δεν είναι ξεκάθαρη και δεν διατυπώνεται με σαφήνεια το αγώγιμο δικαίωμα. Γίνεται δε γενικά επίκληση ότι δεν λήφθηκε υπόψη από αυτόν ότι το εν λόγω διαμέρισμα πωλήθηκε και ενεγράφη σε άλλο πρόσωπο παρά το γεγονός ότι ο εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης του ή ο Επίσημος Παραλήπτης δεν συγκατανεύσαν στην εν λόγω εγγραφή, ούτε ήσαν διάδικοι στην «εκ συμφώνου σχετική δικαστική απόφαση». Η διατύπωση αυτή προκαλεί σύγχυση καθότι ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτες οι ΜΕ1 και 4 και κατά τον χρόνο που ο Εναγόμενος 3 προέβη στη διαγραφή της ΠΩΕ 201/92, δηλαδή του πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της Εναγομένης 1 και των ΜΕ1 και 4, ούτε ο ΜΕ1 ούτε η ΜΕ4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες αλλά αυτοί ήλκαν δικαίωμα εγγραφής με βάση το ΠΩΕ 201/92 του οποίου ο νομικός αντίκτυπος επί του ακινήτου είναι αυτός του εμπράγματου βάρους της επιβάρυνσης. Επίσης δεν αναδεικνύεται ποια είναι η νομικά μεμπτή συμπεριφορά του Εναγόμενου 3 και μόνο εικάζοντας κάποιος μπορεί να φτάσει στο συμπέρασμα ότι αποδίδεται σε αυτόν η διάπραξη λάθους προβαίνοντας στη πιο πάνω διαγραφή. Η μαρτυρία επί των πιο πάνω ισχυρισμών και θεμάτων, κατά κύριο λόγο, προέρχεται από τους ΜΕ1 και
  2. Αποτελεί κοινό έδαφος ή και δεν αμφισβητήθη ότι η Εναγόμενη 1 πώλησε στον ΜΕ1 και στην ΜΕ4 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 23/2/92, Τεκμήριο 5, το διαμέρισμα αρ. 204, 2ος όροφος, Block C, στο Μέγαρο Παντελής στη Λάρνακα, αντί του ποσού των ΛΚ29.
  3. Το εν λόγω διαμέρισμα θα αποπερατωνόταν πλήρως το αργότερο μέχρι τις 31/3/
  4. Με την υπογραφή της συμφωνίας θα καταβάλλετο το ποσό των ΛΚ3.000 το δε υπόλοιπο ποσό εκ ΛΚ26.800 στις 30/3/
  5. Ο ΜΕ1 κατέβαλε στην Εναγόμενη 1 κατά την ημέρα που υπεγράφη η συμφωνία το συνολικό ποσό των ΛΚ9.800 και το υπόλοιπο το κατέβαλε στις 31/7/92 κατόπιν παραχώρησης δανείου σε αυτόν από τον Ο.Χ.Σ.. Προς εξασφάλιση του ποσού των ΛΚ20.000 που έδωσε ο Ο.Χ.Σ. στον ΜΕ1, η Εναγόμενη 1 κατέθεσε τραπεζική εγγύηση της Ελληνικής Τράπεζας στον Ο.Χ.Σ. για το ποσό αυτό με τόκο προς 8,5%, ημερομηνίας 6/4/92, η οποία έληγε στις 31/3/93, της οποίας (Ελληνικής Τράπεζας και άρα της Εναγομένης 1) η υποχρέωση θα θεωρείτο ως ικανοποιηθείσα σε περίπτωση που οι ΜΕ1 και 4 στο μεταξύ υποθήκευαν προς όφελος του Ο.Χ.Σ. το αναφερθέν διαμέρισμα, διαφορετικά υποχρεούτο να καταβάλει το πιο πάνω ποσό στον Ο.Χ.Σ. το αργότερο μέχρι την 31/3/13, Τεκμήριο
  6. Η τραπεζική εγγύηση ανανεώθηκε στις 19/3/93 μέχρι 31/3/94, Τεκμήριο 7, στις 25/9/94 με λήξη στις 30/9/95, Τεκμήριο 8, και την 1/12/95 με λήξη στις 30/6/96, Τεκμήριο
  7. Η Ελληνική Τράπεζα κατόπιν αίτησης του Ο.Χ.Σ. ημερομηνίας 14/5/96 εξόφλησε την τραπεζική εγγύηση η οποία ανήρχετο στο ποσό των ΛΚ21.405,72 στις 5/7/96, ως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 17 και 18, αφού έλαβε το ποσό αυτό από λογαριασμό της Εναγομένης 1 που είχε κοντά της. Η Εναγόμενη 1 κίνησε την αγωγή 2832/96 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, εναντίον του ΜΕ1 και της ΜΕ4, με την οποία προφανώς αξίωνε ως θεραπεία την ακύρωση του ως άνω πωλητηρίου εγγράφου, το οποίο κατατέθηκε στις 6/4/92 ΠΩΛ.Ε.201/92 στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης δυνάμει του ΚΕΦ. 232, Τεκμήρια 3 και
  8. Στις 7/7/98 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της ΜΕ4, Τεκμήριο 2, ως το Α και Β της αγωγής και η ΜΕ4 αποδέχετο ότι οποιαδήποτε συμφωνία ή αναφερόμενη συμφωνία έχει στην πραγματικότητα τερματιστεί υπαιτιοτήτι της και του ΜΕ1 και αποδέχετο διάταγμα με το οποίο ακυρώνετο η συμφωνία και ότι θα παρέδιδε απόλυτη την κατοχή του αναφερθέντος διαμερίσματος μέχρι τις 16/8/
  9. Σε αντάλλαγμα τούτου η Εναγόμενη 1 αποδεχόταν να καταβάλει στην ΜΕ4 το ποσό των ΛΚ10.000, χωρίς τόκο εντός ενός έτους από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, για ορισμένες ισχυριζόμενες βελτιώσεις τις οποίες προέβη στο διαμέρισμα, και κάθε πλευρά θα επιβαρύνετο τα δικά της έξοδα. Η ανταπαίτηση δε που είχαν απεσύρθη ως διευθετηθείσα και χωρίς έξοδα. Η αγωγή δε, εναντίον του ΜΕ1, είχε αποσυρθεί, βλ. Τεκμήριο
  10. Η πιο πάνω απόφαση συντάχθηκε στις 6/8/98 ως φαίνεται από το Τεκμήριο
  11. Μετά από αίτηση της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 10/12/98, ως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 11 και από την ένορκη δήλωση ημερ. 10/12/98, Τεκμήριο 12, στις 11/12/98 εκδόθηκε απόφαση σύμφωνα με την οποία το ποσό που θα κατέβαλλε η Εναγόμενη 1 στη ΜΕ4 μειώθηκε στο ποσό των ΛΚ2.000 ως καταφαίνεται από το Τεκμήριο
  12. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 με επιστολή του ημερ. 10/8/98 προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, Τεκμήριο 1, αφού απέστειλε και αντίγραφο της δικαστικής απόφασης ημερ. 7/7/98, Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι τούτη ομιλούσε αφ' εαυτής. Με βάση αυτή την επιστολή, Τεκμήριο 1, και τη Δικαστική απόφαση, Τεκμήριο 2, ο αρμόδιος κτηματολογικός λειτουργός στις 10/8/98 έδωσε οδηγίες όπως το ΠΩΕ201/92 διαγραφεί από όλα τα κτηματολογικά μητρώα καθώς και από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, έχοντας υπόψη την απόφαση ημερ. 7/7/98 στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε.Δ. Λάρνακας, πράγμα που έγινε ως φαίνεται από τα σημειώματα 1 και 2 στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου
  13. Έτσι το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση των μαρτύρων, τους οποίους είχε την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους ενώπιον του, με γνώμονα καθιερωμένα στοιχεία, όπως την ειλικρίνεια τους, την ευθύτητα τους, την πειστικότητα τους, την συνοχή και συνέπεια της μαρτυρίας τους, το συμφέρον που είχε ο καθένας από αυτούς στην υπόθεση, την προσωπική γνώση και την εμπλοκή του καθενός στα γεγονότα που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής καθώς και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας, και αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του καθ' ενός από αυτούς με τους υπόλοιπους και με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια, ιδωμένη βέβαια στο σύνολο της η μαρτυρία. Ο ΜΕ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς, σαφής, υπήρξε ασυνέπεια στη μαρτυρία του, περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατ' αρχάς να λεχθεί ότι αν και γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης και στην Δήλωση - Κατάθεση του ότι η αγωγή αρ. 2832/96 Ε.Δ. Λάρνακας αποσύρθηκε εναντίον του στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 2 αποδέχθηκε όπως εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του, ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2, 10 και 11, απόφαση εκδόθηκε μόνο εναντίον της ΜΕ4, ενώ εναντίον του ΜΕ1 αυτή είχε αποσυρθεί. Είναι άλλο θέμα η δήλωση αποδοχής εκ μέρους του Εναγόμενου 2 με την οποία αποδέχετο ότι η αναφερθείσα συμφωνία πώλησης τερματίστηκε υπαιτιοτήτι των ΜΕ1 και
  14. Ενώ παρουσίαζε τον εαυτό του να μην γνωρίζει για την είσπραξη εκ μέρους της ΜΕ4 του ποσού των ΛΚ2.000, ως ήταν η διορθωμένη απόφαση ημερ. 11/12/98, Τεκμήριο 11, μέχρι και το 2006 οπότε και πληροφορήθηκε τούτο από τη ΜΕ4, όταν συναντήθηκαν μετά από ένα τραγικό γεγονός, της απώλειας της θυγατέρας τους, εντούτοις φαίνεται από το Τεκμήριο 21 ότι γνώριζε γι' αυτό το γεγονός από τις πρώτες μέρες έκδοσης της απόφασης αφού όπως αναφέρει στην 7η παράγραφο του Τεκμηρίου 21 πληροφορήθηκε τούτο τόσο από τον Εναγόμενο 2 όσο και από την ΜΕ
  15. Στην επόμενη δε παράγραφο αναφέρει ρητά ότι ο Εναγόμενος 2 του είχε αναφέρει ότι αναγράφηκε το ποσό των ΛΚ10.000 αντί ΛΚ2.000 και αυτό θα διορθώνετο με αίτηση της Εναγόμενης
  16. Βέβαια, το Τεκμήριο 21 αποτέλεσε σημείο τριβής και αντιπαράθεσης αφού ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είχε υπογράψει λευκές κόλλες και τα όσα καταγράφονται σε αυτό εγράφησαν από τον Εναγόμενο 2 ή άλλο πρόσωπο καθ' υπόδειξη του, ισχυρισμό που υποστήριξε και ο ΜΕ
  17. Ο ΜΕ1 ανάφερε ως δικαιολογία για το ότι υπέγραψε σε λευκές κόλλες, ότι επρόκειτο να στείλει κάποια επιστολή στην ΜΕ4 για να μην πάρει η ΜΕ4 την ιδιοκτησία μιας οικίας που είχαν στην Αγγλία και την οποία η τελευταία διεκδικούσε μετά την διάσταση τους. Όμως τίποτε το συγκεκριμένο δεν αναφέρθηκε για το θέμα παρά μόνο η πιο πάνω γενικόλογη και αόριστη αναφορά που ας σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του από τον Εναγόμενο 2 στην ερώτηση «Για το σπίτι στην Αγγλία, κύριε μάρτυς, πότε τέθηκε θέμα» απάντησε «Τέθηκε θέμα το
  18. Εσύ ήσουν παρών, ήσουν ο δικηγόρος μου» και επομένως δεν μπορεί οι οδηγίες του να δόθησαν στον Εναγόμενο 2 τον Νοέμβριο του 1999 για ένα θέμα που τέθηκε το
  19. Έπειτα πως θα ήταν δυνατό με την αποστολή και μόνο μιας επιστολής να εμποδίζετο η ΜΕ4 από το να πάρει την οικία στην Αγγλία. Όσον αφορά τον ΜΕ2 ο οποίος ουσιαστικά ήλθε στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό αυτό του ΜΕ1, εκτός των πιο πάνω που ήδη έχουν αναφερθεί, κατά την αντεξέταση του από τον Εναγόμενο 2 σε υποβολή ότι τα περιουσιακά θέματα μεταξύ του ΜΕ1 και της ΜΕ4 προέκυψαν μεταξύ των ετών 2004-2005, απάντησε «Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ήρθαμε στο γραφείο σας». Στην ερώτηση εάν οι κόλλες ήταν του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δηλαδή άσπρες ή με γραμμές, απάντησε ότι δεν ενθυμείτο, αλλά ενθυμείτο ότι είχε μια διαφωνία με τον ΜΕ1 γιατί υπέγραψε χωρίς να ξέρει το περιεχόμενο, κάτι το οποίο δεν ανάφερε ο ΜΕ
  20. Επίσης ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 2 ζήτησε επανειλημμένως από τον ΜΕ1 να υπογράψει τα αρχικά του σε κάθε τέλος της κόλλας αλλά καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 21 ότι την τρίτη σελίδα την υπέγραψε στο πάνω μέρος της και όχι στο τέλος της. Στην υπόδειξη του Τεκμηρίου 21 και στην ερώτηση εάν ήταν τέτοιες σελίδες, απάντησε ότι δεν ενθυμείτο. Τέλος, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του από τον Εναγόμενο 2 απάντησε συνολικά δεν θυμάμαι εννέα
(9)φορές, σε μια πολύ σύντομη αντεξέταση εκ τριαντατριών
(33)ερωτήσεων, δηλαδή σχεδόν στο 1/3 των ερωτήσεων, οι οποίες όμως ήταν και επί του ουσιαστικότερου θέματος για το οποίο ήρθε να μαρτυρήσει. Ως εκ των πιο πάνω, ο ΜΕ2 δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς και μάρτυρας της αλήθειας και κρίνεται αναξιόπιστος. Ο Εναγόμενος 2, που υπέβαλε σε αυτούς ότι δεν ανταποκρίνεται ο ισχυρισμός αυτός στην αλήθεια αλλά απεναντίας ενεγράφησαν τούτα καθ' υπόδειξη του ΜΕ1, για απόδειξη του ισχυρισμού του κάλεσε τον Ανδρέα Παναγιώτου, ΜΥ2, ο οποίος με την Κ.Δ.Π. 195/88 κηρύκτηκε επιστήμονας - εμπειρογνώμονας στην εξέταση εγγράφων (γραφογνωμία) και παραχάραξη χαρτονομισμάτων, διατελώντας στο αστυνομικό σώμα το έργο του αυτό για πάρα πολλά χρόνια, που βεβαίως κρίνεται εμπειρογνώμονας επί του θέματος όσο και αν αμφισβητήθηκε αυτό από τους Ενάγοντες, και ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 έκθεση, με βάση την οποία καταλήγει ότι η υπογραφή του ΜΕ1 που βρίσκεται στο τέλος δεξιά της δεύτερης σελίδας του Τεκμηρίου 21 και αγγίζει επί των λέξεων «ποσό» και «αίτηση» αυτή τέθηκε πάνω από αυτές τις δύο λέξεις. Γεγονός που παραπέμπει ότι πρώτα ενεγράφη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 και μετά τέθηκε η υπογραφή. Αυτός εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που δύναται το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων. Με βάση αυτά, κρίνω ότι δόθησαν πλήρεις εξηγήσεις για την κατάληξη του ότι η υπογραφή του ΜΕ1 τέθηκε πάνω από τις αναφερθείσες δύο λέξεις. Η μη παρουσίαση του πρωτοτύπου του Τεκμηρίου 21, το οποίο βρίσκεται στην αστυνομία, είναι άνευ σημασίας αφού τούτο το είδε στην αστυνομία και ήταν με βάση το πρωτότυπο που ετοίμασε την έκθεση του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε είτε με άλλη μαρτυρία είτε με άλλο τρόπο. Ως εκ των πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του. Συνεχίζοντας την αξιολόγηση του ΜΕ1, διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία του βρίθει από αντιφάσεις και ανακρίβειες. Ενώ είπε ότι οι σχέσεις του με τον Λειβαδιώτη ήταν καλές, στη συνέχεια ανάφερε ότι του έκανε ποινική υπόθεση για να πει αμέσως μετά ότι δεν του έκανε ποινική υπόθεση. Καταδείχθηκε όμως ότι έγινε ποινική υπόθεση εναντίον του Λειβαδιώτη, αφού καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 13 το κατηγορητήριο με αρ. υπόθεσης 18457/
  1. Αν και ήρθε το 1997 στην Κύπρο για να πάρει κάποιο χαρτί από το νοσοκομείο και να επιστρέψει πίσω στην Αγγλία και την ίδια χρονιά καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση αρ. 18457/97, μετά από παράπονο του εναντίον του Πανίκκου Λειβαδιώτη ότι εισήλθε βιαίως στο αναφερθέν διαμέρισμα με σκοπό κτήσης του διαμερίσματος, παράπονο, όπως είπε, στον Εναγόμενο 2 έκανε το 1999 όταν ήρθε πάλι στην Κύπρο και έμενε στο σπίτι του αδελφού του, αλλά δεν κίνησε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου
  2. Αν όμως είχε παράπονο γιατί δεν κίνησε αγωγή το 1999 αλλά απεναντίας δύο σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του Πανίκκου Λειβαδιώτη στις 15/12/97 ο ΜΕ1 απέστειλε το Τεκμήριο 21 στο Γενικό Εισαγγελέα και εκθείαζε τον Εναγόμενο 2 και καλούσε τον Γενικό Εισαγγελέα να μην λάβει υπόψη το παράπονο της ΜΕ4; Επίσης ενώ ανάφερε ότι τα είπε όλα στον Επίσημο Παραλήπτη όταν κλήθηκε από αυτόν, συμπεριλαμβανομένου και του διαμερίσματος, μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του στις 5/11/96, στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν του είπε ότι ήταν εξοφλημένο από αυτόν και ότι του το «έφαγαν» οι Εναγόμενοι 1 και
  3. Στην ερώτηση αν είχε κανένα λόγο που τον εμπόδιζε να το αναφέρει στον Επίσημο Παραλήπτη, είπε γιατί ήταν σε πτώχευση, ενώ σε παρόμοια ερώτηση εάν τον εμπόδιζε τίποτε, αφού θα μπορούσε ο Επίσημος Παραλήπτης παίρνοντας το διαμέρισμα να καταβάλει κάποια ποσά στους πιστωτές του, απάντησε ναι, και στην ερώτηση ποιος απάντησε ο κ. Βασιλείου και αμέσως μετά είπε ότι ο κ. Βασιλείου του είπε επικεντρώθου στην υπόθεση με το δυστύχημα από το οποίο θα πιάσεις καλά λεφτά και ξέχασε το σπίτι διότι είσαι σε πτώχευση. Ως εκ τούτου σιώπησε (έκρυψε όπως είπε) γιατί του έκανε άλλη υπόθεση. Ακολούθως δε, σε άλλη ερώτηση, είπε ότι δεν του ανάφερε ο κ. Βασιλείου να μην πει τίποτε αλλά απλώς του είπε «θεώρα το ότι τελείωσε το σπίτι σου». Ακόμη σε μεταγενέστερο στάδιο σε σχετική ερώτηση αν ανάφερε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία ή που δικαιούται σε αυτά, απάντησε «ναι είπα του τα όλα» και στην ερώτηση «το σπίτι αυτό του το είπες» απάντησε «μάλιστα» ενώ στην αμέσως επόμενη ερώτηση «του το είπες και το σπίτι αυτό» απάντησε «όχι διότι δεν ήταν εξοφλημένο» και στην ερώτηση «το σπίτι δεν ήταν εξοφλημένο;» απάντησε «ήταν εξοφλημένο αλλά ήταν καταχωρημένο στο κτηματολόγιο, ήταν το κοτσιάνι πάνω στον Λειβαδιώτη ακόμα. Τι να του πω;». Σε άλλη ερώτηση ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 2 τον κορόιδεψε πολλές φορές αλλά δεν τον κατάγγειλε στην αστυνομία, ενώ στη συνέχεια είπε ότι τον κατάγγειλε στον Γενικό Εισαγγελέα και στην αστυνομία για πλαστογραφία, όπως και στο δικηγορικό σύλλογο το έτος
  4. Ακόμη, ενώ αρχικά ανάφερε ότι δεν ήξερε ότι η σύζυγος του παρέδωσε τα κλειδιά στον κ. Λειβαδιώτη στις 16/8/98, στη συνέχεια ανάφερε ότι στην Αγγλία, δύο - τρεις μήνες πριν έρθει το 1999 στην Κύπρο, του είχε αναφέρει η σύζυγος του ότι άδειασε το διαμέρισμα. Επίσης να λεχθεί ότι ενώ το 2000 έγινε η διευθέτηση της υπόθεσης του δυστυχήματος που είχε, και ένα ποσό θα παρέμενε στον ίδιο και κάποιο άλλο ποσό στον Επίσημο Παραλήπτη για πληρωμή των πιστωτών του, βλ. Τεκμήριο 16 ημερομηνίας 19/4/2000, εντούτοις ούτε τότε είχε αναφέρει στον Επίσημο Παραλήπτη για τα δικαιώματα του στο διαμέρισμα. Κάτι που καταδεικνύει από τη μια ότι αποσιώπησε τούτο γιατί αντιλαμβανόταν τις συνέπειες που προέκυπταν από το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και την πιθανή αναζήτηση από τον Επίσημο Παραλήπτη του ποσού των ΛΚ2.000 που καταβλήθηκε στη ΜΕ4 και από την άλλη ότι αποδέχθηκε τη νομική κατάσταση που επέφερε η δικαστική απόφαση, Τεκμήριο 2, ως τροποποιήθηκε με το Τεκμήριο 11, και τη δήλωση που έγινε από το δικηγόρο του κατά την απόσυρση της υπόθεσης εναντίον του, Τεκμήριο
  5. Τέλος ο ισχυρισμός του ότι υπήρξε πλαστογραφία της απόφασης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση 2832/96 Ε.Δ. Λάρνακας, όχι μόνο παρέμεινε μετέωρος και αόριστος αλλά καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 2, 10, 11, 12 και 21, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ως εκ των πιο πάνω, απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η ΜΕ4 δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς, συνεπής, περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 2 όπως εμφανιστεί και γι' αυτή, από το Τεκμήριο 14, το οποίο είναι το σημείωμα εμφανίσεως στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε. Δ. Λάρνακας, καταδεικνύεται ότι εμφαίνονται ως δικηγόροι της και του ΜΕ1 οι δικηγόροι Χρ. Ζαμπάς & Γ. Βασιλείου, η οποία εμφάνιση μάλιστα καταχωρήθηκε υπό διαμαρτυρία γι' αυτήν επιφυλάσσοντας το δικαίωμα όπως καταχωρηθεί εντός 20 ημερών αίτηση παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτή. Ακόμη, η ίδια ανάφερε ότι όταν ήρθε στη Κύπρο και συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 2, ζήτησε από αυτόν όπως αιτηθεί από το Δικαστήριο αναβολής της υπόθεσης σε άλλη ημερομηνία, αν και ανάφερε αρχικά ότι αυτό ζητήθηκε από το σύζυγο της να μεταφερθεί στον Εναγόμενο 2 ενώ στη συνέχεια αναφερόταν ότι το ζήτησε η ίδια από τον Εναγόμενο
  6. Πως λοιπόν θα ζητείτο από τον Εναγόμενο 2 αναβολή της υπόθεσης εκ μέρους της εάν δεν τον είχε εξουσιοδοτήσει ως δικηγόρο της; Να λεχθεί τέλος, ότι εάν δεν είχε οδηγίες ο Εναγόμενος 2 να εμφανιστεί και για την ΜΕ4, τότε η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε κάλλιστα να προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσης της, ακριβώς επειδή δεν θα εκπροσωπείτο από δικηγόρο, και δεν θα ελάμβανε ούτε το ποσό των ΛΚ2.
  7. Είναι αξιοπερίεργη μάλιστα η αναφορά της «αυτό είναι πως τα κατάφερα και εγώ να βρεθώ σε μία δίκη, χωρίς να ζητήσω να μου κάνουν δίκη». Ενώ αναγνώρισε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 19 με βάση το οποίο ξεκάθαρα δήλωνε ότι παραλάμβανε την επιταγή για το ποσό των ΛΚ2.000 από τον Εναγόμενο 2, μετά από οδηγίες της σ' αυτόν να της εξασφαλίσει τούτο σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε. Δ. Λάρνακας για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης και ουδεμία άλλη απαίτηση είχε, προσπάθησε να αποποιηθεί από τις συνέπειες αυτές της επιστολής προβάλλοντας διάφορους λόγους με βάση τους οποίους επέρριπτε ευθύνη στον Εναγόμενο 2 για τη διευθέτηση αυτή. Όμως αυτό, το τελευταίο, δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού από την επιστολή ημερομηνίας 25/11/99 Τεκμήριο 21, καταδεικνύεται ότι είχε προβεί προηγουμένως σε παράπονο προς τον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον του Εναγόμενου 2 που σχετιζόταν με τη διευθέτηση της αναφερθείσας υπόθεσης και άρα δεν θα μπορούσε το Τεκμήριο 19, να είναι προϊόν ενεργειών του Εναγόμενου 2 για θέμα το οποίο δεν γνώριζε. Δικαιολογώντας δε, σε άλλη σχετική ερώτηση, γιατί δεν έδωσε και στον ΜΕ1 από τις ΛΚ2.000 απάντησε ότι τις είχε ανάγκη αφού είχε τρία παιδιά, ήταν μόνη της και έπρεπε να πληρώσει το πανεπιστήμιο της κόρη της. Ούτε βέβαια μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός της ότι δεν ανάφερε στον ΜΕ1 ότι έλαβε το ποσό των ΛΚ2.000, μέχρι πριν από το 2006 που επεσυνέβη εκείνο το τραγικό γεγονός που αναφέρεται πιο πάνω, αφού καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 21 ημερομηνίας 25/11/99 ότι ο ΜΕ1 είχε γνώση περί τούτου. Ένα άλλο θέμα, για το οποίο συνεχώς άλλαζε τον ισχυρισμό της, ήταν η επίκληση βοήθειας από τους γονείς της για εξόφληση του δανείου που έγινε για αγορά του ως άνω αναφερθέντος διαμερίσματος. Συγκεκριμένα, σε σχετικές ερωτήσεις δόθηκαν οι ακόλουθες απαντήσεις: «Μίλησα στους γονείς μου εγώ τότε για να δώσω όσα χρωστούσαμε και μάλιστα λέω στον κ. Βασιλείου σε παρακαλώ μπορείτε να ανακαλύψετε πόσα χρωστούμε για να με βοηθήσουν οι γονείς μου να πληρώσω να μην χάσω το διαμέρισμα;», «Δεν ήθελα να πάω στο δικηγόρο γιατί ήξερα ότι είχα τα λεφτά για να μπορέσω να τα δώσω να πάρω το διαμέρισμα. Δεν χρειάζετο να πάω Δικαστήριο από τη στιγμή που είχα τα λεφτά.», «. Να μπορέσουμε να βρούμε το ποσό να γλιτώσουμε το διαμέρισμα γιατί είναι το μοναδικό, δεν είχαμε άλλο σπίτι, είμαστε πρόσφυγες.», «. να μπορέσω να μιλήσω με τους γονιούς μου να δω τι να κάνω», «. δώστε μου χρόνο να δω την υπόθεση να την διαβάσω και μιλώντας με τον πατέρα μου, μου είπαν οι γονιοί μου ότι και να τύχει θα σταθούμε δίπλα σου να σε βοηθήσουμε να πληρώσεις το ποσό. Εγώ σου ζήτησα και σε παρακάλεσα να ρωτήσεις πόσο είναι το χρέος που χρωστούσαμε για να με βοηθήσουν οι γονείς μου να γλιτώσω το διαμέρισμα γιατί ήταν το μόνο σπίτι που είχα.». Επίσης σε σχέση με την ενημέρωση της και τον τρόπο που εκδόθηκε η απόφαση τα άλλαξε, αφού στην μία απάντηση ανάφερε ότι της τηλεφώνησε και της είπε ότι το Δικαστήριο αποφάσισε να της δώσει μόνο ΛΚ1.000 και αυτή του ανάφερε ότι ήταν άδικο, ενώ σε σχετική ερώτηση στην άλλη απάντηση πρόσθεσε ότι ο κ. Βασιλείου της είπε ότι θα δει τον Δικαστή για να δει τι μπορεί να γίνει και αργότερα την ίδια ημέρα της τηλεφώνησε και της είπε ότι το Δικαστήριο αποφάσισε ΛΚ2.
  8. Σε ερώτηση αν συμφωνούσε ότι στην πραγματικότητα το τίμημα έπρεπε να το πληρώσει τόσο αυτή όσο και ο σύζυγος της απάντησε ότι δεν συμφωνούσε γιατί έγιναν και υπέγραψαν στην παρουσία του δικηγόρου τους. Να ειπωθεί ότι στην ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ότι η Απαίτηση της Εναγόμενης 1 που αφορούσε το διαμέρισμα στρέφετο εναντίο και των δύο, απάντησε ότι «Τα πιο πολλά τα κανόνιζε ο σύζυγος μου γιατί είπαμε πάντα οι σύζυγοι κάνουν. Με πληροφόρησε πολλά πράγματα αλλά τα περισσότερα τα κανόνιζε εκείνος.» Για να απαντήσει στην αμέσως επόμενη ερώτηση ότι δεν ήξερε ότι της κίνησε αγωγή η Εναγόμενη
  9. Στην υπόδειξη ότι δεν ανάφερε τέτοιο πράγμα στη Δήλωση - Κατάθεση της, απάντησε «Εντάξει. Δεν το είπα.». Επίσης στην υπόδειξη της παραγράφου 8 της Δήλωσης - Κατάθεσης της, και στην υποβολή ότι γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής απάντησε «Ο κύριος μου το γνώριζε ότι είχα αγωγή. Εγώ δεν το ήξερα και μου τηλεφώνησε που ήταν να έρθω στην Κύπρο να περάσω να σας δω .». Αξιοσημείωτο είναι που παρά τη διάσταση εξακολουθεί να τον αποκαλεί «κύριο» της και ότι οι σύζυγοι τα αναλαμβάνουν όλα. Δεν είναι όμως μόνο τα πιο πάνω, που ενδεικτικά αναφέρονται, που κλονίζουν συθέμελα την αξιοπιστία της, αλλά είναι και η υπεκφυγή να απαντήσει ευθέως σε διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθησαν κατά την αντεξέταση καθώς και η εν γένει εικόνα της, που παρουσίαζε τον εαυτό της να μην γνωρίζει ουσιαστικά τίποτε, παρά μόνο την κατά την άποψη της άδικη απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε. Δ. Λάρνακας. Με βάση τα πιο πάνω απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η ΜΕ3 ουσιαστικά ανάφερε τον τρόπο με τον οποίο εξοφλήθηκε το δάνειο που έκαναν οι ΜΕ1 και ΜΕ4 από τον Ο.Χ.Σ. και δη ότι τούτο εξοφλήθηκε με την εγγυητική της Ελληνικής Τράπεζας. Δεν ζητήθηκε από οιονδήποτε συνήγορο να μην κριθεί αξιόπιστη. Το Δικαστήριο εξετάζοντας τη μαρτυρία της, έχοντας υπόψη του και τα ανάλογα Τεκμήρια 17 και 18, βρίσκει ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ο ΜΥ1 ανάφερε με ευθύτητα και ειλικρίνεια ότι η εγγυητική της Ελληνικής Τράπεζας κατόπιν αιτήματος του Ο.Χ.Σ. καταβλήθηκε σ' αυτόν αφού χρεώθηκε ο λογαριασμός της Εναγόμενης
  10. Δεν υποδείχθηκε οιονδήποτε ψεγάδι στη μαρτυρία που θα μπορούσε να την καταστήσει αναξιόπιστη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Τα Τεκμήρια Γ και Δ προς αναγνώριση δεν λαμβάνονται υπόψη αφού δεν κατέστηκαν κανονικά τεκμήρια. Το Δικαστήριο τότε μόνο έχει υποχρέωση για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων όταν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία. Στην περίπτωση μας με την απόρριψη και μη αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1, ΜΕ4 και ΜΕ2, ελλείπει αυτό το γεγονός της αξιόπιστης μαρτυρίας και επομένως δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει ευρήματα και να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η σημασία της αξιόπιστης μαρτυρίας μπορεί να αναζητηθεί στις υποθέσεις Kades v. Νικολάου and Another
(1986)1 CLR 212, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of this credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter" στην Agapiou v. Panayiotou,
(1988)1 CLR 257 και στην Εθνική Τράπεζα ν. Χ¨Νέστορος
(1990)1 ΑΑΔ 41, 45 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα της σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση του Ενάγοντα ή Αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφ΄ όσον το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄ αρχής ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου" Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στις υποθέσεις Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 ΑΑΔ 157, Κωνσταντινίδης ν. Κάτζιη
(1993)1 ΑΑΔ 492, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614, 741 και Μ.Α. GOODVALVE SUPPLIERS LTD κ.α. ν. Θάλειας Χαραλάμπους
(2003)1 ΑΑΔ 127, στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, υποδεικνύοντας, με αναφορά στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη, ανωτέρω, ότι η απόρριψη της εκδοχής της εφεσίβλητης δεν πρόσθετε στην υπόθεση των Εφεσειόντων εφόσον δεν υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετούσε την απαίτηση. Στην υπόθεση Κορέλλη ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 12, αναφέρεται και επαναλαμβάνεται ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αναξιοπιστία των ΜΕ1, ΜΕ4 και ΜΕ2 χωρίς άλλο οδηγεί στην κατάληξη ότι οι αγωγές πρέπει να απορριφθούν. Σε αυτό το σημείο πρέπει να ειπωθεί ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ4 δεν αξιώνουν την ακύρωση της απόφασης ημερ. 7/7/98 που εκδόθηκε στην αγωγή αρ. 2832/96 Ε.Δ. Λάρνακας. Επίσης, ουσιαστικά οι ΜΕ1 και ΜΕ4, ο μεν πρώτος με την επιστολή ημερομηνίας 25/11/99, Τεκμήριο 21 και η δε δεύτερη με την δήλωση της, τον Ιούλιο του 2000, Τεκμήριο 19, και ιδίως ότι το Τεκμήριο 19 έγινε μετά την καταγγελία της εναντίον του Εναγομένου 2 στο Γενικό Εισαγγελέα και την εν συνεχεία συμπεριφορά τους, κωλύονται να εγείρουν τις αγωγές και να αξιώνουν τις θεραπείες που αναφέρονται ανωτέρω. Ακόμα, οι αγωγές τους ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για την αξία του διαμερίσματος κατά τον επίδικο χρόνο ώστε να δοθεί, ως θεραπεία, ανάλογη αποζημίωση. Ούτε η συμφωνία πώλησης, στην οποία αναφέρεται το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος, ούτε η πώληση του για το ποσό των £230.000, ως αναφέρθηκε, αποτελούν μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασισθεί για να επιδικάσει ανάλογη αποζημίωση. Αφού το Δικαστήριο έχει αποφασίσει έτσι, τις μεταξύ των διαδίκων διαφορές, στο στάδιο αυτό εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών. Κατά συνέπεια η αγωγή αρ. 2509/09 Ε.Δ. Λάρνακας απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επίσης, η αγωγή αρ. 3588/09 Ε.Δ. Λάρνακας απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1, 2, και 3 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα των δύο αγωγών είναι κοινά, αυτά θα είναι ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.