← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. LANSLEY MICHELLE κ.α., Αρ.αγωγής 4767/2013, 10/12/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. LANSLEY MICHELLE κ.α., Αρ.αγωγής 4767/2013, 10/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 4767/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. LANSLEY MICHELLE
  2. A.CHACHOLIS DEVELOPERS LIMITED Eναγομένων Αίτηση ημερ. 24.7.2014 Ημερ.: 10.12.2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: Π.Χατζηπαναγής μετά της Ι.Χριστοδούλου (κα) για Σ.Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: Α.Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 16.12.2013 με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από την Εναγόμενη 1 που διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Εναγόμενη 2 Κυπριακή Εταιρεία €486.720,29 πλέον τόκους δυνάμει δύο συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια και η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της. Αξιώνει ακόμη η Ενάγουσα Τράπεζα αναγνωριστική απόφαση ότι είναι η δικαιούχος δύο πωλητηρίων εγγράφων, με τα οποία η Εναγόμενη 2 πώλησε στην Εναγόμενη 1 ένα διαμέρισμα και μια κατοικία, δυνάμει εκχώρησης τους από την τελευταία και συνακόλουθα διατάγματα σε σχέση με τις περιουσίες αυτές. Η Εναγόμενη 1 είχε συμβληθεί με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, η οποία μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Tην 29.3.2013 τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα Τράπεζα δυνάμει του περί Πωλήσεως Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013, ΚΔΠ 104/
  3. Επομένως όπου αναφέρομαι σε Τράπεζα θα εννοώ την Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης και Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση και γι΄ αυτήν η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση την 17.2.
  4. Για την Εναγόμενη 1, δεδομένης της διαμονής της εκτός Κύπρου ζητήθηκε άδεια για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και τα σχετικά διατάγματα εκδόθηκαν την 5.3.
  5. Επιτράπηκε η επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος σύμφωνα με τον Κανονισμό 1393/
  6. Την 13.6.2014 η Εναγόμενη 1 ζήτησε και έλαβε άδεια ώστε να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και οδηγίες για καταχώρηση, εντός προθεσμίας 30 ημερών από την εμφάνιση, αίτησης παραμερισμού ή και αναστολής της διαδικασίας ή και της επίδοσης της ή και του διατάγματος που την επέτρεψε. Εμφάνιση υπό διαμαρτυρία καταχωρίστηκε την 26.6.2014 και την 24.7.2014 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Εναγόμενη 1 εξαιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το Κλητήριο Ενταλμα ημερομηνίας 16/12/2013 εναντίον της Εναγόμενης 1 στην παρούσα Αγωγή. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απορρίπτει και/ή αναστέλλει (stay) την παρούσα Αγωγή και/ή κάθε διαδικασία και/ή την περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης
  7. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/03/2014 με το οποίο επιτράπηκε και/ή εξουσιοδοτήθηκε η επίδοση της ειδοποίησης του Κλητήριου Εντάλματος στην Εναγόμενη 1 εκτός δικαιοδοσίας. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την επίδοση Ειδοποίησης Κλητήριου Εντάλματος στην Εναγόμενη 1.» Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ενορκη Δήλωση του Σωκράτη Παρπαρίνου, εκ των δικηγόρων της, που μεταφέρει πληροφορίες που έλαβε από τους άγγλους δικηγόρους της Εναγόμενης
  8. Με την Αίτηση εγείρονται δύο κεφαλαιώδη ζητήματα. Ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατά πόσο η επίδοση έγινε με τον δέοντα τρόπο ή και επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Και αν η επίδοση πάσχει αυτή θα ακυρωθεί, με την αγωγή να διατηρείται εναντίον της Εναγόμενης 1 προς την οποία θα μπορεί να επιδοθεί δεόντως στη συνέχεια, ενώ εάν το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία αυτό θα σημαίνει το τέλος της αγωγής εναντίον της. Στην Ενορκη Δήλωση Παρπαρίνου γίνεται αναφορά σε άλλες υποθέσεις με τις οποίες ο δικηγόρος εντοπίζει ομοιότητες, όμως οι άλλες υποθέσεις δεν ενδιαφέρουν ως τέτοιες, παρά μόνο στην έκταση που θα δημιουργούσαν νομικό προηγούμενο (precedent) για ζήτημα που χρήζει επίλυσης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Και βέβαια δεσμευτικό προηγούμενο, στην έκταση που εμπλέκονται Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί, στην προκειμένη περίπτωση ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13 Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, δημιουργείται από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) και όχι από την απόφαση οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που, όπως κάθε δικαστική απόφαση, μπορεί να παράσχει καθοδήγηση. Σε μια υπόθεση που καταχωρίστηκε την 29.4.2014 στο High Court της Αγγλίας, εναγόμενη είναι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 είναι η εκεί ενάγουσα αρ.
  9. Και το εκεί επίδικο ζήτημα αφορά στα ίδια γεγονότα που αφορά και η παρούσα αγωγή. Αυτό είναι ένα γεγονός και έτσι αντιμετωπίζεται όπως θα δούμε πιο κάτω. Οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί γεγονότων που εμπεριέχονται στην Ενορκη Δήλωση Παρπαρίνου συνοψίζονται στο ότι η Εναγόμενη 1 που διέμενε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο προσεγγίστηκε εκεί από αντιπρόσωπο της Τράπεζας και της Εναγόμενης 2 και, κατόπιν ψευδών παραστάσεων που έγιναν προς αυτή, πείσθηκε να αγοράσει με δανεισμό από τράπεζα μια κατοικία και ένα διαμέρισμα στην Κύπρο. Η ίδια υπόγραψε στο Ηνωμένο Βασίλειο τα αγοραπωλητήρια έγγραφα για την κατοικία και το διαμέρισμα, όμως οι συμφωνίες δανειοδότησης με την Τράπεζα και οι συμφωνίες εκχώρησης των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1 από τα αγοραπωλητήρια προς την Τράπεζα υπογράφηκαν από τον προαναφερθέντα αντιπρόσωπο δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων που η Εναγόμενη 1 υπόγραψε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης όπου απαριθμούνται 12 λόγοι ένστασης, κάποιοι από τους οποίους (λόγοι 7 και 8) εμπεριέχουν αχρείαστη νομική επιχειρηματολογία. Η Ενσταση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση του Μάριου Σωφρονίου, υπάλληλου της Ενάγουσας. Ο Σωφρονίου επισημαίνει στην Ενορκη του Δήλωση ότι η Ενορκη Δήλωση Παρπαρίνου περιέχει εκτεταμένες αναφορές σε νομικούς ισχυρισμούς, ωστόσο και ο ίδιος, αχρείαστα, αναπτύσσει νομική επιχειρηματολογία κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της Ενάγουσας. Και στην έκταση που παραθέτει μαρτυρία γεγονότων αυτή είναι σημασίας μόνο για το ζήτημα της επίδοσης, στην έννοια της συμμόρφωσης με το διάταγμα της 5.3.
  10. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατά πόσο ορθά εκδόθηκε το διάταγμα της 5.3.2014, κρίνεται στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερ. 25.2.2014 για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (βλ. Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners

(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, 1033 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 995). Επομένως, ισχυρισμοί γεγονότων που εκτίθενται στο στάδιο τούτο δεν μεταβάλλουν το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο διάταγμα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνόδευε την αρχική αίτηση για άδεια (βλ. Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence). Αναφέρεται στην S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762, 764, ότι: «Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του Διατάγματος μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας (βλ. Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297) δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.6 θ.4 που προνοεί πως κάθε αίτηση για άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του σε εναγόμενο εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Αναφέρεται στην George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd and another
(1963)2 C.L.R. 266, 268 ότι ο ενάγοντας υποχρεούται να παραθέσει σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση του το πλήρες φάσμα των γεγονότων πάνω στα οποία εδράζεται το αγώγιμο του δικαίωμα. Το βάρος της απόδειξης κατά τη διαδικασία της αίτησης για παραμερισμό το φέρει και πάλι ο ενάγοντας, ο οποίος βαρύνεται να πείσει το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για παροχή σε αυτόν άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας (βλ. GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584, 1588-9). Ορθά, λοιπόν, παραπέμπεται το Δικαστήριο στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερ. 25.2.2014 που συνόδευε την αίτηση για άδεια υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Σε αυτή αναφέρεται πως η Τράπεζα διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Επισυνάπτονται οι δύο συμφωνίες δανείου ημερ. 25.9.2008 (Τεκμήρια 1 και 3) όπου καταγράφεται ο σκοπός του κάθε δανείου, που ήταν η αγορά ενός διαμερίσματος και μιας κατοικίας στη Ξυλοφάγου στη Λάρνακα και στο Φρέναρος στην Αμμόχωστο αντίστοιχα. Δεν φαίνεται επί των συμφωνιών πού υπογράφηκαν, αναφέρεται όμως (παραγρ.11) ότι αυτές υπογράφησαν στη Λάρνακα. Στο τέλος κάθε συμφωνίας σημειώνεται ότι: «The Customer further declares that he has received . the `General Terms and Conditions' of the Bank, which form an integral part of this Agreement .», ωστόσο κανένα έγγραφο «Γενικών Ορων και Προϋποθέσεων» δεν είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Ενορκη Δήλωση Σωφρονίου επισυνάπτεται αντίγραφο «Γενικών Ορων και Προϋποθέσεων» που κατ΄ ισχυρισμό παραδόθηκαν στην πλευρά της Εναγόμενης 1 κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμφωνιών, όμως, αυτοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Επισυνάπτονταν επίσης στην ένορκη δήλωση ημερ. 25.2.2014 οι συμφωνίες εκχώρησης (Τεκμήρια 8 και 9). Αυτές δεν αναφέρεται πού συνομολογήθηκαν, ούτε στο κείμενο τους αναφέρεται ο τόπος υπογραφής τους. Προνοείται όμως στον όρο 9 αυτών ότι: "All the terms and conditions of this agreement shall be governed by the Laws of the Republic of Cyprus and the Courts of the Republic of Cyprus shall have jurisdiction for the settlement of any dispute, which may arise from or in relation to these. It is understood that the present article will not limit the right of the bank to take legal steps in any other courts abroad that may have jurisdiction, as well as to reseal and execute any judgment obtained in the Cyprus Court on any property owned by the Assignor or any interest that the Assignor may have in any other country". Η Δ.2, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου, ή του οποίου ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, η δε Δ.6, θ.1 ορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται από το Δικαστήριο η επίδοση εκτός Κύπρου του κλητηρίου ή ειδοποίησης του. Η Δ.6, θ.1(
  1. h)προνοεί πως επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου μπορεί να επιτραπεί όταν οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί ως διάδικος σε αγωγή που ηγέρθηκε εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. Είναι ξεκάθαρο πως όταν ο μόνος εναγόμενος ή όταν υπάρχουν περισσότεροι όλοι διαμένουν εκτός Κύπρου, εφαρμόζεται η Δ.2, θ.2 και της σφράγισης του κλητηρίου πρέπει να προηγηθεί άδεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο παραχωρεί την άδεια εφόσον ισχύει μια ή περισσότερες των προϋποθέσεων της Δ.6, θ.1. Αναφέρεται στην S.P.P. Projects Ltd ότι (σελ. 764): «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος.» Η Δ.2, θ.2 και η Δ.6, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι σχεδόν ταυτόσημες με τις Ο.2, r.4 και O.11, r.1 αντίστοιχα των παλαιών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958 στη σελίδα 146 γίνεται άμεση σύνδεση της Ο.2 r.4 με την Ο.11 r.1 και αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η Ο.2 r.4 θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την παράγραφο (
  2. g)της Ο.11 r.1. Αντίστοιχη είναι η παράγραφος (
  3. h)της δικής μας Δ.6 θ.1. Αναφέρεται ακόμη πως σε αυτές τις περιπτώσεις το ένταλμα εκδίδεται χωρίς άδεια και ο ενάγοντας αφού έχει επιδώσει το ένταλμα εντός της δικαιοδοσίας, αποτείνεται στο Δικαστήριο για άδεια έκδοσης παράλληλου κλητηρίου για επίδοση στον εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας. Προκύπτει πως εφόσον υπάρχει διάδικος εντός δικαιοδοσίας στο ίδιο κλητήριο ένταλμα στο οποίο υπάρχει διάδικος εκτός δικαιοδοσίας οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 αδρανοποιούνται. Όμως, αυτό γίνεται εφόσον ικανοποιηθούν κάποιες προϋποθέσεις. Θα πρέπει ο ενάγοντας πριν αποταθεί για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας να έχει κανονικά επιδώσει στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας. Η προϋπόθεση αυτή επισημαίνεται και στους Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμ. 30, παρα. 588 σελ. 325. Mε αναφορά στην Collins v. North British and Merchant Insurance Co.
(1894)3 Ch. 228 τονίζεται ότι ο εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας πρέπει όντως να έχει λάβει επίδοση προτού δοθεί η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι πρόνοιες της Ο.11 r.1(g) υπήρξαν το αντικείμενο ερμηνείας στην The Improvement Commissioners v. Armement Anversois S.A. (The Brabo)
(1949)1 All E.R. 294. Αποφασίστηκε ότι: «. in determining whether or not leave should be granted under R.S.C., Ord. 11 r.1(g), where the law was plain and all the facts necessary for a decision were set out and uncontradicted, the court should decide on the hearing of the summons whether the plaintiffs would succeed against the defendants within the jurisdiction, and if it decided that the action against the English defendants was bound to fail, it must conclude that the action against them was not "properly brought", within the meaning of the rule and refuse leave to serve out of the jurisdiction.» Συνεπώς για να ικανοποιείται η Δ.6 θ.1(
  1. h)θα πρέπει ο ενάγων να έχει προφανή καλή υπόθεση (apparent cause of action) εναντίον του προσώπου στο οποίο γίνεται επίδοση εντός της δικαιοδοσίας, και όχι απλά υποστηρικτική της υπόθεσης που έχει εναντίον του διαδίκου εκτός δικαιοδοσίας. Περαιτέρω θα πρέπει να καταδεικνύεται η σύνδεση του αλλοδαπού εναγόμενου ώστε να φαίνεται ότι αυτός είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος στην αγωγή. Στην παραγρ.11 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης υποστηριζόταν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία για εκδίκαση της αγωγής και ειδικότερα ότι το Ε.Δ. Λάρνακας είχε καθ΄ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα για εκδίκαση της αγωγής ως εκ του γεγονότος ότι οι συμφωνίες υπογράφηκαν στη Λάρνακα. Σύμφωνα με το άρθρο 21(α) των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 2014, Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και να αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή όταν «η βάσις της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ΄ ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριον καθιδρύθη". Περαιτέρω, στην παραγρ.15 επισημαίνετο το γεγονός της επίτευξης επίδοσης του Κλητηρίου στην Εναγόμενη 2 Κυπριακή εταιρεία. Στις παραγρ. 3 και 4 της Εκθεσης Απαίτησης δικογραφείται η σύναψη των δύο επίδικων συμφωνιών δανείου ημερ. 26.9.2008 μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 και το άνοιγμα σχετικών λογαριασμών δανείου. Στις παραγρ. 6 και 7 δικογραφείται ότι η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα. Στις παραγρ. 8 και 9 της Εκθεσης Απαίτησης ότι η Εναγόμενη 1 εκχώρησε προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα της από δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα ενός διαμερίσματος και μίας κατοικίας που αγόρασε από την Εναγόμενη 2. Καθίσταται πρόδηλο ότι η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δόθηκε δυνάμει της Δ.6, θ.1 (e)(
  2. i)στη βάση ότι η αγωγή αφορούσε παράβαση συμβάσεων που καταρτίστηκαν στη Λάρνακα στην Κύπρο. Περαιτέρω εφαρμογή είχε και η Δ.6, θ.1 (
  3. h)στη βάση ότι η Εναγόμενη 1 ως η πρωτοφειλέτρια ήταν αναγκαίος και κατάλληλος διάδικος στην αγωγή που ηγέρθηκε εναντίον της εγγυήτριας της Εναγομένης 2 Κυπριακής εταιρείας. Ακόμα τα δικαιώματα της Ενάγουσας, τα απορρέοντα από τα δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα, εναντίον της Εναγόμενης 2 πωλήτριας διέρχοντο μέσα από τις συμφωνίες εκχώρησης τους από την Εναγόμενη 1. Καταλήγω ότι δεν απαιτείτο άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος και η περί του αντιθέτου εισήγηση των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 απορρίπτεται. Και, βέβαια, το παρόν δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή σύμφωνα με τους περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 έως 2014. Η υπό κρίση Αίτηση εμπεριέχει στη νομική της βάση και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις με «ιδιαίτερη μνεία» στα άρθρα 2, 5, 6
(1), 15, 16, 17 και 26-31. Ο Κανονισμός εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του Κυπριακού Δικαίου περιλαμβανομένων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 452). Ο Κανονισμός αφορά σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και έχει εφαρμογή όταν υπάρχει το στοιχείο του ξένου κράτους. Η Εναγόμενη 1 έχει την κατοικία της στο Ηνωμένο Βασίλειο που είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 2
(1)του Κανονισμού που αφορά στις Γενικές διατάξεις προνοεί ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.» Περαιτέρω, στο άρθρο 16
(2)αναφέρεται ότι η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής, ενώ το άρθρο 15 προνοεί ότι: «1.Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματoς [δηλαδή όπως ορίζει το άρθρο 16
(2)του ιδίου τμήματος], με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή∙ β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών∙ γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ΄ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.» Επομένως για να μπορούσε η Εναγόμενη 1 να εναχθεί αντί στο Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο θα έπρεπε να διαφανεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16
(2)και ότι ισχύει κάποια ειδική διάταξη του Κανονισμού 44/2001 που να ρυθμίζει το ζήτημα διαφορετικά από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 2
(1). Σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο η Εναγόμενη 1 ήταν καταναλωτής και τα δύο μέρη καταπιάστηκαν με τις πρόνοιες του άρθρου 15
(1)(γ), αφού πρόδηλα οι παραγρ. (α) και (β) δεν εφαρμόζονται. Εξέφρασαν διιστάμενες θέσεις, όχι σε σχέση με τη νομική ερμηνεία της παραγράφου, ούτε στο πεδίο εφαρμογής της αλλά σε διαφορετική βάση γεγονότων η κάθε πλευρά. Όμως, η διαπίστωση των πραγματικών περιστάσεων της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει παρά στο στάδιο της κύριας δίκης. Ούτε έξω, ούτε πριν από αυτή. Μόνο κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας και κρίσης της αξιοποίησης των μαρτύρων θα διαφανεί κατά πόσο η Τράπεζα άσκησε επαγγελματικές δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο ή κατεύθυνε με οποιοδήποτε μέσο τέτοιες δραστηριότητες εκεί, κάτι που η Ενάγουσα αρνείται. Όπως προειπώθηκε, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποφασίζεται στη βάση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Εάν διαφανεί ότι τα ουσιώδη γεγονότα δεν είναι όπως η Ενάγουσα τα ισχυρίστηκε στην αξίωση της και δεν τεκμηριώνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, το πραγματικό υπόβαθρο της αγωγής θα έχει καταρρεύσει και αυτή θα απορριφθεί γιατί θα έχει φανεί πως το Δικαστήριο δεν είχε ποτέ δικαιοδοσία για να εκδικάσει την αξίωση. Το έγγραφο που επισυνάπτεται στην Ενορκη Δήλωση Παρπαρίνου ως Τεκμήριο 7 δεν βοηθά την υπόθεση της Εναγόμενης 1. Το έγγραφο αναφέρεται στην Bank of Cyprus UK που ακόμα και αν μπορούσε να ταυτιστεί με την Ενάγουσα, δεν σχετίζεται με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Η Εναγόμενη 1 είχε συμβληθεί με την τελευταία οι εργασίες της οποίας μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα το 2013. Οι όποιες δραστηριότητες της Ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τους ουσιαστικούς για την παρούσα αγωγή χρόνους είναι συνεπώς άσχετες. Στο στάδιο τούτο και στη βάση των θέσεων της Ενάγουσας, όπως εμφαίνονται στην Εκθεση Απαίτησης και υποστηρίχθηκαν με την ένορκη δήλωση της 25.2.2014, φαίνεται ότι η περίπτωση της Εναγόμενης 1 δεν εμπίπτει εντός του εύρους του άρθρου 15
(1)(γ). Οι δικηγόροι της Ενάγουσας επιχειρηματολογούν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δυνάμει του Κανονισμού 44/2001 δικαιοδοσία, και μάλιστα αποκλειστική, για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Επικαλούνται τα άρθρα 22
(1), 23
(1), 6 και 5
(1). Το άρθρο 22 προνοεί ότι: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν: 1. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου». Δεν έχει σημασία ο σκοπός για τον οποίο η Εναγόμενη 1 δανείστηκε από την Τράπεζα, ότι δηλαδή η δανειοδότηση αφορούσε στην αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Εχει όμως σημασία ότι για εξασφάλιση των επίδικων δανείων η Εναγόμενη 1 εκχώρησε προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα της ως αγοραστού επί αγοραπωλητηρίων εγγράφων αναφορικά με ακίνητα στην Επαρχία Λάρνακας και στην Επαρχία Αμμοχώστου. Η Ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα αγωγή δήλωση ή και αναγνωριστική απόφαση ότι έχει υπεισέλθει ως αποκλειστική δικαιούχος και δύναται να ασκεί όλα τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 που απορρέουν από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα, διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 να εκκενώσει και να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή των δύο περιουσιών στην Ενάγουσα και δήλωση ή και διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι δικαιούται σε κατοχή των περιουσιών, ότι δικαιούται να προβεί στην ακύρωση ή και απόσυρση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων από το αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο στο οποίο έχουν κατατεθεί για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης ή και να πωλήσει ή μεταβιβάσει τις περιουσίες. Και εφόσον τίθεται ζήτημα αξιώσεων για ειδική εκτέλεση των εκχωρηθέντων αγοραπωλητηρίων εγγράφων δυνάμει των προνοιών των περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμων του 2011 και 2012, που μόνο τα Κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να διατάξουν, ακολουθεί ότι η αγωγή επιβαλλόταν να καταχωριστεί στην Κύπρο. Επικουρικά προχωρώ στην εξέταση και των υπόλοιπων διατάξεων που η Ενάγουσα επικαλείται ότι προσδίδουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο αυτό. Το άρθρο 23
(1)προνοεί ότι: «Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: (α) είτε γραπτά ...». Εχει ήδη πιο πάνω καταγραφεί το περιεχόμενο του όρου 9 των συμφωνιών εκχώρησης. Ο όρος έχει ξεκάθαρο λεκτικό που δεν αφήνει αμφιβολία ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία, όχι αποκλειστική, για την εκδίκαση οιασδήποτε διαφοράς που προκύπτει από τις συμφωνίες εκχώρησης. Όπως έχει εξηγηθεί, οι «Γενικοί Οροι και Προϋποθέσεις» που αφορούν τις συμφωνίες δανειοδότησης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και συνεπώς ούτε να εξεταστεί η επίδραση της ρήτρας δικαιοδοσίας που εμπεριέχεται σε αυτούς. Όμως αυτό δεν αναιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 23
(1), και εφόσον υπάρχει δικαιοδοσία για μια επιμέρους αξίωση θα μπορούσε με την ίδια αγωγή να προωθηθούν όλες οι συναφείς αξιώσεις της Ενάγουσας. Το άρθρο 6 προνοεί ότι: «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί:
  1. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους.» Υπάρχει στενή συνάφεια μεταξύ της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης 1 και της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης 2 αφού η τελευταία ενάγεται ως εγγυήτρια της πρώτης. Η απόδοση ευθύνης στην Εναγόμενη 2 για να πληρώσει διέρχεται μέσα από τη διαπίστωση ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει το αξιούμενο ποσό. Ενδείκνυται λοιπόν η εκδίκαση των αξιώσεων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στην ίδια αγωγή προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων. Επομένως, εφόσον η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 ορθά καταχωρίστηκε στην Κύπρο, ακολουθεί πως στο ίδιο Δικαστήριο μπορούσε να εναχθεί και η Εναγόμενη
  2. Το άρθρο 5 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
  3. (α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (β) για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: ................ - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών.» Η σύμβαση δανειοδότησης είναι σύμβαση για υπηρεσίες στην έννοια του άρθρου 5
(1)(β) και εφόσον το δάνειο παραχωρήθηκε στην Κύπρο η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 θα μπορούσε να καταχωρηθεί στην Κύπρο και σε αυτή τη βάση. Η εισήγηση της Εναγόμενης 1 ότι η περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 5
(3), ότι δηλαδή αφορά ενοχές εξ αδικοπραξίας και το ζημιογόνο για την Εναγόμενη 1 γεγονός συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, εδράζεται στη δική της θέση αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, θέση που η Ενάγουσα απορρίπτει. Πέραν όμως τούτου, δεν θα είχε καμιά πρακτική σημασία η διαπίστωση ότι οιαδήποτε πρόνοια του Κανονισμού 44/2001 καθιστούσε ευχερή την καταχώρηση της αγωγής στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφού οι γενικές διατάξεις του άρθρου 2
(1)όχι μόνο επιτρέπουν αλλά επιβάλλουν όπως πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους εκτός και αν άλλη διάταξη του Κανονισμού επέτρεπε την καταχώρηση της αγωγής αλλού. Το ζητούμενο ήταν κατά πόσο ο Κανονισμός επιτρέπει την καταχώρηση της αγωγής στην Κύπρο. Η Εναγόμενη 1 επικαλέστηκε και το άρθρο 27 που προνοεί ότι: «
  1. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
  2. Όταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του πρώτου δικαστηρίου.» Όπως προειπώθηκε, η συναφής αγγλική υπόθεση καταχωρίστηκε την 29.4.2014, πέραν των τεσσάρων μηνών μετά την καταχώρηση της παρούσας στις 16.12.
  3. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο είναι αυτό που επιλήφθηκε πρώτο και δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι έχει έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας γιατί καταχωρίστηκε αγωγή σε οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Εφόσον διαπιστώνεται ότι έχει δικαιοδοσία στη βάση των προνοιών του Κανονισμού, είναι το Αγγλικό Δικαστήριο που οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του Δικαστηρίου τούτου. Καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 και δυνάμει του Κανονισμού 44/
  4. Ως προς την επίδοση είναι η θέση της Εναγόμενης 1 πως αφέθηκαν στο γραμματοκιβώτιο της κατοικίας της κάποια έγγραφα. Αναφέρεται πως δεν επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα μεταφρασμένα στα αγγλικά που είναι η γλώσσα που καταλαβαίνει «...όπως για παράδειγμα το Κλητήριο Ενταλμα αυτούσιο και η Τυποποιημένη Βεβαίωση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 10 (Annex I) και/ή το έντυπο άρνησης λήψης τέτοιων δικαστικών εγγράφων δυνάμει του άρθρου 8 (Annex II) του Ε.Κ. 1393/07». Το Διάταγμα της 5.3.2014 επέτρεπε την επίδοση σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13 Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. To διάταγμα αναφερόταν σε επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και όχι του ιδίου του Κλητηρίου Εντάλματος. Ο Σωφρονίου παραπέμπει στην ένορκη δήλωση επίδοσης προς την Εναγόμενη 1 που βρίσκεται στο δικογραφικό φάκελο. Πρόκειται για την ένορκη δήλωση ημερ. 13.6.
  5. Σε αυτή επισυνάπτεται επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με την οποία διαβιβάζεται στους δικηγόρους της Ενάγουσας το αποδεικτικό επίδοσης προς την Εναγόμενη 1 με αντίγραφα των εγγράφων που επιδόθηκαν. Πρόκειται για την αίτηση ημερ. 25.2.2014 για έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, την ένορκη δήλωση που την υποστήριζε, το διάταγμα ημερ. 5.3.2014 και την «Ειδοποίηση Αίτησης για Επίδοση σε μη Κύπριους Εναγομένους εκτός Δικαιοδοσίας», μαζί με μεταφράσεις όλων των εγγράφων στα αγγλικά και ένορκη δήλωση μετάφρασης τους. Στη μεταφρασμένη Ειδοποίηση ο τίτλος του εγγράφου ήταν πιο σωστά διατυπωμένος ως «Notice of Writ of Summons for Service to Non Cypriot Defendants Outside the Jurisdiction». Το ίδιο το Κλητήριο Ενταλμα δεν ήταν ανάμεσα στα έγγραφα που επιδόθηκαν ούτε φυσικά και μετάφραση του. Σύμφωνα με τη Δ.6, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όταν ενάγεται μη κύπριος κάτοικος εξωτερικού τότε σε αυτόν επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Στην Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ.Εφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014, είχε επιδοθεί σε μη κύπριο στο εξωτερικό το κλητήριο ένταλμα αντί ειδοποίηση αυτού. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι η Δ.6, θ.6 θα έπρεπε να θεωρείται ως καταργηθείσα από τον Κανονισμό 1393/2007, ο οποίος εμπεριέχει πρόνοιες για διαβίβαση στον Εναγόμενο του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ή άλλης ισοδύναμης πράξης. Το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Η πρόνοια της Δ.6, θ.6 για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εξακολουθεί να ισχύει και πρέπει να τηρείται. Αναφέρεται ότι (σελ.9) «...τίποτε δεν αναιρεί τη δυνατότητα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου, αντί του ιδίου του κλητηρίου», ότι (σελ.12) «Ο Κανονισμός πουθενά δεν επιτάσσει την επίδοση του ιδίου του κλητηρίου αντί της ειδοποίησης ...», και ότι (σελ.14) «Η χρήση των λέξεων `εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη' (`writ of summons or an equivalent document'), ουδόλως επιβάλλει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αποκλεισμό της ειδοποίησης του κλητηρίου». Ακόμα, στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. Π.Ε. αρ. Ε 23-29/2013, ημερ. 13.9.2013, αναφέρεται (σελ.15) ότι τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση του αποτελούν εναρκτήρια έγγραφα της δικαστικής διαδικασίας. Επομένως η επίδοση προς την Εναγόμενη 1 της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος αντί του ιδίου του Κλητηρίου δεν παραβίαζε τις πρόνοιες του Κανονισμού 1393/2007 ώστε να δικαιολογείται το όποιο παράπονο της. Η βεβαίωση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 10 δεν είναι έγγραφο το οποίο επιδίδεται στο διάδικο. Είναι έντυπο το οποίο καταρτίζεται από την υπηρεσία παραλαβής στο ξένο κράτος, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης, και που αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Το πρωτότυπο του σχετικού εγγράφου βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου επισυναπτόμενο στην ένορκη δήλωση ημερ. 13.6.2014 της Μαρίας Παπαπέτρου. Επομένως το σχετικό παράπονο της Εναγόμενης 1 είναι ανεδαφικό. Στη ρηθείσα βεβαίωση αναφέρεται στο σημείο 12.2.2 ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν με ταχυδρόμηση τους στο γραμματοκιβώτιο της Εναγόμενης 1 και ότι αυτή η μέθοδος συνιστά καλή επίδοση σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και Ουαλλίας. Το άρθρο 7 του Κανονισμού 1393/2007 προνοεί ότι η δικαστική πράξη επιδίδεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής. Στο σημείο 12.3 αναφέρεται ότι ο παραλήπτης των εγγράφων πληροφορήθηκε γραπτώς ότι θα μπορούσε να αρνηθεί να αποδεχτεί τα έγγραφα εάν δεν ήταν στη γλώσσα που καταλάβαινε ή την επίσημη γλώσσα του τόπου επίδοσης ή δεν συνοδεύονταν από μετάφραση σε αυτή. Ο χώρος όπου σημειώνεται τυχόν άρνηση παραλαβής των εγγράφων, σημείο 14, παραμένει επί της βεβαίωσης κενός. Καταλήγω πως και το παράπονο αναφορικά με το έντυπο άρνησης λήψης των εγγράφων είναι αβάσιμο. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.