MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ.αγωγής: 1331/2008, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 1331/2008 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων και
- ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 27.6.2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: Α.Χριστοφόρου Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: Α.Ποιητής για Ανδρέας Π.Ποιητής & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 6.6.2008 με Κλητήριο Ενταλμα, Ειδικά Οπισθογραφημένο. Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας αφορά υπόλοιπο δανείου που ανέρχεται σε €702.067,37 πλέον τόκους. Σύμφωνα με την αξίωση, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 7.9.2005, η Τράπεζα δάνεισε στον Εναγόμενο 1 £390.000 (€666.354,56). Η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 δυνάμει σύμβασης εγγύησης ιδίας ημερομηνίας. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν σε επιστολή της Τράπεζας για να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου, οπόταν την 5.12.2007 η Τράπεζα με επιστολή της προς αυτούς τερμάτισε τη συμφωνία και απαιτεί το πιο πάνω ποσό. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 17.10.
- Η βασική θέση που προβάλλεται είναι πως η συνεργασία του Εναγομένου 1 με την Τράπεζα προϋπήρχε της συμφωνίας της 7.9.
- Ο Εναγόμενος 1 είχε λάβει «υπό μορφή τρεχούμενου ή και άλλου λογαριασμού δάνεια ή και τραπεζικές διευκολύνσεις» από την Τράπεζα για ποσά πέραν των £380.000 για την αγορά μετοχών, η δε συμφωνία της 7.9.2005 ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 1 για αναδιαμόρφωση των χρηματοδοτήσεων του και μεταφορά του ποσού που η Τράπεζα ισχυριζόταν ότι είχε να λαμβάνει σε λογαριασμό δανείου. Συνεπώς, η Τράπεζα δεν του δάνεισε το ποσό των £390.000 που αναφέρεται στη συμφωνία. Προβάλλει ο Εναγόμενος 1, περαιτέρω, τη θέση ότι δεν οφείλει προς την Τράπεζα το ποσό της συμφωνίας ή οποιοδήποτε ποσό, εκθέτοντας διάφορους λόγους όπως παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις τόκων, παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις αλλά και γιατί η Τράπεζα παρέλειψε, όπως, κατά τη θέση του, ήταν υποχρέωση της να πωλήσει μετοχές του Εναγόμενου 1 που είχε στην κατοχή της, προκαλώντας στον Εναγόμενο 1 ζημιά ύψους €523.
- Ακόμα, ανάγκασε τον Εναγόμενο 1 να πωλήσει μηχανήματα αξίας €590.500 στην τιμή των €37.150,96 και να υποστεί περαιτέρω ζημιά. Η Εναγόμενη 2 αρνείται ότι είχε ποτέ την πρόθεση ή τη θέληση να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπόγραψε τη συμφωνία εγγύησης, επικαλείται την υπεράσπιση του non est factum. Ισχυρίζεται, ακόμα, η Εναγόμενη 2 πως η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη γιατί εξασφαλίστηκε από την Τράπεζα κατόπιν εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων προς αυτή. Ο Εναγόμενος 1 που ως περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε δύο υποθήκες και εκχώρησε τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια προς όφελος της Τράπεζας, εγείρει σε σχέση με αυτά και αυτός την υπεράσπιση του non est factum. Ισχυρίζεται, ακόμα, ο Εναγόμενος 1 πως η συμφωνία εγγύησης και οι συμβάσεις υποθηκών είναι άκυρες γιατί εξασφαλίστηκαν από την Τράπεζα κατόπιν εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων προς αυτόν. Ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι (ίσως θα έπρεπε μόνο ο Εναγόμενος 1) ποσό €523.349 ως η ζημία που υπέστηκαν από την παράλειψη της Τράπεζας να εκποιήσει εγκαίρως τις μετοχές και €553.349,04 για τη ζημιά που υπέστησαν από την πώληση των μηχανημάτων, πλέον δηλωτικές αποφάσεις που να ακυρώνουν τις συμβάσεις πάνω στις οποίες η Τράπεζα εδράζει τις αξιώσεις της. Oι τροποποιήσεις που οι Εναγόμενοι επιδιώκουν, αφορούν μόνο την παράγραφο 1
(1)της Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Πρόκειται, υπενθυμίζω, για την υποπαράγραφο στην οποία ο Εναγόμενος 1 επικαλείται την προϋπάρχουσα με την Τράπεζα συνεργασία του και στην οποία υποστηρίζει ότι η συμφωνία της 7.9.2005 ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων της Τράπεζας προς τον ίδιο για αναδιαμόρφωση των χρηματοδοτήσεων του και τη μεταφορά του, κατ΄ ισχυρισμό, υπολοίπου του σε λογαριασμό δανείου. Σχετική είναι και η παράγραφος 2 της Ενορκης Δήλωσης για Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες που ο Εναγόμενος 1 ορκίστηκε την 8.4.2007. Με την παράγραφο Α
(1)της Αίτησης ζητείται να προστεθεί πως η προϋπάρχουσα συνεργασία του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα περιελάμβανε εκτός από τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό δανείου ή και τραπεζικές διευκολύνσεις επιπλέον και συμφωνίες ενοικιαγοράς. Με την παράγραφο Α
(2)της Αίτησης ζητείται να προστεθεί πως αυτές οι συμφωνίες ενοικιαγοράς είχαν εκτελεστεί με σκοπό την επένδυση των χρημάτων σε μετοχές εισηγμένες στο Χ.Α.Κ. και πως η Τράπεζα, αντιλαμβανόμενη ότι αυτές ήταν τρωτές και ίσως παράνομες, άσκησε πίεση και απείλησε τον Εναγόμενο 1 με αποκοπή των διευκολύνσεων του ώστε να υπογράψει τη συμφωνία της 7.9.2005. Με την παράγραφο Α
(3)της Αίτησης ζητείται να εισαχθεί ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση δανείου ήταν παράνομη, άκυρη ή και ακυρώσιμη γιατί έγινε «εις εκπλήρωση των συμφωνιών ενοικιαγορά» που είχαν μισθωτές πρόσωπα πέραν του Εναγόμενου 1 και που ήταν παράνομες καθότι τα αντικείμενα ενοικιαγοράς ανήκαν εξ΄ υπαρχής στους μετέπειτα μισθωτές τους και τα ποσά των ενοικιαγορών είχαν ληφθεί για σκοπούς επένδυσης σε μετοχές στο ΧΑΚ κάτι που ήταν «εις γνώση όλων των ενδιαφερομένων μερών». Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 17.6.2014 του Εναγόμενου 1. Εξηγεί ο Εναγόμενος 1 πως η αναγκαιότητα τροποποίησης της Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης επισημάνθηκε από το νέο τους δικηγόρο μετά από τις συζητήσεις που είχαν αναφορικά με την υπόθεση. Σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου, προκειμένου να προωθηθούν οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να προβάλουν η τροποποίηση καθίσταται αναγκαία. Δίδει στη συνέχεια ο ομνύοντας τις εξηγήσεις του για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. Τέλος, υποστηρίζει πως το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους επιθυμεί να προβάλει δεν εμπεριέχονται στην υφιστάμενη Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης οφείλεται σε λάθος και ίσως αβλεψία του προηγούμενου τους δικηγόρου να καταγράψει τους επί μέρους ισχυρισμούς του. Η Τράπεζα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με επτά λόγους ένστασης που συνοψίζονται στον τελευταίο, ότι δηλαδή η Αίτηση είναι εντελώς αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Η Ενσταση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 18.6.2014 της Κατερίνας Κονάρη, υπαλλήλου των δικηγόρων της. Η Ενορκη Δήλωση εξαντλείται σε επιχειρηματολογία στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Η επιζητούμενη με την παράγραφο Α
(1)τροποποίηση δεν είναι αναγκαία. Εφόσον γίνεται αναφορά σε τραπεζικές διευκολύνσεις γενικά, οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να προσφέρουν μαρτυρία για να καταδείξουν το σύνολο της συνεργασίας του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα, όποια μορφή κι΄ αν είχε αυτή η συνεργασία. Ούτε η τροποποίηση που επιζητείται με την παράγραφο Α
(2)είναι απαραίτητη. Απλά προβάλλεται μια θέση για το ενδεχόμενο ή περαιτέρω κίνητρο της Τράπεζας να πιέσει τον Εναγόμενο 1 την οποία οι Εναγόμενοι δεν εμποδίζονταν να υποστηρίξουν κατά τη δίκη. Όπως υφίσταται η δικογραφία οι Ενάγοντες ήταν ελεύθεροι να παρουσιάσουν το σύνολο της προγενέστερης συνεργασίας του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα για να καταδείξουν κατά πρώτο ότι η επίδικη συμφωνία δανείου έγινε για να αντικαταστήσει και περιλάβει σε μια συμφωνία δανείου υφιστάμενες υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 και με αυτό το υπόβαθρο, κατά δεύτερο λόγο, τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων, εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής ή και ψευδών παραστάσεων της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 1. Η τροποποίηση που επιδιώκεται με την παράγραφο Α
(3)της Αίτησης, εάν επιτραπεί, θα εισάξει νέα βάση υπεράσπισης. Ότι δηλαδή εφόσον οι συμβάσεις ενοικιαγοράς ήταν παράνομες, οι οφειλές του Εναγόμενου 1 στη βάση τους δεν ήταν ανακτήσιμες από την Τράπεζα και συνεπώς ο Ενάγοντας υπόγραψε την επίδικη συμφωνία για ποσά ή μέρος που δεν χρωστούσε. Το επίδικο ζήτημα αφορά στο κατά πόσο θα πρέπει η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να ασκηθεί, σε αυτό το στάδιο, προς όφελος των Εναγομένων και να τους επιτραπεί να εισάξουν μια νέα, επιπρόσθετη βάση υπεράσπισης. Το διαδικαστικό ιστορικό της αγωγής έχει ως ακολούθως: Η δικογραφία συμπληρώθηκε στις 22.10.2008 με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ακολούθησε αίτηση της Τράπεζας για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και εκδόθηκε στις 18.2.2009 εκ συμφώνου διάταγμα, προς συμμόρφωση με το οποίο ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε εκ μέρους των Εναγομένων την προαναφερθείσα ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.4.
- Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 10.6.2009 και γι' ακρόαση στις 8.12.
- Έκτοτε ορίστηκε άλλες δέκα φορές γι' ακρόαση με τελευταία την 11.3.2014, όταν εγκρίθηκε αίτημα του δικηγόρου κ.Θέμη Θωμά που μέχρι τότε εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους για να αποχωρήσει. Ο νυν δικηγόρος των Εναγομένων κατεχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 31.3.2014 και αυθημερόν πρωτοεμφανίστηκε στην αγωγή που ήταν ορισμένη για οδηγίες. Εξέφρασε την πρόθεση του να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση της Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων. Επειδή η αγωγή είναι παλιά ορίστηκε γι' ακρόαση στις 18.6.2014 και δόθηκαν οδηγίες όπως τυχόν αίτηση για τροποποίηση καταχωριστεί έγκαιρα ώστε να οριστεί γι' ακρόαση στις 15.4.2014 με την προοπτική να εκδικαστεί και αποφασιστεί πριν τη δικάσιμο της 18.6.
- Παρά ταύτα, η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε μόλις την προηγούμενη ημέρα της ακροάσεως, εκτροχιάζοντας την πορεία εκδίκασης της αγωγής. Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Θα προσπαθήσω, κατ΄ αρχάς να εκθέσω τις βασικές αρχές. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Νewspapers Ltd [1970] 2 All E. R. 754, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων η Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 A.A.Δ. 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει πως: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money." Στην υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393 αναφέρει ο Bramwell L. J. στη σελ. 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he has done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise. However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the costs occasioned unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amendment pleading was delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Transway Co. 16 Q.B.D. 556)." (Bλ. επίσης Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philippa Estates Ltd
(1988)1 Α.Α.Δ. 607, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 Α.Α.Δ. 542, όπου το πιο πάνω απόσπασμα έχει υιοθετηθεί). Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά. (πιο πάνω) αναφέρεται πως: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd. V. To Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716 λέχθηκε πως: "Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές." Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)A.A.Δ. 24 υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κ. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση της δικογραφίας, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στο ίδιο πεδίο, σε άλλους τομείς της αστικής δικαιοδοσίας. Αναφέρεται στη σελ. 26 πως: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, Claraped v. Commercial Union Association 32 W. R., Steward v. North Metropolitan Transways Company (πιο πάνω), Michael v. United Sea Transport Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 401, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd and Another (πιο πάνω), United Sea Transport Co. Ltd. and Another v. Zakou
(1980)1 Α.Α.Δ. 510). Ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ. ά. v. A.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρεται πως: «O παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας.» Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω), αναφέρεται πως: «Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ. ά. (πιο πάνω) και Evripidou and Another v. Kannaourou (πιο πάνω). Προκύπτει πως ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Η υπόθεση Γραμμές Στριντζή v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, 611 δίδει μια διαφοροποιημένη προσέγγιση. Αναφέρεται πως: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπίσουν από τους εναγομένους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος.» Ακόμα, στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελ. 562 αναφέρεται πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44 παρατίθεται απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700, 710-711 ότι: "... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Και μνημονεύεται η Easton v. Ford Motor Co. Ltd.
(1993)4 All E. R. 257 που την επαναβεβαιώνει. Με αναφορά στη δική μας νομολογία και ειδικά σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή μνημονεύεται απόσπασμα από την Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.Α.Δ. 426, 432 ότι: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Σημειώνεται ακόμη πως: «Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση.» Το ζήτημα το οποίο οι Εναγόμενοι επιθυμούν να εισάξουν δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο που μπορεί να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Πρόκειται για πτυχή της υπόθεσης που δεν είναι άγνωστη στην Τράπεζα. Αν πράγματι αυτές οι συμφωνίες ενοικιαγοράς υφίσταντο και συνδέονται με την επίδικη συμφωνία δανείου με οιοδήποτε τρόπο, η Τράπεζα αναμφίβολα έχει διαθέσιμη όλη τη σχετική μαρτυρία για να παρουσιάσει και να υποστηρίξει τη δική της εκδοχή. Είναι γι΄ αυτό που καταλήγω πως η μεγάλη καθυστέρηση στη διαπίστωση της αναγκαιότητας της τροποποίησης και στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, και που δεν έχει δικαιολογηθεί κατά τον πλέον πειστικό τρόπο, δεν πρέπει να αποτελέσει τροχοπέδη στην έγκριση της. Η Τράπεζα δεν θα υποστεί ζημιά στην προώθηση της υπόθεσης της επί της ουσίας της. Ούτε η τροποποίηση θα προκαλέσει ουσιαστική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής αφού πρόθεση του δικαστηρίου είναι με τις κατάλληλες οδηγίες να τροχιοδρομήσει την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας πριν τις θερινές διακοπές και αν είναι δυνατόν την ολοκλήρωση της υπόθεσης αυθημερόν. Εφόσον θα επιτρέψω την τροποποίηση, όπως περιγράφεται στην παράγραφο Α
(3)της Αίτησης, δεν εξυπηρετεί σε τίποτε να μην επιτρέψω και τις υπόλοιπες τροποποιήσεις έστω ως διευκρινιστικές. Εκδίδεται, συνεπώς, διάταγμα για τροποποίηση ως οι παραγράφοι Α
(1),
(2)και
(3)της Αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί μέσα σε 2 ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος (το οποίο να ζητηθεί σήμερα) και η Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εντός 2 ημερών από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο