← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ κ.α. ν. LIEFERZEIT LIMITED κ.α., Αρ.αγωγής 780/2014, 11/6/2014

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ κ.α. ν. LIEFERZEIT LIMITED κ.α., Αρ.αγωγής 780/2014, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 780/2014 Μεταξύ:

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
  2. ASTROMESOGIOS OVERSEAS LIMITED ως Επίτροποι-Εμπιστευματοδόχοι (Trustee) του Κυπριακού Διεθνούς Εμπιστεύματος «THE JB DISCRETIONARY TRUST» παλιά γνωστού ως «THE DYKE TRUST» Εναγόντων και
  3. LIEFERZEIT LIMITED
  4. GLUMETTA INVESTMENTS LIMITED
  5. PACETECH LIMITED
  6. PARIOLINO LIMITED
  7. JOHN MICHAEL DYKE
  8. ANDREW MARK DAVIES
  9. SANLEON TRUSTEES LIMITED
  10. JOHN HARRY DYKE
  11. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Εναγομένων Ημερ.: 11.6.2014 Αίτηση ημερ. 18.3.2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Α.Κουκούνης για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου & Aλέξανδρος Κουκούνης Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση (5-8): Ρ.Νικολαϊδης για Αντώνης Παπαλοϊζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 18.3.2014 με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Η Ενάγουσα 1, δικηγορική εταιρεία, αξιώνει από κάθε μια από τις Εναγόμενες 1 μέχρι 4 εταιρείες χρηματικό ποσό πλέον τους σχετικούς τόκους για νομικές, συμβουλευτικές και άλλες υπηρεσίες και διαχειριστικά έξοδα. Το σύνολο των τεσσάρων ποσών αξιώνεται ομού και κεχωρισμένα και από τον Εναγόμενο
  12. Η Ενάγουσα 2 εταιρεία ενάγει υπό την ιδιότητα της ως Επίτροπος - Εμπιστευματοδόχος του Κυπριακού Διεθνούς Εμπιστεύματος «The JB Discretionary Trust». Μαζί με την Ενάγουσα 1 αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου 5 χρηματικό ποσό πλέον τόκους ως οφειλόμενη αμοιβή Επιτρόπου - Εμπιστευματοδόχου του πιο πάνω Εμπιστεύματος, και εναντίον των Εναγομένων 1 μέχρι 8 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο και απάτη. Αξιώνουν, ακόμα, εναντίον όλων των Εναγομένων διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε αλλαγή στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, γραμματέα, εγγεγραμμένου γραφείου και μετοχικής δομής των Εναγομένων 1-4 μπορεί να γίνει μόνο υπό προϋποθέσεις που καταγράφουν. Περαιτέρω, η Ενάγουσα 2 αξιώνει εναντίον όλων των Εναγομένων διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι αυτή είναι η μόνη νόμιμη Επίτροπος - Εμπιστευματοδόχος του Εμπιστεύματος και ότι οποιαδήποτε αποδέσμευση ή απομάκρυνση της μπορεί να γίνει μόνο με τη δική της γραπτή συγκατάθεση. Αυθημερόν οι Ενάγουσες κατεχώρησαν μονομερή αίτηση που υποστηριζόταν από Ένορκη Δήλωση ημερ. 18.3.2014 της Δημήτριας Κουκούνη, δικηγόρου στην Ενάγουσα 1 και διευθύντρια της Ενάγουσας 2 και την επόμενη εκδόθηκαν ενδιάμεσα διατάγματα με τα οποία: Aπαγορευόταν στους Εναγόμενους (Α) να προβούν σε οποιεσδήποτε αλλαγές στη διευθυντική και μετοχική δομή και στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων 1-4 εταιρειών, και (Β) να καταχωρήσουν οποιαδήποτε έγγραφα για τον πιο πάνω σκοπό στον Έφορο Εταιρειών. Στον Έφορο Εταιρειών απαγορευόταν (Γ) να αποδεχτεί τέτοια έγγραφα ή (Δ) να προβεί σε τέτοιες αλλαγές. Απαγορευόταν ακόμα στους Εναγόμενους 1-8 (Ε) να συγκαλέσουν γενική συνέλευση των Εναγομένων 1-4 εταιρειών, (Στ) να προβούν σε αλλαγές στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 1-3 εταιρειών ή συναλλαγές σε αυτούς, ως επίσης (Ζ) να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1-3 εταιρειών. Τα εκδοθέντα ενδιάμεσα διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα την 28.3.
  13. Οι Εναγόμενοι 1-4 εμφανίστηκαν με δικηγόρο και αποδέχτηκαν όπως τα ενδιάμεσα διατάγματα καταστούν απόλυτα. Ο Εναγόμενος 9, Επίσημος Παραλήπτης και Έφορος Εταιρειών, δεν εμφανίστηκε, παρά την προς αυτόν επίδοση των διαταγμάτων, οπόταν, όπως και εναντίον των Εναγομένων 1-4 έτσι και εναντίον του Εναγόμενου 9, τα διατάγματα κατέστησαν απόλυτα. Οι Εναγόμενοι 5-8 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 21.5.2014 του John Μαυροκορδάτου. Οι Ενάγουσες εγείρουν με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους ζήτημα για εκπρόθεσμη καταχώρηση της Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων 5-
  14. Την 6.5.2014 η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 29.5.2014 και δόθηκαν οδηγίες όπως Ένσταση καταχωριστεί 10 καθαρές μέρες προηγουμένως. Αυτή καταχωρίστηκε την 21.5.2014, δηλαδή οκτώ μόνο ημέρες προηγουμένως. Το ζήτημα είχε εγερθεί και πριν την έναρξη της ακρόασης της Αίτησης όταν οι δικηγόροι των Εναγουσών ανέφεραν ότι επιφυλάσσονταν επί του ζητήματος. Οι προθεσμίες που τάσσονται είτε από τους δικονομικούς κανόνες είτε από το Δικαστήριο υφίστανται για να εξυπηρετούν τους σκοπούς της δικαιοσύνης και όχι για να δημιουργούν κωλύματα στην ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία της διαφοράς των διαδίκων και στην απονομή της δικαιοσύνης. Ο σκοπός των οδηγιών για καταχώριση της ένστασης 10 μέρες πριν την ακρόαση δεν ήταν άλλος από την παροχή επαρκούς χρόνου στους δικηγόρους των Εναγουσών να προετοιμάσουν την αγόρευση τους έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο της Ενστασης. Εφόσον δεν ετέθηκε από αυτούς ζήτημα έλλειψης χρόνου για προετοιμασία, που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ολιγοήμερη αναβολή της ακρόασης, κρίθηκε πως ήταν ορθό και εξυπηρετούνταν οι σκοποί της δικαιοσύνης με την άδεια του Δικαστηρίου να επικυρωθεί η καταχώριση της Ένστασης και να ακουστούν αυθημερόν οι αγορεύσεις των δικηγόρων των μερών. Επισημαίνεται ακόμα στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγουσών πως στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης δεν αναφέρεται διεύθυνση επίδοσης στην Λάρνακα κατά παράβαση της Δ.50 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η παρατυπία αυτή μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή, πολύ περισσότερο αφού δεν προέκυψε ανάγκη να επιδοθεί οτιδήποτε στον δικηγόρο των Εναγομένων 5-8 και να προκληθεί οιαδήποτε δυσκολία ή σύγχυση στους δικηγόρους των Εναγουσών.. Παρατηρούν ακόμα οι δικηγόροι των Εναγουσών ότι ο Μαυροκορδάτος σε κανένα σημείο της Ένορκης του Δήλωσης αναφέρει ότι την ορκίζεται εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 5-
  15. Τούτο, κατά τη θέση τους, απογυμνώνει την ένσταση από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο και καθιστά τους λόγους ένστασης μετέωρους. Επικαλούνται την Δ.39, Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου αναφέρεται ότι πρέπει να αναφέρεται γραπτώς σε παράρτημα (appended) σε κάθε Ένορκη Δήλωση σημείωση που να δείχνει για λογαριασμό ποιού καταχωρείται, διαφορετικά δεν θα καταχωρείται και δεν θα χρησιμοποιείται, εκτός και αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Η Δ.39 αφορά γενικά σε ένορκες δηλώσεις που μπορεί να καταχωριστούν χωρίς κατ΄ ανάγκη να συνοδεύουν κάποια αίτηση ή ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Σε τέτοιες περιπτώσεις εάν δεν υπάρχει η αναφορά θα είναι ενδεχομένως δύσκολο να διαπιστωθεί για λογαριασμό ποιού καταχωρίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση η Ένορκη Δήλωση Μαυροκορδάτου επισυνάπτεται στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων 5-8 η οποία αναφέρει ότι «Τα γεγονότα επί της παρούσας ένστασης εκτίθενται εις την επισυνημμένη ένορκη δήλωση του John Μαυροκορδάτου». Επομένως, είναι ξεκάθαρο πως καταχωρίστηκε για λογαριασμό των Εναγομένων 5 -
  16. Μια αίτηση ή ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης μπορεί να υποστηρίζεται από μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις. Οι ένορκες δηλώσεις συνιστούν μαρτυρία. Μπορεί μια τέτοια ένορκη δήλωση να είναι τρίτου προσώπου και να υποστηρίζει με τα γεγονότα που εκθέτει την αίτηση ή την ένσταση και δεν είναι επιτακτικό ο ομνύοντας να την ορκίζεται κατ΄ εντολή είτε εξουσιοδοτούμενος από το διάδικο. Αναφέρει εισαγωγικά ο Μαυροκορδάτου ότι είναι εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 5, προδήλως όμως εννοεί την Εναγόμενη 7 εταιρεία όπως αλλού στην Ένορκη του Δήλωση σημειώνει. Ο Μαυροκορδάτου παραθέτει κάποιες θέσεις που κατά τους ενιστάμενους υποστηρίζουν την ένσταση τους. Στο βαθμό και στην έκταση που τούτο συμβαίνει είναι θέμα που αφορά την ουσία των επιδίκων στην Αίτηση ζητημάτων και ως εκ τούτου θα απασχολήσει σε σχέση με την ουσία των επίδικων ζητημάτων. Αναφέρουν ακόμα οι δικηγόροι των Εναγουσών πως δεν εξειδικεύονται οι λόγοι ένστασης στο σώμα της Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης και γι΄αυτό είναι αντικανονική και παράτυπη. Η Δ.48, Θ.4

(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει τη διαδικασία της καταχώρησης ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης και αναφέρει ότι σε αυτή θα εξειδικεύονται οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης (βλ. Σοφοκλέους ν Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 92, 96-97), ο δε τύπος 47 του Παραρτήματος Α-Τύποι, που πρέπει να χρησιμοποιείται, αναφέρει «Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:» και ακολουθεί χώρος για την καταγραφή τους. Αντί τούτου στην υπόψη Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης αναφέρεται το εξής: «Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται για τους πιο κάτω λόγους:» καταγράφονται στη συνέχεια σε αριθμημένες παραγράφους οι λόγοι ένστασης. Η θέση των δικηγόρων των Εναγουσών είναι αβάσιμη. Προβάλλονται οκτώ λόγοι ένστασης που συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων, και πως δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος. Ακόμα πως υπήρξε απόκρυψη γεγονότων, καθυστέρηση και κατάχρηση της διαδικασίας. Ο Μαυροκορδάτου παραδέχεται πλείστα γεγονότα που παραθέτει η Κουκούνη, όμως, τα προσεγγίζει διαφορετικά και δίνει τις εξηγήσεις της πλευράς των ενισταμένων. Ο Εναγόμενος 5 ήταν ο πελάτης της δικηγορικής εταιρείας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες της δημιούργησε το επίδικο Εμπίστευμα (ΔΚ1) ως εμπιστευματοπάροχος (settlοr) με την Εναγόμενη 2 εταιρεία Επίτροπο - Εμπιστευματοδόχο (trustee) του Εμπιστεύματος. Ο Εναγόμενος 5 ήταν και είναι δικαιούχος μαζί με συγγενικό του, όπως φαίνεται, πρόσωπο όπως και όποιες εταιρείες στις οποίες αυτοί θα είχαν συμφέρον. Προστάτης του Εμπιστεύματος ήταν και είναι ο Εναγόμενος 8, γιος του Εναγόμενου
  1. Οι Εναγόμενες 1-4 Εταιρείες, που έχουν το εγγεγραμμένο τους γραφείο στα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας, διευθύνονται και τυγχάνουν διαχείρισης από τη δικηγορική εταιρεία επ΄ αμοιβή κατόπιν προφορικής συμφωνίας με αυτές. Ο Εναγόμενος 5 με έγγραφα (indemnities) που φέρεται να υπόγραψε (ΔΚ2), εγγυήθηκε την πληρωμή της αμοιβής και εξόδων της δικηγορικής εταιρείας σε σχέση με τις υπηρεσίες της προς τις εταιρείες αυτές, που προδήλως συστάθηκαν με τις οδηγίες του. Οι αξιωματούχοι των τεσσάρων εταιρειών είναι όλοι εργαζόμενοι στη δικηγορική εταιρεία, σε όλα δε τα εγγυητήρια αναφέρεται ότι αυτοί και οι δικαιούμενοι να υπογράφουν εκ μέρους των εταιρειών, οφείλουν να λαμβάνουν οδηγίες από τον Εναγόμενο
  2. Οι μετοχές των Εναγομένων 1, 2 και 4 εταιρειών κατέχονται από υπαλλήλους της δικηγορικής εταιρείας και συνδεδεμένη με αυτή άλλη εταιρεία προς όφελος της Εναγόμενης 2 ως Εμπιστευματοδόχου, ενώ τις μετοχές της Εναγόμενης 3 κατέχει ο Εναγόμενος
  3. Δηλαδή, ο τελικός δικαιούχος των μετοχών των Εναγομένων 1, 2 και 4 εταιρειών είναι το Εμπίστευμα και κατά προέκταση τα συμφέροντα καταλήγουν στους δικαιούχους του Εμπιστεύματος. Η επίδικη διαφορά συνίσταται σε χρηματικές αξιώσεις της Ενάγουσας 1 δικηγορικής εταιρείας και των ιδίων συμφερόντων Ενάγουσας 2 εταιρείας για υπηρεσίες που συμποσούνται σε σχεδόν €144.000 . Οι χρηματικές αξιώσεις στρέφονται κατά των Εναγομένων 1-5, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε. Αφορούν χρεώσεις για τα έτη 2012, 2013 και
  4. Οι Ενάγουσες είχαν εκδώσει κατά καιρούς σχετικές χρεωστικές σημειώσεις (ΔΚ8 και 9). Παρουσιάζεται από τις Ενάγουσες η εικόνα ότι η πλευρά του Εναγόμενου 5 παραπλανούσε ως προς την προθυμία της να εξοφλήσει τις Ενάγουσες, ώστε να υλοποιήσει τους σχεδιασμούς της για απομάκρυνση των Εναγουσών από τις Εναγόμενες 1-4 εταιρείες και το Εμπίστευμα, με απώτερο σκοπό να μην τις πληρώσει. Αυτό είναι και το στίγμα της υπόθεσης όσον αφορά τα ενδιάμεσα διατάγματα. Προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση Μαυροκορδάτου πως δεν αμφισβητείται ότι οι Εναγόμενες εδικαιούνταν σε αμοιβές, ούτε πως την περίοδο Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2014 συζητούνταν οι χρεώσεις τους. Είναι η θέση του Μαυροκορδάτου πως ο Εναγόμενος 5 θεωρούσε τις χρεώσεις αυθαίρετες, αδικαιολόγητες και υπέρογκες. Αναφέρεται ακόμα πως ο Εναγόμενος 5 δεν ήταν ευχαριστημένος με τον τρόπο διαχείρισης των εταιρειών του, από τις υπερβολικές χρεώσεις αλλά και από τη ζημιά που υπέστηκε λόγω κακών χειρισμών από τους συγκεκριμένους δικηγόρους και ήθελε να αναλάβει τον έλεγχο τους. Είναι η θέση του Μαυροκορδάτου ότι ο Εναγόμενος 5 από τον Νοέμβριο 2013 τερμάτισε τις υπηρεσίες της Ενάγουσας 1, κάτι που οι Ενάγουσες αρνούνται. Ο Μαυροκορδάτος δεν αρνείται την εμπλοκή του στην υπόθεση κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου 5, τον οποίο χαρακτηρίζει τον πραγματικό δικαιούχο των εταιρειών και του Εμπιστεύματος. Οι Ενάγουσες αποδέχονται ότι από τον Ιανουάριο του 2014 τους κοινοποιήθηκε η επιθυμία του Εναγόμενου 5 όπως η διεύθυνση και διαχείριση των Εναγομένων 1-4 εταιρειών μεταφερθεί στα χέρια του Μαυροκορδάτου και ενδεχομένως και της Εναγόμενης 7 εταιρείας του και οι Ενάγουσες είχαν συμφωνήσει να έπρατταν ότι απαιτείτο με την εξόφληση των χρεώσεων τους. Δηλαδή, εφόσον εξοφλούνταν, οι Ενάγουσες ήταν πρόθυμες και διατεθειμένες να απεμπλακούν από τις Εναγόμενες 1-4 εταιρείες και το Εμπίστευμα. Επομένως, προκύπτει πως οι μη χρηματικές θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή και τα ενδιάμεσα διατάγματα, σκοπούν στην εξασφάλιση του λαβείν των Εναγουσών και δεν συνιστούν αυτοσκοπό. Oι αναφορές στην Ενορκη Δήλωση Κουκούνη ότι οι Εναγόμενοι 5-8 σκοπεύουν στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των υφιστάμενων διευθυντών και μετόχων των Εναγομένων 1-4 εταιρειών όσο και της Ενάγουσας 2 ως Επιτρόπου - Εμπιστευματοδόχου δεν έχουν ουσιαστική υπόσταση. Ούτε τα όσα αναφέρονται για τα καθήκοντα της Ενάγουσας 2 απέναντι στους δικαιούχους του Εμπιστεύματος. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Εναγουσών ότι η καταχώρηση της αγωγής έχει ως σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των δικαιούχων του Εμπιστεύματος και τη διασφάλιση της έννομης και ορθής διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος δεν είναι πειστική. Ούτε ικανοποιούμαι πως υφίστανται γνήσιες ανησυχίες ότι η Ενάγουσα 2 θα παραμείνει εκτεθειμένη αναφορικά με τις υποχρεώσεις της να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος. Ούτε βρίσκω πως προκύπτει επιτακτικά ανάγκη προστασίας των συμφερόντων των εγγεγραμμένων μετόχων των Εναγομένων 1, 2 και 4 εταιρειών. Η αγωγή αφορά στην ουσία της σε χρηματική αξίωση. Αυτό είναι και μόνο το πραγματικό ενδιαφέρον των Εναγουσών, όπως προκύπτει αβίαστα από την παραγρ. 21 της Ένορκης Δήλωσης Κουκούνη. Η επιθυμία του Εναγόμενου 5 για να διακόψει τη συνεργασία του με τη δικηγορική εταιρεία και να αναθέσει τις υποθέσεις του σε νέους συνεργάτες δεν έχει το στίγμα της αυθαιρεσίας, της αντικανονικότητας ή της παρανομίας που επιχειρείται να της αποδοθεί. Ακόμα και οι Ενάγουσες δεν αντιτίθενται σε κάτι τέτοιο εφόσον πληρωθούν και εάν είχαν πληρωθεί κανένα παράπονο δεν θα είχαν εκφράσει. Προκύπτει να έγιναν ενέργειες προς την κατεύθυνση της διακοπής της συνεργασίας με τις Ενάγουσες. Ο Εναγόμενος 8, ο προστάτης του Εμπιστεύματος, με έγγραφο του ημερ. 3.1.2014, τιτλοφορούμενο «Deed of Appointment and Removal of Trustee» (ΔΚ10), απομάκρυνε ή επιχείρησε να απομακρύνει την Ενάγουσα 2 και διόρισε ή επιχείρησε να διορίσει την Εναγόμενη 7 ως νέο Επίτροπο - Εμπιστευματοδόχο. Τούτο έγινε κατ΄ επίκληση του όρου 4 (α), προφανώς εννοείτο 5 (α), του Παραρτήματος 4 του Εμπιστεύματος. Είναι η θέση των Εναγουσών πως η πιο πάνω πρόνοια δεν παρέχει εξουσία για παύση του Επιτρόπου - Εμπιστευματοδόχου. Αντίθετη είναι η θέση των Ενισταμένων που υποστηρίζουν πως η άρνηση συμμόρφωσης των Εναγουσών είναι ενάντια στη σχετική νομοθεσία (ο περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος του 1992, (αρ. 69(Ι)/1992, 20(Ι)/2012 και 98(Ι)/2013) άρθρο 4 Α
(2)(γ) και (ε)) και το άρθρο 5 του Παραρτήματος 4 του Εμπιστεύματος. Την 14.2.2014 παραδόθηκαν στη δικηγορική εταιρεία πέντε επιστολές του Εναγόμενου 5, ημερ. 6.2.2014 (ΔΚ11), με τις οποίες καλούσε τα διοικητικά συμβούλια των Εναγομένων 1-3 Εταιρειών να συγκαλέσουν συνέλευση για να αποφασιστεί η παύση των διευθυντών. Οι Εταιρείες, υπό τη διεύθυνση των δικηγόρων, με απαντητικές επιστολές τους (ΔΚ12), απέρριψαν τα αιτήματα, παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 126 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, σημειώνοντας ότι οι σχετικές εξουσίες αφορούν στους εγγεγραμμένους μετόχους. Βέβαια, καθ΄ όσον αφορά την Εναγόμενη 3 εταιρεία ο Εναγόμενος 5 ήταν ο εγγεγραμμένος μέτοχος. Είναι και πάλιν η θέση των Ενισταμένων πως η στάση των Εναγουσών παραβιάζει τη νομοθεσία. Την 4.3.2014 από το λογαριασμό της Εναγόμενης 2 εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου μεταφέρθηκαν 55.000 αγγλικές στερλίνες στην εταιρεία Priamus Audit Limited που ανήκει στον Μαυροκορδάτο. Είναι η θέση των Εναγουσών ότι προς τούτο δεν υπήρξε έγκριση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 2 και πως δεν δικαιολογείτο η πληρωμή του. Σύμφωνα με την Κουκούνη η Τράπεζα είχε ειδοποιηθεί από τον Εναγόμενο 5 ότι είχαν προηγηθεί αλλαγές στους διευθυντές της Εναγόμενης
  1. Υποστηρίζεται στην παραγρ.12 της Ενορκης Δήλωσης Μαυροκορδάτου πως η συναλλαγή έγινε βάσει επιθυμίας του Εναγόμενου 5, που προφανώς είχε δικαίωμα υπογραφής στο συγκεκριμένο λογαριασμό, και του «νέου διευθυντή» της Εναγομένης 2, του Εναγόμενου
  2. Στις 5.3.2014, μέσω του Μαυροκορδάτου, υποβλήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών έγγραφα για αλλαγή των διευθυντών και εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων 1-3 εταιρειών. Κατά τις Ενάγουσες αναφερόταν ότι οι διευθυντές και γραμματείς είχαν παραιτηθεί και στη θέση τους διορίστηκε ο Εναγόμενος
  3. Οι Ενάγουσες απορρίπτουν τα περί παραιτήσεων. Ο Μαυροκορδάτου αναφέρει πως ενήργησε με εντολές του Εναγόμενου 5 και κατ΄ ακολουθία ψηφισμάτων των μετόχων των Εταιρειών για παύση των διευθυντών και διορισμό νέων. Για τις Εναγόμενες 1 και 2 Εταιρείες ως ο μέτοχος που ψήφισε φέρεται η Εναγόμενη 7 (ΔΚ15) μετά το διορισμό της από τον Εναγόμενο 8 ως Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, ενώ για την Εναγόμενη 3 ο Εναγόμενος 5 (ΔΚ15Α). Είναι ορθό αυτό που υποστηρίζουν οι Ενάγουσες, ότι το Εμπίστευμα είναι αμετάκλητο (βλ. άρθρο 16 του Παραρτήματος 4 - Γενικές Διατάξεις του Εμπιστεύματος). Όμως, φαίνεται πως μπορεί να διαφοροποιηθούν τα δεδομένα όσον αφορά τον Επίτροπο - Εμπιστευματοδόχο. Στο άρθρο 5 (α) του Παραρτήματος 4 - Γενικές Διατάξεις του Εμπιστεύματος, αναφέρεται ότι οι εξουσίες για το διορισμό νέων ή επιπρόσθετων επιτρόπων - εμπιστευματοδόχων εναποτίθενται στον προστάτη του Εμπιστεύματος. Ακόμα και αν αυτό δεν εξυπακούει την εξουσία παύσης της Εναγόμενης 2, είναι πρόδηλο πως με το διορισμό επιπρόσθετων επιτρόπων - εμπιστευματοδόχων, ο προστάτης θα μπορούσε να περιορίσει ή και να αφαιρέσει τον έλεγχο της Εναγόμενης 2 στις υποθέσεις του Εμπιστεύματος αλλά και ως τελικού δικαιούχου των μετοχών των Εναγομένων 1, 2 και 4 εταιρειών. Περαιτέρω, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992, αναφέρεται πως στις εξουσίες του προστάτη περιλαμβάνεται η εξουσία διορισμού ή ακύρωσης του διορισμού του επιτρόπου, ενώ στο άρθρο 2 Α αναφέρεται ότι οι εξουσίες που εκχωρούνται από το Νόμο στον προστάτη είναι επιπρόσθετες των εξουσιών οι οποίες του έχουν εκχωρηθεί δυνάμει των όρων του διεθνούς εμπιστεύματος. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδ., παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε πως: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω) στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relied to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held."» Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Γίνεται ακόμη αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι δυνατό να είναι σχετικοί όπως καταγράφονται στο σύγγραμμα «Mareva Injunctions Law and Practice» των S. Gee και G.M. Andrews. Καθ' όσον αφορά την χρηματική αξίωση εναντίον των Εναγομένων 1-5, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνται. Υπάρχει παραδοχή στην Ενορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ενσταση ότι οι Ενάγουσες δικαιούνται σε αμοιβή. Το γεγονός ότι υπάρχει αμφισβήτηση του ποσού δεν διαφοροποιεί την κατάληξη. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, για δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιορίζεται στο ζήτημα της ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ των Εναγουσών είτε για το συνολικό ποσό που αξιώνουν είτε για μικρότερο ποσό. Πέραν της χρηματικής αξίωσης, οι υπόλοιπες θεραπείες που αξιώνονται με την αγωγή δεν συνιστούν πρωτογενείς αξιώσεις των Εναγουσών στην έννοια πως γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης των μερών σε σχέση με την επιτροπεία του Εμπιστεύματος και την διεύθυνση και διαχείριση των Εναγομένων 1-4 εταιρειών ήταν η μη πληρωμή των χρεώσεων των Εναγουσών, συγκρούσεις που αναμφίβολα θα εκλείψουν εφόσον η χρηματική απαίτηση των Εναγουσών ικανοποιηθεί. Το όποιο ενδιάμεσο διάταγμα σε σχέση με την επιτροπεία του Εμπιστεύματος και την διεύθυνση και διαχείριση των Εναγομένων 1-4 εταιρειών θα δικαιολογείτο να παραμείνει σε ισχύ μόνο προς εξασφάλιση της μη αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών και με την προοπτική ικανοποίησης της χρηματικής θεραπείας των Εναγουσών. Δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε πρέπει να επιτραπεί να λειτουργήσει καταπιεστικά ή εκβιαστικά για να πληρωθούν τα αξιούμενα ποσά. Η ανακίνηση των άλλων ζητημάτων δεν πρέπει να αποπροσανατολίσει από τους ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους εκδόθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα, που ήταν η αποτροπή της δημιουργίας των περιστάσεων που θα άφηναν την χρηματική θεραπεία των Εναγουσών ανικανοποίητη. Και θα δικαιολογούνταν τέτοια διατάγματα, και στο τέλος της ημέρας το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ της συνέχισης της ισχύος τους, μόνο εάν δεν υφίστατο άλλος τρόπος κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των Εναγουσών. Επισημαίνεται στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγουσών (παραγρ.48(γ)) ότι εάν οι Ενιστάμενοι τεθούν σε θέση ελέγχου των Εναγομένων 1-4 εταιρειών αυτό θα τους δώσει άμεση πρόσβαση σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών και θα τα αποξενώσουν αφήνοντας τις Ενάγουσες μετέωρες και τις αξιώσεις τους ανεξασφάλιστες και ανικανοποίητες. Ο έλεγχος των Εναγομένων 1-4 εταιρειών ήταν και εξακολουθεί σήμερα να είναι στα χέρια των Εναγουσών. Οι αξιωματούχοι και των τεσσάρων εταιρειών είναι δικηγόροι ή υπάλληλοι της δικηγορικής εταιρείας. Επιβεβαιωτικό της διαπίστωσης είναι το γεγονός πως κατά την 28.3.2014 τις Εναγόμενες 1-4 εταιρείες εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο κ. Τ. Κουκούνης διευθυντής των Εναγομένων 1, 2 και 4 εταιρειών. Αναμφίβολα γνωρίζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, περιλαμβανομένων των τραπεζικών τους λογαριασμών, όπως περιγράφονται στις παραγρ. 3-6 της Ένορκης Δήλωσης Κουκούνη. Εάν οι Εναγόμενες 1-4 εταιρείες, ή ακόμα και ο Εναγόμενος 5, έχουν περιουσία που θα μπορούσε να δεσμευτεί με την προοπτική να εξυπηρετήσει στην ικανοποίηση της απόφασης που μπορεί να εκδοθεί υπέρ των Εναγουσών, θα μπορούσαν να την υποδείξουν ώστε αυτή να δεσμευτεί προς εξασφάλιση της ικανοποίησης της απόφασης. Εάν δεν υφίστατο τέτοια περιουσία τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδόθηκαν δεν θα εξυπηρετούσαν άμεσα τον σκοπό παρά μόνο ως μέτρο πίεσης ή εξαναγκασμού για την εξόφληση των αξιούμενων ποσών. Και το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι αρωγός σε τέτοιες μεθοδεύσεις. Τα διατάγματα που αφορούν την επιτροπεία του Εμπιστεύματος και την διεύθυνση και διαχείριση των Εναγομένων 1-4 εταιρειών δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν σε ισχύ και γιατί το ισοζύγιο της ευχέρειας επιτακτικά συνηγορεί υπέρ της ακύρωσης τους (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1 (B) AAΔ 788, 795, με παραπομπή στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] W.L.R. 670). Ουδείς αμφισβητεί πως η επιχειρηματική και εμπορική διεύθυνση και διαχείριση των Εναγομένων 1 - 4 εταιρειών ουδέποτε εναποτέθηκε στη δικηγορική εταιρεία, τους δικηγόρους ή τους υπαλλήλους της. Οι αξιωματούχοι των εταιρειών ήταν υπόχρεοι να λαμβάνουν οδηγίες από τον Εναγόμενο 5. Μετά τη ρήξη στις σχέσεις των μερών δεν είναι ορθό και δίκαιο με δικαστικό διάταγμα να αιχμαλωτιστεί η διεύθυνση και διαχείριση των εταιρειών στα χέρια της δικηγορικής εταιρείας και εκτός του ελέγχου των πραγματικών επιχειρηματιών με όλους τους κινδύνους που τούτο μπορεί να ενέχει για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και συναλλαγές τους. Η νομοθετική πρόνοια που δίδει το δικαίωμα στους μετόχους μιας εταιρείας να απομακρύνουν και συνεπώς να ελέγχουν τους διευθυντές, καθιστά ξεκάθαρο πως ο τελικός και ολοκληρωτικός έλεγχος της εταιρείας βρίσκεται στα χέρια των ιδιοκτητών της (βλ. Re Duomatic Ltd
(1969)2 Ch. 365,
(1969)1 All E.R. 161), όταν δε οι μετοχές κατέχονται ονομαστικά για λογαριασμό άλλων, οι ονομαστικοί μέτοχοι οφείλουν να ακολουθούν τις επιθυμίες των τελικών δικαιούχων. Όπως είδαμε, οι Εναγόμενες 1 - 4 εταιρείες υπό τον έλεγχο της δικηγορικής εταιρείας συναίνεσαν στην οριστικοποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων και κατά τον ίδιο τρόπο ενδέχεται να αποδεχτούν και την έκδοση απόφασης εναντίον τους ως η αξίωση. Καθίσταται πρόδηλο πως η διατήρηση των σχετικών διαταγμάτων σε ισχύ δεν εξυπηρετεί τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης που υπαγορεύουν πως θα πρέπει να παρασχεθεί δίκαιη δυνατότητα στους τελικούς δικαιούχους των συμφερόντων των εταιρειών να υπερασπιστούν τις χρηματικές αξιώσεις των Εναγουσών. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Ενισταμένων γίνεται εκτενής αναφορά στις αρχές και νομολογία που αφορούν το ζήτημα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Όμως, ό,τι διατείνονται πως οι Ενάγουσες δεν αποκάλυψαν, είναι θέσεις που οι Ενιστάμενοι υποστηρίζουν και που οι Ενάγουσες δεν φαίνεται να αποδέχονται. Δεν τεκμηριώνεται με αυτό τον τρόπο απόκρυψη. Το ίδιο ισχύει και για τη βάση πάνω στην οποία οι Ενιστάμενοι εγείρουν ζήτημα αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Μπορεί οι Ενιστάμενοι να το απορρίπτουν, είναι όμως η θέση των Εναγουσών πως και μετά τις 26.1.2014 ελάμβαναν διαβεβαιώσεις για την εξόφληση των χρεώσεων τους. Εγείρεται ακόμα από τους Ενιστάμενους ζήτημα ότι ελλείπει από τις περιστάσεις της υπόθεσης το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος, που σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598), συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου στην απουσία του εναγόμενου. Είμαι της άποψης πως το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος υφίστατο σε σχέση με το ζήτημα της αποξένωσης της περιουσίας των Εναγομένων 1 - 3 εταιρειών. Στις 4.3.2014 είχε γίνει η μεταφορά του ποσού των 55.000 Αγγλικών Στερλινών από τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 εταιρείας, οπόταν η έκδοση των διαταγμάτων προς αποφυγή μεταφοράς κι άλλων ποσών ή άλλης αποξένωσης περιουσίας ήταν επείγουσα και επιβεβλημένη να γίνει πριν οι διαδικαστικές ενέργειες των Εναγουσών περιέλθουν σε γνώση των Εναγομένων. Κατέληξα ότι είναι, υπό τις περιστάσεις, ορθό και δίκαιο να ακυρωθούν και ακυρώνονται τα εκδοθέντα διατάγματα υπό στοιχεία Α, Β και Ε, και να διατηρηθούν σε ισχύ και συνεπώς καθίστανται απόλυτα τα διατάγματα υπό στοιχεία Στ και Ζ. Τα διατάγματα, στην έκταση που αφορούν τον Εφορο Εταιρειών και που έχουν καταστεί απόλυτα θα πρέπει επίσης να ακυρωθούν και ακυρώνονται. Διαφορετικά η ακύρωση των διαταγμάτων Α, Β και Ε εναντίον των Ενισταμένων δεν θα είχε ουσιαστική σημασία. Νοείται ότι οι Εναγόμενοι δύνανται, εφόσον μπορούν να προσφέρουν άλλη εξασφάλιση για την εξόφληση του ποσού για το οποίο μπορεί να εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγουσών, να αποταθούν στο Δικαστήριο για την διαφοροποίηση ή ακύρωση των διαταγμάτων. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών και εναντίον του Εναγόμενου 5, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι σε συνάρτηση με τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 στην παρούσα Αίτηση. Ουδεμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των Εναγουσών και των Εναγομένων 6 - 8. Οι Εναγόμενοι 5 - 8 να επανακαταχωρίσουν μέσα σε 10 ημέρες από σήμερα την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους ημερ. 21.5.2014, που καταχώρισαν στην παρούσα Αίτηση, αναφέροντας σε αυτή διεύθυνση επίδοσης στη Λάρνακα. (Υπ.) ...................... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.