Ανδρέας Γεωργίου, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 13/2014, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 13/2014 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Ανδρέας Γεωργίου, εκ Λάρνακας Αίτηση ημερ. 9.5.2014 για αναστολή της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης 11 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Χρεώστη: κ. Πέτρου για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνης Για Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτές: κ. Λοΐζου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής/Χρεώστης ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα και/ή απόφαση που να αναστέλλει την περαιτέρω διαδικασία της αίτησης πτώχευσης μέχρι την εκδίκαση της έφεση 269/13 που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή 3306/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 3, 4, 5, 6 παρ. 4 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ. 5, στους Κανονισμούς 2, 4, 7, 16, 44, 47, 50 και 188 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών, στη Δ.48 θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη συμφυή δικαιοδοσία και εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του χρεώστη, Ανδρέα Γεωργίου ημερομηνίας 9.5.2014. Συνοπτικά, ο Χρεώστης/Πιστωτής αναφέρει τα ακόλουθα: (α) Ο Αιτητής/Χρεώστης ήταν ενάγοντας στην αγωγή 3306/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Κατόπιν εκδίκασης της αγωγής, αυτή απερρίφθη και επιδικάστηκαν εναντίον του Αιτητή/Χρεώστη και υπέρ των Εναγομένων, δικηγορικά έξοδα τα οποία υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν στο ποσό των €12.559 πλέον τόκο προς 8% από 21.12.2007 μέχρι 15.10.2008 και 5.5% από 16.10.2008 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ (το εξ αποφάσεως χρέος). (β) Στις 31.1.2014 του επιδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης και στις 28.2.2014 οι πιστωτές καταχώρησαν την κυρίως αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση διατάγματος παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του διότι, όπως λένε, δεν εξόφλησε ή συμβίβασε την αξίωση εναντίον του, ούτε υπάρχει ανταπαίτηση, συμψηφισμός ή ανταξίωση η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του πιο πάνω αναφερόμενου εξ αποφάσεως χρέους. (γ) Εναντίον την απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 3306/2007, ο Αιτητής/Χρεώστης καταχώρησε την έφεση υπ' αριθμο 269/2013 η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση, και στην οποία πιστεύει ότι έχει πολύ καλές πιθανότητας επιτυχίας. Η έφεση καταχωρήθηκε καλόπιστα στις 14.8.2013, πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης. (δ) Η κυρίως αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα με σκοπό να τον εκβιάσουν ή εξαναγκάσουν να εξοφλήσει το χρέος για να καταστεί η έφεση άνευ αντικειμένου. Οι Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτές γνωρίζουν ότι δεν έχει περιουσία που να μπορεί να καλύψει την οφειλή ούτε και περιουσία που να υπάρχει λόγος να προστατευτεί Οι δεν Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτές δεν προέβηκαν σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. (ε) Τυχόν έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, θα πλήξει την αξιοπρέπεια του, θα του προκαλέσει ανυπέρβλητα εμπόδια στις συναλλαγές του και στην επιβίωση του ιδίου και της οικογένειας του. Οι Καθ΄ων η Αίτηση/Πιστωτές καταχώρησαν ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.48 θ.1-4
(1), 5, 6, 7, 8 και 9, στα άρθρα 3, 4, 5 και 6
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στους Κανονισμούς 2, 4, 7, 16, 44, 47, 50 και 188 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αρχές της νομολογίας. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται συνοψίζονται ως εξής: (α) Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, κακόπιστη, λανθασμένη, καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και αποσκοπεί σε περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας. (β) Ο Αιτητής/Χρεώστης δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (γ) Η έφεση δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας και ο Αιτητής/Χρεώστης δεν την χειρίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και επιμέλεια. (δ) Η Αίτηση είναι αόριστη και δεν έχουν τεθεί συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτητή ενώ δεν θα προκληθεί καμία ζημιά στον Αιτητή/Χρεώστη από την έκδοση διατάγματος παραλαβής. (ε) Η τυχόν έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν θα επηρεάσει την προώθηση της έφεσης. (στ) Εάν επιτύχει η παρούσα αίτηση, οι πιστωτές δεν θα έχουν οποιαδήποτε εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους έναντι του οφειλέτη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εύρου Ανδρέα Ευρυβιάδη, εκ των πιστωτών, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η έφεση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. (β) Η αίτηση πτώχευσης αφορά επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα και επομένως δεν μπορεί να ανασταλεί ενώ τα δικηγορικά έξοδα δεν αποτελούν αντικείμενο της έφεσης. (γ) Η μέχρι σήμερα μη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους επιβάλλει την έκδοση διατάγματος παραλαβής για προστασία της περιουσίας του Αιτητή/Χρεώστη και αποτροπής του από το να συναλλάσσεται και να δημιουργεί περαιτέρω υποχρεώσεις. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, υπάρχει παραδοχή από μέρους του Χρεώστη της αφερεγγυότητας του. (δ) Η Αίτηση είναι αόριστη, γενική και κακόπιστη και σκοπό έχει την καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Κατά την εκδίκαση της Αίτησης, οι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει και έχω λάβει υπόψη. Η δικαιοδοτική βάση της αίτησης είναι ουσιαστικά το άρθρο 6
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 που προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.» Από το λεκτικό του άρθρου 6
(4)του Κεφ. 5, διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση πτώχευσης εάν εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος. Όμως, η σχετική αυτή πρόνοια του Κεφ. 5 δεν καθορίζει τους παράγοντες τους οποίους πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη όταν αποφασίζει πως να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Επομένως, η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί Κυπριακή νομολογία επί του άρθρου 6
(4)του Κεφ. 5. Όμως οι πρόνοιες του άρθρου 6
(4)είναι παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(4)του Αγγλικού Bankruptcy Act 1883[1] και ταυτόσημες με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(4)του Αγγλικού Bankruptcy Act 1914[2]. Επομένως, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από Αγγλική νομολογία. Σε σχέση με την προσέγγιση των Αγγλικών Δικαστηρίων παραπέμπω στην απόφαση Εx-parte Heyworth, in Re Rhodes
(1884)14 Q.B.D. 49, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I can see no reason why it should not be the practice under the present Bankruptcy Act, when a petitioning creditor's debt was founded on a judgment. and an appeal was pending from the judgment, it was a matter for the discretion of the registrar whether he would at once adjudicate the debtor a bankrupt, or stay the proceedings on the petition pending the appeal. In the present case the petitioning creditor's debt is an amount payable to him by the debtor by reason of certain proceedings in prohibition. Against the judgment or order under which that sum is payable an appeal is pending and a possible result of the appeal is that there may be no petitioning creditor's debt at all. In the present case it appears to me that there is a substantial question raised by the appeal, and it is possible that on the hearing of the appeal the alleged debt may be got rid of altogether.» Καθοδηγητική είναι και η υπόθεση In re Flatau, ex-parte Scotch Whisky Distillers Limited
(1888)22 Q.B.D. 83. Στην απόφαση εκείνη επισημάνθηκε ότι η καταχώρηση της έφεσης δεν ήταν ικανή αφ εαυτού να αναστείλει την αίτηση πτώχευσης. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε σε κάθε εξ αποφάσεως οφειλέτη να αναστείλει μια διαδικασία αίτησης πτώχευσης καταχωρώντας απλώς έφεση εναντίον της απόφασης από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος. Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης έπρεπε ο αιτητής να δείξει επαρκή λόγο που να δικαιολογεί την αναστολή. Όπως αναφέρεται σχετικά στην εν λόγω απόφαση: «The first point taken is, that the mere fact that an appeal against the judgment had been lodged made it the duty of the registrar to postpone the bankruptcy petition until after the appeal had been determined. If this be so, it will be in the power of every judgment debtor, if he sees that the Court of Appeal is full of business, to postpone the hearing of a bankruptcy petition founded on the judgment debt for months - it may be for years - by merely entering an appeal against the judgment. But sub-s. 4 of s. 7 really enacts the very contrary of that which is contended for. It provides in effect that, when an appeal against a judgment has been lodged, the registrar must take into consideration the circumstances of the case and say whether in the particular case the lodging of the appeal calls upon him either to postpone the hearing of the petition, or to dismiss it, for he has power to do that. In other words, sub-s. 4 gives the registrar a discretion, which, of course he must exercise judicially.» Πέραν των πιο πάνω, μεταγενέστερη Αγγλική νομολογία θέτει ως επιπρόσθετα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το κατά πόσο υπάρχει πραγματική ή καλή τη πίστη έφεση και κατά πόσο ο εφεσείων χειρίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και επιμέλεια την έφεση του[3]. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Ex p Yeatman, re Yeatman (ανωτέρω): «When the proceedings on a bankruptcy petition have been stayed for the trial of the question of the validity of the petitioning creditor's debt, and the validity of the debt has been established by the judgment of a court of first instance, the registrar has a judicial discretion to proceed with the hearing of the petition and to make an adjudication of bankruptcy upon it, and is not bound to wait for a final decision of a Court of Appeal on the validity of the debt. If, however, he is satisfied that a bona fide appeal is pending from the judgment of the court of first instance, he ought to adjourn the further hearing of the petition until after the appeal is disposed of.» Έχοντας διακριβώσει επομένως ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφασίζει κατά πόσο η πτωχευτική διαδικασία πρέπει να ανασταλεί στα πλαίσια του άρθρου 6
(4)του Κεφ. 5, στέφομαι τώρα στην υπό κρίση αίτηση. Ο πρώτος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι αν η έφεση που εκκρεμεί είναι καλόπιστη ή επιπόλαια. Προσεγγίζοντας το θέμα αυτό σίγουρα δεν επιτρέπεται το παρόν Δικαστήριο να μετατρέψει τον εαυτό του σε Εφετείο. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ορθότητα της εφεσιβληθείσας απόφασης ούτε και προκαταβάλλει τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Με αυτό το δεδομένο εξέτασα το αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσης που έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και διαπιστώνω ότι οι λόγοι έφεσης που προβάλλονται είναι συγκεκριμένοι και υποστηρίζονται με αναφορά στη μαρτυρία συγκεκριμένων μαρτύρων και επί της ουσίας της πρωτόδικης απόφασης. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η έφεση καταχωρήθηκε πολύ πριν την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης στον Αιτητή/Χρεώστη. Τα πιο πάνω συνηγορούν, κατά την άποψη μου, στο ότι η έφεση είναι καλόπιστη και όχι επιπόλαιη. Ταυτόχρονα, σε σχέση με το χειρισμό και προώθηση της έφεσης, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου, ούτε και προκύπτει, οτιδήποτε που να καταδεικνύει έλλειψη σοβαρότητας ή πλημμέλεια. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτών έχει θίξει στην ένσταση της το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Παρά το ότι όντως παρατηρείται κάποια καθυστέρηση δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιας έκτασης ώστε να καταστεί μοιραία. Η αίτηση πτώχευσης ήταν ορισμένη για πρώτη φορά στις 2.4.2014 και από το φάκελο φαίνεται ότι αναβλήθηκε σε αρκετές δικασίμους αφού η πλευρά του Αιτητή/Χρεώστη ζητούσε χρόνο για καταχώρηση έντασης. Διαπιστώνω όμως ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση/Πιστωτές δεν ήγειραν οποιαδήποτε ένσταση κατά τις δικασίμους που ο Αιτητής/Χρεώστης ζητούσε περαιτέρω χρόνο. Επομένως, θεωρώ ότι για την καθυστέρηση φέρουν και οι ίδιοι κάποιο μερίδιο ευθύνης. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτών αναφορικά με την παροχή εξασφαλίσεων σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα, κρίνω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Αυτά είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ενόψει έφεσης στα πλαίσια της Δ.35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 6
(4)του Κεφ. 5. Τέλος, αναφορικά με το επιχείρημα των Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτών ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική πρέπει να πω ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου που να οδηγεί αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά. Από το όσα αναφέρω πιο πάνω, φαίνεται ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται για σκοπούς που επιτρέπονται και που δεν προσκρούουν στις πρόνοιες του άρθρου 6
(4)του Κεφ.5 και όχι για οποιονδήποτε άλλο μη θεμιτό σκοπό. Στην βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος του Αιτητή/Χρεώστη. Συνακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης ημερομηνίας 28.2.2014 για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Ανδρέα Γεωργίου μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης υπ' αριθμό 269/13. Αναφορικά με τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της παρούσας αίτησης και το λόγο για τον οποίο αναστέλλεται η πτωχευτική διαδικασία, θεωρώ ότι είναι δίκαιο να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της έφεσης 269/13 που αποτελεί το υπόβαθρο της αναστολή. Νοείται ότι σε κάθε περίπτωση, τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Συνεπεία των πιο πάνω η κυρίως αίτηση πτώχευσης τίθεται εκτός πινακίου. Να οριστεί από το Πρωτοκολλητείο εκ νέου, μετά την έκδοση της τελικής απόφασης στην έφεση υπ' αριθμό 269/13, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εκ των διαδίκων. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Άρθρο 7
(4)Bankruptcy Act 1883: «When the act of bankruptcy relied on is non- compliance with a bankruptcy notice to pay, secure or compound for a judgment debt, the Court may, if it thinks fit, stay or dismiss the petition on the ground that an appeal is pending from the judgment.» [2] Άρθρο 5
(4)Bankruptcy Act 1914: «When the act of bankruptcy relied on is non compliance with a bankruptcy notice to pay, secure or compound for a judgment debt, or sum ordered to be paid, the court may, if it thinks fit, stay or dismiss the petition on the ground that an appeal is pending from the judgment or order.» [3]Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283, Heath v Tang and another [1993] 4 All E.R. 694, Re a Debtor (No 799 of 1994), ex parte Cobbs Property Services Ltd [1995] 3 All E.R. 723. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο