Λεύκιου Ιωαννίδη ν. Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη κ.α., Αγωγή αρ. 169/10, 28/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 169/10 Μεταξύ: Λεύκιου Ιωαννίδη, από τη Λευκωσία Ενάγοντα - και - Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη Χαρίκλειας Σοφοκλέους PERERA HALNETTI ALEXFA SURANYA Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 31.3.12 Μεταξύ: Λεύκιου Ιωαννίδη, από τη Λευκωσία Ενάγοντα - και - Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη, από την Πάφο Χαρίκλειας Σοφοκλέους, από την Πάφο PERERA HALNETTI ALEXFA SURANYA, από την Πάφο ΕLISABETH DIANE FARUCCIA, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων --------------- Και δια Ανταπαιτήσεως: ΕLISABETH DIANE FARUCCIA, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα - και - Λεύκιου Ιωαννίδη, από τη Λευκωσία Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη, από την Πάφο Χαρίκλειας Σοφοκλέούς, από την Πάφο PERERA HALNETTI ALEXFA SURANYA, από την Πάφο Εναγομένων Και δια Ανταπαιτήσεως: Ανδρέας Χρ. Δημητριάδη, από την Πάφο Χαρίκλεια Σοφοκλέους από την Πάφο . Εναγόντων - και - Λεύκιου Ιωαννίδη, από τη Λευκωσία PERERA HALNETTI ALEXFA SURANYA, από την Πάφο ΕLISABETH DIANE FARUCCIA, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 21.6.13 για διορισμό διαχειριστή εν εκκρεμοδικεία 28.1.2014 Για τους Αιτητές-Εναγόμενους 1 και 2: Κα Δημοσθένους για κ. Δημητριάδη Για τον Καθ'ου η Αίτηση - Ενάγοντα: Κα Γιαβάσιη για κ. Δημητρίου (ν' ακούσει απόφαση) Για την Καθ'ης η Αίτηση - Εναγόμενη 3: Καμία εμφάνιση Για την Καθ'ης η Αίτηση - Εναγόμενη 4: Κα Πέτρου για Παπαδόπουλο (ν' ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18.1.10 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία ο Ενάγοντας επιζητεί απόφαση του Δικαστηρίου ότι η διαθήκη ημερομηνίας 11.4.09 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με αύξοντα αρ. 13341 αποτελεί την τελευταία έγκυρη και νόμιμη διαθήκη του αποβιώσαντα Κenneth Carmalt Jones, στην οποία διορίζει τον Ενάγοντα ως εκτελεστή της. Ζητείται επίσης απόφαση ότι η διαθήκη η οποία καταχωρήθηκε επίσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με αύξοντα αριθμό 13211, που φέρεται να συνέταξε ο ίδιος αποβιώσαντας, είναι άκυρη γιατί ο φερόμενος συντάξας της δεν είχε σώας τα φρένας, μνήμη και αντίληψη και διενεργήθηκε κατόπιν ανάρμοστης επιρροής και ή ψυχικής πίεσης από πλευράς Εναγομένων. Η Εναγόμενη 4, πρώτη ξαδέλφη του αποβιώσαντα, στην Υπεράσπιση της προβάλλει θέμα ακυρότητας των δύο πιο πάνω διαθηκών για διάφορους λόγους. Για μεν τη διαθήκη ημερ. 11.4.09 κυρίως γιατί κατά την ημερομηνία του θανάτου του ξαδέλφου της δεν βρισκόταν εν ζωή η κληροδόχος που κατονομάζετο στη διαθήκη, για δε τη διαθήκη ημερ. 28.9.09 γιατί καταρτίστηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες δηλαδή είναι προϊόν ψυχικής πίεσης και/ή απάτης και δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική θέληση του αποβιώσαντα. Με την Υπεράσπιση της προβάλλει επιπρόσθετα και Ανταπαίτηση με την οποία ζητά διατάγματα που να κηρύσσουν άκυρες τις δύο διαθήκες, καθώς και απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσας δεν άφησε έγκυρη διαθήκη οπότε η ίδια μαζί με την αδελφή της Dorothy έχουν κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του το οποίο ζητά να αναγνωριστεί. Με τη δική τους Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται την ύπαρξη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους του Ενάγοντα και αν υπήρξε τέτοιο ισχυρίζονται ότι έχει εκλείψει με το θάνατο της κατονομαζόμενης στη διαθήκη ημερ. 11.4.09 κληροδόχου, που συνέβηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του αποβιώσαντα. Προβάλλουν δε Ανταπαίτηση για έκδοση διαταγμάτων που να κηρύσσουν την μεν διαθήκη ημερ. 11.4.09 ως άκυρη, τη δε εκείνη ημερ. 28.9.09 ως έγκυρη. Από την άλλη, η Εναγόμενη 3 στην Υπεράσπιση της προβαίνει σε γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης εμμένοντας στην εγκυρότητα της διαθήκης ημερ. 28.9.09 στην οποία κατονομάζεται ως μια εκ των κληροδόχων. Για σκοπούς εξέτασης της αίτησης και των θεμάτων που εγείρονται, έκρινα σκόπιμο να ανατρέξω στο φάκελο της υπόθεσης όπου διαπιστώθηκαν τα εξής: Η ολοκλήρωση των δικογράφων έγινε στις 29.3.13 με την καταχώριση από μεν την Εναγόμενη 4 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2, από δε τον Ενάγοντα επίσης της Απάντησης και Υπεράσπισης του στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη στις 21.6.13 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 η παρούσα αίτηση με την οποία επιζητείται διάταγμα όπως ο Εναγόμενος 1 διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας (pendente lite). H αίτηση βασίζεται επί των άρθρων 17, 19, 20 και 58 του περί Διαχείρισης Κληρoνομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189, των Κανονισμών 9, 28 κα 30
(1)των περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κανονισμών του 1955, της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη - Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 21.6.
- Ο κ. Δημητριάδης στην ένορκη δήλωση του αναφέρεται στο ιστορικό καταρτισμού της διαθήκης ημερ. 28.9.09 την οποία συνέταξε ο ίδιος και στην οποία κατονομάζεται ως ο εκτελεστής της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι Eναγόμενες 2 και 3 είναι οι μόνες κληρονόμοι του αποβιώσαντα Κenneth Carmalt Jones στη βάση της πιο πάνω διαθήκης που είναι η τελευταία έγκυρη και νόμιμη του διαθήκη. Εξήγησε ότι η Εναγόμενη 2 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον αποβιώσαντα και τη σύντροφο του Magdalena Rydz Smith από το 1987 περίπου και συμπαραστάθηκε του αποβιώσαντα κατά τη διάρκεια των θεραπειών του εφόσον έπασχε από καρκίνο. Η περιουσία του αποβιώσαντα αποτελείται από ακίνητα και κινητά μεγάλης αξίας. Ο ίδιος ως ο συντάξας της πιο πάνω διαθήκης και κατονομαζόμενος εκτελεστής της, μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αίτηση με αρ. 294/09 για την έκδοση παραχωρητηρίου επικύρωσης της διαθήκης του. Στην αίτηση αυτή καταχωρίστηκε στις 22.10.09 από μέρους των δικηγόρων του Ενάγοντα ένσταση (caveat) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με το δικαιολογητικό ότι η διαθήκη ημερ. 29.9.09 ήταν άκυρη και χωρίς έννομες συνέπειες. Ακολούθησε στις 18.1.10 η καταχώριση της παρούσας αγωγής με την οποία επιζητείται η επικύρωση της διαθήκης ημερ. 11.4.09 που είναι προγενέστερη εκείνης στην οποία o ίδιος ο Δημητριάδης κατονομάζεται ως εκτελεστής. Απ' ότι γνωρίζει, ο αποβιώσας είναι μέτοχος αριθμού κατεπιστευματοδόχων εταιρειών οι οποίες είναι ιδιοκτήτριες κατοικιών στο Κόλπο των Κοραλλίων και ορισμένες από αυτές έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές και καταστροφές, γι' αυτό και χρήζουν άμεσης επιδιόρθωσης και συντήρησης. Από την εξωτερική κατάσταση των κατοικιών διαφαίνεται ότι έχουν εισβάλει κλέφτες, γεγονός που δεν μπορεί να πιστοποιηθεί λόγω του ότι δεν υπάρχει πρόσβαση στο εσωτερικό τους. Καταλήγοντας εισηγείται ότι το θέμα θεωρείται επείγον γιατί θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να διαπιστωθεί και να καταγγελθεί η οποιαδήποτε παραβίαση των κατοικιών, ενώ αυτές θα πρέπει να επιδιορθωθούν. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 4, ενώ η Εναγόμενη 3 συγκατατέθηκε στην αίτηση με σχετική δήλωση του δικηγόρου της. Η ένσταση του Ενάγοντα συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του Ενάγοντα ημερ. 11.12.13, ενώ η ένσταση της Εναγόμενης 4 απ' εκείνη του Επαμεινώνδα Κορακίδη, δικηγόρου και συνεργάτη των δικηγόρων της Εναγόμενης
- Η νομική βάση των ενστάσεων είναι περίπου η ίδια, δηλαδή τα άρθρα 17, 18, 19, 20 και 58 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, τα άρθρα 24, 29 και 31 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195, οι Κανονισμοί 9, 28 και 30 των περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Κανονισμών του 1955, η Δ.48 θ. 1-8, Δ.39 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 2, 29 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), και οι συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Στις ενστάσεις τους ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 4 προβάλλουν συνοπτικά τους εξής λόγους ένστασης:
(1)Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική, παράτυπη και ή ανεπίτρεπτη και αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και πρακτικής του Δικαστηρίου.
(2)Δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό πλαίσιο το οποίο επιπρόσθετα είναι ελλιπές.
(3)Ο Εναγόμενος 1 του οποίου επιζητείται ο διορισμός ως διαχειριστής εν εκκρεμοδικία, εμπλέκεται στην υπόθεση σε βαθμό αποτρεπτικό για την ουδέτερη και αμερόληπτη εκτέλεση των καθηκόντων του καθότι φέρεται να κατονομάζεται ως ο εκτελεστής της διαθήκης ημερ. 29.9.09.
(4)Στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να αποφασιστεί η εγκυρότητα διαθήκης.
(5)Η αίτηση βασίζεται επί ψευδών και παραπλανητικών γεγονότων που σκοπό έχουν την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και παρακώλυση της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης.
(6)Οι ισχυρισμοί επί των οποίων βασίζεται η αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι και δεν καταδεικνύουν ειδική ή άλλη αιτία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Άνκαι υπάρχει ισχυρισμός ότι ο αποβιώσας κατείχε τεράστια περιουσία εντούτοις αυτή δεν συγκεκριμενοποιείται αλλά ούτε και δικαιολογείται η ανάγκη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός αυτό καταδεικνύει και την έλλειψη ειδικής αιτίας για τη διαχείριση της περιουσίας.
(7)Η περιουσία των εταιρειών στις οποίες ο αποβιώσας υπήρξε μέτοχος, δεν συνιστά προσωπική περιουσία του αποβιώσαντα.
(8)Οι λόγοι για το διορισμό του Δημητριάδη ως διαχειριστή pendent lite είναι ασαφείς και ανεπαρκείς. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο Ενάγοντας υιοθετεί ουσιαστικά τους λόγους ένστασης τονίζοντας ότι ο αποβιώσας στις 11.4.09 κατήρτισε και υπέγραψε τη μόνη και έγκυρη διαθήκη στην οποία τον κατονόμασε ως εκτελεστή της. Εκ των υστέρων όταν ο Ενάγοντας έλαβε γνώση της ύπαρξης της κατ' ισχυρισμό μεταγενέστερης διαθήκης, τότε αποφάσισε να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι ο Δημητριάδης ενώ αναφέρεται στην «τεράστια» περιουσία που άφησε ο αποβιώσας σε αριθμό εταιρειών και σε άλλες περιουσίες, εντούτοις δεν δίνει καμία πληροφόρηση σ' όσον αφορά τις συγκεκριμένες εταιρείες. Εν πάση περιπτώσει εισηγείται ότι η περιουσία των εταιρειών δεν συνιστά περιουσία του αποβιώσαντα ως ενός εκ των μετόχων τους. Ο κ. Κορακίδης από την άλλη, τονίζει στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Εναγομένης 4, ότι ο Δημητριάδης δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι το μοναδικό πρόσωπο που έχει συμφέρον στην κληρονομιά στη βάση του άρθρου 17 του Κεφ.
- Εισηγείται ότι η προσπάθεια του Δημητριάδη είναι να αποκτήσει πλεονέκτημα στην κυρίως δικαστική διαδικασία διορίζοντας τον εαυτό του ως διαχειριστή όταν καμία συγγενική σχέση δεν είχε με τον αποβιώσαντα, ενώ η ιδιότητα του ως εκτελεστή και διαχειριστή σε δήθεν έγκυρη διαθήκη αμφισβητείται έντονα από τον Ενάγοντα και την Εναγόμενη
- Καταλήγοντας, εισηγείται ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διορισμό διαχειριστή με περιορισμένο παραχωρητήριο αλλά αν παραστεί ανάγκη τέτοιου διορισμού σίγουρα ο διαχειριστής θα πρέπει να είναι άτομο εντελώς ανεξάρτητο από τους διαδίκους και όχι τον Δημητριάδη. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Η αίτηση βασίζεται κυρίως επί των άρθρων 19 και 20
(1)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189. Το άρθρο 19 προβλέπει για την εξουσία του Δικαστηρίου για χορήγηση περιορισμένου παραχωρητηρίου εγγράφων διαχείρισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διορίσει διαχειριστή εν εκκρεμοδικία προβλέπεται από το άρθρο 20
(1)του πιο πάνω Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό όταν εκκρεμεί οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο που αφορά το κύρος της διαθήκης αποθανόντος προσώπου ή που αφορά στην εξασφάλιση, ακύρωση ή ανάκληση παραχωρητηρίου, το Δικαστήριο δύναται να χορηγεί διαχείριση της κληρονομιάς του αποβιώσαντα σε διαχειριστή, ο οποίος θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες γενικού διαχειριστή, εκτός από το δικαίωμα διανομής του εναπομείναντος μέρους της κληρονομιάς. Ο εν λόγω διαχειριστής υπόκειται στον άμεσο έλεγχο του Δικαστηρίου και ενεργεί υπό τις οδηγίες του. Υπάρχει πλούσια αγγλική νομολογία επί του θέματος την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Nada Terzian κ.ά. ν. Ηaig Terzian κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1252. Στην υπόθεση Τerzian έχει αποφασιστεί ότι διαχειριστής εν εκκρεμοδικία διορίζεται στις περιπτώσεις που καταδεικνύεται ειδική αιτία (special cause) (βλ. Sutton v. Smith 161 E.R. 77), όπως για παράδειγμα για προστασία και διατήρηση της περιουσίας (βλ. Bellow v. Bellow 164 E.R. 1437 και Smith v. Smith
(1867)31 J.P. 248). Στην υπόθεση Re BEVAN (Deseased), BEVAN v. HOULDSWORTH
(1948)All E.R. Vol. 1, 271, αναφέρθηκε ότι το μέγεθος της περιουσίας, η φύση της ή το γεγονός ότι ενοίκια θα πρέπει να εισπραχθούν, είναι γεγονότα που θα έπρεπε το Δικαστήριο να δώσει προσοχή και αναμφισβήτητα να διορίσει διαχειριστή. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω ορθό να εξεταστεί κατά πρώτον η εγκυρότητα του ένδικου μέσου με το οποίο επιζητείται ο διορισμός διαχειριστή pendente lite, που στην παρούσα περίπτωση είναι με ενδιάμεση αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ. 189 σε κάθε θέμα πρακτικής ή διαδικασίας σε οποιοδήποτε Δικαστήριο ή Πρωτοκολλητείο επικύρωσης διαθηκών για το οποίο δεν γίνεται πρόνοια στο Νόμο ή στους Κανονισμούς, εφαρμόζεται η εκάστοτε πρακτική και διαδικασία του τμήματος επικύρωσης διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Οι σχετικοί κανονισμοί δεν προνοούν τον τύπο της αίτησης που θα πρέπει να υποβληθεί για τη χορήγηση διαχείρισης εν εκκρεμοδικία ή τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί, όπως προβλέπεται από το άρθρο 20
(1). Θα πρέπει όμως για έκδοση τέτοιου παραχωρητηρίου, να εκκρεμεί οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο που αφορά το κύρος της διαθήκης ή που αφορά την εξασφάλιση, ακύρωση ή ανάκληση παραχωρητηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση έγινε δια κλήσεως στα πλαίσια της διαδικασίας της Αγωγής, στην οποία και οι Καθ'ων η Αίτηση καταχώρισαν τις ενστάσεις τους. Η καταχώριση της Αγωγής καθώς και της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1 και 2 με τις οποίες προσβάλλεται η εγκυρότητα των δύο διαθηκών, προηγήθηκε της παρούσας αίτησης. Η αίτηση υποβάλλεται από διάδικο στην παρούσα αγωγή, δηλαδή από τους Εναγόμενους 1 και 2 και επιδόθηκε στους αντιδίκους. Συνεπώς στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό σ' όσον αφορά τη τυπική διαδικασία έγερσης του θέματος. Οι δικηγόροι των Καθ'ων η αίτηση στις αγορεύσεις τους εισηγήθηκαν ότι δεν καταδεικνύεται με την αίτηση η ύπαρξη ειδικής αιτίας για διορισμό διαχειριστή pendente lite, όπως προνοείται από την πιο πάνω νομολογία. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφαίνεται ότι υπάρχει άγνοια σ' όσον αφορά τα ακριβή περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα, από πλευράς Αιτητών. Η μοναδική μαρτυρία επί του θέματος, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Δημητριάδη, είναι ότι μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα είναι κάποια ή κάποιες κατοικίες που εμφαίνονται στις φωτογραφίες που επισυνάπτονται στην ένορκη του δήλωση. Σ' όσον αφορά τον ισχυρισμό περί εταιρειών που ανήκουν στον αποβιώσαντα δεν εξειδικεύονται και ούτε συγκεκριμενοποιούνται και εν πάση περιπτώσει δεν προσάχθηκε καμία μαρτυρία σ' όσον αφορά το διευθυντικό και μετοχικό καθεστώς των εταιρειών. Από την άλλη, δεν διευκρινίζεται επαρκώς κατά πόσο οι κατοικίες συνιστούν στην πραγματικότητα προσωπική περιουσία του αποβιώσαντα ή κάποιων εταιρειών. Αν στην πραγματικότητα οι κατοικίες συνιστούν περιουσία εταιρειών και απλά ο αποβιώσας είναι μέτοχος σ' αυτές, ασφαλώς και οι ίδιες οι κατοικίες δεν συγκαταλέγονται στην περιουσία του αποβιώσαντα. Παρατίθεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μacaura v. Northern Assurance Company
(1925)AC 619 (Privy Council): "No shareholder has any right to any item of property owned by the company, for he has no legal or equitable interest therein. He is entitled to a share in the profits while the company continues to carry on business and a share in the distribution of the surplus assets when the company is wound up." Δεν τέθηκε επιπρόσθετα κανένα στοιχείο σ' όσον αφορά την ανάγκη διορισμού διαχειριστή εν εκκρεμοδικία σε σχέση με τη διαχείριση των μετοχών του αποβιώσαντα στις εταιρείες. Το γεγονός ότι κάποιες φωτογραφίες που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση του Δημητριάδη δεικνύουν μια ή περισσότερες κατοικίες, που δεν διευκρινίζεται αν αναφέρονται στην ίδια, με εμφανή χαρακτηριστικά εγκατάλειψης, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογούν το διορισμό διαχειριστή pendent lite και ειδικά κάποιου από τους διαδίκους με προφανές συμφέρον στην έκβαση της δίκης. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι με το διορισμό διαχειριστή εν εκκρεμοδικία, όπως εισηγείται η πλευρά των Αιτητών, δεν επιζητείται η προστασία ή διατήρηση της περιουσίας, αλλά αποσκοπείται η άμεση λήψη μέτρων προς αποκατάσταση ή προς αποτροπή περαιτέρω φυσικών φθορών, διαδικασία χρονοβόρα προφανώς και όχι επείγουσα επί του παρόντος. Σημειώνεται ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία εμπειρογνώμονα ότι η μη λήψη συγκεκριμένων και άμεσων μέτρων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην κατοικία ή κατοικίες. Δεν παρέχεται από την άλλη μαρτυρία ως προς την ύπαρξη ή εξασφάλιση των απαραίτητων οικονομικών μέσων για ανάληψη της ευθύνης στη διεξαγωγή τέτοιων εργασιών. Ούτε επίσης η πιστοποίηση παράνομης πρόσβασης στο εσωτερικό των κατοικιών για να καταγγελθεί, συνιστά ειδική αιτία για διορισμό διαχειριστή pendente lite. Καταλήγοντας από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, δεν υπάρχει κανένα που να καταδεικνύει επείγουσα ανάγκη στο διορισμό διαχειριστή pendent lite. Οι δικηγόροι του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 4 στις αγορεύσεις τους έδωσαν έμφαση στο όνομα του προτεινόμενου διαχειριστή pendent lite ότι είναι το πλέον αναρμόδιο πρόσωπο για τέτοιο διορισμό λόγω της εμπλοκής του στην υπόθεση. Η αρχή που καθιερώθηκε από τη νομολογία είναι ότι άτομα που δεν σχετίζονται με την αγωγή είναι τα πλέον κατάλληλα για διορισμό τους ως διαχειριστές (βλ. De Chatelain v. Pontigny
(1858)1 SW & Tr. 34). Δεν υπάρχει όμως οποιοσδήποτε απόλυτος κανόνας ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να διοριστεί διαχειριστής, χωρίς τη συγκατάθεση όλων των διαδίκων. Το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε τέτοιο διορισμό σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι απόλυτα επιθυμητό. (βλ. Griffin v. Ackroyd
(1925)P.38). Από τα δικόγραφα διαφαίνεται ότι επίδικα θέματα είναι κυρίως η εγκυρότητα τόσο της πρώτης διαθήκης στην οποία κατονομάζεται ως εκτελεστής ο Ενάγοντας, όσο και της μεταγενέστερης διαθήκης στην οποία κατονομάζεται ως εκτελεστής ο Εναγόμενος
- Η παρούσα διαδικασία δεν είναι η κατάλληλη στο να αποφασιστεί η εγκυρότητα των δύο διαθηκών γεγονός που επισημαίνεται και στις αποφάσεις των αδελφών Δικαστών που εκδίκασαν προγενέστερες αιτήσεις στην παρούσα υπόθεση. Σίγουρα όμως η ιδιότητα του Δημητριάδη ως κατονομαζόμενου εκτελεστή στη δεύτερη διαθήκη και ως του συντάξαντα της διαθήκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η ιδανική εκλογή για διορισμό του στη θέση του διαχειριστή pendente lite, όπου αναμένεται αμεροληψία και ουδετερότητα στη διαχείριση της περιουσίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι δεν κρίνεται ως το ιδανικό πρόσωπο για διαχειριστής στο στάδιο αυτό, κατ' ουδένα λόγο μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται με λόγους ως προς το πρόσωπο του. Τα ίδια ίσως να ίσχυαν αν προτεινόμενος διαχειριστής ήταν ο Ενάγοντας που είναι ο κατονομαζόμενος εκτελεστής της πρώτης διαθήκης που επίσης επιζητείται με την Ανταπαίτηση η κήρυξη της ως άκυρης. Ακόμη και στην περίπτωση που κρινόταν επιβεβλημένος ο διορισμός διαχειριστή pendente lite, είμαι της γνώμης ότι κάποιο τρίτο και ουδέτερο πρόσωπο άσχετο με την υπόθεση θα ήταν η ιδανική εκλογή και όχι οιοσδήποτε των διαδίκων. Τυχόν έγκριση της αίτησης υπό τις συνθήκες της υπόθεσης και των επιδίκων θεμάτων που εγείρονται στη βάση των δικογράφων και ιδιαίτερα των λόγων για τους οποίους θεωρείται από τον Ενάγοντα άκυρη η δεύτερη διαθήκη, πιθανόν να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο αποκλίνει προς τη μια πλευρά των διαδίκων, πράγμα ανεπίτρεπτο και εναντίον των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Σημειώνεται η αναφορά στην αγγλική απόφαση Smith v. Smith (ανωτέρω) ότι σκοπός του παραχωρητηρίου εν εκκρεμοδικία είναι να διασφαλιστεί ότι η περιουσία του αποβιώσαντα τυγχάνει διαχείρισης προς το συμφέρον των προσώπων που έχουν σχέση με αυτή. Για τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία κρίνει ότι δεν έχει καταδειχθεί ειδική αιτία στο διορισμό διαχειριστή pendente lite και ούτε ότι είναι απόλυτα επιθυμητός ο διορισμός του Δημητριάδη ως διαχειριστή pendente lite. Γι' αυτό και η αίτηση αποτυγχάνει. Παρέμεινε να εξεταστεί ο λόγος ένστασης ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής, εφόσον δεν περιλαμβάνεται η Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που πραγματεύεται περί των αιτήσεων. Οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για διευκόλυνση της δικαστικής διαδικασίας. Η αρχή ότι στην αίτηση θα πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η νομική βάση, ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει τόσο η άλλη πλευρά, αλλά και το Δικαστήριο το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί. Η θεραπεία στην παρούσα περίπτωση είναι ευκρινώς διατυπωμένη όπως και είναι ορθή η δικονομική βάση επί της οποίας στηρίζεται. Η αίτηση, όπως ανεφέρθη και ανωτέρω, έγινε δια κλήσεως, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και επιδόθηκε στην άλλη πλευρά. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή της άλλης πλευράς από την παράλειψη αναφοράς της Δ.48 την οποία θεωρώ εντελώς τυπική και άνευ σημασίας. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης μου, δεν κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω στην εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση, δηλαδή της Ενάγουσας και της Εναγομένης 4 και εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων 1 και 2, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Αγωγής. Καμία διαταγή για έξοδα σ' όσον αφορά την Εναγόμενη
- (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο