← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Butler Lee-Robert κ.α., Αρ. Αγωγής: 1308/2012, 31/1/2014

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Butler Lee-Robert κ.α., Αρ. Αγωγής: 1308/2012, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1308/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων και Butler Lee-Robert κ.ά Εναγομένων -------------------- Αίτηση για αναστολή του εντάλματος κινητών με αρ. 1028/13 ημερομηνίας 20.6.2013 Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2014 Για τους ενάγοντες - Αιτητές: κα Φ. Στεφάνου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Για τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 - καθ΄ων η αίτηση: κ. Ν. Κουκούνης για Γιώργος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 27.6.2012 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια στους ενάγοντες για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους 1,2,3 και 4 εκτός δικαιοδοσίας. Η επίδοση σύμφωνα με το διάταγμα θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (EK) 1393/

  1. Οι εναγόμενοι 1 - 4 την 28.12.2012 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και την ίδια ημέρα αίτηση για ακύρωση του πιο πάνω διατάγματος και της επίδοσης των δικαστικών εγγράφων. Στην πιο πάνω αίτηση των εναγομένων 1 - 4, οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση όπου τελικά στις 8.3.2013 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα ημερ. 27.6.2012 και οι επιδόσεις των εγγράφων που έγιναν με βάση το εν λόγω διάταγμα. Τα έξοδα της αίτησης ημερομηνίας 28.12.2012 επιδικάστηκαν υπέρ των εναγομένων 1 - 4 και εναντίον των εναγόντων, τα οποία μετά τον υπολογισμό τους από τον Πρωτοκολλητή και την έγκριση τους από το Δικαστήριο ανήλθαν στο ποσό των €731 πλέον τόκους και Φ.Π.Α. Την 9.4.2013 καταχωρήθηκε σε σχέση με το πιο πάνω ποσό εξόδων, ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας των εναγόντων (Τεκμήριο 2 στην αίτηση) και επειδή οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το εξόφλησαν ζητούν με την υπό κρίση αίτηση τους την αναστολή και/ή την ακύρωση του εν λόγω εντάλματος. Η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται στην Δ.40 Θ.1-3, 7, 10 και 11, στην Δ.41 Θ.1-3, στην Δ.44, Δ.49, Δ.59 και Δ.48 Θ 1-4 και 8-11 στον Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 άρθρα 4-6 και 9, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πριν από την καταχώρηση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, οι δικηγόροι των εναγομένων ζήτησαν με επιστολές τους προς τους ενάγοντες και τους δικηγόρους τους την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν στην αίτηση (Τεκμήρια 4 και 6 στην ένορκη δήλωση της αίτησης και Τεκμήριο Β στην ένορκης δήλωση της ένστασης). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, οι ενάγοντες την 9.4.2013 εξέδωσαν επιταγή στο όνομα των εναγομένων για το πιο πάνω ποσό εξόδων την οποία κατάθεσαν στο λογαριασμό που οι εναγόμενοι 1 - 4 διατηρούν με τους ενάγοντες και έτσι ο λογαριασμός τους πιστώθηκε με το πιο πάνω ποσό (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 3 Α, Β και Γ στην ένορκη δήλωση της αίτησης). Ως εκ τούτου, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, παρά το ότι έχουν συμμορφωθεί πλήρως με το διάταγμα του δικαστηρίου ημερ. 8.3.2013, οι εναγόμενοι επιμένουν στην εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Οι ενάγοντες, ως προς το δικαίωμα τους να προβούν σε πληρωμή με τον πιο πάνω τρόπο, επικαλούνται (βλ. παρ. 13 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση) το γενικό δικαίωμα επίσχεσης (general preferential lien) επί όλων των περιουσιακών στοιχείων στην κατοχή των εναγόντων. Την ίδια ημέρα με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες και μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος για την αναστολή του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αριθμό 1028/2013, διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 21.6.
  2. Τόσο στην υπό κρίση αίτηση, όσο και στην αίτηση ημερ. 20.6.2013 και στο διάταγμα ημερ. 21.6.2013 οι εναγόμενοι 1 - 4 καταχώρησαν ένσταση. Την ημέρα της ακρόασης της παρούσας αίτησης και πριν την έναρξη της, έγιναν δηλώσεις από τους συνηγόρους των διαδίκων σε σχέση με το διάταγμα ημερ. 21.6.2013 το οποίο κατέστη απόλυτο με ισχύ μέχρι την έκδοση της απόφασης στην υπό κρίση αίτηση. Πέραν των πιο πάνω, που είναι και παραδεκτά αφού αφορούν την πορεία της υπόθεσης, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων πέραν του ισχυρισμού της πληρωμής που όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες καλώς έχει γίνει με τον τρόπο που έχει γίνει και της εξόφλησης, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην αλληλογραφία που υπήρξε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια 4 μέχρι και 7) σε σχέση με τα έξοδα, στην επικοινωνία του με τον αρμόδιο δικαστικό επιδότη σε σχέση με την εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας των εναγόντων, στις επιπτώσεις της μη αναστολής εκτέλεσης του και στο ότι η μη έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως συνέπεια την πληρωμή του ιδίου ποσού 2 φορές. Υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με την διαταγή του δικαστηρίου που αφορά τα έξοδα και επικαλείται την συμφωνία δανείου μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 8) που με βάση αυτή, οι ενάγοντες έχουν γενικό δικαίωμα επίσχεσης (general preferential lien) επί όλων των περιουσιακών στοιχείων στην κατοχή των εναγόντων. Κρίνω επίσης σκόπιμο να αναφερθώ και στην αξίωση των εναγόντων σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των GBP 77.292.00 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 31.12.2009 υπό την εγγύηση της εναγομένης 5 και επιπρόσθετης εξασφάλισης με την υποθήκη Υ5222/2009 επίσης της εναγόμενης
  3. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι εναγόμενοι 1 - 4 εκχώρησαν προς τους ενάγοντες με έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 31.12.2009 τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο που συνήψαν με την εναγόμενη 5 ημερομηνίας 24.7.
  4. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα, υπογράφηκαν από την πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων 1 - 4 και οι εναγόμενοι 1 - 4 διόρισαν τους ενάγοντες με πληρεξούσιο έγγραφο αντιπρόσωπους τους για πράξεις και ενέργειες που αναφέρονται και περιγράφονται στα εν λόγω έγγραφα. Η ως άνω συμφωνία δανείου, τερματίστηκε με επιστολή των εναγόντων προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 5.4.
  5. Οι ενάγοντες ζητούν επίσης, διάφορα διατάγματα σχετικά με πωλητήριο έγγραφο ημερ. 24.7.2008 και την ακίνητη περιουσία που οι εναγόμενοι 1 - 4 αγόρασαν από την εναγόμενη
  6. Όλα τα πιο πάνω για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας παραμένουν στο επίπεδο των ισχυρισμών, αφού οι εναγόμενοι 1 - 4 , υπό τις περιστάσεις, δεν έχουν καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης και δεν υπάρχει καμία παραδοχή ούτε των συμφωνιών ούτε της σχέσης που οι ενάγοντες επικαλούνται, ούτε του λογαριασμού, της οφειλής κτλ. Συνοψίζοντας τους λόγους ένστασης των εναγομένων 1 - 4, οι οποίοι στο σύνολο τους είναι 48, αυτοί αφορούν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου να εξετάσει τα εγειρόμενα ζητήματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας καθότι αφορούν ζητήματα ουσίας, στην νομιμοποίηση των εναγόντων να ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα, αλλά και ζητήματα που αφορούν τον ισχυρισμό της εξόφλησης και του δικαιώματος επίσχεσης και συμψηφισμού των εναγόντων. Σε ότι αφορά την πληρωμή που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έχει γίνει, την οποία δεν αποδέχονται, αναφέρεται στους λόγους της ένστασης ότι ποτέ δεν δόθηκε τέτοια εξουσιοδότηση, συγκατάθεση και έγκριση από τους εναγόμενους και/ή τους δικηγόρους τους, ότι το χρέος των εναγόντων πρόκειται για ανεξάρτητη απαίτηση, ότι οι ενάγοντες ενήργησαν παράνομα και με πρόθεση να αποφύγουν την πληρωμή, ότι δεν δικαιούνταν σε συμψηφισμό ή επίσχεση και δεν δημιουργείται τέτοιο ζήτημα αφού πρόκειται για ανεξάρτητη υποχρέωση των αιτητών και ότι εμποδίζονται να πράξουν ότι έπραξαν αφού τερμάτισαν την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία. Επίσης προβάλλουν ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ενοχλητική και εκδικητική. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτή αφού οι εναγόμενοι 1 - 4 διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό. Με την ένορκη δήλωση της επαναλαμβάνει και εξειδικεύει με λεπτομερή τρόπο τους λόγους της ένστασης των εναγομένων. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  7. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αρχικά αφού η συνήγορος των εναγόντων - αιτητών περίγραψε στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως συνοψίζεται και πιο πάνω, ανάφερε πως η θέση των εναγόντων είναι ότι δεν υπάρχει εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων και η διαδικασία για κατάσχεση κινητής περιουσίας πρόκειται για πράξη μη εξουσιοδοτημένη. Εάν, ανάφερε η κα Κόκκινου, το δικαστήριο αποφασίσει ότι υπάρχει εμφάνιση και πάλι δεν μπορούν να εμφανίζονται οι δικηγόροι των εναγομένων γιατί η εμφάνιση τους ήταν υπό όρους. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα επικαλέστηκε τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1950 σελ 144 σε σχέση με την αγγλική Δ.12 θ.30 αντίστοιχη με την δική μας Δ.16 θ.
  8. Επομένως, εισηγείται η συνήγορος των αιτητών, αφού η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία που έχουν καταχωρήσει οι εναγόμενοι, έπαυσε να ισχύει από τις 28.3.2013 που εκδόθηκε το διάταγμα και ο σκοπός της έχει αποπερατωθεί, οι συνήγοροι τους δεν μπορούν να εμφανίζονται. Εάν όμως ανέφερε και πάλι θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε ισχύ η εμφάνιση, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους δικηγόρους τους για την είσπραξη των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ τους δεν θα μπορούσε να γίνει από τους δικηγόρους τους καθότι δεν εμπίπτει στα πλαίσια του όρου εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Επίσης υποστήριξε, πως θα έπρεπε αναφορικά με τα έξοδα, εάν θεωρούν οι εναγόμενοι ότι δεν έγινε πληρωμή να καταχωρούσαν νέα αγωγή για την είσπραξη τους όταν μάλιστα στην παρ. 27 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση τους αναφέρονται σε «απαίτηση ανεξάρτητη». Επομένως εισηγείται, εφόσον οι εναγόμενοι μιλούν για ανεξάρτητη απαίτηση θα έπρεπε να κινήσουν νέα αγωγή και να απαιτήσουν το ποσό των εξόδων, διαδικασία που εισηγούνται ότι ήταν η ορθή υπό τις περιστάσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εισηγούνται οι ενάγοντες ότι η ένσταση των εναγομένων δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η αίτηση τους θα πρέπει να εγκριθεί. Ως προς την ουσία, η κα Κόκκινου, αναφέρθηκε στην πληρωμή των εξόδων και στον τρόπο που αυτή έχει γίνει και με επίκληση των όσων το διάταγμα ημερ. 8.3.2013 προβλέπει, εισηγείται ότι οι ενάγοντες έπραξαν ως αυτό όριζε και συμμορφώθηκαν. Η έκδοση επιταγής και η κατάθεση της στον λογαριασμό των εναγομένων, είναι πληρωμή, ανάφερε και οι εναγόμενοι έπραξαν με βάση το γενικό δικαίωμα επίσχεσης «banker's lien». Με επίκληση της Νικόλαος Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd

(1994)1 Α.Α.Δ 720 εισηγείται η κα Κόκκινου ότι εφόσον δεν υπήρχε ρητή συμφωνία για μη επίσχεση οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να πράξουν ως έπραξαν. Είναι η θέση των εναγόντων ότι τυγχάνει εφαρμογής το πιο πάνω δικαίωμα, καθότι τα έξοδα δεν προέρχονται από ανεξάρτητη υποχρέωση αλλά πρόκειται για διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της ίδια της αγωγής αφορά πόσο που πρέπει να πληρωθεί στους εναγόμενους και όπως φαίνεται από την έκθεση απαίτησης των εναγόντων υπάρχει ένα εκ πρώτης όψεως οφειλόμενο ποσό από τους εναγόμενους στους ενάγοντες ενώ ο γενικός ισχυρισμός ότι δεν συμφωνούν με την ύπαρξης σχέση πελάτης ή λογαριασμού δεν μπορεί στα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αλλά αυτό που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η έκθεση απαίτησης των εναγόντων η οποία επιμαρτυρεί την ύπαρξη αυτής της σχέσης. Σε ότι αφορά την έκδοση επιταγής και την κατάθεση της στον επίδικο λογαριασμό παρέπεμψε στην υπόθεση αγγλική υπόθεση Halesowen v Westmister Bank Ltd QBD 1969 33 στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων «A cheque can be the proper subject of such a lien.." Υποστήριξε ότι οι ενάγοντες δεν έπραξαν αδικαιολόγητα αλλά με βάση το γενικό δικαίωμα επίσχεσης αλλά και όσα ρητά προβλέπονται στην συμφωνία δανείου (παρ. 12 Τεκμήριο 8 στην αίτηση). Επίσης αναφορά έκανε και στην αλληλογραφία των δικηγόρων των εναγομένων όπου ζητούν πληρωμή σε δικό τους λογαριασμό αλλά και στην Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρεται σε έξοδα διαδίκου και για αυτό ανάφερε, οι δικηγόρους τους είναι παράλογο να ζητούν από τους ενάγοντες να πληρωθούν οι ίδιοι ενώ εάν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εναγομένων και των δικηγόρων τους είναι κάτι που δεν γνωρίζουν οι ενάγοντες αλλά ούτε και τους ενδιαφέρει. Επίσης ανάφερε, το γεγονός ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία δεν σημαίνει και παραίτηση τους από το χρεωστικό υπόλοιπο και ούτε τερματίζεται το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης επί του σημείου αυτού παρέπεμψε στην παρ. 12 της επίδικης συμφωνίας. Ο συνήγορος των εναγομένων 1 - 4 καθ΄ων η αίτηση παρουσίασε γραπτώς την αγόρευση του, το περιεχόμενο της οποίας δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Σχετική αναφορά γίνεται πιο κάτω όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Κύρια θέση των εναγομένων είναι ότι οι ενάγοντες δεν είχαν και δεν έχουν το δικαίωμα που επικαλούνται ότι τους νομιμοποιεί ώστε να καταθέσουν επιταγές που οι ίδιοι εξέδωσαν σε σχέση με δικηγορικά έξοδα των εναγομένων σε αμφισβητούμενο λογαριασμό, αμφισβητώντας έτσι το οποιοδήποτε δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού στο οποίο στηρίζουν την αίτησης τους καθώς τα επιχειρήματα τους ως προς το επιτρεπτό της ενέργεια τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Σε ότι αφορά το πρώτο σκέλος της εισήγησης των συνηγόρων των εναγόντων, όπου όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν εγείρονται με την αίτηση τους, όπως τόνισε και ο δικηγόρος των εναγομένων και σχετίζεται την εμφάνιση των δικηγόρων των εναγομένων και τα διαβήματα που έχουν λάβει για την είσπραξη των εξόδων, σε σχέση πάντα με την εξουσιοδότηση που έχουν λάβει, η απάντηση είναι ότι ορθά έχουν πράξει, χωρίς βέβαια να εξετάζω τον ισχυρισμό της εξόφλησης σε αυτό το σημείο, η οποία να σημειωθεί έγινε μετά την καταχώρηση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Οι εναγόμενοι 1 - 4, έχουν καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία δυνάμει της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία έχει επιτελέσει τον σκοπό της στα πλαίσια και της αίτησης που είχαν ταυτόχρονα καταχωρήσει. Το διάταγμα ημερομηνίας 8.3.2012 παραμέρισε το διάταγμα ημερομηνίας 27.6.2012 και των επιδόσεων που έγιναν με βάση αυτό, συνεπώς, η κατάσταση των πραγμάτων έχει διαμορφωθεί ανάλογα, δηλαδή αμέσως μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος το μόνο που υπάρχει στην υπόθεση είναι η έκθεση απαίτησης των εναγόντων η οποία όμως δεν έχει επιδοθεί στους εναγόμενους. Συνεπώς, για ποια εμφάνιση πρέπει να μιλούμε και να απαιτούν οι ενάγοντες να είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι; Η προώθηση εκ μέρους τους συγκεκριμένης διαδικασίας για την είσπραξη του ποσού που τους έχει επιδικαστεί δεν απαιτεί την καταχώρηση εμφάνισης ούτε δυνάμει της Δ.16 Θ.1 ούτε δυνάμει της Δ.16 θ. 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διαταγή που δόθηκε για πληρωμή εξόδων, στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 28.12.2012 των εναγομένων, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας εκείνης, η δε κατάληξη στην αίτηση τους συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής για έξοδα αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο της απόφασης του δικαστηρίου. Η είσπραξη δηλαδή των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ τους σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 8.3.2012, δεν απαιτεί ούτε εμφάνιση στην αγωγή αλλά ούτε και μπορεί να αποσυνδεθεί από την εντολή που οι δικηγόροι των εναγομένων 1 - 4 έχουν λάβει ως προς την συγκεκριμένη διαδικασία, άλλωστε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων (παρ. 9) αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους σε σχέση με την διαδικασία του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Η πιο πάνω θέση των εναγόντων δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην λογική, αφού αυτό θα σήμαινε είτε απαίτηση να καταχωρηθεί εμφάνιση από τους εναγόμενους και έτσι για να λάβουν εντολή οι δικηγόροι τους, είτε ότι δεν μπορούν οι εναγόμενοι να προβούν σε διαδικασίες για είσπραξη χρημάτων αφού η εντολή/εξουσιοδότηση που δόθηκε έχει παύσει να ισχύει από τις 8.3.2012. Το πιο πάνω ζήτημα είναι αλληλένδετο και με το δεύτερο σκέλος της εισήγησης των εναγόντων, ότι δηλαδή απαιτείται η καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής για την είσπραξη του ποσού. Δηλαδή, εφόσον εμποδίζονται με τον πιο πάνω τρόπο, που όπως έχω αποφασίσει δεν εμποδίζονται, ο μόνος τρόπος για να απαιτήσουν το ποσό που ήδη τους επιδικάστηκε είναι να κινήσουν ξεχωριστή αγωγή. Εισήγηση και θέση την οποία θεωρώ λανθασμένη. Η διαταγή για καταβολή εξόδων, πρόκειται για απόφαση του δικαστηρίου ως επίσης και η έγκριση τους μετά τον υπολογισμό τους από τον Πρωτοκολλητή. Φέρει και έχει όλα τα χαρακτηριστικά της απόφασης και είναι εκτελεστή, οι ενάγοντες είναι εν τη έννοια του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτες χρέους» και οι εναγόμενοι «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές». Επίσης, το άρθρο 14 του Κεφ. 6 καθορίζει μεταξύ άλλων ότι «κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού να εκτελεστεί με όλα ή με οποιαδήποτε από τα ακόλουθα μέσα: - (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας. Συνεπώς οι εναγόμενοι, από την στιγμή που είχαν εξασφαλίσει απόφαση για τα έξοδα τους είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρούν και στην εκτέλεση της απόφασης αυτής με τα μέσα που τους παρέχει ο Νόμος και συγκεκριμένα ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6, όπου στο άρθρο 15 προβλέπεται ότι «Καμία δικαστική απόφαση ή διάταγμα για την πληρωμή χρημάτων δεν εκτελείται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού». Σε συνάρτηση με το δικαίωμα επίσχεσης που οι ενάγοντες επικαλούνται είναι και το θέμα της εξόφλησης των δικηγορικών εξόδων των εναγομένων. Δηλαδή από την στιγμή που αποδεχτεί ότι οι ενάγοντες είχαν αυτό το δικαίωμα τότε κρίνεται και η ουσία της αίτησης αφού αυτό αποδεικνύει ταυτόχρονα και την εξόφληση των εξόδων. Οι εναγόμενοι 1 - 4 δεν αμφισβητούν τις πράξεις των εναγόντων που σχετίζονται με την κατάθεση του ποσού των εξόδων σε ένα λογαριασμό, αυτό που αμφισβητούν είναι το δικαίωμα των εναγόντων να πράξουν κάτι τέτοιο, αμφισβητώντας ταυτόχρονα την ύπαρξη σχέσης μεταξύ τράπεζας και εαυτών, τον λογαριασμό, την οφειλή κτλ. Πλήρης άρνηση τόσο του δικαιώματος για επίσχεση όσο και της συμφωνίας γίνεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων. Επίσης, είναι η θέση των εναγομένων, ότι το δικαστήριο εμποδίζεται να αποφασίσει επί των πιο πάνω θεμάτων καθότι αυτά εμπίπτουν στην ουσία της διαφοράς των διαδίκων και δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο να τα κρίνει σε αυτό το στάδιο. Μέσα από την νομολογία και τα συγγράμματα που έχουν επικαλεστεί αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων σε ότι αφορά το δικαίωμα επίσχεσης και το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης προκύπτουν τα εξής: Το δικαίωμα της Τράπεζας να συμψηφίζει ένα λογαριασμό με άλλο ή να συνενώνει λογαριασμούς σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο τυγχάνει γενικής εφαρμογής. Το θέμα της τραπεζικής επίσχεσης και συμψηφισμού από την Τράπεζα, όταν δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, αποτελεί μια λογιστή πράξη, με την οποία διαπιστώνεται η κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και βοηθά την τράπεζα να καλύψει χρεωστικά υπόλοιπα όταν άλλος ή άλλοι λογαριασμοί του πελάτη είναι πιστωτικοί (βλ. Νικόλαος Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ 720 και Halesowen v. Westmister Bank Ltd
(1970)1 All E.R. 473, Hong Kong and Shanghai Banking corp.v. Kloeckner & Co (1989( 3 All E.R. 513). Στην υπόθεση Νικόλαος Αντωνίου (πιο πάνω) , που και οι δύο συνήγοροι έχουν επικαλεστεί, ο εφεσείων υπόγραψε δύο έγγραφα με τα οποία έδωσε στην εφεσίβλητη δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού ενός χρεωστικού λογαριασμού του στο Λονδίνο και μιας εμπρόθεσμης κατάθεσης του στην Λευκωσία. Η εφεσίβλητη τράπεζα ασκώντας το δικαίωμα συμψηφισμού που προέκυψε από τις δύο πιο πάνω συμφωνίες το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσης που ήταν κατατεθειμένο στο κατάστημα της Τράπεζας στην Λευκωσία μεταφέρθηκε στο κατάστημα Λονδίνου και πιστώθηκε ο χρεωστικός του λογαριασμός καλώντας τον να εξοφλήσει το παραμένον χρεωστικό υπόλοιπο. Ο εφεσείων με την αγωγή του αξίωσε την πληρωμή της εμπρόθεσμης κατάθεσης του μετά τόκου και αμφισβήτησε το δικαίωμα επίσχεσης ή και συμψηφισμού της εφεσίβλητης. Λέχθηκαν τα εξής «Ανεξάρτητα όμως τα όσα προαναφέρθηκαν, στην υπό κρίση δεν εγείρεται θέμα συνήθους επίσχεσης γιατί υπήρξε ρητή συμφωνία με την οποία ο εφεσείων έδωσε στην εφεσίβλητη το δικαίωμα τραπεζικής επίσχεσης και συμψηφισμού και ακόμα υπήρξε και ειδική προς τούτο εντολή του εφεσείοντα. Η εφεσίβλητη ενεργώντας όπως ενήργησε, εφάρμοσε συμβατικές πρόνοιες και την εντολή που πήρε από τον εφεσείοντα. Συνεπώς όχι μόνο δεν υπήρξε συμφωνία που να αποκλείει τον συμψηφισμό, αλλά τουναντίον υπήρξε συμφωνία που να τον επιτρέπει και ο συμψηφισμός που έγινε δεν ισοδυναμεί με συμψηφισμό ανεξάρτητων αμοιβαίων υποχρεώσεων μεταξύ των διαδίκων έτσι που να αποκλείεται η ενέργεια της εφεσίβλητης τράπεζας από την Κυπριακή Νομοθεσία.» Προκύπτει έτσι ότι το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού, απορρέει την ίδια την σχέση τράπεζας - πελάτη και δεν περιορίζεται παρά μόνο όταν υπάρχει ρητή συμφωνία που το να αποκλείει (βλ. επίσης Paget's Law of Banking 13 εκδ. σελ. 705 παρ. 29.2). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες επικαλούνται τόσο το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης όσο και την επίδικη συμφωνία και καλούν υπό τις περιστάσεις το δικαστήριο να αποφασίσει τις ενέργειες τους επί την βάση ουσιωδών αλλά και αμφισβητούμενων γεγονότων. Η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, για σκοπούς εξέτασης του επίδικου θέματος είναι αυτή των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση. Οι εναγόμενοι αρνούνται, όπως και πιο πάνω αναφέρω, την σχέση με τους ενάγοντες που να δημιουργεί σχέση τράπεζας - πελάτη, προϋπόθεση για την λειτουργία του δικαιώματος που επικαλούνται οι ενάγοντες, αρνούνται την συμφωνία στην οποία εμπεριέχεται ο όρος που επικαλούνται οι ενάγοντες σε σχέση με το πιο πάνω δικαίωμα τους, αρνούνται τον λογαριασμό, την οφειλή κτλ. Αν ήθελε αποφασίσει το δικαστήριο όλα τα πιο πάνω ζητήματα κρίνει κατά την άποψη μου σημαντικά στοιχεία της διαφοράς τους, που αν και δεν υπάρχει έκθεση υπεράσπισης με την οποία ρητά να αρνούνται οι εναγόμενοι τους προβαλλόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς των εναγόντων και να καθορίζονται έτσι επ΄ ακριβώς τα επίδικα θέματα, υπάρχει εντούτοις η ένορκη δήλωση επί της ενστάσεως τους με την οποία δηλώνουν άρνηση των όσων οι ενάγοντες επικαλούνται ότι τους νομιμοποιούν. Τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης με τα γεγονότα της υπόθεσης Νικόλαος Αντωνίου (πιο πάνω), δεν βρίσκονται σε αρμονία. Στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο της ύπαρξης δύο λογαριασμών ενώ ο εφεσείοντας στην πιο πάνω υπόθεση δεν είχε αμφισβητήσει το χρέος του και την οφειλή προς την τράπεζα αλλά το δικαίωμα τους για επίσχεση και συμψηφισμό. Οι ενάγοντες κατά την άποψη μου με τον τρόπο που έχουν ενεργήσει, συμψήφισαν ουσιαστικά μια αμφισβητούμενη απαίτηση με ένα εξ' αποφάσεως χρέος που αφορά έξοδα, τόκους και Φ.Π.Α. Η απαίτηση των εναγόντων παραμένει στο επίπεδο των ισχυρισμών, το εξ΄ αποφάσεως χρέους τους που προκύπτει από το διάταγμα ημερομηνίας 8.3.2013 είναι υπαρκτό ως επίσης και οι ενέργειες τους. Εδώ δεν έχουμε την κανονική ροή και λειτουργία των πραγμάτων και της σχέσης τράπεζας - πελάτη όπως στην υπόθεση Νικόλαος Αντωνίου (πιο πάνω) και ούτε υπάρχουν ούτε υπήρξαν δύο λογαριασμοί ένας πιστωτικός και ένας χρεωστικός. Οι ενάγοντες έκριναν ορθό όπως εκδώσουν επιταγή στο όνομα των εναγομένων σε σχέση με τα έξοδα τους ώστε να θεωρηθεί ότι πρόκειται για έγγραφο που περιήλθε ή βρισκόταν στην κατοχή τους και στην συνέχεια να το καταθέσουν δυνάμει δικαιώματος επίσχεσης στον επίδικο λογαριασμό για να επικαλεστούν τον όρο 12 του Τεκμηρίου 18 που αναφέρεται σε «negotiable instruments», συμφωνία όμως την οποία, όπως ισχυρίζονται έχουν τερματίσει και αποτελεί επίδικο γεγονός στην υπόθεση. Οι πιο πάνω ενέργειες των εναγόντων, στο μέγεθος που μπορούν να διαπιστωθούν, αποτελούν κατά την άποψη μου συμψηφισμό μη επιτρεπτό. Η απαίτηση των εναγόντων όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης τους αφορά δάνειο και τα έξοδα των δικηγόρων των εναγομένων πρόκειται για ανεξάρτητη απαίτηση και εξ αποφάσεως χρέος. Στην υπόθεση Νικόλαος Αντωνίου (πιο πάνω) λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Επίσης θα πρέπει να διευκρινιστεί πως το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού, που απορρέει από τη σχέση Τράπεζας και του αυτού πελάτη, διαφοροποιείται και δεν δημιουργεί θέμα συμψηφισμού (set-off) ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλάς ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Είναι αυτός ο συμψηφισμός που δεν ισχύει στην Κύπρο (βλ.Δ19, Καν 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), που να δημιουργεί αιτία ξεχωριστής αγωγής ή ανταξίωση και προέρχεται από ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Από την άλλη δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστο το γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν με την πράξη τους κατακρατήσει και το Φ.Π.Α για το οποίο δεν έχουν πουθενά αναφέρει ότι έχουν το αποδώσει ως οιοσδήποτε το είσπραττε όφειλε να πράξει. Ούτε ο δικηγόρος των εναγομένων, ούτε οι εναγόμενοι ούτε και οι ενάγοντες έχουν οποιαδήποτε δικαίωμα επί του Φ.Π.Α παρά μόνο να το εισπράξουν και να το αποδώσουν. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα πληρώσουν το ποσό δύο φορές είναι εμφανές ότι οι ενάγοντες έχουν πρόσβαση στον λογαριασμό που επικαλούνται και μπορούν να προβούν σε ανάλογες ρυθμίσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω ότι η αίτηση των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 - 4 και εναντίον τους όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η κλίμακα στην βάση της οποία θα υπολογιστούν τα έξοδα να είναι αυτή που προκύπτει από το ποσό εξόδων που επιδικάστηκε προς όφελος των εναγομένων 1 - 4 με το διάταγμα ημερομηνίας 8.3.2013. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.