← Κύπρος

K & M KOMODROMOS SERVICES LTD ν. Μ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1908/2009, 8/1/2014

K & M KOMODROMOS SERVICES LTD ν. Μ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1908/2009, 8/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1908/2009 Μεταξύ: K & M KOMODROMOS SERVICES LTD Εναγόντων και Μ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.5.2013 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2014 Για τους εναγόμενους - Αιτητές: κ. Χ. Ζόππος για Α. Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τους εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση: κα Ε. Δημοσθένους για Α. Χρ. Δημητριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι ζητούν την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης τους ώστε σε αυτή να προστεθούν 6 νέες παράγραφοι με το ακόλουθο περιεχόμενο: Παράγραφος 1: «Η εναγόμενη εταιρεία εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι πρόωρη λόγω εξ υποσχέσεως κωλύματος.

  1. «Η εναγόμενη εταιρεία απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και θέτει τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, ισχυριζόμενη ότι τα πραγματικά γεγονότα της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας έχουν ως ακολούθως: (α) Κατόπιν προσφοράς προς τον Έπαρχο Πάφου, η οποία της κατακυρώθηκε, η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε να προμηθεύσει την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου με υλικά οδοποιίας για τις ανάγκες της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου με συγκεκριμένες προδιαγραφές - ποιότητα. (β) Για την εξασφάλιση των υλικών της προσφοράς η εναγόμενη εταιρεία αποτάθηκε στους ενάγοντες, οι οποίοι ήταν αδειούχοι λατόμοι ειδικοί στο είδος. (γ) Μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες προμηθεύσουν στην εναγόμενη εταιρεία υλικά καθορισμένης ποιότητας και χρήσης τα οποία για κάθε φορτίο θα συνοδεύοντο με σχετικό πιστοποιητικό. Παράγραφος 5:
  2. Στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων, διάφορα φορτία που η εναγόμενη εταιρεία προμηθεύτηκε από τους ενάγοντες, μετά από έλεγχο που προέβηκε ο Έπαρχος Πάφου, διαπιστώθηκε ότι, τα υλικά που οι ενάγοντες προμήθευσαν την εναγόμενη εταιρεία παρά το ότι συνοδεύοντο και με σχετικό πιστοποιητικό δεν ήταν άριστης ποιότητας και δεν ανταποκρίνονταν για τη χρήση που προορίζοντο, με αποτέλεσμα ο Έπαρχος Πάφου να ενεργοποιήσει όρο του συμβολαίου που δέσμευε την εναγόμενη εταιρεία και να κατακρατήσει το 25% της τιμολόγησης εκάστου προβληματικό φορτίου. Η εναγόμενη εταιρεία θα ισχυριστεί στο Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν ρητή και/ή εξυπακουόμενη προς αυτούς υποχρέωση να τους πωλήσουν και να τους παραδώσουν υλικά ανταποκρινόμενα στις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και στην αναμενόμενη καταλληλότητα και ανταποκρινόμενα στην χρήση του προορισμού τους. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγόμενης εταιρείας, ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν τις δοθείσες προς αυτούς παραστάσεις σε σχέση με την καταλληλότητα του υλικού και/ή δόλια παρέδωσαν στην εναγόμενη εταιρεία υλικά τα οποία γνώριζαν ότι δεν ήταν της ποιότητας που αναγραφόταν στο δελτίο που συνόδευε τα υλικά. Παράγραφος 6:
  3. Η εναγόμενη εταιρεία διά του διευθυντή της Μάριου Δημοσθένους, ενημέρωσε τους ενάγοντες και πιο συγκεκριμένα τον εκ των διευθυντών της Κυριάκο Κωμοδρόμο, και ζήτησε από τον τελευταίο την αντικατάσταση των υλικών, καθ΄ ότι ο Έπαρχος Πάφου σε κάθε προβληματική περίπτωση κατακρατεί το 25% του εκάστοτε τιμολογίου. Παράγραφος 7:
  4. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν να αντικαταστήσουν τα υλικά, αφού θεώρησαν ότι σε μία τέτοια περίπτωση το κόστος αντικατάστασης τους θα υπερέβαινε το 25% της αξίας τους και εισηγήθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία να μειώσουν ανάλογα και τη δική τους τιμολόγηση υπό τύπο έκπτωσης μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα με την αγωγή που η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε εναντίον του Έπαρχου Πάφου. Παράγραφος 8:
  5. Κατά ή περί το Μάιο του 2009 και με το πέρας της συνεργασίας των διαδίκων οι ενάγοντες με επιστολή των Δικηγόρων τους απέστειλαν στην εναγόμενη εταιρεία, επιστολή απαίτησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου και ζήτησαν την πληρωμή του υπολοίπου του λογαριασμού της εναγόμενης εταιρείας το οποίο ανέβαζαν στο ποσό των €23.521,16 χωρίς να λάβουν υπόψη τις κρατήσεις που επέβαλε ο Έπαρχος Πάφου εις βάρος της εναγόμενης εταιρείας και προτού ακόμα η αγωγή που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο να έχει οποιαδήποτε κατάληξη. Παράγραφος 9:
  6. Η εναγόμενη στις 12.06.2009, αφού υπολόγισε λογιστικά τις κρατήσεις που ο Έπαρχος Πάφου της επέβαλε, απέστειλε στους ενάγοντες το ποσό των €2.939,47 δυνάμει επιταγής αρ. 13552216 για πλήρη εξόφλησης της οφειλής τους, επιταγή την οποία όμως οι ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.25 Θ.1-5, στην Δ.48 Θ.1,2,4,8,9 και στην Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης, Μάριου Δημοσθένους, στην οποία κάνει αναφορά στην αντικατάσταση των δικηγόρων της εναγόμενης εταιρείας και στην αναγκαιότητα όπως δοθούν περαιτέρω γεγονότα σε σχέση με την υπεράσπιση της κατά τρόπο που να διαφωτίσουν το δικαστήριο ως προς το θέμα της διαφοράς των διαδίκων αφού η αρχική έκθεση υπεράσπισης τους εμπεριέχει πολύ γενικούς ισχυρισμούς. Όπως υποστηρίζει, οι αιτούμενες προσθήκες και αντικαταστάσεις κρίθηκαν αναγκαίες κατά τη μελέτη και προετοιμασία της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους της εναγόμενης και όχι για να καλύψουν κενά, αλλά για να καταστήσουν σαφείς τους ισχυρισμούς της εναγόμενης εταιρείας όπως αυτοί καταγράφονται στο δικόγραφο της ήδη καταχωρηθείσης Υπεράσπισης με γενικό και αόριστο τρόπο. Οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Με την επίδικη αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές επιζητούν ουσιαστικά όπως επιφέρουν ριζική αναμόρφωση της καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 18.06.
  7. Δεν δίδεται καμία πειστική εξήγηση από τον Ενόρκως Δηλούντα για τους λόγους που δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης ημερ. 18.6.2010 οι προτεινόμενες τροποποιήσεις ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η επίδικη αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και με αδικαιολόγητα υπέρμετρη καθυστέρηση. Είναι έκδηλα φανερό ότι η επίδικη αίτηση συνιστά προϊόν δεύτερης σκέψης και επινόησης των Εναγομένων - Αιτητών, αφότου αυτοί έλαβαν τη νομική γνώμη και/ή συμβουλή του νέου τους δικηγόρου και αφού διαπιστώθηκαν από τον εν λόγω δικηγόρο αδυναμίες και/ή ελλείψεις στην Έκθεση Υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε στις 18.06.
  8. Οι αιτούμενες από τους Εναγόμενους τροποποιήσεις καλύπτονται από τις λεπτομέρειες που παρείχαν οι Εναγόμενοι προς του Ενάγοντες με την ένορκη δήλωση του Μάριου Δημιοσθένους ημερ. 16.11.2011 και δεν υπάρχει κανένα λόγος δικαίου για να εγκριθεί η αιτούμενη διπλογραφία ισχυρισμών. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδόλως σχετίζονται με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και ούτε είναι αναγκαίες. Η αλλαγή δικηγόρου, δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κυριάκου Κωμοδρόμου, διευθυντή των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση και επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  9. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου

(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Με την επίτευξη της τροποποίησης των δικογράφων αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών. Όπως τόνισε ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Σ. Νικήτας στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου (Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, κρίνω σκόπιμο και ορθό όπως αναφερθώ στη πορεία της υπόθεσης όπως διαγράφεται από τον φάκελο της δικογραφίας. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 29.6.
  1. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 12.6.2009, εμφάνιση στις 21.7.2009, η έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης στις 18.6.2010 και η απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης στις 26.6.
  2. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και μετά από γραπτό αίτημα των συνηγόρων των εναγόντων, η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 2.11.
  3. Μέχρι και την 7.12.2011 ακολούθησαν διαδικασίες για αποκάλυψη εγγραφών με αποτέλεσμα η αγωγή να οριστεί εκ νέου για οδηγίες στις 14.2.2012 και ακολούθως για ακρόαση στις 25.5.
  4. Η ακρόαση της υπόθεσης κατά την ημερομηνία , αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για τις 12.11.2012 και ακολούθως την 12.2.2013, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε ο δικηγόρος της εναγόμενης. Οι νέοι δικηγόροι της εναγόμενης εμφανίστηκαν στις 21.3.2013, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες οπότε και τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου το ζήτημα της καταχώρησης αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης η οποία και καταχωρίστηκε στις 22.5.
  5. Από την παράθεση των πιο πάνω, διαφαίνεται ναι μεν ότι υπάρχει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης και της υπό κρίση αίτησης, αλλά καμία καθυστέρηση μετά τον διορισμό των νέων δικηγόρων της, στην καταχώρηση της. Ευθύς μετά που ανέλαβαν, δήλωσαν την σχετική πρόσθεση της εναγόμενης με την πρώτη ευκαιρία το έπραξαν. Το πιο πάνω γεγονός, ενισχύει την θέση της εναγόμενης ότι η αναγκαιότητα προέκυψε μετά την μελέτη της αρχικής έκθεσης υπεράσπισης από τους νέους δικηγόρους της, την οποία έκριναν ανεπαρκή ως προς περιεχόμενο της ενόψει της γενικότητας της. Το κατά πόσο η αίτηση για τροποποίηση γίνεται καλόπιστα είναι ζήτημα του οποίου η εξέταση ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Όλα τα πιο πάνω, αποκλείουν την θέση περί κακοπιστίας και κατάχρησης. Ειδικότερα συνηγορεί ως προς την μη ύπαρξη κακοπιστίας το γεγονός ότι οι νέοι δικηγόροι της εναγόμενης ενήργησαν τάχιστα. Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.R) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο που υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α ν. A.G Leventis κ.α
(1993)1 ΑΑΔ
  1. Στην παρούσα περίπτωση, παρά την ύπαρξη μεγάλου χρονικού διαστήματος που υπήρξε από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης μέχρι την υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, έχοντας υπόψη κυρίως ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει, θεωρώ πως αν κατά τα άλλα η αίτηση ευσταθεί, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Δεν θεωρώ ειδικότερα, ότι η αίτηση αλλά και η έκδοση διατάγματος για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, εφόσον κριθεί ότι είναι αναγκαία και δίκαιη και εξυπηρετεί το συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης, θα επηρεάσει την πορεία της υπόθεσης αλλά ούτε και έχει καταδειχτεί ότι οι ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη όσον αφορά τα συμφέροντα τους στην υπόθεση εάν η αίτηση επιτραπεί ή ότι θα προκληθεί αδικία στους ανάγοντες του είδους που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Σε ότι αφορά τον πρώτο λόγο της ένστασης, μελετώντας την έκθεση υπεράσπιση της εναγόμενης και το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων, διαφαίνεται ότι, είναι άμεσα συνυφασμένα τα όσα η εναγόμενη επιθυμεί να επικαλεστεί δια προσθήκης με τα όσα καταγράφονται στην ήδη καταχωρηθείσα έκθεση υπεράσπισης της. Δεν επιχειρεί και ούτε προκύπτει ριζική αναμόρφωση της ήδη καταχωρηθείσας έκθεσης υπεράσπισης, οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προσθέσει στηρίζονται και έχουν ως βάση τα όσα με γενικό τρόπο διατυπώνει στην έκθεση υπεράσπισης της. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που η εναγομένη επιθυμούσε να προσθέσει ισχυρισμό ή ισχυρισμούς κατά τρόπο που να επιφέρουν ριζική αναμόρφωση στην έκθεση υπεράσπισης της αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στο να επιτραπεί η τροποποίηση, σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, νοουμένου ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν δημιουργείται βλάβη στην άλλη πλευρά και δεν αποδεικνύεται κακοπιστία. Ως προς το ζήτημα της νη ύπαρξης πειστικής εξήγησης, αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι κατόπιν συμβουλής, που έλαβε η εναγόμενη από του νέους δικηγόρους της, κρίθηκε αναγκαίο να προστεθούν περαιτέρω στοιχεία στην έκθεση υπεράσπισης της κατά τρόπο που να παρέχει πληρότητα ως προς την ακριβή διαφορά των διαδίκων σύμφωνα με την ίδια την εναγόμενη και τον ενόρκως δηλούντα. Το γιατί δεν έγινε τούτο σε προγενέστερο στάδιο και γιατί δεν συμπεριλήφθησαν στην προηγούμενη έκθεση υπεράσπισης της, επίσης προκύπτει από το γεγονός ότι η εναγόμενη έλαβε περαιτέρω νομική συμβουλή σε σχέση με το δικόγραφο της μετά την ανάθεση της υπόθεσης της σε νέους δικηγόρους. Περαιτέρω και σε συνδυασμό με τα όσα καταγράφονται στον έκτο λόγο της ένστασης, η εναγόμενη δεν επικαλείται μόνο την αλλαγή δικηγόρου ως δικαιολογία για να της επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της και ως δικαιολογία για την καθυστέρηση αλλά την ίδια την αναγκαιότητα που προέκυψε μετά την μελέτη της έκθεσης υπεράσπισης της από τους νέους δικηγόρους της. Η θέση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν σχετίζονται με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δηλώνει άρνηση των εναγόντων ως προς την ύπαρξη τους, τούτο όμως δεν αποτελεί το στάδιο που το δικαστήριο θα αποφασίσει σε σχέση με αυτά. Από την στιγμή που η εναγόμενη επιθυμεί να προβάλει άμεσα συνδεδεμένους ισχυρισμούς με τους αρχικούς ισχυρισμούς της στην ήδη καταχωρηθείσα έκθεση υπεράσπισης της προκύπτει και η αναγκαιότητα της τροποποίησης. Σε ότι αφορά την γνησιότητα των ίδιων των ισχυρισμών που επιθυμεί να προβάλει και την ειλικρίνεια τους, αυτό θα φανεί στο κατάλληλο στάδιο. Σημασία έχει να δοθεί η ευκαιρία και η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφορά τους, στοιχεία. Τέλος, το γεγονός ότι η εναγόμενη προέβηκε σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και έδωσε λεπτομέρειες σε σχέση με την έκθεση υπεράσπισης της, όμοιες με τα όσα επιθυμεί να προσθέσει δια τροποποιήσεως στην έκθεση υπεράσπισης της δεν δημιουργούν εμπόδιο και δεν συνιστούν διπλογραφία αφού η έκθεση υπεράσπισης που αποτελεί δικόγραφο δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αυτό τον τρόπο ενώ η αρχή είναι ότι η δίκη διεξάγεται στην βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων. Για όλους τους πιο πάνω τους λόγους που εξηγώ, αποφάσισα να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία και να επιτρέψω την τροποποίηση κυρίως γιατί, Α) Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων της εναγόμενης με πληρέστερο τρόπο. Β) Δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στους ενάγοντες. Η οποία καθυστέρηση θα δημιουργηθεί σε αυτό το στάδιο συνεπεία της τροποποίησης, με δεδομένο ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, μπορεί να ξεπεραστεί με κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Συνεπακόλουθα η αίτηση εγκρίνεται. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί μέσα σε 20 ημέρες από σήμερα. Απάντηση στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης μέσα σε 25 ημέρες από την επίδοση της. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expences) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης - αιτήτριας τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 10.3.2014 και ώρα 08:
  2. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.