ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΥ ν. ΝΑΤΑΣΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3304/07, 29/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3304/07 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΥ Εναγόντων Και
- ΝΑΤΑΣΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ
- ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Π. Παύλου για Χρ. Λουκά (κ. Μ. Λουκά για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους: κα Λ. Θεοφάνους (κα Γ. Γαβριήλ για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Επί τη βάση των όσων εκτίθενται στην Tροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα υπόθεση από τούς Ενάγοντες, αυτοί είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία (στο εξής «οι Ενάγοντες») σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αποδέχονται καταθέσεις, προβαίνουν σε παροχές δανείων, ανοίγματα και διατήρησης λογαριασμών και άλλων συναφών λογαριασμών σε μέλη και μη μέλη τους και περαιτέρω εκδίδουν τραπεζικές επιταγές (banker's drafts). Οι Ενάγοντες στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης τους ισχυρίζονται περαιτέρω: Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 ήταν θυγατέρα του Εναγόμενου
- Επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο γραμματέας των Εναγόντων ήταν ο κ.Χριστάκης Ιωάννου ( στο εξής καλούμενος «ο Γραμματέας»), ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων και/ή απάτης που διέπραξε σε βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Κατά ή περί το έτος 2003 σε διάφορες ημερομηνίες ο Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους Ενάγοντες παράνομα και δόλια και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από τους Ενάγοντες εξέδωσε και παρέδωσε τρεις επιταγές συνολικού ποσού Λιρών Κύπρου 9.000 στο όνομα της Εναγόμενης 1 οι οποίες εισπράχθηκαν από τον Εναγόμενο 2 ως ακολούθως: Α) Επιταγή με αριθμό 02540908, ημερ. 13.8.2003 για Λίρες Κύπρου 3.
- Β) Επιταγή με αριθμό 02540118, ημερ. 9.9.2003 για Λίρες Κύπρου 4.
- Γ) Επιταγή με αριθμό 02544817, ημερ. 14.4.2003 για Λίρες Κύπρου 2.
- Ακόμα ισχυρίζονται ότι περί το έτος 2003 ο Εναγόμενος 2 αιτήθηκε από τον Γραμματέα των Εναγόντων δάνειο πλην όμως επειδή αυτός ήταν πτωχεύσας ο Γραμματέας του ανέφερε ότι αυτό δεν μπορούσε να του παραχωρηθεί με επακόλουθο ο Εναγόμενος 2 να προτείνει όπως το δάνειο παραχωρηθεί στο όνομα της θυγατέρας του, Εναγομένης 1, με την υπόσχεση ότι αυτή και άλλα μέλη της οικογένειας τους θα προσέλθουν για να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση δανείου. Ο Γραμματέας στηριζόμενος στην υπόσχεση του Εναγόμενου 2 ότι η Εναγόμενη 1 και άλλα μέλη της οικογένειας της θα προσέρχοντο για να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση δανείου και εγγύησης προχώρησε παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τους Ενάγοντες στην έκδοση των πιο πάνω αναφερομένων επιταγών, ενώ οι Εναγόμενοι δεν υλοποίησαν τις υποσχέσεις τους. Ο Γραμματέας και επειδή οι Εναγόμενοι και/ή η Εναγόμενη 1 και άλλα μέλη της οικογένειας τους δεν προσήλθαν να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση δανείου και για να καλύψει την παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση έκδοση των πιο πάνω επιταγών προχώρησε στη δημιουργία εικονικών λογαριασμών με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 και 2 να λάβουν και να εισπράξουν τις επίδικες επιταγές χωρίς ουσιαστικά να προσφέρουν οποιαδήποτε αντιπαροχή και κατ΄ επέκταση αυτές να εκδοθούν και παραδοθούν χωρίς να στηριχθεί η πράξη αυτή σε οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Ο Γραμματέας κατά/ή περί το έτος 2003 και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από τους Ενάγοντες πρόσωπο, παράνομα και δόλια και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από τους Ενάγοντες παραχώρησε εικονικά δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άνοιξε εικονικούς λογαριασμούς ως ακολούθως: Α) Επ΄ ονόματι ανυπάρκτων προσώπων με ονόματα Γιάννη Παπασάββα και Σάββα Παπασάββα χωρίς αυτά τα άτομα να υπογράψουν οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες δανείου, τον εικονικό λογαριασμό με αριθμό 7210529-1 (ο λογαριασμός Α). Β) Επ΄ ονόματι ανυπάρκτων προσώπων με ονόματα Γιαννάκη Κ. Πέτρου και Γεωργία Γ. Πέτρου χωρίς αυτά τα άτομα να υπογράψουν οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες δανείου, τον εικονικό λογαριασμό με αριθμό 7210699-1 (ο λογαριασμός Β). Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο Γραμματέας για τον λογαριασμό Α εξέδωσε κατά/ή περί την 13.8.2003, την τραπεζική επιταγή (banker´s draft) που αναφέρεται πιο πάνω με αριθμό 02540908 επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1 για Λίρες Κύπρου 3.000 χρεώνοντας την εν λόγω επιταγή στον εν λόγω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό Α, η οποία αφού οπισθογραφήθηκε δόλια και όχι καλόπιστα από την Εναγόμενη 1, εισπράχθηκε από τον Εναγόμενο 2 όχι με καλή πίστη και εν γνώσει του ότι αυτή εκδόθηκε στον όνομα της θυγατέρας του με παράνομο τρόπο και/ή χωρίς οποιαδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο Γραμματέας για τον λογαριασμό B εξέδωσε κατά/ή περί την 9.9.2003, την τραπεζική επιταγή (banker´s draft) που αναφέρεται πιο πάνω με αριθμό 02540118 επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1 για Λίρες Κύπρου 4.000 χρεώνοντας την εν λόγω επιταγή στον εν λόγω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό B, η οποία αφού οπισθογραφήθηκε δόλια και όχι καλόπιστα από την Εναγόμενη 1 εισπράχθηκε από τον Εναγόμενο 2 όχι με καλή πίστη και εν γνώσει του ότι αυτή εκδόθηκε στον όνομα της θυγατέρας του με παράνομο τρόπο και/ή χωρίς οποιαδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι o Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δόλια και/ή παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους των Εναγομένων και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από αυτούς, εξέδωσε και παρέδωσε την τραπεζική επιταγή (banker´s draft) με αριθμό 02544817 στον όνομα της Εναγομένης 1 για ποσό Λιρών Κύπρου 2.
- Οι Εναγόμενοι, είναι η θέση των Εναγόντων, ότι από κοινού και χωριστά εξασφάλισαν και εισέπραξαν τις επίδικες επιταγές με δόλιο και απατηλό τρόπο και/ή με κακή πίστη και/ή εν γνώσει τους ότι ο τίτλος επί των εν λόγω επιταγών ήταν ελαττωματικός. Στην έκθεση απαίτησης δίνονται λεπτομέρειες των πιο πάνω αποδιδόμενων συμπεριφορών στον Εναγόμενους 1 και
- Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγόντων ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν ή ενέκριναν ή έδωσαν εντολή στον Γραμματέα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει και παραδώσει τις επίδικες επιταγές στους Εναγόμενους και να τους καταστήσει νόμιμους κατόχους των, διότι δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντι τους. Ακόμη ισχυρίζονται πως με τις επίδικες επιταγές εισέπραξαν τα ποσά τούτων χωρίς οι ίδιοι να δώσουν στους Ενάγοντες οποιαδήποτε αντιπαροχή για την εξασφάλιση τους και/ή χωρίς να είναι κάτοχοι για αξία ή νομιμοποιημένη κομιστές τούτων. Ακόμα οι Ενάγοντες κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχαν οποιαδήποτε συναλλαγή ή συμφωνία με τους Εναγόμενους και ούτε όφειλαν τα ποσά των επίδικων επιταγών ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ούτε είχαν υποχρέωση απέναντι τους ή σε οποιοδήποτε από αυτούς αλλά ούτε και οι Εναγόμενοι προσέφεραν οποιαδήποτε υπηρεσία προς τους Ενάγοντες ώστε νόμιμα να έχουν εκδοθεί, παραδοθεί και εισπραχθούν οι επίδικες επιταγές από αυτούς. Ακόμα ισχυρίζονται πως με τις επίδικες επιταγές έχει εξοφληθεί χρέος τρίτου προσώπου έναντι του οποίου οι Ενάγοντες ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη αφού δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα και επομένως οι επιταγές αυτές είναι εξ΄ αρχής άκυρες και μη δεσμευτικές για αυτούς. Είναι επίσης θέση τους πως με την είσπραξη των επιταγών χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερη και/ή εισέπραξαν χρήματα που δεν εδικαιούντο να εισπράξουν (had and received) και/ή εισέπραξαν χρήματα πληρωθέντα από λάθος από τους Ενάγοντες σε αυτούς και ως εκ τούτου οφείλουν να επιστρέψουν τα ποσά των επιδίκων επιταγών στους Ενάγοντες για να αποκαταστήσουν τη ζημιά που τους προκάλεσαν. Ακόμα ισχυρίζονται πως παρά το ότι μέσω του δικηγόρου τους απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 30.5.2007 στους Εναγόμενους για να τους επιστρέψουν τα ποσά των επίδικων επιταγών αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν με επακόλουθο οι Ενάγοντες να υποστούν ζημιά με το αντίστοιχο ποσό, πλέον τόκους ύψους 9% ετησίως λόγω του ότι στερήθηκαν του δικαιώματος τους να επενδύσουν το ποσό τούτο και/ή να παραχωρήσουν με επιτόκιο ύψους 9% ετησίων δάνειο και/ή πίστωση. Συνακόλουθα οι Ενάγοντες διεκδικούν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.9.000,00, πλέον τόκους 9% από 3/8/2003 επί ποσού Λ.Κ.3.000,00, από 9.9.2003 επί ποσού Λ.Κ.4.000,00 και από 16.11.2003 επί ποσού Λ.Κ.2.000,00 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα καθ' ότι ως ισχυρίζονται, οι Εναγόμενοι 1 και 2 προσεπορίστηκαν το πιο πάνω ποσό χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως χρήματα ληφθέντα και εισπραχθέντα και/ή για χρήματα πληρωθέντα εκ λάθους. Στο στάδιο αυτό επισημαίνω ότι η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 κατόπιν αδείας υπό του Δικαστηρίου αποσύρθηκε άνευ βλάβης καταχώρησης νέας, από τους Ενάγοντες στις 21.6.
- Στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 1 εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή, αρνείται όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και τους θέτει σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Αρνείται περαιτέρω τις παραγράφους 1,2,3,4(α,β,γ,δ) 5,6,7,8,9,10,11,12(α,β,γ,δ,ε,στ) 13,14,15,16,17,18,19 και 20 της Έκθεσης Απαίτησης γενικά και σε όλες τις λεπτομέρειες. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί αυτός τελεί υπό πτώχευση από τις 13/5/1996 σύμφωνα με το πτωχευτικό διάταγμα με αριθμό 79/95 του Ε. Δ. Πάφου του Επ. Δικ. Πάφου. Αναφορικά δε με τις παραγράφους 4(α), 4(β),4(γ), 4(δ) και 7 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων αναφέρει τα ακόλουθα: α. Κατά ή περί το έτος 2003 η Εναγόμενη 1 προτίθετο να αναλάβει τη διαχείριση του κυλικείου του Σωματείου ΑΕΠ μαζί με άλλο πρόσωπο στο οποίο θα εργαζόταν και ο Εναγόμενος 2 . Για να αναληφθεί η διαχείριση του κυλικείου έπρεπε να πληρωθεί συνολικά το ποσό των ΛΚ30,000 ήτοι η Εναγόμενη 1 να καταβάλει το ποσό των ΛΚ15.000 στο διαχειριστή του κυλικείου ώστε να τους δώσει δικαίωμα διαχείρισης υπενοικιάζοντας την διαχείριση του κυλικείου. Το ποσό αυτό θα εδίδετο σταδιακά ώστε να ολοκληρωθούν οι εργασίες που γίνοντο στο κυλικείο. Ο διαχειριστής του κυλικείου ανέλαβε να υπογράψει έγγραφο υπενοικίασης της διαχείρισης του κυλικείου προς όφελος της Εναγόμενης 1 και του συνεταίρου της. β. Ο κ. Χριστάκης Ιωάννου ήταν φίλος και συγχωριανός του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 2 όταν πληροφόρησε τον Χριστάκη Ιωάννου την πρόθεση της κόρης του για αγορά του κυλικείου, προσφέρθηκε να βοηθήσει ο ίδιος οικονομικά δανείζοντας την προσωπικά. Ο Χριστάκης Ιωάννου φρόντισε ώστε να δοθούν σταδιακά 3 ποσά τα οποία συμποσούνται στο ποσό των Λ.Κ.
- Οι επιταγές ως είχε συμφωνήσει ο Εναγόμενος 2 και ο Χριστάκης Ιωάννου ήταν στο όνομα της Εναγόμενης
- γ. Κατά ή περί τις 16/4/2003 ως η πιο πάνω συμφωνία ο κ. Χριστάκης Ιωάννου παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 την επιταγή με αριθμό 02544817 για το ποσό των ΛΚ2000 ισάξιο σε €3417,
- Για τον ίδιο λόγο δόθηκαν και οι επιταγές με αρ. 02540118 για το ποσό των ΛΚ4.000- €6834,41 και αρ 02540908 για το ποσό των ΛΚ3000-€ 5125,
- Και τις 3 επιταγές αρχικά οπισθογράφησε η Εναγόμενη 1 κατόπιν τις οπισθογράφησε ο Εναγόμενος 2 ο οποίος πήρε τα λεφτά και τα έδωσε στο διαχειριστή του κυλικείου. Επειδή ο διαχειριστής του κυλικείου παρέλειπε να εκπληρώσει την υποχρέωση του να υπογράψει το έγγραφο και επειδή μέχρι εκείνη την στιγμή του είχε δοθεί το συνολικό ποσό των ΛΚ10.000 ο Εναγόμενος 2 του ζήτησε να επιστρέψει τα λεφτά και να αποχωρήσουν από την διαχείριση. δ. Τα λεφτά αυτά τα επέστρεψε ο διαχειριστής του κυλικείου εντός 15-20 ημερών και τις ΛΚ9000 ο Εναγόμενος 2, εκ μέρους της Εναγόμενης 1 τις παρέδωσε σε μετρητά στον κ. Χριστάκη Ιωάννου προς εξόφληση του δανείου που έκανε στην Εναγόμενη
- ε. Η συμφωνία η οποία έγινε ήταν σαφής. Να δανείσει ο ίδιος ο Χριστάκης Ιωάννου προσωπικά από δικά του χρήματα το ποσό που χρειαζόταν η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 1 θα του το επέστρεφε μόλις είχε τα χρήματα αυτά , πράγμα το οποίο και έκανε. στ. Ουδέποτε ο κ.Χριστάκης Ιωάννου αναφέρθηκε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου και καμμία συμφωνία έγινε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου. Τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και η Εναγόμενη 1 που δεν είχε προσωπική επαφή μαζί του δεν γνώριζαν για τα εικονικά δάνεια και γενικώς για τις απάτες και την δόλια συμπεριφορά του Χριστάκη Ιωάννου απέναντι στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου. Ουδέποτε περιέπεσε στην γνώση των Εναγομένων η συμπεριφορά του κ.Χριστάκη Ιωάννου μέχρι που η ίδια η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου ανεκάλυψε τις καταχρήσεις του και το θέμα δημοσιεύθηκε. η. Ουδέποτε ο κ.Χριστάκης Ιωάννου επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 είτε με την Εναγόμενη 1 για να τους αναφέρει ότι βρισκόταν σε δύσκολη θέση απέναντι στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου ή ότι τα χρήματα αυτά δεν ήταν προσωπικά δικά του. Ουδέποτε τους ζήτησε να υπογράψουν έγγραφα με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου ως αναληθώς ισχυρίζεται. θ. Η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες, απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι γνώριζε οτιδήποτε για τις απάτες που διέπραττε ο Χριστάκης Ιωάννου εναντίον της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου και λέγει ότι η παραλαβή και οπισθογράφηση των επιταγών έγινε με καλή τη πίστη, νόμιμα και σύμφωνα με την συμφωνία που είχε με τον Χριστάκη Ιωάννου προσωπικά και ουδεμία ευθύνη φέρει για την τυχόν κατάχρηση που έκανε ο Χριστάκης Ιωάννου που εν' πάση περιπτώσει η Εναγόμενη 1 δεν γνώριζε. Η Εναγόμενη 1 μέσω του πατέρα της επέστρεψε τα λεφτά που δανείστηκε από τον Χριστάκη Ιωάννου προσωπικά. Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ακόμη ότι προέβη σε προφορική συμφωνία δανείου προσωπικά και/ή δια του αντιπροσώπου της με τον Χριστάκη Ιωάννου τέως γραμματέα της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολέμιου, προσωπικά και όχι ως εκπροσώπου των Εναγόντων ο οποίος γνώριζε ότι ο δεύτερος Εναγόμενος ήταν πτωχεύσας και ο οποίος παρέδωσε στο όνομα της 1ης Εναγόμενης τις επιταγές της ΣΠΕ Πολεμίου με αριθμό 02540908 ημερομηνίας 9/9/2003 για το ποσόν των ΛΚ£4,000 και την επιταγή με αρ. 02544817 εξαργυρωτέα την 16/11/03 για το ποσό των ΛΚ£2,000 σύνολον ΛΚ£9,000=. Τις εν λόγω επιταγές παραδέχεται η Εναγόμενη 1 ότι τις οπισθογράφησε οι οποίες στην συνέχεια εισπράχθηκαν από τον Εναγόμενο
- Οι Εναγόμενοι ως η προφορική συμφωνία τους με τον Χριστάκη Ιωάννου το πιο πάνω ποσόν του το επέστρεψαν και έχει συνεπώς πλήρως εξοφληθεί το πιο πάνω δάνειο, λίγους μήνες μετά την εξαργύρωση και είσπραξη των επιταγών. Η Εναγόμενη αρνείται ότι είχε οιανδήποτε δοσοληψία με τους Ενάγοντες και ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς τους και ισχυρίζεται ότι η παραλαβή και οπισθογράφηση των επιταγών έγινε με καλή τη πίστη νόμιμα και σύμφωνα με την συμφωνία που είχε η Εναγόμενη 1 με τον Χριστάκη Ιωάννου και συνεπώς ουδεμία ευθύνη φέρει η Εναγόμενη 1 για την τυχόν κατάχρηση που έκανε αυτός. Εν κατακλείδι η Εναγόμενη 1 αρνείται και απορρίπτει την αξίωση των Εναγόντων και ζητά απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης με έξοδα. Στην Απάντησή τους οι Ενάγοντες απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Εναγόμενη 1 με την υπεράσπιση της στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της, οι οποίοι ισχυρισμοί είναι αντίθετοι και ασυμβίβαστοι με την Τροποποιημένη Οπισθογράφηση του κλητήριου εντάλματος. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 2 τελεί υπό πτώχευση είναι η θέση των Εναγόντων ότι δεν αποτελεί κώλυμα στην προώθηση της αγωγής και ούτε αφορά ή επηρεάζει την Εναγόμενη 1, η οποία παραδέχεται ότι οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή και επομένως υπέχει ευθύνη. Επιπρόσθετα οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση του Εναγόμενου 2 αναλήφθηκε ή δημιουργήθηκε μετά την πτώχευση και επομένως δεν αποτελεί οποιοδήποτε κώλυμα στην προώθηση της αγωγής και ούτε αφορά τον επίσημο παραλήπτη εφόσον πίστωση που εξασφαλίζεται από πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής δεν περιλαμβάνεται ως χρέος της πτωχευτικής περιουσίας. Οι Ενάγοντες αρνούνται επίσης κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης 1 και ιδιαίτερα αυτούς που αναφέρονται στους ισχυρισμούς ότι ο Χριστάκης Ιωάννου τους δάνεισε προσωπικά και ότι του επέστρεψαν πίσω τα λεφτά που τους δάνεισε και κατ' επέκταση δεν χρωστούν κανένα ποσό προς τους Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν υστερόβουλες σκέψεις των Εναγομένων για να δικαιολογήσουν τις πράξεις και παραλείψεις τους και να υπεκφύγουν των υποχρεώσεων τους απέναντι στους Ενάγοντες. Παρά δε το γεγονός ότι αγνοούν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στη παράγραφο 3 (α) της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης 1, εν τούτοις στο βαθμό που αυτοί δεν συγκρούονται με τους λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγόντων δεν τους αμφισβητούν. Ακόμη ισχυρίζονται ότι αγνοούν στο σύνολο τους όλες τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες της οιασδήποτε συμφωνίας έγινε μεταξύ των Εναγομένων και του τέως Γραμματέα/Διευθυντή και τους απορρίπτουν στο βαθμό που οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς τους που αναφέρονται στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης τους και καλούν τους Εναγομένους σε αυστηρή απόδειξη αυτών και εν πάση περιπτώσει αν έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στον τότε Γραμματέα θα πρέπει να αξιώσουν την πληρωμή του από τον ίδιο. Οι Ενάγοντες τέλος επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος και την Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και αξιώνουν την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1, ως η αξιούμενη θεραπεία. Οι Ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν τρείς μάρτυρες ήτοι σαν Μ.Ε.1 την κα Χριστιάνα Ηλιάδου, σαν Μ.Ε.2 τον κ. Λεωνίδα Λεωνίδου και σαν Μ.Ε. 3 τον κ. Χριστάκη Ιωάννου. Η Εναγόμενη 2 κάλεσε σαν Μ.Υ.1 τον κον Βασίλη Αχιλλέως, Εναγόμενο
- Οι μάρτυρες των Εναγόντων κατέθεσαν στο Δικαστήριο: Η Μ.Ε.1 το Τεκμήριο Γ.Δ.1, ήτοι την γραπτή δήλωση της, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της και τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14(α), 14(β), και 14(γ). Ο Μ.Ε.2 το Τεκμήριο Γ.Δ.2, ήτοι την γραπτή δήλωση του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ο Μ.Ε.3 το Τεκμήριο Γ.Δ.3, ήτοι την γραπτή δήλωση του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Από πλευράς δε υπεράσπισης της Εναγομένης 1, ο Μ.Υ.1, κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο Γ.Δ.4, ήτοι την γραπτή δήλωση του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά, ή και να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, γι΄ αυτό θα προχωρήσω να εκθέσω όσον είναι δυνατό περιεκτικά την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, όμως κατά την αξιολόγηση θα έχω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας ως είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και όχι ως θα εκτεθεί περιληπτικά (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Η Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέτασή της κατέθεσε σαν μέρος αυτής γραπτή ενυπόγραφη δήλωσή της, την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Γ.Δ.1, το περιεχόμενο του οποίου ανέγνωσε και υιοθέτησε πλήρως. Στην γραπτή της δήλωση Τεκμήριο Γ.Δ.1, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: Ότι είναι Γραμματέας/ Διευθύντρια της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου (η οποία στην συνέχεια θα αναφέρεται η Συνεργατική) και μέσα στα καθήκοντα της είναι και η εφαρμογή των αποφάσεων της Επιτροπής, ο έλεγχος και η παρακολούθηση όλων των λογαριασμών των πελατών της εταιρείας και λόγω της θέσης και των καθηκόντων της κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα και αποδείξεις και έχει γνώση των γεγονότων αυτής. Ανέλαβε καθήκοντα Γραμματέα της Συνεργατικής μετά την παύση του τέως Γραμματέα κ. Χριστάκη Ιωάννου. Η Συνεργατική είναι εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με το σχετικό περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο με έδρα το Πολέμι και παρέχει στα μέλη της δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις και δέχεται καταθέσεις από μέλη και μη μέλη και γενικά ασκεί τραπεζικές εργασίες ως Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Κατά η περί το 2003 Γραμματέας της Συνεργατικής ήταν ο κ. Χριστάκης Ιωάννου ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων και/η απάτης που διέπραξε σε βάρος των συμφερόντων της Συνεργατικής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Κατά η περί την 13.8.03 ο τότε Γραμματέας της Συνεργατικής και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από τη Συνεργατική πρόσωπο δόλια και παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους των Εναγομένων και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική εξέδωσε και παρέδωσε την τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02540908 στο όνομα της Εναγομένης 1, για ποσό Λ.Κ.3,000 ισάξιο σε ευρώ €5,125.
- Μετά την έκδοση της πιο πάνω τραπεζικής επιταγής, κατά ή περί τις 26.8.2003, ο τότε Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από τη Συνεργατική πρόσωπο παράνομα και δόλια και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από τη Συνεργατική παραχώρησε δυνάμει πλαστογραφημένης συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 26.08.2003 εικονικό δάνειο και/ή πίστωση και/ή άνοιξε εικονικό λογαριασμό με αριθμό 7210529-1, στα ονόματα Γιάννη Παπασάββα και Σάββα Παπασάββα τα οποία ουδέποτε υπόγραψαν οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες δανείου ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις. Τα πιο πάνω εικονικά ή άγνωστα πρόσωπα, που εμφανίζονταν και ως πρωτοφειλέτες, παρουσιάζονται να υπόγραψαν και ως εγγυητές. Επίσης η πιο πάνω τραπεζική επιταγή χρεώθηκε στον ανωτέρω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό στον οποία φαίνεται η χρέωση της συγκεκριμένης επιταγής στον λογαριασμό αυτό και εξεδόθη απόδειξη που δείχνει τη σχετική χρέωση στο λογαριασμό αυτό. Τα πιο πάνω στοιχεία διαφαίνονται και μέσα από το πόρισμα της έρευνας του κ. Λεωνίδα Λεωνίδου ανώτερου Λειτουργού της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (ΥΕΑΣΕ). Περαιτέρω, κατά ή περί τις 09.09.03 ο τότε Γραμματέας της Συνεργατικής και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από τη Συνεργατική πρόσωπο δόλια και παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους των Εναγομένων και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική εξέδωσε και παρέδωσε την τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02540118, στο όνομα της Εναγομένης 1 για ποσό Λ.Κ.4,000 ισάξιο σε ευρώ €6,834.41 χρεώνοντας την επιταγή στον ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό 7210699-
- Μετά την έκδοση της πιο πάνω επιταγής ο τότε Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από τη Συνεργατική πρόσωπο παράνομα και δόλια και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από τη Συνεργατική παραχώρησε δυνάμει πλαστογραφημένης συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 15.9.03, εικονικό δάνειο και/ή πίστωση και/ή άνοιξε εικονικό λογαριασμό με αριθμό 7210699-1, στα ονόματα Γιαννάκης Κ. Πέτρου και Γεωργία Γ. Πέτρου τα οποία ουδέποτε υπόγραψαν οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες δανείου ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή είναι πρόσωπα ανύπαρκτα ή φανταστικά. Τα πιο πάνω εικονικά ή άγνωστα πρόσωπα, που εμφανίζονταν και ως πρωτοφειλέτες, παρουσιάζονται να υπόγραψαν και ως εγγυητές. Η πιο πάνω τραπεζική επιταγή χρεώθηκε στον ανωτέρω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό και κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται η χρέωση της συγκεκριμένης επιταγής στον λογαριασμό και εξεδόθη επίσης και απόδειξη που δείχνει τη σχετική χρέωση στο λογαριασμό αυτό. Τα ανωτέρω στοιχεία διαφαίνονται και μέσα από το πόρισμα της έρευνας του κ. Λεωνίδα Λεωνίδου ανώτερου Λειτουργού της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (ΥΕΑΣΕ) . Η έρευνα στην οποία αναφέρεται πιο πάνω διεξήχθηκε, με απόφαση του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών μετά την αποκάλυψη σοβαρής κατάχρησης εκ μέρους του τέως Γραμματέα εναντίον των συμφερόντων της Συνεργατικής και περιελάβανε την εξέταση των λογαριασμών και των δανείων των πελατών, την επαλήθευση των υπολοίπων τους καθώς επίσης και τη διερεύνηση άλλων στοιχείων που αφορούσαν τις υποθέσεις της εταιρείας. Κατά ή περί την 16.11.03 ο τότε Γραμματέας της Συνεργατικής και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δόλια και παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους των Εναγομένων και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική εξέδωσε και παρέδωσε την τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αρθμό 02544817, στο όνομα της Εναγομένης 1 για ποσό Λ.Κ.2,0000 ισάξιο σε ευρώ €3,417.
- Όλες οι επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω οπισθογραφήθηκαν από την Εναγόμενη 1 και εισπράχθηκαν από τον Εναγόμενο 2 όχι με καλή πίστη και εν γνώσει τους ότι οι επιταγές εκδόθηκαν και οπισθογραφήθηκαν με παράνομο και δόλιο τρόπο και χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα. Η Συνεργατική ουδέποτε εξουσιοδότησε ή ενέκρινε ή έδωσε εντολή στο Γραμματέα ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει και παραδώσει τις ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές στους Εναγόμενους και/ή στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή ως δικαιούχος και να την καταστήσει νόμιμο κάτοχο της επιταγής διότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντι της. Για να εκδοθεί μια τραπεζική επιταγή, με βάση την ακολουθούμενη τραπεζική πρακτική, πρέπει, μεταξύ άλλων, ο πελάτης, ο οποίος ζητάει την έκδοση τραπεζικής επιταγής, είτε να διαθέτει χρήματα σε λογαριασμό του στη Συνεργατική, η οποία χρεώνει το λογαριασμό του με την αξία της επιταγής, είτε να καταθέσει το αντίστοιχο ποσό της επιταγής στο λογαριασμό της εταιρείας ή να δανειστεί τα χρήματα από τη Συνεργατική με σχετική συμφωνία δανείου. Μπορεί επίσης η Συνεργατική να εκδώσει τραπεζική επιταγή είτε για να εξοφλήσει γραμμάτιο εμπρόθεσμου καταθέσεως του πελάτη είτε για να πληρώσει το πιστωτικό υπόλοιπο οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού του πελάτη. Δεν συνέτρεχε καμία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις στην περίπτωση των Εναγομένων και επομένως, δεν υπήρχε νόμιμη αιτία ή αντάλλαγμα για την έκδοση και παράδοση των τραπεζικών επιταγών. Οι Εναγόμενοι εξασφάλισαν τις τραπεζικές επιταγές με παράνομο και δόλιο τρόπο και με σκοπό την καταδολίευση των συμφερόντων της Συνεργατικής αφού γνώριζαν ότι δεν έδωσαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την είσπραξη των τραπεζικών επιταγών. Επίσης γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι επιταγές της συνεργατικής εταιρείας εκδίδονται σε πελάτες ή άλλα πρόσωπα στα οποία η εταιρεία οφείλει ή έχουν δώσει αντάλλαγμα στην Συνεργατική. Αντίθετα, οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι η Συνεργατική όχι μόνο δεν τους όφειλε οποιοδήποτε ποσό ώστε να τους εκδώσει τις επιταγές αλλά υποστηρίζουν ότι έκαμαν προφορική συμφωνία δανείου προσωπικά με τον προηγούμενο Γραμματέα, Χριστάκη Ιωάννου και όχι με τη Συνεργατική και ομολογούν περαιτέρω ότι για να αποφύγουν το πρόβλημα της πτώχευσης του Εναγόμενου 2 δολίως εκδόθηκαν οι επιταγές στο όνομα της Εναγόμενης
- Ακόμη αυτοί παραδέχονται ότι συνήψαν προφορική συμφωνία με τον προηγούμενο Γραμματέα για να τους δώσει προσωπικό δάνειο και όχι ως εκπροσώπου της εταιρείας και υποστηρίζουν ότι ξόφλησαν τον Γραμματέα. Εάν δε οι Εναγόμενοι είχαν τέτοια ιδιωτική συναλλαγή με τον Γραμματέα, η Συνεργατική ούτε γνώση είχε ούτε εξουσιοδότηση έδωσε στον Γραμματέα να πληρώνει δικές του υποχρεώσεις με επιταγές της εταιρείας, αν φυσικά ανέλαβε τέτοιες. Οι Εναγόμενοι με την είσπραξη των επιταγών, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή, κατέστησαν εις βάρος της Συνεργατικής αδικαιολόγητα πλουσιότεροι και/ή εισέπραξαν χρήματα που δεν εδικαιούντο να εισπράξουν και επομένως, οφείλουν να επιστρέψουν το ποσό των επιταγών στην Συνεργατική και να αποκαταστήσουν την ζημιά. Η Συνεργατική μέσω του Δικηγόρου της απέστειλε στους Εναγόμενους συστημένη επιστολή, ημερομηνίας 30.5.07 με την οποία τους καλούσε να επιστρέψουν τα ποσά τα οποία εισέπραξαν χωρίς οι ίδιοι να δώσουν προς τη Συνεργατική οποιαδήποτε αντιπαροχή. Η Συνεργατική περαιτέρω έχει στερηθεί να επενδύσει το ως άνω ποσό και/ή να παραχωρήσει τούτο σε δάνειο ή πίστωση με επιτόκιο 9% και συνεπώς έχει υποστεί ζημιά και αξιώνει ισόποσο ποσό ως τόκο και/ή αποζημίωση. Εκ κατακλείδι, από τις πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων που έγιναν χωρίς οποιαδήποτε έγκριση της Επιτροπής της Συνεργατικής, η Συνεργατική έχει υποστεί ζημιά και απώλεια την οποία η Συνεργατική αξιώνει όπως είναι η έκθεση απαιτήσεως. Ακολούθως η Μ.Ε.1 κατέθεσε τα τεκμήρια: Τεκμήριο 1, Επιταγή ημερομην. 13.8.2003, για το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 με αύξοντα αριθμό
- Τεκμήριο 2, ανυπόγραφη συμφωνία Δανείου, που φέρει ημερομηνία 26.8.2003, που αφορά τον λογαριασμό των Εναγόντων με αριθμό 7210529-
- Τεκμήριο 3, ανυπόγραφη συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 26.8.2003, που αφορά τον λογαριασμό των Εναγόντων με αριθμό 7210529-
- Τεκμήριο 4, κατάσταση λογαριασμού που ανοίχθηκε στούς Ενάγοντες με αριθμό 7210529-
- Τεκμήριο 5, απόδειξη πληρωμής με αριθμό 6420, που εξεδόθη από τους Ενάγοντες για το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 ημερομηνίας 26.8.
- Τεκμήριο 6, έγγραφο - έκθεση, της έρευνας που διεξήγαν οι Ενάγοντες σε σχέση με τον λογαριασμό με αριθμό 7210529-
- Τεκμήριο 7, Επιταγή ημερομην. 9.9.2003, για το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 με αύξοντα αριθμό
- Τεκμήριο 8, υπογεγραμμένη συμφωνία Δανείου, που φέρει ημερομηνία 15.9.2003, που αφορά τον λογαριασμό των Εναγόντων με αριθμό 7210699-
- Τεκμήριο 9, υπογεγραμμένη συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 26.8.2003, που αφορά τον λογαριασμό των Εναγόντων με αριθμό 7210699-
- Τεκμήριο 10, κατάσταση λογαριασμού που ανοίχθηκε στούς Ενάγοντες με αριθμό 7210699-
- Τεκμήριο 11, απόδειξη πληρωμής με αριθμό 6569, που εξεδόθη από τους Ενάγοντες για το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 ημερομηνίας 16.9.
- Τεκμήριο 12, έγγραφο - έκθεση, της έρευνας που διεξήγαν οι Ενάγοντες σε σχέση με τον λογαριασμό με αριθμό 7210699-
- Τεκμήριο 13, επιταγή ημερομην. 16.4.2003, για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 με αύξοντα αριθμό
- Τεκμήριο 14(α), επιστολή των Εναγόντων που φέρει ημερομηνία 30.05.2007 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, η οποία στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο. Τεκμήριο 14(β), εντυπο Τ.Υ.23 του ταχυδρομείου και απόδειξη αποστολής συστημένης επιστολής προς την Εναγόμενη 1, ημερομ.1.6.
- Τεκμήριο 14(γ), εντυπο Τ.Υ.23 του ταχυδρομείου και απόδειξη αποστολής συστημένης επιστολής προς τον Εναγόμενο 2, ημερομ.1.6.
- Στην αντεξέταση της η Μ.Ε.1, ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της εμμένοντας στις αρχικές της θέσεις αναφορικά για το πότε εκδίδεται από τράπεζα η πιστωτικό ίδρυμα, όπως ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και οι Ενάγοντες, τραπεζική επιταγή (banker's draft). Συμφώνησε ακόμη πώς κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες και ότι η πληροφόρηση που είχε για τα επίδικα γεγονότα προέρχεται από τα αρχεία, λογαριασμούς και έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της μετά που ανέλαβε καθήκοντα Γραμματέως σε αντικατάσταση του Χριστάκη Ιωάννου. Επισημαίνω επίσης ότι εκτός από τα συμπεράσματα του Μ.Ε.2 που καταγράφονται στα Τεκμήρια 6 και 12, αναφορικά με την θέση του ότι η Εναγομένη 1 οικειοποιήθηκε τα εις τις επίδικες επιταγές ποσά που αμφισβητήθηκε έντονα, ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε αναφορικά με το περιεχόμενο των λοιπών τεκμηρίων που κατέθεσε στο Δικαστήριο συμπεριλαμβανομένων και των καταστάσεων λογαριασμών. Επίσης ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε αναφορικά με την μετά την έκδοση των επιδίκων επιταγών πορεία τους μέχρι και που περιήλθαν στην κατοχή της για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Σε διευκρινιστικές δε ερωτήσεις του Δικαστηρίου ανέφερε: · Ότι η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση για τα επίδικα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των επιταγών Τεκμήρια 1, 7 και
- · Ότι η ίδια δεν είχε ενημέρωση από τον κον Χριστάκη Ιωάννου η οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, αναφορικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των επιταγών Τεκμήρια 1, 7 και
- · Ότι οι επιταγές Τεκμήρια 1, 7 και 13 πληρώθηκαν στις ημερομηνίες που αναγράφονται στις στρογγυλές σφραγίδες στο πίσω μέρος έκαστης. · Ότι η ίδια δεν ρώτησε τον κον Χριστάκη Ιωάννου αναφορικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των επιταγών Τεκμήρια 1, 7 και 13 και ότι ουδεμία επαφή είχε μαζί του για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Μ.Ε.2 στην κυρίως εξέτασή του κατέθεσε σαν μέρος αυτής γραπτή ενυπόγραφη δήλωσή του, η οποία σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Γ.Δ.2, το περιεχόμενο της οποίας ανέγνωσε και υιοθέτησε πλήρως. Στην γραπτή του δήλωση ο Μ.Ε.2,Τεκμήριο Γ.Δ.2, αναφέρει τα εξής: Κατά το χρόνο με τον οποίο σχετίζεται η αγωγή ήταν Πρώτος Συνεργατικός Λειτουργός της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (ΥΕΑΣΕ) που στην συνέχεια για σκοπούς διευκόλυνσης θα αναφέρετε υπηρεσία ΥΕΑΣΕ. Υπηρέτησε στην υπηρεσία ΥΕΑΣΕ σε διάφορες θέσεις για περίοδο 41 χρόνων και το έτος 2010 αφυπηρέτησε ως Πρώτος Συνεργατικός Λειτουργός. Ακολούθως ανέφερε ότι ο Έφορος που προΐστατο της υπηρεσίας ΥΕΑΣΕ έχει την εποπτεία όλων των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων και για το σκοπό αυτό εκδίδει οδηγίες που αφορούν τόσο χρηματοοικονομικά ζητήματα, όπως είναι η διατήρηση της απαιτούμενης οικονομικής ρευστότητας στα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα (ΣΠΙ), όσο και ζητήματα εφαρμογής εσωτερικών διαδικασιών τα οποία να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις διαφόρων νομοθεσιών καθώς και πρακτικών που ακολουθούνται στην συνήθη τραπεζική πρακτική, όπως είναι, για παράδειγμα, η εισαγωγή των αναγκαίων λογιστικών συστημάτων και συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης των διαφόρων κινδύνων, η τήρηση των διαδικασιών που αφορούν το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, της προστασίας των εγγυητών και καταναλωτών και πολλών άλλων. Τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα (ΣΠΙ) κατά την άσκηση των εργασιών τους, ακολουθούν και υιοθετούν, σε μεγάλο βαθμό, τις συνήθεις τραπεζικές πρακτικές και διαδικασίες όπως είναι, για παράδειγμα, η έγκριση δανείων, η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του πελάτη, η ετοιμασία των διαφόρων εγγράφων και οι διασφαλίσεις των δανείων. Η έγκριση ενός δανείου, σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τους Θεσμούς, είναι αποκλειστική εξουσία και αρμοδιότητα της Επιτροπείας του κάθε ΣΠΙ, η οποία πρέπει να εφαρμόσει και να ακολουθήσει τους εσωτερικούς κανονισμούς της εταιρείας. Δηλαδή πρέπει το κάθε δάνειο που θα εγκριθεί και θα παραχωρηθεί σε πελάτη να είναι μέσα στο όριο που καθορίζουν οι εσωτερικοί κανονισμοί του κάθε ΣΠΙ και να διασφαλίζεται επαρκώς όπως καθορίζουν οι κανονισμοί αλλά και οι σχετικές οδηγίες που κατά καιρούς εκδίδει η υπηρεσία ΥΕΑΣΕ. Είναι συνεχείς οι οδηγίες της υπηρεσίας ΥΕΑΣΕ αλλά και της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών προς όλες τις Επιτροπείες αλλά και στο προσωπικό των συνεργατικών εταιρειών ότι πρέπει όλοι να ενεργούν με στόχο την προστασία των συμφερόντων της εταιρείας την οποία διευθύνουν και οφείλουν να μην προβαίνουν σε ενέργειες ή πράξεις που θα προκαλέσουν ζημιά στα συμφέροντα της εταιρείας αλλά και των μελών τους. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου (στη συνέχεια θα αναφέρεται Συνεργατική) είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με το σχετικό περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο με έδρα το Πολέμι και παρέχει στα μέλη της δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις και δέχεται καταθέσεις από μέλη και μη μέλη και γενικά ασκεί χρηματοπιστωτικές εργασίες ως Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2002 Γραμματέας της Συνεργατικής ήταν ο κ. Χριστάκης Ιωάννου. Κατά δε ή περί το έτος 2003, αποκαλύφθηκε σοβαρότατη κατάχρηση στην Συνεργατική την οποία διέπραξε ο τέως Γραμματέας της Συνεργατικής, ο οποίος στη συνέχεια καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων που διέπραξε σε βάρος των συμφερόντων της Συνεργατικής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Με την αποκάλυψη της κατάχρησης ο Έφορος ΥΕΑΣΕ, μέσα στα πλαίσια των νομοθετικών εξουσιών του, διάταξε έρευνα των υποθέσεων της Συνεργατικής και του έδωσε οδηγίες να ερευνήσει τις υποθέσεις της Συνεργατικής. Μέσα στις εξουσίες του και στους όρους εντολής του ήταν, μεταξύ άλλων να παραλάβει, να ερευνήσει και να ελέγξει έγγραφα, συμβόλαια, αποδείξεις, να επικοινωνήσει με πελάτες και με άλλα πρόσωπα τα ονόματα των οποίων φαίνονταν να εμπλέκονται σε συμβόλαια, αποδείξεις, επιταγές και να ζητήσει αναγνώριση υπογραφών και επιβεβαίωση υπολοίπων. Όντως μέσα στα πλαίσια των ερευνών και εξουσιών του, παρέλαβε από την Συνεργατική όλα τα σχετικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων όλων των εγγράφων που είναι κατατεθειμένα στο δικαστήριο ως τεκμήρια και τα οποία αναγνώρισε και υιοθέτησε και προχώρησε με την εντολή που του είχε δοθεί. Διεξήγαγε έρευνα και έλεγχο σε ένα μεγάλο αριθμό υποθέσεων μεταξύ των οποίων και ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σε σχέση δε με την παρούσα υπόθεση προέβηκε σε διάφορα ευρήματα τα οποία κατέγραψε συνοπτικά σε έγγραφο που ετοίμασε ο ίδιος και από ότι τον πληροφόρησε ο δικηγόρος της Συνεργατικής κ. Παύλου είναι κατατεθειμένο στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6 και το οποίο υιοθετεί πλήρως. Από το Τεκμήριο 6 φαίνεται ότι έγινε αίτηση δανείου από κάποια πρόσωπα και συγκεκριμένα από κάποιους Γιάννη Παπασάββα και Κώστα Παπασάββα, ως πρωτοφειλέτες και με εγγυητές διάφορα άλλα πρόσωπα, για παραχώρηση σ΄ αυτούς δανείου ύψους Λ.Κ.12.000.00 ισάξιο ποσό σε ευρώ €20.503,22 και συμπληρώθηκε και υπογράφηκε συμφωνία δανείου η οποία είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 και την οποία αναγνώρισε. Τα πιο πάνω πρόσωπα ανέφερε ότι είναι ανύπαρκτα και εικονικά αφού η ταυτότητα τους δεν διαπιστώνεται. Επί πλέον φάνηκε ότι ανοίχθηκε και ο λογαριασμός με συγκεκριμένο αριθμό 7210529-1, κατάσταση του οποίου είναι κατατεθειμένη στο δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 και την οποία αναγνωρίζει. Η κατάσταση αυτή αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατόπιν δικών του εντολών στα πλαίσια των εξουσιών του από τη γραμματέα κα. Χριστιάνα Ηλιάδου. Με βάση τα στοιχεία που είχε διαπιστώσει από την έρευνα που διεξήγαγε και στη βάση των πιο πάνω τεκμηρίων που περιήλθαν στην κατοχή του, τόσο η Συμφωνία Δανείου/Γραμμάτιο όσο και το άνοιγμα του λογαριασμού έγιναν από τον τέως Γραμματέα της Συνεργατικής κ. Χριστάκη Ιωάννου. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας του, διαπίστωσε επί πλέον ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε με τον εξής τρόπο: · Ποσόν Λ.Κ.9.000 ισάξιο σε ευρώ €15.377,41 πληρώθηκε με επιταγή της Συνεργατικής στον κ. Χριστάκη Ιωάννου. · Το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.3.000 σε ευρώ €5.125,80 πληρώθηκε με επιταγή της Συνεργατικής στο όνομα της κας. Νατάσας Αχιλλέως ημερομηνίας 11.8.
- Συγκεκριμένα εκδόθηκε επ΄ ονόματι της εναγόμενης 1 τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02540908 για ποσό Λ.Κ.3.000,00 ισάξιο σε ευρώ €5.125,80 η οποία, όπως τον πληροφόρησε ο κ. Παύλου, δικηγόρος κατατέθηκε στο δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 και την οποία αναγνώρισε. Αναζήτησε και βρήκε την εν λόγω τραπεζική επιταγή στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και φάνηκε ότι η επιταγή είχε εξαργυρωθεί από τον Εναγόμενο 2, Βασίλη Αχιλλέως, μέσω της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ στην Πάφο. Η πιο πάνω τραπεζική επιταγή χρεώθηκε στον ανωτέρω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό, κατάσταση του οποίου όπως πληροφορήθηκε από τον κ. Παύλου, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 και την οποία αναγνώρισε. Επίσης εκδόθηκε και απόδειξη που δείχνει τη σχετική χρέωση της επίδικης επιταγής στο λογαριασμό αυτό. Η απόδειξη αυτή είναι Τεκμήριο
- Μετά την ανακάλυψη των πιο πάνω εγγράφων, επεδίωξε να επαληθεύσει τη γνησιότητα τους. Συγκεκριμένα προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία και επαφή με τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στα διάφορα έγγραφα ως πρωτοφειλέτες και ως εγγυητές και ζήτησε πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα - χωριανούς, πελάτες καθώς και από τους τότε αξιωματούχους της εταιρείας - αλλά δυστυχώς δεν γνώριζε κανένας τέτοια πρόσωπα και οι αναγραφόμενοι αριθμοί ταυτότητας τους ήταν εικονικοί και ανύπαρκτοι. Περαιτέρω, κατόπιν έρευνας και συνεργασίας του με διάφορες Αρχές και Υπηρεσίες καθώς και τις Αστυνομικές Αρχές, διασταύρωσε και επαλήθευσε τα εν λόγω ευρήματα του. Τα πρόσωπα που εισέπραξαν το πλαστό δάνειο που εκδόθηκε, είναι πραγματικά και υπαρκτά πρόσωπα. Ο ένας είναι ο Εναγόμενος 2, Βασίλης Αχιλλέως και ο άλλος είναι ο κ. Χριστάκης Ιωάννου. Η Εναγόμενη 1 είναι το πρόσωπο στο όνομα της οποίας εκδόθηκε η επιταγή Τεκμήριο
- Από τα στοιχεία που εντόπισε φαίνεται ξεκάθαρα ότι η επιταγή Τεκμήριο 1 εξεδόθη στο όνομα της Εναγόμενης 1 και ο Εναγόμενος 2 εισέπραξε την τραπεζική επιταγή παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους τους και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική. Από την έρευνα του επαλήθευσε επίσης ότι ουδέποτε η Συνεργατική εξουσιοδότησε ή ενέκρινε ή έδωσε εντολή στο Γραμματέα ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει και παραδώσει την ανωτέρω αναφερόμενη επιταγή στην Εναγόμενη 1 και/ή στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή ως δικαιούχος και να τον καταστήσει νόμιμο κάτοχο της επιταγής διότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντι του. Ακόμη ότι από την έρευνα την οποία είχε κάμει δεν διαπίστωσε και ούτε βρήκε οποιοδήποτε γνήσιο έγγραφο, απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να δείχνει ότι η Συνεργατική όφειλε στους Εναγόμενους 1 ή και 2 ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δυνάμει νομίμου χρέους το ποσό της επίδικης επιταγής ούτε καταβλήθηκε είτε από τους Εναγόμενους 1 ή και 2 ούτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το αντάλλαγμα της έκδοσης της τραπεζικής επιταγής. Επίσης ούτε διαπιστώθηκε από τη σχετική έρευνα ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής πληρώθηκε ή κατατέθηκε είτε σε μετρητά είτε άλλως πως στην Συνεργατική το αντίστοιχο ποσό της επίδικης είτε από τους Εναγόμενους 1 ή και 2 είτε από οιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση προέβηκε επίσης σε διάφορα περαιτέρω ευρήματα τα οποία κατέγραψε συνοπτικά σε άλλο έγγραφο που ετοίμασε ο ίδιος και το οποίο από ότι τον πληροφόρησε ο κ. Παύλου δικηγόρος είναι κατατεθειμένο ως Τεκμήριο 12 το οποίο και υιοθέτησε πλήρως. Από το Τεκμήριο 12 φαίνεται ότι έγινε αίτηση δανείου από κάποια πρόσωπα και συγκεκριμένα από κάποιους Γιαννάκη Κ. Πέτρου και Γεωργία Γ. Πέτρου, ως πρωτοφειλέτες και με εγγυητές διάφορα άλλα πρόσωπα, για παραχώρηση σ΄ αυτούς δανείου ύψους Λ.Κ.12.000,00 ισάξιο σε ευρώ €20.503,22 και συμπληρώθηκε και υπογράφηκε συμφωνία δανείου η οποία είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8 την οποία και αναγνώρισε. Τα πιο πάνω πρόσωπα ήταν ανύπαρκτα και εικονικά αφού η ταυτότητα τους δεν διαπιστώνεται. Επί πλέον φάνηκε ότι ανοίχθηκε και ο λογαριασμός με συγκεκριμένο αριθμό 7210699-1, κατάσταση του οποίου είναι κατατεθειμένη στο δικαστήριο ως Τεκμήριο 10 και την οποία αναγνώρισε. Η κατάσταση αυτή αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατόπιν δικών του εντολών στα πλαίσια των εξουσιών του από τη Γραμματέα κα. Χριστιάνα Ηλιάδου. Με βάση τα στοιχεία που είχε διαπιστώσει από την έρευνα που διεξήγαγε και στη βάση των πιο πάνω τεκμηρίων που περιήλθαν στην κατοχή του, τόσο η Συμφωνία Δανείου/Γραμμάτιο όσο και το άνοιγμα του λογαριασμού, έγιναν από τον τέως Γραμματέα της Συνεργατικής κ. Χριστάκη Ιωάννου. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας του, διαπίστωσε επί πλέον ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε με τον εξής τρόπο: · Ποσόν Λ.Κ.8.000 ισάξιο σε ευρώ €13.668,81 πληρώθηκε με επιταγή της Συνεργατικής στον κ. Χριστάκη Ιωάννου. · Το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.4.000,00 σε ευρώ €6.834,41 πληρώθηκε με επιταγή της Συνεργατικής στο όνομα της κας. Νατάσας Αχιλλέως ημερομηνίας 09.09.
- Συγκεκριμένα εκδόθηκε επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02540118 για ποσό Λ.Κ.4.000,00 ισάξιο σε ευρώ €6.834,41 η οποία, όπως τον πληροφόρησε ο κ. Παύλου, δικηγόρος κατατέθηκε στο δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 και την οποία αναγνώρισε. Αναζήτησε και βρήκε την εν λόγω τραπεζική επιταγή στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και φάνηκε ότι η επιταγή είχε εξαργυρωθεί από τον Εναγόμενο 2, Βασίλη Αχιλλέως μέσω της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ στην Πάφο. Η πιο πάνω τραπεζική επιταγή χρεώθηκε στον ανωτέρω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό, κατάσταση του οποίου όπως πληροφορήθηκε από τον κ. Παύλου, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10 και την οποία αναγνώρισε. Επίσης εκδόθηκε και απόδειξη που δείχνει τη σχετική χρέωση της επίδικης επιταγής στο λογαριασμό αυτό. Η απόδειξη αυτή είναι το Τεκμήριο
- Μετά την ανακάλυψη των πιο πάνω εγγράφων, επεδίωξε να επαληθεύσει τη γνησιότητα τους. Συγκεκριμένα προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία και επαφή με τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στα διάφορα έγγραφα ως πρωτοφειλέτες και ως εγγυητές και ζήτησε πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα - χωριανούς, πελάτες καθώς και από τους τότε αξιωματούχους της εταιρείας - αλλά δυστυχώς δεν γνώριζε κανένας τέτοια πρόσωπα και οι αναγραφόμενοι αριθμοί ταυτότητας τους ήταν εικονικοί και ανύπαρκτοι. Περαιτέρω, κατόπιν έρευνας και συνεργασίας του με διάφορες Αρχές και Υπηρεσίες καθώς και τις Αστυνομικές Αρχές, διασταύρωσε και επαλήθευσε τα εν λόγω ευρήματα του. Τα πρόσωπα που εισέπραξαν τα πλαστό δάνειο που εκδόθηκε, είναι πραγματικά και υπαρκτά πρόσωπα. Ο ένας είναι ο Eναγόμενος 2, Βασίλης Αχιλλέως και ο άλλος είναι ο κ. Χριστάκης Ιωάννου. Η Εναγόμενη 1 είναι το πρόσωπο στο όνομα της οποίας εκδόθηκε η επιταγή Τεκμήριο
- Από τα στοιχεία που εντόπισε φαίνεται ξεκάθαρα ότι η επιταγή Τεκμήριο 7 εξεδόθη στο όνομα της Εναγόμενης 1 και ο Εναγόμενος 2 εισέπραξε την τραπεζική επιταγή παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους τους και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική. Από την έρευνα του επαλήθευσε επίσης ότι ουδέποτε η Συνεργατική εξουσιοδότησε ή ενέκρινε ή έδωσε εντολή στο Γραμματέα ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει και παραδώσει την ανωτέρω αναφερόμενη επιταγή στην Εναγόμενη 1 και/ή στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή ως δικαιούχος και να τον καταστήσει νόμιμο κάτοχο της επιταγής διότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντι του. Από την έρευνα την οποία είχε κάμει δεν διαπίστωσε και ούτε βρήκε οποιοδήποτε γνήσιο έγγραφο, απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να δείχνει ότι η Συνεργατική όφειλε στους Εναγόμενους 1 ή και 2 ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δυνάμει νομίμου χρέους το ποσό της επίδικης επιταγής ούτε καταβλήθηκε είτε από τους Εναγομένους 1 ή και 2 ούτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το αντάλλαγμα της έκδοσης της τραπεζικής επιταγής. Επίσης ούτε διαπιστώθηκε από τη σχετική έρευνα ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής πληρώθηκε ή κατατέθηκε είτε σε μετρητά είτε άλλως πως στην Συνεργατική το αντίστοιχο ποσό της επίδικης είτε από τους Εναγόμενους 1 ή και 2 είτε από οιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, κατόπιν έρευνας και συνεργασίας του με διάφορες Αρχές και Υπηρεσίες καθώς και τις Αστυνομικές Αρχές καθώς και από τα στοιχεία που ήταν καταχωρημένα στα βιβλία των εναγόντων διαπίστωσε, διασταύρωσε και επαλήθευσε ότι ο τότε γραμματέας της Συνεργατικής κ. Χριστάκης Ιωάννου χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή ή νόμιμο αντάλλαγμα εκ μέρους της Εναγομένης 1 εξέδωσε και παράδωσε στην Εναγομένη 1 της τραπεζική επιταγή με αριθμό 02544817 η οποία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 13 για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 ισάξιο σε ευρώ €3.417,
- Από τα στοιχεία που εντόπισε φαίνεται ξεκάθαρα ότι η επιταγή Τεκμήριο 13 εξεδόθη στο όνομα της Εναγόμενης 1 και ο Εναγόμενος 2 εισέπραξε την τραπεζική επιταγή παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους τους και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική. Από την έρευνα του επαλήθευσε επίσης ότι ουδέποτε η Συνεργατική εξουσιοδότησε ή ενέκρινε ή έδωσε εντολή στο Γραμματέα ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει και παραδώσει την ανωτέρω αναφερόμενη επιταγή στην Εναγόμενη 1 και/ή στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή ως δικαιούχος και να τον καταστήσει νόμιμο κάτοχο της επιταγής διότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντι του. Ακόμη από την έρευνα την οποία είχε κάμει δεν διαπίστωσε και ούτε βρήκε οποιοδήποτε γνήσιο έγγραφο, απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να δείχνει ότι η Συνεργατική όφειλε στους Εναγόμενους 1 ή και 2 ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δυνάμει νομίμου χρέους το ποσό της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 13) ούτε καταβλήθηκε είτε από τους Εναγομένους 1 ή και 2 ούτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το αντάλλαγμα της έκδοσης της τραπεζικής επιταγής. Επίσης ούτε διαπιστώθηκε από τη σχετική έρευνα ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής πληρώθηκε ή κατατέθηκε είτε σε μετρητά είτε άλλως πως στην Συνεργατική το αντίστοιχο ποσό της επίδικης είτε από τους Εναγόμενους 1 ή και 2 είτε από οιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Με βάση τις οδηγίες και συμβουλές που συνεχώς δίδει η Υπηρεσία ΥΕΑΣΕ σ΄ όλες τις συνεργατικές, αναφορικά με την έκδοση και την πληρωμή τραπεζικών επιταγών, για να εκδοθεί μια επιταγή από τη Συνεργατική πρέπει να συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις όπως είναι η τραπεζική πρακτική που ακολουθείται. Σύμφωνα με τις οδηγίες τους και για να εκδώσει η Συνεργατική επιταγή δική της πρέπει ο πελάτης, ο οποίος ζητάει την έκδοση τραπεζική επιταγής: (α) Να έχει κατατεθειμένα χρήματα σε λογαριασμό του στη Συνεργατική, η οποία, για να εκδώσει την τραπεζική επιταγή, θα χρεώσει το λογαριασμό του με την αξία της επιταγής. Από την έρευνα την οποία έχει κάμει δεν προέκυψε ότι χρεώθηκε οποιοσδήποτε λογαριασμός των Εναγομένων 1 ή και 2 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου με το ποσό της επίδικης επιταγής. Αντίθετα από την έρευνα προέκυψε ότι η επιταγή χρεώθηκε στον πλαστό λογαριασμό και το πλαστό δάνειο που ανέφερε πιο πάνω, ή (β) Να έχει εγκριθεί δάνειο και μετά τη σύναψη σχετικής συμφωνίας δανείου να δοθεί τραπεζική επιταγή για την παραλαβή του προϊόντος του δανείου ή για την πληρωμή οποιασδήποτε υπηρεσίας προς την Συνεργατική ή για την αγορά οποιουδήποτε προϊόντος. Δεν έχει προκύψει από την έρευνα μου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνήψαν οποιοδήποτε γνήσιο δάνειο ή πρόσφεραν οποιαδήποτε υπηρεσία στην Συνεργατική ώστε να πάρουν την συγκεκριμένη επιταγή αλλά αντίθετα το ποσό της επιταγής χρεώθηκε στον πλαστό λογαριασμό και στο πλαστό δάνειο, ή (γ) Μπορεί επίσης η Συνεργατική να εκδώσει τραπεζική επιταγή είτε για να εξοφλήσει γραμμάτιο εμπρόθεσμου καταθέσεως του πελάτη είτε για να πληρώσει το πιστωτικό υπόλοιπο οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού του πελάτη. Ούτε κάτι τέτοιο έχει προκύψει από την έρευνα του μάρτυρα. Δεν συνέτρεχε επομένως καμία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις στην περίπτωση των Εναγομένων 1 ή και 2 και, επομένως, δεν υπήρχε νόμιμη αιτία ή αντάλλαγμα για την έκδοση των τραπεζικών επιταγών (Τεκμήρια 1,7 και 13). Από την έρευνα του προέκυψε ότι ο τέως Γραμματέας της Συνεργατικής δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία να πληρώνει με επιταγές της Συνεργατικής χρέη δικά του και αν θα εξέδιδε τέτοια επιταγή είχε υποχρέωση να καταβάλει το αντάλλαγμα της τραπεζικής επιταγής που εξέδιδε. Δεν διαπιστώθηκε ούτε ανευρέθη οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Γραμματέας της Συνεργατικής είχε πληρώσει ο ίδιος το αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Αντίθετα φαίνεται ότι η χρέωση των επιταγών (Τεκμήρια 1 και 7) έγιναν σε πλαστούς λογαριασμούς και δάνεια. Με βάση τα ευρήματα του και τα συμπεράσματα του θεωρεί ότι: · Οι Εναγόμενοι 1 ή και 2 εξασφάλισαν και/ή εισέπραξαν τις επίδικες επιταγές όχι καλόπιστα και εν γνώσει τους ότι δεν έδωσαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την είσπραξη των τραπεζικών επιταγών. · Οι Εναγόμενοι 1 ή και 2 γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι επιταγές της Συνεργατικής εταιρείας εκδίδονται σε πελάτες ή άλλα πρόσωπα στα οποία η εταιρεία οφείλει ή έχουν δώσει αντάλλαγμα στην Συνεργατική. · Οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η Συνεργατική δεν όφειλε σ΄ αυτούς ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο οιονδήποτε ποσό και/ή δεν είχε απέναντι τους ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο οποιαδήποτε υποχρέωση ώστε να εξασφαλίσει τις επιταγές. · Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την παραλαβή και είσπραξη των επιταγών, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή κατέστησαν εις βάρος της Συνεργατικής αδικαιολόγητα πλουσιότεροι και/ή εισέπραξαν χρήματα που δεν δικαιούνταν να εισπράξουν και, επομένως οι εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν να επιστρέψουν το ποσό των επιταγών πλέον τους σχετικούς τόκους προς 9% από την ημερομηνία εξαργύρωσης των επιταγών μέχρι την επιστροφή του ποσού των επιταγών στην Συνεργατική και να αποκαταστήσουν τη ζημιά. Στην αντεξέταση του ο Μ.Ε.2, ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του εμμένοντας στις αρχικές του θέσεις αναφορικά για το πότε εκδίδεται από τράπεζα η πιστωτικό ίδρυμα, όπως ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και οι Ενάγοντες, τραπεζική επιταγή (banker's draft). Συμφώνησε ακόμη πώς κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες και ότι η πληροφόρηση που είχε για τα επίδικα γεγονότα προέρχεται από τα αρχεία, λογαριασμούς και έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του μετά που του ανατέθηκε η διεξαγωγή της έρευνας περί τον Οκτώβριο 2003, όταν διαπιστώθηκαν οι καταχρήσεις που λάμβαναν χώραν στους Ενάγοντες από τον Γραμματέα τους κ. Χριστάκη Ιωάννου. Επίσης ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί ενώ οι επίδικες επιταγές συμποσούνται συνολικά στο ποσό των Λ.Κ.9.000,00 τα εικονικά δάνεια είναι για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.24.000,
- Ακόμη συμφώνησε και παραδέχτηκε πώς δεν γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά το γιατί και κάτω υπό ποίες συνθήκες εξεδόθησαν οι επίδικες επιταγές και γιατί και για ποίο λόγο εκδόθηκαν επ' ονόματι διαφορετικών προσώπων. Αναφορικά δε με τα εικονικά δάνεια και τις αποδείξεις πληρωμής Τεκμήρια 5 και 11, το συμπέρασμα του ότι πρόκειται περί πλαστογραφημένων εγγράφων, απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι το βασίζει σε υποψίες αφού τα πρόσωπα επ' ονόματι των οποίων καταρτίστηκαν ήταν ανύπαρκτα, ήτοι αποδέκτηκε πώς ουδεμία προσωπική γνώση είχε περί του ζητήματος αυτού. Επίσης συμφώνησε ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από εξουσιοδοτημένα προς τούτο από τους Ενάγοντες, πρόσωπα. Επίσης ανέφερε ότι στα συμπεράσματα του κατέληξε από τον έλεγχο πού έκανε των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή του και ευρίσκονται κατατεθειμένα στο Δικαστήριο κι όχι γιατί είχε προσωπική γνώση των επιδίκων γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση των επιδίκων επιταγών και την κατάρτιση των εικονικών δανείων. Συμφώνησε ακόμη ότι στα πλαίσια των ερευνών του, ο ίδιος ουδεμία επαφή είχε με τους Εναγόμενους 1 και
- Ανέφερε επίσης πώς η έγκριση για παραχώρηση των εικονικών δανείων έγινε σύμφωνα με τους κανονισμούς, ήτοι την αρμόδια επιτροπή των Εναγόντων. Επισημαίνω επίσης ότι εκτός από τα συμπεράσματα του Μ.Ε.2 που καταγράφονται στα Τεκμήρια 6 και 12, αναφορικά με την θέση του ότι η Εναγομένη 1 οικειοποιήθηκε τα εις τις επίδικες επιταγές ποσά και ότι αυτές δεν συνάδουν με τα όσα εκτίθενται στα Τεκμήρια 5 και 11 αναφορικά με τα ονόματα των δικαιούχων των επιταγών που εξεδώθησαν δυνάμει των εικονοικών δανείοων Τεκμήρια 2 και 8, που αμφισβητήθηκαν έντονα, ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε αναφορικά με το περιεχόμενο των λοιπών τεκμηρίων που κατέθεσε στο Δικαστήριο η Μ.Ε.1, συμπεριλαμβανομένων και των καταστάσεων λογαριασμών. Επίσης ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε αναφορικά με τις ενέργειες του στα πλαίσια των ερευνών του σχετικά με τις διαπιστωθείσες καταχρήσεις από τον πρώην Γραμματέα των Εναγόντων κ. Χριστάκη Ιωάννου. Ουδεμία ακόμη αμφισβήτηση υπήρξε αναφορικά με την πορεία και κατάληξη των επιδίκων επιταγών από την στιγμή της έκδοσης τους, παράδοσης τους από τον κ. Χριστάκη Ιωάννου στον Εναγόμενο 2, οπισθογράφησης τους, είσπραξης τους κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις κυκλικές σφραγίδες που τοποθετήθηκαν σε αυτές και μέχρι και πώς περιήλθαν πρώτα στην κατοχή του και εν συνεχεία στην κατοχή της Μ.Ε.1 η οποία τις κατέθεσε σαν τεκμήρια στην παρούσα υπόθεση. Επισημαίνω επίσης ότι έντονη αμφισβήτηση υπήρξε και για τις θέσεις του αναφορικά για το πώς και κάτω από ποίες προϋποθέσεις εκδίδονται τραπεζικές επιταγές (banker' s drafts) από τραπεζικά ιδρύματα και ιδιαίτερα από τις ΣΠΕ. Απαντώντας όμως σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε δε ότι δεν ήταν σε θέση να ξέρει ποιός έδωσε τις οδηγίες για έκδοση των επιδίκων επιταγών ούτε και γιατί τις εξέδωσε. Επίσης σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι τα ποσά των εν λόγω επιταγών καταβλήθηκαν από τον λογαριασμό που οι Ενάγοντες διατηρούσαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και ότι αυτές ήταν δεόντως υπογεγραμμένες από τα πρόσωπα που δέσμευαν κατά τον επίδικο χρόνο τους Ενάγοντες. Ο Μ.Ε.3 στην κυρίως εξέτασή του κατέθεσε σαν μέρος αυτής γραπτή ενυπόγραφη δήλωσή του, η οποία σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Γ.Δ.3, το περιεχόμενο της οποίας ανέγνωσε και υιοθέτησε πλήρως. Στην γραπτή του δήλωση ο Μ.Ε.2,Τεκμήριο Γ.Δ.3, αναφέρει τα εξής: Επί σειρά ετών διετέλεσε Γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου και μεταξύ άλλων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του ήταν με την έγκριση της Επιτροπείας της Συνεργατικής η ετοιμασία και η παραχώρηση δανείων, Τραπεζικών Διευκολύνσεων και η έκδοση επιταγών της Συνεργατικής σε μέλη της Συνεργατικής. Κατά το έτος 2003 ο Εναγόμενος 2, Βασίλης Αχιλλέως, τον οποίο γνωρίζει, τον προσέγγισε και τον παρακάλεσε να του παραχωρήσει δάνειο για το λόγο ότι επρόκειτο να αναλάβει τη διαχείριση κάποιου κυλικείου και χρειαζόταν οικονομική βοήθεια. Κατά την εν λόγω συνάντηση τους τον ενημέρωσε ότι επειδή ήταν πτωχεύσας η Συνεργατική δεν μπορούσε να του παραχωρήσει οποιαδήποτε τραπεζική διευκόλυνση αφού ούτε και η επιτροπή θα ενέκρινε τέτοιο δάνειο. Στη συνέχεια ο Βασίλης Αχιλλέως του πρότεινε όπως παραχωρηθεί δάνειο στην κόρη του Νατάσα Αχιλλέως. Τον παρακάλεσε μάλιστα όπως εκδοθεί αμέσως επιταγή για το ποσό των Λ.Κ3.000 λόγω του ότι έπρεπε να πλήρωνε άμεσα το εν λόγω ποσό για να αγοράσει το κυλικείο. Περαιτέρω τον διαβεβαίωσε ότι για οποιοδήποτε ποσό του θα παραχωρείτο θα υπέγραφε με τη Συνεργατική η Νατάσα Αχιλλέως και άλλα μέλη της οικογένειας τους, σχετική σύμβαση δανείου και θα έφερνε στη Συνεργατική τις ανάλογες εξασφαλίσεις είτε με εγγυητές είτε με υποθήκες. Βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις του Εναγομένου 2, κατά ή περί τις 13/08/03, εξέδωσε την τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02540908 στο όνομα της Εναγομένης 1, η οποία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 1, για ποσό ΛΚ 3,000 ισάξιο σε ευρώ €5,125.80 και την παρέδωσε στον Εναγόμενο
- Εξέδωσε την εν λόγω επιταγή χωρίς την προηγούμενη έγκριση της επιτροπής για το λόγο ότι είχε λάβει σαφείς διαβεβαιώσεις από τον ίδιο αλλά και με την αντίληψη ότι θα ερχόταν η Εναγόμενη 1, Νατάσα Αχιλλέως, και άλλα μέλη της οικογένειας του και θα υπέγραφαν συμφωνίες δανείου και συμβάσεις εγγύησης ούτως ώστε η παραχώρηση και η έκδοση των επίδικων επιταγών υπό τη μορφή δανείου από την Συνεργατική να γινόταν νομότυπα και κανονικά. Δυστυχώς οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν την υπόσχεση τους και δεν προσήλθαν στη Συνεργατική, όπως είχαν συμφωνήσει, για την υπογραφή της συμφωνίας δανείου και εγγύησης ούτως ώστε η παραχώρηση του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού να λάβει και επίσημα μορφή δανείου. Για το λόγο αυτό αλλά και επειδή υπήρχε η πιθανότητα να αντιμετώπιζε πρόβλημα από την έκδοση της εν λόγω επιταγής, χωρίς την προηγούμενη υπογραφή συμφωνίας δανείου και χωρίς οι Εναγόμενοι να κατέβαλλαν το αντίστοιχο τίμημα της επιταγής, αναγκάστηκε κατά ή περί τις 26/08/2003 να ετοιμάσει, καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του και χωρίς οποιαδήποτε έγκριση ή εξουσία από την επιτροπή, εικονική συμφωνία δανείου στα ονόματα των Γιάννη Παπασάββα και Σάββα Παπασάββα και άνοιξε τον λογαριασμό 7210529-1 ούτως ώστε να χρεωθεί στον λογαριασμό αυτό η επιταγή και να δικαιολογείται η έκδοση της. Η εν λόγω συμφωνία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω ετοίμασε εικονική συμφωνία εγγύησης ως εξασφάλιση του πιο πάνω αναφερόμενου εικονικού δανείου η οποία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο
- Χρέωσε επομένως την πιο πάνω επιταγή (Τεκμήριο 1) στον πιο πάνω λογαριασμό (7210529-1) με την πίστη ότι οι Εναγόμενοι σύντομα θα τηρούσαν τις υποσχέσεις τους και θα προσέρχονταν στη Συνεργατική για υπογραφή έγκυρης συμφωνίας δανείου. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε εκ νέου μαζί του για να του επαναλάβει ότι θα τηρούσαν τις υποσχέσεις τους για υπογραφή δανείου με τη Συνεργατική αλλά και για να του ζητήσει νέα οικονομική βοήθεια. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του για παραχώρηση νέου δανείου αλλά και αφού τόνισε στον Εναγόμενο 2 ότι θα είχε πρόβλημα με την επιτροπή στο τέλος, θέλοντας να τον βοηθήσει αφού ήταν χωριανός και τον γνώριζε αρκετά καλά, πείστηκε να τον βοηθήσει αφού προηγουμένως είχε λάβει τις ίδιες διαβεβαιώσεις ότι για τα ποσά τα οποία θα του παραχωρούσε θα υπογράφονταν σχετικές συμφωνίες δανείου με τη Συνεργατική. Ως εκ τούτου κατά ή περί τις 09/09/03 εξέδωσε στο όνομα της Εναγομένης 1 νέα τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02540118, η οποία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 7 για ποσό ΛΚ 4,000,00 ισάξιο σε ευρώ €6,834.41 και την παρέδωσε στον Εναγόμενο
- Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι δεν προσήλθαν στη Συνεργατική για να υπογράψουν, όπως συμφωνήσαν τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης, αναγκάστηκε και πάλι κατά ή περί τις 15/09/2003 να πλαστογραφήσει και να δημιουργήσει νέο εικονικό δάνειο και/ή πίστωση, το οποίο είναι κατατεθειμένο ως Τεκμήριο 8 και άνοιξε τον εικονικό λογαριασμό με αριθμό 7210699-1, στα ονόματα Γιαννάκης Κ. Πέτρου και Γεωργία Γ Πέτρου. Περαιτέρω ετοίμασε και εικονική συμφωνία εγγύησης ως εξασφάλιση του πιο πάνω αναφερόμενου εικονικού δανείου η οποία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο
- Χρέωσε επομένως την επιταγή (Τεκμήριο 7) στον πιο πάνω λογαριασμό (7210699-1) με την πίστη και τις διαβεβαιώσεις των Εναγομένων ότι θα τηρούσαν τις υποσχέσεις τους και θα προσέρχονταν στη Συνεργατική για υπογραφή έγκυρης συμφωνίας δανείου. Για όλες τις πιο πάνω ενέργειες του οι Εναγόμενοι ήταν ενήμεροι αφού τους είχε καλέσει επανειλημμένως να προσέλθουν στη Συνεργατική για να υπογράψουν τις σχετικές συμφωνίες δανείου αλλά και τις ανάλογες εξασφαλίσεις που είχαν δεσμευτεί και υποσχεθεί ότι θα υπέγραφαν. Ήταν επίσης ενήμεροι για την ύπαρξη των εικονικών δανείων που ετοιμάστηκαν προς κάλυψη της πληρωμής και τις έκδοσης, προς όφελος τους, των πιο πάνω αναφερόμενων επιταγών. Γνώριζαν μάλιστα ότι οι πιο πάνω πράξεις δεν είχαν εγκριθεί από την επιτροπή και τους παρακάλεσε αρκετές φορές να προσέλθουν στη Συνεργατική να υπογράψουν έγκυρες συμφωνίες δανείου, γιατί όπως τους ανέφερε συγκεκριμένα υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο «να βρούμε όλοι τον μπελά μας». Δυστυχώς και πάλι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και αρνούνταν να προσέλθουν στη Συνεργατική για υπογραφή των συμφωνιών και όταν επικοινώνησε τελευταία φορά μαζί τους, του ανέφεραν ότι ήταν πρόθυμοι να προσέλθουν στη Συνεργατική αλλά του ανέφεραν περαιτέρω ότι ήθελαν επιπλέον δάνειο για το ποσό των Λ.Κ 2.000,
- Όταν τους ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν οι Εναγόμενοι του δήλωσαν ότι εάν δεν τους παραχωρείτο η επιπλέον δανειοδότηση δεν επρόκειτο να προσέλθουν σε καμία περίπτωση στη Συνεργατική και ο Εναγόμενος 2 του τόνισε χαρακτηριστικά «κάμε καλά μόνος σου». Υπό τον φόβο λοιπόν ότι οι Εναγόμενοι δεν θα προσέρχονταν στη Συνεργατική για να υπογράψουν τις συμφωνίες και υπό τον κίνδυνο να έμενε εκτεθειμένος συνεπεία των εικονικών δανείων που ετοίμασε για να χρεώσει τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές, αναγκάστηκε να ικανοποιήσει το νέο αίτημα των Εναγομένων και έτσι κατά ή περί τις 16/11/03 εξέδωσα και παρέδωσε την τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02544817, η οποία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 13, στο όνομα της Εναγομένης 1 για ποσό ΛΚ 2.000,00 ισάξιο σε ευρώ €3,417.
- Την εν λόγω επιταγή την παρέδωσε και πάλι στον Εναγόμενο
- Όλες οι επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω οπισθογραφήθηκαν από την Εναγόμενη 1 και εισπράχθηκαν από τον Εναγόμενο 2 με παράνομο και δόλιο τρόπο και χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα αλλά και κατά παράβαση και αθέτηση των υποσχέσεων και δεσμεύσεων τους ότι θα προσέρχονταν στη Συνεργατική για υπογραφή των συμφωνιών δανείου αλλά και σχετικών εξασφαλίσεων. Οι Εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν τη γνωριμία τους μαζί του και το λάθος που έκαμε να τους εκδώσει τις επιταγές, με αποτέλεσμα να εισπράξουν από τη Συνεργατική χρήματα με δόλιες και ψευδείς διαβεβαιώσεις και έλαβαν χρήματα τα οποία δεν εδικαιούνταν αφού ουδέποτε υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία παρά τις συνεχείς τους δεσμεύσεις και υποσχέσεις και ούτε κατέβαλαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα στην Συνεργατική για την έκδοση των επιταγών. Οι επιταγές πληρώθηκαν από το λογαριασμό της Συνεργατικής και όχι από δικό του λογαριασμό και το γεγονός αυτό το γνώριζαν οι Εναγόμενοι γι' αυτό και ασκούσε πιέσεις σ' αυτούς ώστε να έρθουν να επιστρέψουν τα χρήματα στη Συνεργατική ή να εξασφαλίσουν το ποσό των επιταγών. Οι Εναγόμενοι και ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 απευθύνθηκε σε αυτόν ως γραμματέα της Συνεργατικής και ζήτησε όπως του παραχωρηθεί δάνειο από τη Συνεργατική για τους λόγους που ανέφερε πιο πάνω. Όλες οι συμφωνίες και οι συζητήσεις που γίνονταν μεταξύ του και των Εναγομένων γίνονταν υπό την ιδιότητα του Γραμματέα που κατείχε στη Συνεργατική και καθ' όλη τη διάρκεια των συζητήσεων τους ουδέποτε δόθηκε η εντύπωση ότι οποιαδήποτε συμφωνία γινόταν σε προσωπικό επίπεδο, αλλά αντιθέτως η εντύπωση που είχαν πάντα οι Εναγόμενοι ήταν ότι συναλλάσσονταν με τον αντιπρόσωπο της Συνεργατικής. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε πλήρωσαν ή έδωσαν ή επέστρεψαν οποιοδήποτε ποσό είτε στον ίδιο είτε στη Συνεργατική με αποτέλεσμα να επωφεληθούν και να κατακρατήσουν τα χρήματα σε βλάβη των συμφερόντων της Συνεργατικής. Ο Μάρτυρας Εναγόντων 3, στην αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου υπεράσπισης της Εναγομένης 1, ανέφερε τα εξής: · Ότι σε διαθεσιμότητα τέθηκε από τον Οκτώβριο του 2003 και μετά από τον Οκτώβριο του 2003 δεν υπέγραψε οποιαδήποτε επιταγή των Εναγόντων. · Σε ερώτηση κατά πόσο υπέγραψε τα Τεκμήρια 1,7 και 13 απάντησε ότι υπέγραψε τα δύο εξ΄ αυτών, ήτοι τα Τεκμήρια 1 και
- Η δε δεύτερη υπογραφή στα εν λόγω τεκμήρια είναι του κ. Αντρέα Γεωργίου ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Πρόεδρος της ΣΠΕ Πολεμίου. Ο εν λόγω Αντρέας Γεωργίου προτού υπογράψει τις εν λόγω επιταγές θα έπρεπε να ελέγξει αν είχαν εγκριθεί σχετικά δάνεια. Διευκρίνισε όμως ότι επειδή ο κ. Γεωργίου ήταν ο Πρόεδρος της ΣΠΕ Πολεμίου δεν είχε κανένα λόγο να κάνει οποιοδήποτε έλεγχο προτού υπογράψει τις εν λόγω επιταγές. · Επίσης διευκρίνισε ότι ο ίδιος αποφάσισε την έκδοση των επιταγών και αυτές θα εκδίδοντο νοουμένου ότι θα έθετε ενώπιον της επιτροπής των Εναγόντων αίτηση δανείου για έγκριση του συνολικού ποσού που είχε ζητήσει η Εναγόμενη
- Θα έπρεπε δηλαδή για να εκδοθεί μια επιταγή από τους Ενάγοντες να υπάρχει προηγουμένως αίτηση δανείου, εκτός εάν επρόκειτο να γίνει πληρωμή από τους Ενάγοντες για κάποια άλλη οφειλή τους. · Συμφώνησε ακόμα ότι πρόσωπο το οποίο διατηρούσε λογαριασμό στους Ενάγοντες με λεφτά μέσα σε αυτόν, μπορούσε να ζητήσει την έκδοση επιταγών όπως οι επίδικες προς όφελος κάποιου προσώπου το οποίο θα ήθελε να εξοφλήσει για κάποια οφειλή, νοουμένου βέβαια ότι το πρόσωπο αυτό θα υπέγραφε απόδειξη πληρωμής και στη συνέχεια θα μπορούσε να εκδοθεί επιταγή επ΄ ονόματι οποιουδήποτε ατόμου αυτό υπεδείκνυε. · Όσον αφορά τις υπογραφές επί του Τεκμηρίου 13 ανέφερε ότι αυτές είναι η μια του Προέδρου της Επιτροπείας και η δεύτερη κάποιας Έλενας Μιχαήλ η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα ταμία, η επιτροπή όμως της έδωσε το δικαίωμα να υπογράφει και επιταγές. Διευκρίνισε δε ότι το εν λόγω πρόσωπο υπέγραψε την επιταγή Τεκμήριο 13, τον Απρίλιο του
- · Σε επισήμανση δε ότι το Τεκμήριο 13 στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Γ.Δ.3 αναφέρει ότι έχει ημερομηνία 16.11.03 διευκρίνισε ότι στις 16.11.03 ο ίδιος ήταν σε διαθεσιμότητα και δεν θυμόταν αν ο ίδιος έδωσε αυτή την επιταγή. Περαιτέρω διευκρίνισε ότι ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν μίλησε αναφορικά με την παρούσα υπόθεση μαζί με την Εναγόμενη 1 αλλά μιλούσε με τον πατέρα της Βασίλη Αχιλλέως, Εναγόμενο 2, ο οποίος στην παρουσία και της μητέρας της Εναγόμενης 1 του ζήτησε να τους βοηθήσει αναφορικά με την παροχή σε αυτούς των ποσών που αφορούν οι επιταγές 1, 7 και
- Ο ίδιος παρέδωσε τα τεκμήρια 1,7 και 13 στον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του ως Γραμματέας στη ΣΠΕ Πολεμίου. Επίσης αρνήθηκε υποβολή ότι τις επίδικες επιταγές τις παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 μέσα στα πλαίσια συμφωνίας δανείου που έγινε μεταξύ του ιδίου προσωπικά και των Εναγομένων 1 και
- · Ακόμα διευκρίνισε ότι δεν θυμόταν τι προσωπικά δάνεια είχε η Εναγόμενη 1 και αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 και/ή οι Εναγόμενοι 1 και 2 του επέστρεψαν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις τρεις επίδικες επιταγές. Ούτε στον ίδιο επιστράφηκαν τα επίδικα ποσά ούτε και στην ΣΠΕ Πολεμίου. · Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε καμία συμβατική σχέση με τους Ενάγοντες απάντησε ότι ο Εναγόμενος 2, η γυναίκα του Ελένη, ο Νεόφυτος Χαραλάμπους, η Εναγόμενη 1, ήταν όλοι μέλη της ΣΠΕ Πολεμίου και όφειλαν αρκετές χιλιάδες λίρες προς τους Ενάγοντες πριν από αρκετά χρόνια. Σε υποβολή ότι δεν καταρτίστηκε καμία σύμβαση και ότι ουδεμία συμβατική σχέση είχε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με τα Τεκμήρια 1,7 και 13 με τους Ενάγοντες, απάντησε ότι αυτή είχε διότι ο πατέρας της Εναγόμενος 2 που βρισκόταν σε πτώχευση και επειδή χρωστούσε μερικές δεκάδες χιλιάδες λίρες στη ΣΠΕ Πολεμίου και επειδή αυτός δεν μπορούσε να πάρει ο ίδιος προσωπικά δάνειο κατόπιν παράκλησης του να εκδώσει τις επιταγές στο όνομα της Εναγόμενης 1, αυτό έπραξε, με την υπόσχεση από τον Εναγόμενο 2 ότι θα προσεκόμιζε την Εναγόμενη 1 μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας τους για να υπογράψουν τα σχετικά γραμμάτια. · Σε ερώτηση γιατί στα Τεκμήρια 2,3 και 8 ο ίδιος ανέγραψε άλλα ονόματα αφού όπως ανέφερε το δάνειο θα παραχωρείτο προς την Εναγόμενη 1 με τις υπογραφές και άλλων μελών της οικογένειας της, απάντησε ότι ο λόγος που το έκανε αυτό ήταν διότι η Εναγόμενη 1 δεν παρουσιάστηκε στη ΣΠΕ Πολεμίου για να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και ως εκ τούτου το ταμείο της ΣΠΕ Πολεμίου είχε έλλειμμα τα ποσά των συγκεκριμένων τριών επιταγών και λόγω αυτού κατάρτισε εικονικά γραμμάτια για να καλυφθεί το έλλειμμα αυτό. · Κατά πόσο έχουν υπογραφεί τα Τεκμήρια 2,3,8 και 9 απάντησε ότι εξ΄ αυτών τα Τεκμήρια 2 και 3 είναι ανυπόγραφα, τα δε Τεκμήρια 8 και 9 έχουν υπογραφεί. · Σε υποβολή πώς αν τα γεγονότα έγιναν όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, θα μπορούσε να τοποθετήσει επί των εν λόγω εγγράφων το όνομα της Εναγόμενης 1 και με αυτό τον τρόπο θα καλυπτόταν και πάλι το ποσό του ελλείμματος και συνεπώς θα μπορούσε να μην βάλει σε αυτά ψεύτικα ονόματα και αφού προειδοποιήθηκε από το Δικαστήριο για τον κίνδυνο αυτοενοχοποίησης του, απάντησε ότι δεν θυμόταν γιατί το έκανε αυτό, όμως εκείνη την στιγμή δεν σκέφθηκε να βάλει στα έγγραφα το όνομα της Εναγόμενης 1 και κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας της και τούτο διότι για αρκετό χρονικό διάστημα τους ειδοποιούσε να μεταβούν στη ΣΠΕ Πολεμίου για να υπογράψουν πλην όμως δεν παρουσιάζονταν. · Σε υποβολή ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 ετοιμάστηκαν από τον ίδιο γιατί είχε οικειοποιηθεί προσωπικά κάποια ποσά από τους Ενάγοντες αρνούμενος την θέση αυτή απάντησε ότι ουδέποτε οικειοποιήθηκε λεφτά από τους Ενάγοντες και ότι ο λόγος που έγιναν εικονικά δάνεια ήταν για να καλυφθεί μεγάλο χρηματικό ποσό που δημιουργείτο καθημερινά και για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω της διαφοράς επιτοκίου που εδίδετο σε πελάτες των Εναγόντων, με επακόλουθο να δημιουργείται έλλειμμα και γι΄ αυτό δε το ζήτημα έχει ήδη τιμωρηθεί. · Σε υποβολή ότι κατασκεύασε τα Τεκμήρια 2, 3, 8 και 9 για να οικειοποιηθεί προσωπικά τα ποσά που αναφέρονται σε αυτά και το έλλειμμα το οποίο δημιούργησε με την οικειοποίηση των εν λόγω ποσών, απάντησε ότι δεν θυμόταν να οικειοποιήθηκε τα συγκεκριμένα ποσά που αναφέρονται στα έγγραφα. · Σε άλλη υποβολή ότι ουδέποτε κάλεσε την Εναγόμενη 1 να μεταβεί στη ΣΠΕ Πολεμίου για να υπογράψει οποιοδήποτε γραμμάτιο, απάντησε ότι την ίδια μπορεί να μην την όχλησε, δεν ήταν σίγουρος όμως δεν θυμόταν. Τον πατέρα της όμως τον κάλεσε πάρα πολλές φορές και τον ειδοποίησε να στείλει την Εναγόμενη 1 στη ΣΠΕ Πολεμίου για να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. · Σε ερώτηση αφού παρέλειψε την πρώτη φορά η Εναγόμενη 1 να προσέλθει μαζί με τους συγγενείς της για να υπογράψουν, γιατί προχώρησε στην έκδοση της 2ης και 3ης επιταγής, απάντησε ότι όταν πήγε ο πατέρας της Εναγόμενης 1 και τον παρακάλεσε να του δώσει τα εν λόγω ποσά και του υποσχέθηκε ότι θα έρθει σίγουρα η Εναγόμενη 1 να υπογράψει, του επεσήμανε επίσης πως ήταν κάτι επείγον και έπρεπε να πληρωθεί μια υποχρέωση τους και για τον λόγο αυτό προχώρησε στην έκδοση της 2ης επιταγής. Όταν δε ζητήθηκε η έκδοση της 3ης επιταγής ο ίδιος ήταν ανένδοτος στο να την εκδώσει, όμως επειδή ο Εναγόμενος 2 του είπε ότι δεν θα αναγνώριζε τίποτε και μπορούσε να κάνει ότι θέλει για τα ποσά που είχαν ήδη δοθεί με τις δύο πρώτες επιταγές και με την σκέψη ότι θα αντιμετώπιζε σίγουρα πρόβλημα αφού δεν θα μπορούσε να πάρει πίσω τα ποσά των δύο επιταγών, αναγκάστηκε κατά κάποιο τρόπο να εκδώσει και την 3η επιταγή αφού και πάλι του υποσχέθηκε ότι η Εναγόμενη 1 με άλλα μέλη της οικογένειας της θα πήγαιναν στη ΣΠΕ Πολεμίου και θα υπέγραφαν τα σχετικά έγγραφα. Διευκρίνισε δε ότι αυτό υπάρχει και στην απόφαση του Δικαστηρίου. · Σε ερώτηση σε ποια απόφαση του Δικαστηρίου και σε ποια ποσά, απάντησε ότι δεν ήθελε να κάνει αναφορά διότι το ποσό που στο τέλος φάνηκε ότι καταχράστηκε το είχαν πάρει διάφορα άτομα σε μετρητά, όμως δεν μπορούσε να το αποδείξει. Τα ποσά δε που αφορούν τα Τεκμήρια 1, 7 και 13 συμπεριλαμβάνοντο στα ποσά που κατηγορήθηκε ότι καταχράστηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης διότι παραδέχθηκε τις κατηγορίες. · Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια λέγοντας πως καλούσε την οικογένεια της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2 να υπογράψουν τα εν λόγω έγγραφα, απάντησε ότι, όταν έδιδε τις επιταγές και μετά από αρκετές συζητήσεις και υποσχέσεις ότι θα ερχόταν η Εναγόμενη 1 μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας τους να υπογράψουν, διαφώνησε. · Σε άλλη υποβολή ότι ο λόγος που προβάλει αυτή την εκδοχή είναι για να εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση και έτσι να μειωθεί το υπόλοιπο που ο ίδιος χρωστά στη ΣΠΕ Πολεμίου, απάντησε ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση και δεν αποδέχεται πως θέλει να εισπραχθεί το εν λόγω ποσό για να αφαιρεθεί από χρέος που ο ίδιος έχει στη ΣΠΕ Πολεμίου. Διευκρίνισε δε ότι οι επιταγές αυτές είναι για ποσά χρημάτων που ανήκουν στην ΣΠΕ Πολεμίου. · Σε περαιτέρω υποβολή ότι εάν εισπραχθούν τα εν λόγω ποσά θα αφαιρεθούν από το δικό του χρέος προς την ΣΠΕ Πολεμίου, απάντησε ότι αυτό δεν είναι θέμα δικό του είναι θέμα της ΣΠΕ Πολεμίου και το χρέος δεν είναι στο όνομα του διότι οι επιταγές αυτές είναι για χρέος που είναι άσχετο με το χρέος που μαζί με άλλο άτομο που μαζί με τον ίδιο έβαλαν υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων. · Σε ερώτηση αν έβαλε οποιοσδήποτε άλλος υποθήκη για να εξασφαλίσει το χρέος του προς τους Ενάγοντες, απάντησε ότι το δικό του ποσό και για ένα υπόλοιπο που δεν μπορούσε ο ίδιος να αποδείξει ότι δεν ήταν προϊόν κατάχρησης αλλά ποσό που οικειοποιήθηκαν άλλοι, δεν μπήκε υποθήκη. · Στη συνέχεια όμως ανέφερε παραχωρήθηκε υποθήκη για ποσό Λ.Κ.100.000, δεν παραχωρήθηκε όμως από τον ίδιο αλλά από κάποιο Σέργιο Σεργίου ο οποίος είχε πάρει και αυτός ποσά σε επιταγές όπως και η περίπτωση του Εναγόμενου 2 και ως εκ τούτου παραχώρησε υποθήκη για να καλύψει το εν λόγω ποσό. Επίσης υποθήκη παραχώρησε και ο πατέρας του για το δικό του ποσό που καταχράστηκε αλλά και για ένα υπόλοιπο που δεν μπορούσε να αποδείξει ο ίδιος ότι δεν ήταν προϊόν κατάχρησης αλλά ποσό το οποίο οικειοποιήθηκαν άλλα πρόσωπα. Σε διευκρινιστικές δε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο Μ.Ε.3 ανέφερε τα εξής: · Τα συνολικά ποσά που δάνεισε τον Εναγόμενο 2, πατέρα της Εναγόμενης 1, είναι αυτά που αναφέρονται στα Τεκμήρια 1, 7 και 13, ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.9.000 και είναι γι΄ αυτό το ποσό που προκλήθηκε έλλειμμα στους λογαριασμούς των Εναγόντων. · Ότι ο ίδιος δεν είχε καμία επαφή με την Εναγόμενη 1 σχετικά με την παρούσα υπόθεση και ότι όλες οι συμφωνίες που είχε κάνει έγιναν μαζί με τον πατέρα της Εναγόμενο
- · Σε ερώτηση να διευκρινίσει κατά πόσο η επιταγή Τεκμήριο 13 εξεδόθη τον Νοέμβριο του 2003 ή τον Απρίλιο του 2003, ανέφερε ότι εκτός από τα γράμματα του ονόματος της δικαιούχου, ήτοι Νατάσας Αχιλλέως, τα υπόλοιπα γράμματα που είναι συμπληρωμένη η εν λόγω επιταγή δεν είναι τα δικά του, αφού αυτά είναι γράμματα της ταμείου της ΣΠΕ. Διευκρίνισε δε ότι εφόσον όταν εξεδόθη η εν λόγω επιταγή είχε σε αυτή αναγεγραμμένο το όνομα της Νατάσας Αχιλλέως με δικά του γράμματα, συνεπάγεται πως αυτή εκδόθηκε πριν να τεθεί σε διαθεσιμότητα τον Οκτώβριο του
- Μετά δε από αυτό και αφού ζητήθηκε χρόνος για να εξεταστεί το ζήτημα το οποίο είχε προκύψει αναφορικά με την ημερομηνία που εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή, ο Μ.Ε.3 διευκρίνισε προς το Δικαστήριο ότι η εν λόγω επιταγή εξεδόθη στις 16.4.03, ήτοι χρόνο κατά τον οποίο ευρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων. · Περαιτέρω σε σχετική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι και οι τρεις επιταγές Τεκμήρια 1,7 και 13 εξεδόθησαν σε χρόνους που ο ίδιος ευρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων και προτού τεθεί σε διαθεσιμότητα. · Σε άλλη διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι εικονικό δάνειο για το συνολικό ποσό των τριών επιταγών εκ Λ.Κ.9.000 δεν είχε γίνει. Δηλαδή δεν έγινε οποιαδήποτε εικονική συμφωνία δανείου για το ποσό των Λ.Κ.9.000 που αφορά τις τρεις επίδικες επιταγές, τα εικονικά δάνεια είναι αυτά των Τεκμηρίων 2 και 8 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.24.
- Ο Μ.Υ.1, Εναγόμενος 2, στην κυρίως εξέτασή του κατέθεσε σαν μέρος αυτής γραπτή ενυπόγραφη δήλωσή του, η οποία σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Γ.Δ.4, το περιεχόμενο της οποίας ανέγνωσε και υιοθέτησε πλήρως. Στην γραπτή του δήλωση ο Μ.Υ.1,Τεκμήριο Γ.Δ.4, αναφέρει τα εξής: Ότι είναι ο Εναγόμενος 2 στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο πατέρας της Νατάσας Αχιλλέως, Εναγομένης 1, και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ.79/95 είναι πτωχεύσας από τις 13/5/
- Κατά ή περί το έτος 2003 ήταν η πρόθεση της κόρης του Νατάσας Αχιλλέως, να αναλάβει τη διαχείριση του κυλικείου του Σωματείου ΑΕΠ μαζί με άλλο πρόσωπο στο οποίο θα εργαζόταν και αυτός. Για να τους δώσουν τη διαχείριση του κυλικείου έπρεπε να πληρώσουν συνολικά το ποσό των Λ.Κ.30.000, ήτοι η Νατάσα Λ.Κ.15.000 στο διαχειριστή του κυλικείου ώστε να τους δώσει δικαίωμα διαχείρισης υπενοικιάζοντας την διαχείριση του κυλικείου. Το ποσό αυτό θα δίδετο σταδιακά ώστε να ολοκληρωθούν οι εργασίες που γίνοντο στο κυλικείο. Ο διαχειριστής του κυλικείου ανέλαβε να υπογράψει έγγραφο υπενοικίασης της διαχείρισης του κυλικείου προς όφελος της Νατάσας και του συνεταίρου της. Ο κ. Χριστάκης Ιωάννου ήταν φίλος και συγχωριανός τον οποίο γνώριζε αρκετά χρόνια και είχε καλές κατά την περίοδο εκείνη σχέσεις. Όταν του ανέφερε την πρόθεση της κόρης του για αγορά του κυλικείου ο ίδιος προσφέρθηκε να βοηθήσει οικονομικά δανείζοντας την προσωπικά. Ο Χριστάκης Ιωάννου φρόντισε ώστε να δοθούν σταδιακά 3 επιταγές οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των ΛΚ9000-€15.377,
- Οι επιταγές ως είχε συμφωνήσει ο ίδιος και ο Χριστάκης Ιωάννου ήταν στο όνομα της κόρης του Νατάσας Αχιλλέως Κατά ή περί τις 16/4/2003 ως η πιο πάνω συμφωνία ο κ. Χριστάκης Ιωάννου του παρέδωσε την επιταγή που είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 13 στην παρούσα αγωγή. Η επιταγή αυτή ήταν για το ποσό των ΛΚ2000 ισάξιο σε €3417,
- Για τον ίδιο λόγο δόθηκαν και οι επιταγές τεκμήριο 7 για το ποσό των ΛΚ4,000- €6834,41 και τεκμήριο 1 ΛΚ3000-€ 5125,
- Και τις 3 επιταγές οτπσθογράφησε η κόρη του Νατάσα Αχιλλέως, κατόπιν τις οπισθογράφησε ο ίδιος, πήρε τα λεφτά και τα έδωσε στο διαχειριστή του κυλικείου. Επειδή ο διαχειριστής του κυλικείου παρέλειπε να εκπληρώσει την υποχρέωση του να υπογράψει το έγγραφο και επειδή μέχρι εκείνη την στιγμή του είχαν δώσει το συνολικό ποσό των ΛΚ10.000 του ζήτησε να του επιστρέψουν τα λεφτά και να αποχωρήσουν από την διαχείριση. Τα λεφτά αυτά τούς τα επέστρεψε ο διαχειριστής του κυλικείου εντός 15-20 ημερών και τις ΛΚ9000 τις παρέδωσε σε μετρητά στον κ. Χριστάκη Ιωάννου προς εξόφληση του δανείου που έκανε στην κόρη του Νατάσα Αχιλλέως. Η συμφωνία τους ήταν σαφής. Να δανείσει ο ίδιος προσωπικά ο Χριστάκης Ιωάννου, από δικά του χρήματα το ποσό που χρειαζόταν η κόρη του και η κόρη του θα του το επέστρεφε μόλις είχε τα χρήματα αυτά , πράγμα το οποίο και έκανε. Ουδέποτε ο κ.Χριστάκης Ιωάννου αναφέρθηκε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου και καμία συμφωνία έγινε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου. Του ίδιου του είπε ότι είχε προσωπικά χρήματα. Τόσο ο ίδιος όσο και η κόρη του που δεν είχε προσωπική επαφή μαζί του, δεν γνωρίζαν για τα εικονικά δάνεια και γενικώς για τις απάτες και την δόλια συμπεριφορά του απέναντι στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου. Ουδέποτε περιέπεσε στην γνώση του και στην γνώση της Νατάσας Αχιλλέως η συμπεριφορά του κ. Χριστάκη Ιωάννου μέχρι που η ίδια η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου ανεκάλυψε τις καταχρήσεις του και το θέμα δημοσιεύθηκε. Ουδέποτε ο κ. Χριστάκης Ιωάννου επικοινώνησε μαζί με την κόρη του Νατάσα Αχιλλέως για να τους αναφέρει ότι βρισκόταν σε δύσκολη θέση απέναντι στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου ή ότι τα χρήματα αυτά δεν ήταν προσωπικά δικά του. Ουδέποτε τους ζήτησε να υπογράψουν έγγραφα με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου ως αναληθώς ισχυρίζεται. Εξ' άλλου η οικογένεια του Εναγομένου 2 την περίοδο εκείνη συνεργαζόταν με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου και θα μπορούσε, αν ήταν αληθινοί οι ισχυρισμοί του κ. Χριστάκη Ιωάννου με τις σωστές και νόμιμες διαδικασίες, να χρεωθούν τα χρήματα αυτά στους ήδη υπάρχοντες λογαριασμούς και δάνεια που διατηρούσαν στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου. Τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και η κόρη του Νατάσα Αχιλλέως αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι γνωρίζουν οτιδήποτε για τις απάτες που διέπραττε ο Χριστάκης Ιωάννου εναντίον της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου και λέγει ότι η παραλαβή και οπισθογράφηση των επιταγών έγινε με καλή τη πίστη, νόμιμα και σύμφωνα με την συμφωνία που είχαν με τον Χριστάκη Ιωάννου προσωπικά, και ουδεμία ευθύνη φέρουν είτε αυτός είτε η κόρη του για την τυχόν κατάχρηση που έκανε ο Χριστάκης Ιωάννου που εν' πάση περίπτωση δεν γνώριζαν. Ο Εναγόμενος 2 εκ μέρους της κόρης του επέστρεψε τα λεφτά που δανείστηκε από τον Χριστάκη Ιωάννου. Στην αντεξέταση του ο Μάρτυρας Υπεράσπισης 1, απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου των Εναγόντων, ανέφερε τα εξής: · Ότι η κόρη του, η Εναγόμενη 1, θα αναλάμβανε την διαχείριση του κυλικείου μόλις τελείωναν οι εργασίες ανακαίνισης του, μόλις δηλαδή θα ήταν έτοιμο, κάτι που υπολογίζετο περί το τέλος Σεπτεμβρίου
- Η συμφωνία δε αυτή έγινε περί τις αρχές Απριλίου 2003 και ο διαχειριστής του κυλικείου που θα υπενοικίαζε από αυτόν η κόρη του, ήταν ο κ. Λούης Μαραγκός. Ο δε συνέταιρος της κόρης του ο κ. Κώστας Φωτίου. · Σε ερώτηση γιατί ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά για λογαριασμό της κόρης του τις συζητήσεις για την εξασφάλιση του ποσού των Λ.Κ.15.000, απάντησε ότι σαν πατέρας της συναντήθηκε με τον γραμματέα των Εναγόντων και τον ρώτησε αν μπορούσε να γίνει δάνειο για την κόρη του οπότε αυτός του απάντησε ότι δεν χρειαζόταν να γίνει δάνειο αλλά θα του δάνειζε ο ίδιος προσωπικά τα λεφτά για να τον διευκολύνει, κάτι το οποίο είχε γίνει και σε άλλες περιπτώσεις και να του επέστρεφαν το ποσό όταν μπορούσε η κόρη του. Αυτή ήταν η συμφωνία που έγινε με το γραμματέα των Εναγόντων, ήταν σαφής, δεν περιείχε οτιδήποτε άλλο και ανέλαβε ο ίδιος να δανείσει προσωπικά την κόρη του με το ποσό των Λ.Κ.9.
- Το εν λόγω ποσό το οποίο τους έδωσε ο γραμματέας των Εναγόντων Μ.Ε.3, με τις τρεις επίδικες επιταγές ανερχόταν σε Λ.Κ.9.000 και το ποσό αυτό το επέστρεψε στον Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.3 δεν ζήτησε οποιοδήποτε όφελος από τον δανεισμό του εν λόγω ποσού. · Σε ερώτηση γιατί αφού ο Μ.Ε.3 τον είχε δανείσει προσωπικά και σε άλλες περιπτώσεις, το ποσό για τις επίδικες επιταγές δεν το δάνεισε στον ίδιο αλλά στην κόρη του, απάντησε ότι στις προηγούμενες περιπτώσεις που του έδινε προσωπικό δάνειο ο Μ.Ε.3 δεν ήταν πτωχεύσας και είχε εμπιστοσύνη σε αυτόν ότι θα του επέστρεφε τα ποσά που του είχε δανείσει. Διευκρίνισε δε ότι ο Μ.Ε.3 του δάνειζε διάφορα ποσά από το 1995, χωρίς να θυμάται όμως πόσα ακριβώς. · Σε ερώτηση γιατί αφού όπως ισχυρίζεται στην γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Γ.Δ.4 στην παράγραφο 8 μπορούσε αν ο Μ.Ε. 3 έλεγε την αλήθεια, να χρεώνοντο οι λογαριασμοί που ήδη η οικογένεια του είχε μαζί με τους Ενάγοντες δεν το έκανε, απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει αφού δεν γνώριζε τον λόγο γιατί ο Μ.Ε.3 προσφέρθηκε ο ίδιος να δανείσει προσωπικά στην Εναγόμενη 1 το ποσό που του είχε ζητήσει. · Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι μετά που μίλησε μαζί με τον Μ.Ε.3 μετέβηκε με την κόρη του στο σπίτι του Μ.Ε.3 γιατί η κόρη του ήθελε να διαπιστώσει αν όντως είχε συζητήσει το αίτημα του για να δανειστεί το ποσό των Λ.Κ.9.000 και για να ενημερωθεί η κόρη του από τον Μ.Ε.3 για το ότι όντως αυτός θα δάνειζε προσωπικά το ποσό που ζήτησε σε αυτήν. Ο λόγος δε που έγινε αυτή η επίσκεψη ήταν για να πεισθεί ότι όντως θα εξασφάλιζε το ποσό του δανείου για να προχωρήσει με την συμφωνία με το κυλικείο. Διευκρίνησε ακόμη ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε καμία προσωπική επαφή μαζί με τους Ενάγοντες και αρνήθηκε ότι τα όσα λέει δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. · Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι όλες τις επίδικες επιταγές τις παραλάμβανε ο ίδιος μαζί με την κόρη του από το σπίτι του Μ.Ε.3 Χριστάκη Ιωάννου στο οποίο μετέβηκε για το σκοπό αυτό 4 συνολικά φορές. Μια φορά που μίλησε μαζί του για το δάνειο και τρεις φορές που πήγαν για να τους παραδώσει τις επιταγές με την κόρη του η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 21 ετών. Η πληρωμή δε των ποσών προς τον διαχειριστή του κυλικείου εγίνετο σταδιακά και την έκανε ο ίδιος προς τον Λούη Μαραγκό, τον διαχειριστή. Το συνολικό ποσό που κατέβαλαν στον Λούη Μαραγκό ήταν Λ.Κ.10.000 και το υπόλοιπο ποσό πέραν αυτού που αντιστοιχεί στις τρεις επίδικες επιταγές, το είχε η κόρη του και γι΄ αυτό το συνολικό ποσό που έδωσαν ανήλθε στις Λ.Κ.10.
- · Σε ερώτηση ποιος θα διεξήγε την διαχείριση του κυλικείου, απάντησε ότι η κόρη του Εναγόμενη 1, θα αναλάμβανε μαζί με τον συνέταιρο της την λειτουργία του κυλικείου σαν καφετέρια του σωματίου και σε αυτή την επιχείρηση θα εργαζόταν και ο ίδιος σαν γκαρσόνι. · Σε υποβολή ότι ο λόγος που εξεδόθησαν οι επίδικες επιταγές επ΄ ονόματι της κόρης του ήταν γιατί ο ίδιος ήταν πτωχεύσαν και όχι γιατί θα τις χρησιμοποιούσε για δικές της δουλειές, απάντησε ότι δεν αποδέχεται την υποβολή αυτή αφού ήταν σαφές ότι επρόκειτο να πληρωθούν για δουλειά της κόρης του. Ο λόγος δε που παρέλαβε τις επίδικες επιταγές μαζί με την κόρη του ήταν διότι το δάνειο είχε γίνει στην κόρη του και όχι στον ίδιο προσωπικά. · Σε σχετική ερώτηση απάντησε πως γνώριζε ότι για να πάρεις δάνειο από τους Ενάγοντες θα έπρεπε να υποβάλεις αίτηση δανείου η οποία εξετάζετο από την επιτροπή και εάν εγκρίνετο τότε σε ειδοποιούσε ο ταμίας για να πάεις να πάρεις τα λεφτά του δανείου. · Σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι οι Ενάγοντες δεν τους χρωστούσαν οποιοδήποτε ποσό. Επίσης συμφώνησε ότι γνωρίζει πως οι επίδικες επιταγές εξεδόθησαν από τους Ενάγοντες, όμως διευκρίνισε πως ο ίδιος δεν είχε κανένα όφελος από την ΣΠΕ Πολεμίου από τις εν λόγω επιταγές. · Σε ερώτηση αν διερωτήθηκε γιατί οι επιταγές εξεδόθησαν απευθείας από τους Ενάγοντες επ΄ ονόματι της κόρης του αφού δεν είχε να κάνει οτιδήποτε με αυτούς, απάντησε πως αυτό το οποίο γνωρίζει είναι ότι αν έχεις λογαριασμό σε μια τράπεζα μπορείς να εκδώσεις επιταγές σε τρίτο άτομο. Ο ίδιος δε δεν γνώριζε αν ο Χριστάκης Ιωάννου διατηρούσε λογαριασμό στους Ενάγοντες. Επίσης δεν γνώριζε αν ο Μ.Ε.3 κ. Χριστάκης Ιωάννου, διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στους Ενάγοντες. · Σε υποβολή ότι γνώριζε πως το ποσό των επίδικων επιταγών δεν του το δάνεισε προσωπικά ο Μ.Ε.3 αλλά ότι ήταν οι Ενάγοντες που του έδωσαν το ποσό αυτό, απάντησε πως αν όντως έτσι είναι, ότι δηλαδή το ποσό αυτό του το δάνεισε η ΣΠΕ Πολεμίου, οι Ενάγοντες, θα έπρεπε να υποβληθεί αίτηση δανείου και να υπογραφόταν και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που απαιτείτο, κάτι πού δεν έγινε. · Σε υποβολή ότι επειδή ο ίδιος ήταν πτωχεύσας συμφώνησε με τον Μ.Ε.3 το αίτημα για δάνειο να γίνει από την κόρη του, συμφώνησε όμως διευκρίνισε πως το αίτημα του έγινε προφορικά και ουδέποτε έγινε αίτηση για να γίνει το δάνειο γραπτώς. · Σε υποβολή ότι υποσχέθηκε στον Χριστάκη Ιωάννου Μ.Ε.3 ότι θα πήγαινε η κόρη του Εναγόμενη 1 και άλλα μέλη της οικογένειας του για να υπογράψουν όλα τα σχετικά έγγραφα σε σχέση με τις επιταγές Τεκμήρια 1,7 και 13 και για το ισόποσο ποσόν που πήραν από αυτές, απάντησε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε κάτι τέτοιο στο Μ.Ε.3 και τούτο διότι το δάνειο που έλαβε έγινε προσωπικά από τον Μ.Ε.
- Διευκρίνισε δε και διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν τα γεγονότα να είναι ως η υποβολή του συνηγόρου και το δάνειο να έγινε από τους Ενάγοντες και να εκδίδοντο επιταγές από τον Μ.Ε.3 σταδιακά και μέσα σε χρονικό διάστημα 6 μηνών από την πρώτη επιταγή. Αν όντως έτσι ήταν γιατί δεν ζήτησε ο Μ.Ε.3 να του παρουσιάσει τους οφειλέτες για να καταρτιστούν τα έγγραφα του δανείου και το γραμμάτιο προτού εκδώσει την 2η επιταγή μετά από τέσσερις μήνες. · Σε άλλη υποβολή ότι ο Μ.Ε.3 του ανέφερε αρκετές φορές και τον πίεσε να πάρει τα πρόσωπα για να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα και ότι παρά τις υποσχέσεις του δεν τήρησε τον λόγο του ανέφερε ότι αν ήταν όντως έτσι γιατί από την στιγμή που δεν είχε πάρει τα εν λόγω πρόσωπα ο κ. Χριστάκης Ιωάννου, Μ.Ε.3 συνέχισε να εκδίδει επιταγές μετά την έκδοση της πρώτης. · Σε υποβολή ότι ο Μ.Ε.3 επειδή τον γνώριζε προσωπικά προχώρησε και εξέδωσε την 3η επιταγή ελπίζοντας ότι θα έπαιρνε τα πρόσωπα που του αναφέρθηκαν για να υπογράψουν σαν οφειλέτες και εγγυητές τα σχετικά έγγραφα, απάντησε ότι ουδέποτε μιλήσανε και συμφώνησαν μαζί με τον Μ.Ε.3 να του παρουσιάσει οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του για να υπογράψει συμφωνίες δανείου ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο που να αφορούσε τις επιταγές της παρούσας υπόθεσης. · Σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι το ποσό των Λ.Κ.9.000 το επέστρεψε ο ίδιος προσωπικά στον Μ.Ε.3, πότε ακριβώς δεν θυμόταν, όμως θα πρέπει να ήταν γύρω στον Νοέμβριο του
- · Επίσης σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν είχε κανένα μάρτυρα που να ήταν παρών όταν επέστρεψε το ποσό των Λ.Κ.9.000 προς τον Μ.Ε.3 και αυτό διότι του τα επέστρεψε στο σπίτι του ένα μεσημέρι που η γυναίκα αυτού απουσίαζε. Επίσης διευκρίνισε ότι την ημέρα που του επέστρεψε το ποσό αυτό δεν είχε μεταβεί στο σπίτι του με την κόρη του. · Σε υποβολή ότι ουδέποτε επέστρεψε ούτε αυτός ούτε η κόρη του στο Μ.Ε.3 το εν λόγω ποσό, απάντησε ότι αφού δεν του τα επέστρεψε πως είναι δυνατόν να έβαλε υποθήκες για να εξοφληθεί και το ποσό του δανείου αυτού ο Μ.Ε.
- · Σε άλλη ερώτηση αν έδωσαν οι ίδιοι οποιεσδήποτε υποθήκες, απάντησε ότι δεν έβαλαν υποθήκη γιατί δεν πήραν το δάνειο από τους Ενάγοντες. · Σε ερώτηση αν για τα λεφτά που έδιδε στο Λούη Μαραγκό πήρε οποιοδήποτε απόδειξη, απάντησε ότι έπαιρνε αποδείξεις όταν του κατέβαλλαν τα λεφτά σε μετρητά διότι δεν του έδωσαν τις επιταγές αλλά μετρητά, τις εν λόγω αποδείξεις δεν τις είχε μαζί του να τις καταθέσει στο Δικαστήριο την ημέρα που έδιδε μαρτυρία. · Σε άλλη ερώτηση απάντησε πως όπως αναφέρει και την δήλωση του δεν υπέγραψε η κόρη του οποιοδήποτε έγγραφο μαζί με τον διαχειριστή του κυλικείου, διότι όταν του ζητήθηκε να υπογράψουν κάποιο έγγραφο για την υπενοικίαση αυτός απάντησε ότι δεν μπορούσε να τους υπογράψει τέτοιο έγγραφο και γι΄ αυτό και τους επέστρεψε πίσω τα λεφτά που του είχαν δώσει. · Σε υποβολή ότι όσα είπε στο Δικαστήριο και όσα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Γ.Δ.4 δεν τα είπε με καλή πίστη και ότι αυτά τα είπε για να καλύψει τόσο τον εαυτό του απέναντι στούς Ενάγοντες όσο και την κόρη του Εναγόμενη 1, αρνούμενος αυτή την υποβολή, απάντησε ότι όσα είπε είναι η αλήθεια. · Σε υποβολή ότι γνώριζε πως τόσο ο ίδιος όσο και η κόρη του συνεβλήθηκαν με τον Χριστάκη Ιωάννου Μ.Ε.3, υπό την ιδιότητα του σαν γραμματέα των Εναγόντων και ότι εζημίωσαν τους Ενάγοντες με το ποσό που αντιστοιχεί στα Τεκμήρια 1,7 και 13 ήτοι τις επίδικες επιταγές, απάντησε ότι το ποσό των επιταγών αυτών δεν τα δανείστηκε από τους Ενάγοντες ούτε ο ίδιος ούτε η κόρη του αλλά ούτε και κανένα ποσό από τα τεκμήρια αυτά. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ανέφερε ότι: · Δεν πήρε οποιαδήποτε απόδειξη από τον Μ.Ε.3 Χριστάκη Ιωάννου όταν του επέστρεψε το ποσό που δανείστηκε η κόρη του από αυτόν. · Ότι τα λεφτά αυτά του τα επέστρεψε σε μετρητά. · Ότι το σπίτι του Μ.Ε.3 βρισκόταν στην κάτω Πάφο στο σημείο που βρίσκεται η Εδέμ. · Ότι έμαθε πως ο Χριστάκης Ιωάννου Μ.Ε.3 είχε προβλήματα με καταχρήσεις στους Ενάγοντες, προτού του εξοφλήσει το ποσό των επιδίκων επιταγών. Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της Εναγόμενης 1, κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν έγγραφο Γ.Α.
(1), αντίγραφο έδωσε στο συνήγορο των Εναγόντων, την οποία ανέγνωσε και με δηλώσεις από αμφότερους τους συνηγόρους αυτή κατέστη ως αναγνωσθείσα και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν έγγραφο Γ.Α.
(2), αντίγραφο έδωσε στη συνήγορο της Εναγομένης 1, την οποία ανέγνωσε και με δηλώσεις από αμφότερους τους συνηγόρους αυτή κατέστη ως αναγνωσθείσα και ενώπιον του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του και δεν κρίνω σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί για τους σκοπούς της παρούσας. Ο συνήγορος των Εναγόντων στη δική του αγόρευση επικαλούμενος τη μαρτυρία που εδόθη από τους Μ.Ε.
- Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 αλλά και κενά και αντιφάσεις, ως η θέση του, στη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Υ.1, εισηγείται ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση τους και σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που την καλύπτει, επικαλούμενος προς τούτο σχετική νομολογία και αυθεντίες, ζητά την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Επικέντρωσε δε την επιχειρηματολογία του στην έλλειψη αντιπαροχής από την Εναγόμενη 2 προς τους εκδότες της επίδικης επιταγής, ήτοι τους Ενάγοντες. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε αριθμό συγγραμμάτων στα οποία οι έγκριτοι συγγραφείς τους δίδουν την ερμηνεία της τραπεζικής επιταγής (banker's draft), και σε ποίες περιπτώσεις εκδίδεται αλλά και τον σκοπό που εξυπηρετεί. Ακόμη στα εν λόγω συγγράμματα και στα αποσπάσματα στα οποία έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, αναπτύσσεται και επεξηγείται γιατί μία τραπεζική επιταγή δεν εμπίπτει στην έννοια της συνήθους επιταγής η συναλλαγματικής δυνάμει του Περί Συναλλαγματικών Νόμου της Αγγλίας, 1882, από τον οποίο έλκει τις ρίζες του και ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος που ισχύει στην Κύπρο, ήτοι του Κεφαλαίου
- Ακόμη στην πολυσέλιδη γραπτή του αγόρευση (50 σελίδες) ο συνήγορος των Εναγόντων παραθέτει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της μη πληρωμής συνήθους επιταγής, όχι τραπεζικής, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει νόμιμη αντιπαροχή. Ως εκ τούτου είναι η θέση του ότι η Εναγόμενη 1 θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό των επίδικων επιταγών, αφού με αυτές έλαβε ποσόν αχρεωστήτως και άνευ νομίμου ανταλλάγματος. Ειδικότερα ο συνήγορος των Εναγόντων ανέπτυξε τη θέση πως στην παρούσα υπόθεση, παρά τα όσα ισχύουν περί της αδυναμίας ενστάσεων ενός εκδότη έναντι ενός καλόπιστου κομιστή επιταγής, η Εναγόμενη 1 δεν κατέστηκε κομιστής αλλά ήταν ο αρχικός δικαιούχος, συνεπώς οι Ενάγοντες, ως εκδότες έχουν δικαίωμα να εγείρουν ενστάσεις έναντι της. Προς τούτο προβαίνει σε εκτενή ανάλυση των ζητημάτων που εγείρονται και εισηγείται πώς έστω και αν πρόκειται για τραπεζική επιταγή (banker´s draft) και όχι συνήθη επιταγή, πάλι ισχύουν οι κανόνες που τέθηκαν προς όφελος των εκδοτών. Εφ΄ όσον διαφάνηκε κατά τη δίκη ότι η Eναγόμενη 1, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Eνάγοντες και οι τελευταίοι δεν της όφειλαν οποιοδήποτε ποσό ώστε να της δώσουν ως αντάλλαγμα οφειλής ή υποχρέωσης τις επίδικες επιταγές, αυτές είναι είναι άκυρες λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Ως εκ τούτου η Eναγόμενη 1 θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό των επίδικων επιταγών, αφού με αυτές έλαβε τα ποσά που αναγράφονται σε αυτές άνευ νομίμου αντιπαροχής και η ποσά τα οποία ήταν προϊόν απάτης και δόλου, είτε της ίδιας προσωπικά είτε σε συνέργεια με τον Εναγόμενο 2 και άλλο η άλλα πρόσωπα. Προς επίρρωση δε των όσων υποστηρίζει παρέπεμψε το Δικαστήριο και στην αγγλική απόφαση Oliver v. Davis
(1949)2 K.B. 727 με την οποία διακηρύχθηκε η αρχή ότι επιταγή που εκδίδεται για πληρωμή χρέους τρίτου δεν γεννά αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη. Επίσης επικαλέστηκε τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Hasan v. Wilson
(1977)1 Lloyd's L.Rep. 431, στην οποία το δικαστήριο απέρριψε την υπεράσπιση της συμμετοχής του εναγομένου στην απάτη, αποδέχθηκε όμως την υπεράσπιση της έλλειψης αντιπαροχής. Επισημαίνω στο στάδιο αυτό ότι στις εν λόγω υποθέσεις τα πραγματικά γεγονότα διαφοροποιούνται από αυτά της παρούσας καθ' ότι σε εκείνες είχαν εγερθεί αγωγές εναντίον προσώπων για μη πληρωμή επιταγών τις οποίες εξέδωσαν για χρέος τρίτων προσώπων. Όπως συνάγεται από τα γεγονότα, τα οποία οί ίδιοι οι Ενάγοντες επικαλούνται στην παρούσα υπόθεση, δεν τίθεται θέμα μη πληρωμής των επιδίκων επιταγών αλλά επιστροφής των ποσών που αντιστοιχούν σε αυτές από την Εναγόμενη 1, για τους λόγους που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Αναφορικά με τους μάρτυρες που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εισήγηση του πώς ενώ οι μάρτυρες των Εναγόντων είπαν την αλήθεια και πρέπει να κριθούν αξιόπιστοι, ο Μ.Υ.1 θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Αυτό για τους λόγους που εκθέτει και τις απαντήσεις που ό ίδιος δίδει σε ερωτηματικά που κατά την εισήγηση του, οδηγούν στο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Για όλα τα πιο πάνω είναι η τελική εισήγηση του πώς οι Ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους και γι αυτό θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση προς όφελος τους και εναντίον της Εναγομένης 1, ως η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτηση τους με έξοδα εις βάρος αυτής. Από την άλλη η συνήγορος της Εναγομένης 1 στη δική της αγόρευση, επικαλούμενη τις λανθασμένες διαδικασίες και μη επαρκή έλεγχο από πλευράς Εναγόντων στους υπαλλήλους τους και ιδιαίτερα του Γραμματέα που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το πρόσωπο το οποίο διηύθυνε το κατάστημα τους στο Πολέμι, εισηγείται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Ακόμη προέβαλε τη θέση πως, λανθασμένα οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημίωση από την Εναγόμενη 1 για χρέωση λογαριασμών ανύπαρκτων προσώπων, αφού γι΄ αυτό το αποτέλεσμα ευθύνεται ο πρώην Γραμματέας τους, Μ.Ε.3, o oποίος οικειοποιήθηκε από τους Ενάγοντες με δόλο και απάτη μεγάλα χρηματικά ποσά συμπεριλαμβανομένων και των ποσών των επίδικων στην παρούσα εικονικών δανείων. Θα έπρεπε ως εκ τούτου να στραφούν εναντίον του εν λόγω προσώπου και όχι να στρέφονται εναντίον της καλόπιστης Εναγόμενης 1, η οποία μάλιστα έχει εξοφλήσει πλήρως τον Μ.Ε. 3 το ποσό των Λ.Κ.9,00.00 που της δάνεισε προσωπικά ο Μ.Ε.
- Όσον αφορά τις εσωτερικές διαδικασίες των Εναγόντων είναι η θέση της συνηγόρου της Εναγομένης 1, ότι δυνάμει του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όλες οι ενέργειες του τέως Γραμματέα των Εναγόντων ήταν εντός των πλαισίων των καθηκόντων του και ότι μέσα στις συνήθεις εργασίες τους ήταν και η έκδοση τραπεζικών επιταγών, κάτι πού και οι ίδιοι αναφέρουν στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης τους. Συνακόλουθα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το δόγμα του ultra vires με επακόλουθο όλες οι ενέργειες του τέως Γραμματέα των Εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο να τους δεσμεύουν. Αναφορικά με τη θέση των Εναγόντων ότι, το ποσό των επίδικων επιταγών θα πρέπει να επιστραφεί στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού η της καταβολής αχρεωστήτως η εκ λάθους στην Εναγόμενη από τους Ενάγοντες, η εισήγηση της είναι πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των εν λόγω αρχών καθ΄ ότι υπήρξε σαφής παράκληση για καταβολή χρημάτων για καλό και νόμιμο αντάλλαγμα. Τούτο διότι επί τη βάση των προνοιών της νομοθεσίας, άρθρα 72 και 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να ικανοποιούν την παροχή των αιτουμένων θεραπειών. Από δε την μαρτυρία του Μ.Υ.1, Εναγόμενου 2, η οποία πάντοτε κατά την θέση της παρέμεινε ακλόνητη, αυτός έλαβε τις επίδικες τραπεζικές επιταγές έναντι νομίμου ανταλλάγματος, ήτοι δυνάμει συμφωνίας δανείου που καταρτίστηκε προφορικά για να παραχωρήσει δάνειο ο Μ.Ε.3 στην Εναγόμενη 1 για το ισάξιο ποσό των εν λόγω επιταγών. Τέλος σε σχέση με αυτό το ζήτημα, είναι η θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης 1, ότι οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η πληρωμή έγινε εκ λάθους. Ακόμη είναι εισήγηση της ότι σε καμία απολύτως περίπτωση μπορεί από την μαρτυρία που παρέθεσαν οι Ενάγοντες, να συναχθεί ότι η Εναγόμενη 1 υπήρξε υπαίτια δόλιας συμπεριφοράς είτε από μόνη της είτε σε συνέργεια με τον Εναγόμενο 2 η και με τον τέως Γραμματέα των Εναγόντων στις όποιες δόλιες δικές του ενέργειες. Eπικαλούμενη δε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες και κάνοντας αναφορά στις διαφορές της συνήθους επιταγής από την τραπεζική επιταγή (Bankers Draft), εισηγείται ότι και στην περίπτωση που η επίδικη επιταγή εθεωρείτο ως συνήθης επιταγή η συναλλαγματική και ότι η Εναγόμενη 1, αξίωνε την πληρωμή της, που δεν είναι εν πάση περιπτώσει τέτοια η επίδικη διαφορά και πάλιν αυτή θα πετύχαινε στην αξίωση της αφού και νόμιμη αντιπαροχή υπήρξε και καμία δόλια ενέργεια από μέρους της αποδείχθηκε. Αναφορικά με τους μάρτυρες που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εισήγηση της πώς η μαρτυρία που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου βρίθει αντιφάσεων σε σχέση με τα έγγραφα που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο για να στηρίξουν την υπόθεση τους. Επίσης ότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 παρατηρούνται και εντοπίζονται σοβαρές ασάφειες και γενικές τοποθετήσεις που πηγάζουν κατά κύριο λόγο στο ότι αυτοί δεν είχαν προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε σχέση δε με τον Μ.Ε.3 είναι η θέση της πώς λόγω των κενών, αντιφάσεων και προσωπικού συμφέροντος και οικονομικού κινήτρου, ήτοι αν εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων και είς βάρος της Εναγομένης 1, θα μειωθεί το χρέος του προς αυτούς από τις καταχρήσεις που έκανε ενώ ήταν στην υπηρεσία τους με το αντίστοιχο στις επίδικες επιταγές ποσό. Προς επίρρωση δε της θέσης της παραπέμπει σε σημεία από την μαρτυρία των μαρτύρων των Εναγόντων που κατά την άποψη της εντοπίζονται αντιφάσεις, κενά γενικότητες και ασάφειες. Αυτό για τους λόγους που εκθέτει και τις απαντήσεις που ό ίδιος δίδει σε ερωτηματικά που κατά την εισήγηση του, οδηγούν στο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Είναι δε η τελική της εισήγηση πώς οι μάρτυρες των Εναγόντων θα πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι σε αντίθεση με τον Μ.Υ.1 ο οποίος μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Μάλιστα επισημαίνει από την μαρτυρία του την θέση του ότι αν χρωστούσε η Εναγόμενη 1 στον Μ.Ε.3 η ακόμη και στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό, τότε ο Μ.Ε.3 δεν θα εξασφάλιζε και το ποσό των επιδίκων επιταγών με τις υποθήκες που παρεχωρήθησαν προς όφελος τους από τον πατέρα του και ακόμη ένα άλλο πρόσωπο. Κάτι το οποίο αποδέχτηκε εν τέλει και ο Μ.Ε. 3 ο οποίος συμφώνησε πώς όντως οι υποθήκες κάλυπταν και το ποσό των εικονικών δανείων τα οποία κατήρτυισε Τεκμήρια 2 και 8 και όπως συνάγεται πήρε από αυτά το ποσό που δάνεισε προσωπικά στην Εναγόμενη
- Εν δε όψει των όσων ανέφερε ζητά όπως η παρούσα αγωγής απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων και υπέρ της Εναγόμενης
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων της υπόθεσης, ακολουθεί η αξιολόγηση τους. Η Μ.Ε.1, νυν γραμματέας της Σ.Π.Ε. Πολεμίου, άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Ήταν πρόθυμη και θετική κατά τις απαντήσεις της μεταφέροντας με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όσα περιήλθαν σε γνώση της μέσα βέβαια από τους φακέλους, αρχεία και καταστάσεις λογαριασμών των Εναγόντων γύρω από τις επίδικες επιταγές και γενικότερα όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά στα επίδικα γεγονότα που αναφέρθηκε η Μ.Ε.1 και τα οποία προκύπτουν από εξ΄ ακοής μαρτυρία, ήτοι τις διάφορες αναφορές μέσα από έγγραφα τα οποία περιήλθαν σε γνώση της επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ότι μεταφέρθηκαν με ειλικρίνεια, άλλωστε μέρος αυτών προκύπτει και από τα τεκμήρια που έχει παρουσιάσει. Δεν γίνεται ωστόσο αποδεκτή η θέση ή άποψη της, η οποία δεν άπτεται των γεγονότων αλλά γνώμης, πως η Εναγόμενη 1 γνώριζε περί των πράξεων του πρώην γραμματέα των Εναγόντων και τούτο επειδή ως ανέφερε η Εναγόμενη 1 μαζί με τον Εναγόμενο 2 η μόνη της, παρέλαβε τις επίδικες επιταγές χωρίς να είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τους Ενάγοντες. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθ΄ ότι, δεν στηρίζεται από οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο αποδεκτής μαρτυρίας. Είναι καθ' ολοκληρία εκτός από εξ ακοής και προϊόν δικών της εκτιμήσεων επί τη βάσει των όσων η ίδια θεωρεί ως τραπεζική πρακτική στην έκδοση τραπεζιτικών επιταγών (banker's draft). Έρχονται επίσης σε αντίφαση και με τα όσα ο Μ.Ε.3 ανέφερε σε σχέση με την Εναγόμενη 1, με την οποία παραδέχτηκε πώς δεν είχε καμία επαφή είτε πρίν είτε κατά είτε μετά την έκδοση και παράδοση των επιδίκων επιταγών στον Εναγόμενο
- Ούτε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία από την οποία να αποδεικνύεται εμπλοκή η με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή της Εναγομένης 1 στην κατάρτιση των εικονικών δανείων, λογαριασμών και έκδοση των επιδίκων επιταγών από τον Μ.Ε.
- Από την μαρτυρία της επισημαίνω επίσης πώς στην αντεξέταση της συμφώνησε πώς όλες οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα από τους Ενάγοντες, ότι η συμφωνία δανείου Τεκμήριο 2 έγινε μεταγενέστερα από την έκδοση και είσπραξη της επιταγής Τεκμήριο 1 και η συμφωνία δανείου Τεκμήριο 8 έγινε μεταγενέστερα της έκδοσης και είσπραξης της επιταγής Τεκμήριο
- Όσον αφορά την επιταγή Τεκμήριο 13 ουδεμία αναφορά έκανε για το κατά πόσο αυτή συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με τα εικονικά δάνεια Τεκμήρια 2 και 8 η με οποιοδήποτε άλλο εικονικό δάνειο. Επίσης επισημαίνω ότι συμφώνησε πώς η ίδια δεν γνώριζε ούτε αν καταρτίστηκε προφορική συμφωνία δανείου μεταξύ του Χριστάκη Ιωάννου αλλά ούτε και κατά πόσο αν έγινε, αυτό εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη
- Αποδέχομαι όμως από το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρία της το περιεχόμενο των τεκμηρίων, τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και δεί χωρίς ένσταση η αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, πλήν βεβαίως των συμπερασμάτων και ευρημάτων του Μ.Ε.2 που περιέχονται στα Τεκμήρια 6 και 12 αφού και αυτά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Σε σχέση με την ύπαρξη κανονισμών και οδηγιών δυνάμει των οποίων τραπεζικές επιταγές εκδίδονται από Πιστωτικά Ιδρύματα μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, επισημαίνω ότι τόσο αυτή όσο και ο Μ.Ε.2 που έδωσε μεταγενέστερα μαρτυρία, δεν παρουσίασαν τους εν λόγω κανονισμούς η οδηγίες, αλλά ούτε και παρέπεμψαν σε κάποιους από αυτούς η τις σχετικές εγκυκλίους. Ακόμη τα όσα ανέφερε περί των περιπτώσεων έκδοσης τραπεζικών επιταγών δεν υποστηρίζονται από τα συγγράμματα και αυθεντίες που επικαλέστηκε ο συνήγορος των Εναγόντων αφού πουθενά σε αυτά δεν διατυπώνεται η θέση ότι τραπεζικές επιταγές εκδίδονται μόνο στις περιπτώσεις που έκανε μνεία η Μ.Ε.
- Συνακόλουθα τα όσα ανέφερε ότι ισχύουν σήμερα και το πότε εκδίδεται και τι είναι τραπεζική επιταγή για τους Ενάγοντες παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί οι οποίοι όμως δεν τεκμηριώθηκαν με την απόδειξη των σχετικών προς τούτο οδηγιών και κανονισμών. Ακόμα ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει την ύπαρξη των εν λόγω οδηγιών και κανονισμών κατά τον επίδικο χρόνο που εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα υπήρχαν, δεν αποδείκτηκε ότι είχαν γνωστοποιηθεί ή κοινοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο στο κοινό και ειδικότερα, και αυτό είναι που ενδιαφέρει στην παρούσα, στην Εναγόμενη 1 η στους Εναγόμενους. Ακόμη εντοπίζεται σοβαρή αντίφαση στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης τους, κατάρτισης των εγγράφων των εικονικών δανείων αφού όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 5, 6, 11 και 12 για τα ποσά των εικονικών δανείων Τεκμήρια 2 και 8, εξεδόθησαν 5 τραπεζικές επιταγές για διάφορα ποσά επ' ονόματι διαφορετικών προσώπων εκ των οποίων για την μία μόνο εξ αυτών υπάρχει αναφορά στις αποδείξεις πληρωμής (Τεκμήρια 5 και 11) που αφορούν τους λογαριασμούς που ανοίχθηκαν για τα εν λόγω δάνεια ότι εξεδόθη επ' ονόματι της Εναγόμενης
- Παρατηρείται δε και σοβαρότατη αντίφαση με τα όσα ανέφερε η Μ.Ε.1 και με τα Τεκμήρια 5 και 11, ήτοι τις αποδείξεις πληρωμών αφού σε αυτές καταγράφεται πώς, πότε και από ποίους εισπράχθηκαν τα ποσά των εικονικών δανείων, πλήν όμως ουδεμία αντιστοιχία διαπιστώνεται με τις ημερομηνίες είσπραξης των τριών επιδίκων επιταγών και τα ποσά που αυτές αφορούν. Ακόμη και στην περίπτωση του Τεκμηρίου 5 στο οποίο γίνεται αναφορά για την μία εκ των τριών επιταγών, Τεκμήριο 1, τα αναγραφόμενα σε αυτήν στοιχεία είναι ανακριβή αφού η εν λόγω επιταγή εξεδόθη και εισεπράχθηκε 13 ημέρες πρίν την κατάρτιση του εικονικού δανείου Τεκμήριο
- Το ίδιο διαπιστώνεται και στις καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 4 και 10, που αφορούν τα εικονικά δάνεια Τεκμήρια 2 και 8, στις οποίες ενώ γίνεται αναφορά στις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 και 7, αφού για το Τεκμήριο 13 πουθενά δεν υπάρχει τοιαύτη, οι ημερομηνίες που καταγράφονται ότι εξεδόθησαν και εισπράχθηκαν είναι διαφορετικές από τις ημερομηνίες που φέρουν οι σφραγίδες επί των επιταγών αυτών, που ειρήσθω εν παρόδω είναι προγενέστερες. Πρόσθετα διαπιστώνεται και σοβαρή αντίφαση στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 11, με το ίδιο το Τεκμήριο 7, αφού ενώ στα Τεκμήρια 10 και 11 η επιταγή Τεκμήριο 7 καταγράφεται ότι εξεδόθη επ' ονόματι των ονομάτων των προσώπων που αφορά το εικονικό δάνειο Τεκμήριο 8, στην ίδια την επιταγή το όνομα του δικαιούχου είναι η Εναγόμενη 1, που δεν ήταν καν το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου καταρτίστηκαν τα κατ' ισχυρισμό εικονικά δάνεια. Επίσης τα όσα ανέφερε για τα εικονικά δάνεια έρχονται και σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του Μ.Ε.3 ο οποίος σε ερωτήσεις από το Δικαστήριο διευκρίνισε πώς για τα ποσά των επιδίκων επιταγών δεν κατάρτισε εικονικά δάνεια. Επισημαίνω τέλος από την μαρτυρία της Μ.Ε.1 ότι ενώ αρχικά ήταν κατηγορηματική για το πότε εκδίδεται μία τραπεζική επιταγή από τους Ενάγοντες, αποκλείοντας την περίπτωση να εκδοθεί επ' ονόματι τρίτου προσώπου εκτός αν υπάρχει οφειλή των Εναγόντων προς το τρίτο πρόσωπο, σε σημείο της αντεξέτασης της αποδέχτηκε πώς κάποια τραπεζικά ιδρύματα είναι δυνατόν να εκδίδουν τραπεζικές επιταγές (banker's draft) προς όφελος και τρίτων προσώπων κατόπιν οδηγιών πελάτη ο οποίος όμως διατηρεί λογαριασμό σε αυτά, κάτι που δεν συνέβαινε σύμφωνα με τις οδηγίες που η ίδια είχε με τους Ενάγοντες, κάτι που όπως και πιο πάνω αναφέρεται έρχεται σε αντίφαση με τον Μ.Ε.
- Ήτοι όχι μόνο δεν απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο αλλά στο τέλος το αποδέχτηκε. Συνακόλουθο των ανωτέρω είναι ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχεται πλήρως τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, παρά το γεγονός ότι την κρίνει αξιόπιστη. Tα όσα αναφέρονται πιο, πάνω σε σχέση με την αξιολόγηση της Μ.Ε.1, ισχύουν και για τον Μ.Ε.2 , κον Λεωνίδα Λεωνίδου, ο οποίος κατά το χρόνο με τον οποίο σχετίζεται η αγωγή ήταν Πρώτος Συνεργατικός Λειτουργός της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (ΥΕΑΣΕ). Σαν μάρτυρας άφησε και αυτός καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν πρόθυμος και θετικός κατά τις απαντήσεις του μεταφέροντας με σαφήνεια και χωρίς ενδοιασμούς στο Δικαστήριο όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα βέβαια από τους φακέλους, αρχεία και καταστάσεις λογαριασμών των Εναγόντων γύρω από τις επίδικες επιταγές και γενικότερα όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά στα γεγονότα που αναφέρθηκε o Μ.Ε.2 και τα οποία προκύπτουν από εξ΄ ακοής μαρτυρία, ήτοι τις διάφορες αναφορές μέσα από έγγραφα τα οποία περιήλθαν σε γνώση τoυ επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ότι μεταφέρθηκαν με ειλικρίνεια, άλλωστε μέρος αυτών προκύπτει και από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Δεν γίνονται ωστόσο αποδεκτά οι θέσεις και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε στα πορίσματα του Τεκμήρια 6 και 12 αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι κάποια από τα ποσά που αναφέρονται σε αυτά έχει οικειοποιηθεί η Εναγόμενη
- Τούτο διότι αυτά δεν άπτονται γεγονότων για τα οποία είχε προσωπική αντίληψη και γνώση αλλά γνώμης η οποία εξυπακούει πως η Εναγόμενη 1 συνεργάστηκε, η τουλάχιστον γνώριζε περί των πράξεων του πρώην γραμματέα των Εναγόντων αναφορικά με την παράτυπη και παραβατική συμπεριφορά την οποία επέδειξε και για την οποία καταδικάστηκε από Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης. Επίσης ούτε οι ισχυρισμοί του στο στάδιο της μαρτυρίας του ενώπιον του δικαστηρίου ότι επειδή η Εναγόμενη 1 παρέλαβε τις επίδικες επιταγές χωρίς να είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με η αντάλλαγμα πρός τους Ενάγοντες πρέπει να επιστρέψει τα ποσά που αντιστοιχούν σε αυτές, μπορούν να γίνουν αποδεκτοί μόνο δυνάμει των όσων συνάγονται από τα έγγραφα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθ΄ ότι, δεν στηρίζεται από οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο αποδεκτής μαρτυρίας. Είναι καθ' ολοκληρία εκτός από εξ ακοής και προϊόν δικών του εκτιμήσεων επι τη βάσει των όσων ο ίδιος θεωρεί ως τραπεζική πρακτική στην έκδοση τραπεζιτικών επιταγών (banker's draft). Όπως και στην περίπτωση της Μ.Ε.1 επισημαίνω ότι ενώ έκανε και αυτός αναφορά και ανέπτυξε σε μάκρος και με λεπτομέρεια σε ποιες περιπτώσεις, πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς του, τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα εκδίδουν τραπεζικές επιταγές επικαλούμενος προς τούτο σχετικούς κανονισμούς και οδηγίες που εφαρμόζουν οι Ενάγοντες, δεν παρουσίασε τους εν λόγω κανονισμούς και εγκυκλίους με επακόλουθο να παραμείνουν αυτοί όπως και στην περίπτωση της Μ.Ε.1, ατεκμηρίωτοι. Επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ζήτημα για το πότε και κάτω υπό ποίες προϋποθέσεις τα πιστωτικά ιδρύματα και οι τράπεζες εκδίδουν τραπεζικές επιταγές, δεν υποστηρίζονται, όπως και στην περίπτωση της Μ.Ε.1, από τα συγγράμματα και αυθεντίες που επικαλείται ο συνήγορος των Εναγόντων, αλλά και από την πρακτική που ακολουθούσε ο Μ.Ε.3, ο οποίος ανέφερε πώς εξέδιδε τραπεζικές επιταγές με οδηγίες πελατών των Εναγόντων προς όφελος τρίτων προσώπων, νοουμένου ότι είχαν λογαριασμό και υπέγραφαν τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης του ποσού. Ακόμα ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει την ύπαρξη σχετικών κανονισμών κατά τον επίδικο χρόνο που εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα υπήρχαν, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν γνωστοποιηθεί ή κοινοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο στο κοινό και ειδικότερα, και αυτό είναι που ενδιαφέρει στην παρούσα, στην Εναγόμενη 1 η στους Εναγόμενους. Έστω όμως κι αν όντως οι οδηγίες και οι κανονισμοί των Εναγόντων σε σχέση με την έκδοση τραπεζικών επιταγών (banker's drafts), ήταν αυτή που επικαλέστηκε, το τι γινόταν στην πράξη από τον Μ.Ε.3 ούτε γνώριζε και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει αν αυτός εφήρμοζε αυτές τις οδηγίες, αφού σε σχετική ερώτηση αυτό το οποίο απλά ανέφερε, ήταν ότι θα έπρεπε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης για να εκδοθούν. Ακόμη παρουσιάζεται σοβαρή αντίφαση και στην θέση του Μ.Ε.2 με τα ίδια τα έγγραφα - τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 1 και/η οι Εναγόμενοι, σε συνεργασία με τον πρώην Γραμματέα των Εναγόντων κατήρτισαν τα εικονικά δάνεια Τεκμήρια 2 και 8, για το ποσό των επίδικων επιταγών. Τούτο διότι όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 5, 6, 11 και 12 για τα ποσά των εικονικών δανείων Τεκμήρια 2 και 8, εξεδόθησαν 5 τραπεζικές επιταγές για διάφορα ποσά επ' ονόματι διαφορετικών προσώπων εκ των οποίων για την μία μόνο εξ αυτών υπάρχει αναφορά στις αποδείξεις πληρωμής (Τεκμήρια 5 και 11) που αφορούν τους λογαριασμούς που ανοίχθηκαν για τα εν λόγω δάνεια ότι εξεδόθη επ' ονόματι της Εναγόμενης
- Παρατηρείται δε και σοβαρότατη αντίφαση με τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.2 και με τα Τεκμήρια 5 και 11, ήτοι τις αποδείξεις πληρωμών αφού σε αυτές καταγράφεται πώς, πότε και από ποίους εισπράχθηκαν τα ποσά των εικονικών δανείων, πλήν όμως ουδεμία αντιστοιχία διαπιστώνεται με τις ημερομηνίες είσπραξης των τριών επιδίκων επιταγών και τα ποσά που αυτές αφορούν. Ακόμη και στην περίπτωση του Τεκμηρίου 5 στο οποίο γίνεται αναφορά για την μία εκ των τριών επιταγών, Τεκμήριο 1, τα αναγραφόμενα σε αυτήν στοιχεία είναι ανακριβή αφού η εν λόγω επιταγή εξεδόθη και εισεπράχθηκε 13 ημέρες πρίν την κατάρτιση του εικονικού δανείου Τεκμήριο 2, ενώ σε αυτό αναγράφεται άλλη ημερομηνία. Το ίδιο διαπιστώνεται και στις καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 4 και 10, που αφορούν τα εικονικά δάνεια Τεκμήρια 2 και 8, στις οποίες ενώ γίνεται αναφορά στις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 και 7, αφού για το Τεκμήριο 13 πουθενά δεν υπάρχει τοιαύτη, οι ημερομηνίες που καταγράφονται ότι εξεδόθησαν και εισπράχθηκαν είναι διαφορετικές από τις ημερομηνίες που φέρουν οι σφραγίδες επί των επιταγών αυτών, που ειρήσθω εν παρόδω είναι προγενέστερες. Πρόσθετα διαπιστώνεται και σοβαρή αντίφαση στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 11, με το ίδιο το Τεκμήριο 7, αφού ενώ στα Τεκμήρια 10 και 11 η επιταγή Τεκμήριο 7 καταγράφεται ότι εξεδόθη επ' ονόματι των ονομάτων των προσώπων που αφορά το εικονικό δάνειο Τεκμήριο 8, στην ίδια την επιταγή το όνομα του δικαιούχου είναι η Εναγόμενη 1, που δεν ήταν καν το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου καταρτίστηκαν τα κατ' ισχυρισμό εικονικά δάνεια. Ούτε επίσης ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί παρουσιάζεται η εντοπισθείσα ανακολουθία στις ημερομηνίες έκδοσης, ονόματα δικαιούχων και ημερομηνίες πληρωμής των επιδίκων επιταγών. Αντίθετα και όπως ο ίδιος παραδέχτηκε δεν γνωρίζει το γιατί και κάτω υπό ποίες συνθήκες εξεδόθησαν οι επίδικες επιταγές και γιατί και για ποίο λόγο εκδόθηκαν επ' ονόματι διαφορετικών προσώπων. Αναφορικά δε με τα εικονικά δάνεια και τις αποδείξεις πληρωμής Τεκμήρια 5 και 11, το συμπέρασμα του ότι πρόκειται περί πλαστογραφημένων εγγράφων, το βασίζει σε υποψίες αφού τα πρόσωπα επ' ονόματι των οποίων καταρτίστηκαν ήταν ανύπαρκτα. Ακόμη σοβαρή αντίφαση παρατηρείται και στην έκθεση που ετοίμασε, Τεκμήριο 12, σε σχέση με το εικονικό δάνειο Τεκμήριο
- Τούτο διότι ενώ από το Τεκμήριο 11 η επιταγή με αριθμό 02540118, συνάγεται ότι εξεδόθη επ' ονόματι των ονομάτων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 8, ο ίδιος στην εν λόγω έκθεση του αναφέρει ότι εξεδόθη επ' ονόματι της Εναγόμενης
- Το ίδιο παρατηρείται και σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 11 αναφορικά με την δεύτερη επιταγή που εξεδόθη για το εν λόγω εικονικό δάνειο, ενώ δηλαδή στο Τεκμήριο 11 το όνομα της δικαιούχου σε αυτήν είναι Γεωργία Γ. ήτοι ένα από τα ονόματα που αναγράφονται στο δάνειο, ο Μ.Ε.2 αναφέρει στην έκθεση του σαν δικαιούχο για αυτήν τον