Μαρούλλας Ιερόθεου Γαβριήλη ν. Σάββα Ιερόθεου κ.α., Αρ. Αγωγής: 187/08, 8/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 187/08 Μεταξύ: Μαρούλλας Ιερόθεου Γαβριήλη, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Σάββα Ιερόθεου, από τον Κάτω Πύργο Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων --------------------------- 8.1.2014 Για την Ενάγουσα: κ. Γαβριηλίδης Για τον Εναγόμενο 1: κα Λ. Θεοφάνους (κα Καρακώστα ν' ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 2: κα Κόκκινου Α Π Ο Φ Α Σ Η Έκταση δέκα σκαλών από το τεμάχιο με αρ. εγγραφής 0/4027 στον Κάτω Πύργο Τηλλυρίας, αποτέλεσε τη διαφορά μεταξύ δύο αδελφών που αντί να επιλυθεί μέσα στα πλαίσια της οικογένειας οδηγήθηκε στο Δικαστήριο. Η διαφορά έχει σαν αφετηρία την εκτέλεση προικοσυμφώνου που φέρεται να καταρτίστηκε το 1953 ή 1954 κατά τους αρραβώνες της Ενάγουσας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η μητέρα των διαδίκων υπέγραψε για λογαριασμό της Ενάγουσας προικοσύμφωνο έγγραφο με το οποίο δώριζε δέκα σκάλες από το κτήμα με αρ. εγγραφής 0/4027 στον Κάτω Πύργο Τηλλυρίας. Το προικοσύμφωνο καταχωρήθηκε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης του χωριού Κάτω Πύργος, ενώ το αντίγραφο που δόθηκε στην Ενάγουσα παρέμεινε στην κατοικία της στο Διόριος όπου και απωλέσθηκε κατά την Τουρκική Εισβολή. Στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 19.9.80 το Κτηματολόγιο προχώρησε στην εγγραφή όλου του κτήματος με αρ. εγγραφής 0/4027 επ' ονόματι του Εναγόμενου
- Την εγκυρότητα του πληρεξουσίου προσβάλλει η Ενάγουσα για τους λόγους που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και άπτονται κυρίως στον τρόπο εκτέλεσης του. Καταλογίζεται δε η χρήση δόλου και απάτης από μέρους του Εναγόμενου 1 για να πετύχει την επ' ονόματι του εγγραφή του επίδικου κτήματος. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ξεχωριστές Υπερασπίσεις με τις οποίες αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας προβάλλοντας κυρίως τη θέση ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε νομότυπα και στη βάση έγκυρων πληρεξουσίων εγγράφων. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Πρωταρχικής σημασίας ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο συνήφθη πράγματι προικοσύμφωνο έγγραφο κατά τους αρραβώνες της Ενάγουσας με το περιεχόμενο που του αποδίδουν η Ενάγουσα και ο σύζυγος της (Μ.Ε.2). Σημειώνεται ότι το κατ' ισχυρισμό προικοσύμφωνο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια δεν αποτελεί στοιχείο μαρτυρίας. Οπότε η όποια μαρτυρία έχει δοθεί και αναφέρεται στο περιεχόμενο του, που σημειωτέον η εκτέλεση του αμφισβητείται από τον Εναγόμενο 1, θα πρέπει να αγνοηθεί εφόσον πρόκειται περί μη αποδεκτής μαρτυρίας εκτός και αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη παρουσίαση του στο Δικαστήριο για να καταστεί τεκμήριο. Σε σχέση με το θέμα της ισχυριζόμενης εκτέλεσης του προικοσυμφώνου, η εκδοχή της Ενάγουσας, όπως διαφάνηκε κατά τη μαρτυρία της, είναι ότι το 1954 ο πατέρας της αποφάσισε να την προικοδοτήσει ενόψει του αρραβώνα της με τον Μ.Ε.2, μετέπειτα σύζυγο της. Τότε μαζεύτηκαν στο σπίτι της ο παπά Στυλλής, οι γονείς της, η ίδια με τον αρραβωνιαστικό της - Μ.Ε.2 και ο μικρός της αδελφός Γιώργος, οκτώ τότε χρονών. Οι γονείς της υπαγόρευαν στον παπά Στυλλή τα αντικείμενα της προικοδότησης και εκείνος τα κατέγραφε κάτω. Την προικοδότησαν με τρία ακίνητα τα οποία σήμερα βρίσκονται στις κατεχόμενες από τους Τούρκους περιοχές, καθώς και με δέκα σκάλες από το χωράφι στην τοποθεσία «Λούρες» του Κάτω Πύργου που είναι κατάλληλο μόνο για κατοικίες και όχι για σπορά. Το τελευταίο είναι το επίδικο. Το προικοσύμφωνο δεν το υπέγραψε η ίδια, ούτε και κανένας άλλος, εκτός από τους γονείς της. Όταν αυτό υπεγράφη, το πήρε ο παπά Στυλλής και το έβαλε στην τσέπη του. Η ίδια δεν πήρε κανένα έγγραφο αλλά ο παπά Στυλλής έδωσε το προικοσύμφωνο στον σύζυγο της όταν συναντήθηκαν στο γάμο του βαπτιστικού της, ο οποίος το έβαλε κάτω από τα σεντόνια μέσα στο ερμάρι στο σπίτι τους στο Διόριος. Η Ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε από τους γονείς της να της μεταβιβάσουν τις δέκα σκάλες στις «Λούρες» και ούτε αυτοί της έκαμαν καμιά σχετική αναφορά. Ο σύζυγος της Μιχαήλ Χριστοδούλου (Μ.Ε.2) επαναλαμβάνει τη θέση της Ενάγουσας σ' όσον αφορά τον καταρτισμό προικοσυμφώνου το 1954 κατά τους αρραβώνες τους στο σπίτι των πεθερικών του στον Πύργο, δίνοντας και άλλες λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ο παπά Στυλλής ρώτησε τα πεθερικά του τι θα προσφέρουν στη θυγατέρα τους. Παρόντες ήταν ο ίδιος, ο νονός και η νονά του, η οποία ήταν δασκάλα στο σχολείο του Πύργου, ο μικρός αδελφός της Ενάγουσας Γιώργος και οι δύο αδελφές της Σοφία και Κυριακού. Απουσίαζαν οι γονείς του γιατί δεν συμφωνούσαν με τον αρραβώνα του. Ο πεθερός του είπεν στον παπά Στυλλή ότι θα δώσει στους αρραβωνιασμένους τέσσερα κτήματα και δέκα σκάλες στην τοποθεσία «Λούρες». Αυτή ήταν η περιγραφή που δόθηκε στο προικοσύμφωνο για το συγκεκριμένο χωράφι. Το προικοσύμφωνο υπέγραψαν τα πεθερικά του και αφού αντάλλαξαν τις αρραβώνες ο παπάς πήρε το προικοσύμφωνο και έφυγε. Οι υπόλοιποι έφαγαν και μετά ο ίδιος εγκατέλειψε τον Πύργο με το φορτηγό του και πήγε στο Διόριος που ήταν το χωριό του. Στις 29.7.73 εξασφάλισε το προικοσύμφωνο από τον παπά Στυλλή, όταν βρισκόταν στο Πύργο για το γάμο του βαφτιστικού τους. Με την τουρκική εισβολή του επίταξαν το φορτηγό του αλλά ζήτησε και πήρε άδεια από τον διοικητή του στρατοπέδου να επισκεφθεί την οικογένεια του. Τους πήρε μαζί του αλλά το προικοσύμφωνο παρέμεινε στο συρτάρι του ερμαριού. Το 2007 πληροφορήθηκε από τη νύμφη του (Μ.Ε.3) ότι ο Εναγόμενος 1 ενέγραψε επ' ονόματι του όλο το χωράφι στις «Λούρες». Τα υπόλοιπα τέσσερα χωράφια, όπως και το χωράφι στις «Λούρες» δεν μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της συζύγου του και δεν γνωρίζει πού κατέληξαν τα τέσσερα χωράφια γιατί δεν τον ενδιέφερε. Για το συγκεκριμένο χωράφι στις «Λούρες» ενδιαφέρθηκαν ο γιος του Ιερόθεος (Μ.Ε.4) και η σύζυγος του (Μ.Ε.3) και είναι ο γιος του που κίνησε την παρούσα αγωγή, γεγονός που πληροφορήθηκε πρόσφατα. Ο λόγος που προχώρησε ο γιος του δικαστικά ήταν γιατί του υποσχέθηκε η μητέρα του να του το δώσει. Όπως ανεφέρθη και ανωτέρω το προικοσύμφωνο δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη μαρτυρία της Ενάγουσας και του συζύγου της το κατ' ισχυρισμό προικοσύμφωνο παρέμεινε στο ερμάρι του σπιτιού τους στο Διόριος κατά την τουρκική εισβολή. Σήμερα το χωριό βρίσκεται στις κατεχόμενες από τους Τούρκους περιοχές. Παρεμβάλλεται η μαρτυρία της Μ.Ε.3 Μαίρης Χριστοδούλου, συζύγου του γιου τους (Μ.Ε.4) η οποία ανέλαβε τη διερεύνηση της τύχης του χωραφιού της πεθεράς της στις «Λούρες», κατόπιν πληρεξουσίου που εξασφάλισε από τον σύζυγο της, μετά την καταδίκη του στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Τότε πληροφορήθηκε ότι όλη η περιουσία της γιαγιάς του συζύγου της Eλένης μετεβιβάσθη επ' ονόματι του Εναγομένου 1 στη βάση ενός πληρεξουσίου εγγράφου που δεν είχε πιστοποιηθεί από τον Πρωτοκολλητή ή πιστοποιούντα υπάλληλο στην παρουσία δύο μαρτύρων και χωρίς να εξηγηθεί το περιεχόμενο του στην πληρεξουσιοδοτούσα. Κάποιες προσπάθειες που έκαμε η ίδια στην Αρχιεπισκοπή, σε Μητροπόλεις και σε διάφορες εκκλησίες για ανεύρεση του προικοσυμφώνου απέβησαν άκαρπες. Για την εκτέλεση του προικοσυμφώνου έδωσε μαρτυρία και ο αδελφός της Ενάγουσας, Γιώργος Ιεροθέου (Μ.Ε.5). Κατέθεσε ότι γεννήθηκε στις 10.8.46 και ήταν παρών στη συγκέντρωση που έγινε για τους αρραβώνες της Ενάγουσας. Εκτός από τον ίδιο που τότε ήταν οκτώ χρονών, παρόντες επίσης ήταν η Ενάγουσα μαζί με τον αρραβωνιαστικό της, ο παπά Στυλλής και οι γονείς του. Αφού έφαγαν, άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους. Άκουσε τον πατέρα του να λέει «δίδω το σπίτι στην κόρη μου». Κάποιος ρώτησε «έχετε κάτι άλλο να δώσετε στο γαμπρό σας;» και η μητέρα του απάντησε «Λούρες». Μετά ο Μ.Ε.5 έφυγε από το τραπέζι και πήγε να παίξει. Ο Μ.Ε.4 Ιερόθεος Χριστοδούλου, γιος της Ενάγουσας και σύζυγος της Μ.Ε.3, ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η μητέρα του τον εξουσιοδότησε να διερευνήσει τα της περιουσίας της ώστε να πωλήσει μέρος από αυτή. Του είχε πει ότι δεν είχε τίτλους ιδιοκτησίας αλλά του έκαμε αναφορά σε κάποιο προικοσύμφωνο. Τότε επισκέφθη τον κοινοτάρχη του Πύργου Τηλλυρίας ο οποίος τον παρέπεμψε στο Κτηματολόγιο. Ακολούθως αποτάθηκε στον ιερέα του Κάτω Πύργου και σε άλλους χωριανούς, όπου τελικά πληροφορήθηκε από τον κοινοτάρχη ότι τα κτήματα ανήκουν στο θείο του Σάββα (Εναγόμενο 1). Τότε επισκέφθηκε το θείο του το 1998 που του παρέδωσε τους τίτλους ιδιοκτησίας που ανήκαν στη μητέρα του, ενώ για το κτήμα στις «Λούρες» του τόνισε ότι του το είχε δώσει η μητέρα του και δεν ανήκε σε κανέναν άλλον. Ακολούθησε δεύτερη συνάντηση μαζί του κατά την οποία υπήρξε έντονη συζήτηση μεταξύ τους και ο θείος του υποσχέθηκε να του δώσει ορισμένες σκάλες από το χωράφι στις «Λούρες». Ακολούθησε η σύλληψη του από την Αστυνομία και η άρνηση του θείου του να τους δώσει οτιδήποτε. Ο ίδιος ενδιαφέρθηκε για το συγκεκριμένο χωράφι γιατί του υποσχέθηκε η μητέρα του να του το δώσει με την προϋπόθεση να την βοηθήσει και εκείνη. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εκδοχή του Εναγόμενου 1, ότι δηλαδή δεν καταρτίστηκε κανένα προικοσύμφωνο για τους αρραβώνες της Ενάγουσας. Aρνήθηκε επίσης ότι υποσχέθηκε οτιδήποτε στον Μ.Ε.4 ή είχε τις κατ' ισχυρισμό συναντήσεις μαζί του. Παραδέχεται ότι είχαν μόνο μια τηλεφωνική επικοινωνία ενώ ο Μ.Ε.4 βρισκόταν στη φυλακή και μια συνάντηση στο χωριό όταν ο ίδιος ήρθε για διακοπές από την Αγγλία και έδωσε στον Μ.Ε.4 τους τίτλους ιδιοκτησίας της μητέρας του για να της τους δώσει. Είναι ισχυρισμός του ότι η Ενάγουσα γνώριζε από το 1989 για την επ' ονόματι του μεταβίβαση του χωραφιού στις «Λούρες», γιατί ο ίδιος της το είπε όταν την φιλοξένησε το 1989 στην Αγγλία, όταν αυτή ήρθε για το γάμο της κόρης του. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 τοποθετείται εκτός των παρόντων προσώπων κατά τη συγκέντρωση για τους αρραβώνες, δεν απαλλάσσει την Ενάγουσα από το βάρος απόδειξης του καταρτισμού και της ύπαρξης του προικοσυμφώνου. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς Ενάγουσας την οποία σύγκρινα με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και με τα τεκμήρια. Είναι κατάληξη μου ότι εντοπίζονται αδυναμίες σε σχέση με την απόδειξη της κατάρτισης του φερόμενου προικοσυμφώνου αλλά και του περιεχομένου του. Θα παραθέσω την αιτιολογία μου. Σ' όσον αφορά την κατάρτιση του κανένας μάρτυρας δεν αναφέρθηκε με τρόπο θετικό και αξιόπιστο ως προς τον ακριβή χρόνο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες καταρτίστη και εκτελέστηκε. Εκτός του ότι όλοι οι μάρτυρες από πλευράς Ενάγουσας συμφωνούν και αναφέρονται στον παπά Στυλλή ότι ήταν ο συντάξας του προικοσυμφώνου, υπήρξε διαφωνία μεταξύ τους ως προς το ποιά πρόσωπα ήταν παρόντα. Σίγουρα ουσιώδης μαρτυρία για το θέμα είναι αυτή των αρραβωνιασμένων για χάρη των οποίων φέρεται να καταρτίστηκε το προικοσύμφωνο που είναι η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.
- Η Ενάγουσα τοποθετεί στη συγκέντρωση για τους αρραβώνες της εκτός από τον παπά Στυλλή και τους γονείς της, επιπρόσθετα την ίδια, τον Μ.Ε.2 και το μικρό αδελφό της Γιώργο (Μ.Ε.5). Ο Μ.Ε.2 τοποθετεί στο χώρο εκτός από τους πιο πάνω, επίσης και τον νονό και τη νονά του που ήταν δασκάλα στο σχολείο του Πύργου καθώς και τις δύο αδελφές της Ενάγουσας Σοφία και Κυριακού. Ο Μ.Ε.5 ήταν ο μικρός Γιώργος στον οποίον έκαμαν αναφορά η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.
- Αυτός θα πρέπει να ήταν επτά χρόνων το 1953 που ο ίδιος τοποθετεί χρονικά τους αρραβώνες και οκτώ χρονών το 1954 που τους τοποθετούν η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.2, εφόσον γεννήθηκε στις 10.8.
- Φαντάζει απίθανο ένα παιδί μόλις επτά-οκτώ χρονών να θυμάται μετά από 59-60 χρόνια περίπου, όχι μόνο ποιοί ήταν παρόντες στη συγκέντρωση, αλλά και τι διεμήφθη μεταξύ τους, ιδιαίτερα όταν ο ίδιος χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη μέρα ως μια συνηθισμένη, όπου κάθονταν και έτρωγαν. Το παράδοξο είναι ότι δεν θυμόταν βασικές λεπτομέρειες, όπως ποιό χρόνο έγινε η συγκέντρωση, εφόσον ο ίδιος την τοποθετεί το 1953 ενώ η αδελφή του και ο γαμπρός του το 1954 ή έστω ποιά εποχή του χρόνου ήταν, ενώ φέρεται να θυμόταν ότι οι γονείς του έδωσαν το σπίτι στην αδελφή του και άκουσε τη λέξη «Λούρες». Ως προς τα πρόσωπα που παρευρίσκοντο στη συγκέντρωση αρχικά τοποθετεί και τον «αδελφό» του παρόντα, προφανώς εννοούσε τον Εναγόμενο 1, αλλά κατά την αντεξέταση του τον αποκλείει. Δεν διαφεύγουν του Δικαστηρίου τα έντονα συναισθήματα που τον διακατέχουν γιατί πιστεύει ότι δεν έγινε δίκαιη μοιρασιά της περιουσίας της μητέρας του, εφόσον τον άφησαν εκτός. Αυτά ήταν ιδιαίτερα εμφανή στη μαρτυρία του που έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι με την παρούσα Αγωγή έχει και ο ίδιος αξίωση επί της περιουσίας της μητέρας τους. Ο Μ.Ε.5 ήταν ο μόνος που χαρακτηρίζει τη μητέρα του ως εντελώς ανίκανη να αντιληφθεί το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου έστω και να της το εξηγούσαν, άνκαι παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι αυτή μπορούσε να συζητήσει μερικά πράγματα. Απέφευγε συστηματικά να τοποθετηθεί στο ότι ήταν έξυπνη γυναίκα απαντώντας σε μια περίπτωση ότι «και εμείς είμαστε παιδιά της και δεν σημαίνει ότι πρέπει να δώσουμε την περιουσία μου σε ένα από την ομάδα των επτά αδελφιών και αδελφές που είμαστε». Από την άλλη τη χαρακτηρίζει δίκαιη γυναίκα γι' αυτό και θα έπρεπε να του έδινε και του ιδίου ως ο μικρότερος της οικογένειας που ήταν, κάποια περιουσία. Δεν αποκλείω να της ζήτησε εν ζωή κάποια περιουσία γι' αυτό και η απάντηση της «δεν έχω άλλα χωράφια να δώσω» στο τηλέφωνο. Διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να δώσει τέτοια απάντηση σε μια απλή ερώτηση «τι κάνεις μητέρα, είσαι καλά;», έστω και να της την υπαγόρευσε κάποιος τρίτος. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι έχει και ο ίδιος απαίτηση επί του συγκεκριμένου κτήματος στις «Λούρες» στη βάση του ότι είναι γιος της Ελένης και του Ιερόθεου. Από τη μαρτυρία του σημειώνεται η αναφορά του ότι μετά που ζήτησε και πήρε το πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου το 2001, σ' όσον αφορά την περιουσία των γονέων του είδε ότι υπήρχε η συγκεκριμένη περιουσία. Αυτό δηλώνει ότι δεν φαίνεται να γνώριζε καν την ύπαρξη της προηγουμένως. Συνεπώς το Δικαστήριο διατηρεί επιφυλάξεις ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του Μ.Ε.5 ενόψει και του προσωπικού συμφέροντος που πιστεύει ότι έχει στην έκβαση της υπόθεσης τους οποίους απορρίπτει. Παραμένει η εξέταση της μαρτυρίας της Ενάγουσας και του Μ.Ε.2 ως προς τις συνθήκες κατάρτισης του προικοσυμφώνου. Πρόκειται περί δύο απλοϊκών και ηλικιωμένων ατόμων, που τους λυπεί το γεγονός ότι η διαφορά με τον Εναγόμενο 1 κατέληξε στο Δικαστήριο. Αυτό ήταν περισσότερο εμφανές στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 που κατέθεσε ότι δεν ήταν δική τους απόφαση η προσφυγή στο Δικαστήριο. Άνκαι υπήρχαν στιγμές που έτεινα προς την αποδοχή της εκδοχής τους, εντούτοις δεν μπορώ να παραβλέψω ότι παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις τόσο μεταξύ τους όσο και με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης σε ουσιώδη μάλιστα σημεία, όπως στα εξής: Ο Μ.Ε.2 ήταν κατηγορηματικός ότι ο παπά Στυλλής μετά που υπεγράφη το προικοσύμφωνο από τους γονείς της Ενάγουσας, το πήρε και έφυγε. Αργότερα το ζήτησε και το πήρε από τον παπά Στυλλή όταν τον συνάντησε στο γάμο του βαφτιστικού του στον Πύργο το 1973 και το τοποθέτησε κάτω από τα σεντόνια στο ερμάρι του σπιτιού του στο Διόριος. Η Ενάγουσα άνκαι δεν ήταν ιδιαίτερα θετική για το θέμα, εντούτοις μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία της ότι το προικοσύμφωνο που κρατούσε ο παπά Στυλλής το έδωσε στο σύζυγο της όταν βρέθηκαν στο γάμο του βαφτιστικού τους. Συμφωνεί και η Ενάγουσα ότι το προικοσύμφωνο τοποθέτησε ο Μ.Ε.2 στο ερμάρι του σπιτιού τους στο Διόριος. Διαφορετική όμως εκδοχή παρουσιάζεται με την Έκθεση Απαίτησης. Ότι δηλαδή «το προικοσύμφωνο τοποθετήθηκε και/ή καταχωρήθηκε στην εκκλησία Αγίας Ειρήνης και αντίγραφο αυτού είχαν στην κατοχή τους η Ενάγουσα με τον σύζυγο της, όμως λόγω της Τουρκικής Εισβολής, αφέθηκε εξ ανάγκης λόγω των ιδιαίτερων εκείνων στιγμών της εισβολής στην οικία τους στο Διόριος και απωλέστηκε». Διαφορά μεταξύ της προσκομισθείσας μαρτυρίας και του δικογράφου της Ενάγουσας εντοπίζεται και στο περιεχόμενο του προικοσυμφώνου. Συγκεκριμένα ενώ στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η μητέρα της Ενάγουσας υπέγραψε το προικοσύμφωνο σύμφωνα με το οποίο δώριζε στην Ενάγουσα δέκα σκάλες από το χωράφι στις «Λούρες», η Ενάγουσα, ο Μ.Ε.2 και ο Μ.Ε.5 κάμνουν αναφορά και σε άλλη περιουσία εκτός των δέκα σκαλών στις «Λούρες». Διαφορά σε σχέση με τα αντικείμενα της προικοδότησης εντοπίζεται και στη μεταξύ τους μαρτυρία όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Ενώ η Ενάγουσα αναφέρεται σε τρία χωράφια και τις δέκα σκάλες στις «Λούρες» ως το αντικείμενο της προικοδότησης, ο Μ.Ε.2 σε τέσσερα χωράφια και τις δέκα σκάλες από τις «Λούρες». Σημειώνεται η διαφορετική αναφορά του Μ.Ε.5 για το θέμα στη μαρτυρία του για το σπίτι και τις «Λούρες». Εκτός των πιο πάνω αδυναμιών που προκύπτουν από τις αντιφάσεις που επισημάνθηκαν στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Ενάγουσας αλλά και με την Έκθεση Απαίτησης, από την όλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργούνται επιπρόσθετα διάφορα ερωτηματικά ως προς το αξιόπιστο της εκδοχής της Ενάγουσας, όπως τα εξής: Γιατί από το 1953 ή 1954 που φέρεται να καταρτίστηκε το προικοσύμφωνο, ανέμενε η Ενάγουσα μέχρι το 2008 να κινηθεί δικαστικά για διεκδίκηση των δικαιωμάτων της; Η δικαιολογία που έδωσε στη μαρτυρία της ότι δηλαδή δεν της το ζήτησε η μητέρα της, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, έχοντας κατά νου τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης. Δεν το διεκδίκησε ούτε και μετά το θάνατο της μητέρας της το
- Αν θεωρείτο κώλυμα για τη μεταβίβαση η εγκατάσταση της μητέρας της το 1963 στην Αγγλία, είχε αρκετό χρόνο στη διάθεση της από το 1953-1954, που φέρεται να καταρτίστηκε το προικοσύμφωνο, μέχρι το 1963 που η μητέρα της μετακόμισε στην Αγγλία για να απαιτήσει το χωράφι. Επίσης είχε την ίδια ευκαιρία στις δύο περιπτώσεις που η μητέρα της ήλθε στην Κύπρο και διέμενε μάλιστα στο σπίτι της Ενάγουσας. Ούτε η δικαιολογία που εισηγήθηκε ο δικηγόρος της στην αγόρευση του, ότι δηλαδή η Ενάγουσα αδράνησε γιατί πίστευε ότι το προικοσύμφωνο ήταν τίτλος ιδιοκτησίας κρίνεται ικανοποιητική, έχοντας κατά νου την εκδοχή της ότι το προικοσύμφωνο δεν βρισκόταν στην κατοχή της και είχεν απολεσθεί. Τι πιο φρόνιμο, ενόψει της απώλειας του προικοσυμφώνου, να απευθυνθεί η ίδια στη μητέρα της και να διεκδικήσει το χωράφι. Και όμως δεν έπραξε τίποτε. Αντίθετα από τη μαρτυρία από πλευράς της διαφάνηκε ότι τα διάφορα διαβήματα ξεκίνησαν το 2007 όταν πληροφορήθηκε ο γιος της την επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Ερωτηματικά δημιουργούνται και από την απόφαση της να διεκδικήσει μόνο τις δέκα σκάλες στις «Λούρες» και όχι και τα τρία ή τέσσερα χωράφια που επίσης φέρεται να αναφέροντο στο προικοσύμφωνο. Σίγουρα οι πιο πάνω διαπιστώσεις - επισημάνσεις του Δικαστηρίου είναι στοιχεία που δρουν καταλυτικά στην αποδοχή της εκδοχής της Ενάγουσας. Το άρθρο 77
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 που αφορά σε προικοσύμφωνα, ήταν το εφαρμοστέον δίκαιο κατά το χρόνο που μας ενδιαφέρει, δηλαδή το 1953-54. Το άρθρο αυτό προνοεί τα εξής: «77
(1)..............................
(2)Σύμβαση που αφορά υποχρεώσεις λόγω γάμου, δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν - (α) είναι γραπτή· και (β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου, στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες: Νοείται ότι το εδάφιο αυτό δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις λόγω γάμου μεταξύ Μωαμεθανών που αναλαμβάνονται σύμφωνα με την πρακτική, που επικρατεί στα Τούρκικα Οικογενειακά Δικαστήρια.» Είναι φανερό από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου ότι η εγκυρότητα ενός προικοσυμφώνου εξαρτάται από την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων που ρητά προβλέπονται στο Νόμο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η Νομοθεσία που διέπει τα προικοσύμφωνα έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 22
(1)του 1995. Η αλλαγή που επέφερε η εν λόγω τροποποίηση συνίσταται στο ότι κάθε προικοσύμφωνο έγγραφο και κάθε σύμβαση παρόμοιας φύσης, το κύρος των οποίων διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο και με τις οποίες αναλαμβάνεται υποχρέωση όπως αιτία γάμου παρασχεθεί περιουσία σε μελλονύμφους ή σε κάθε ένα ξεχωριστά από αυτούς, είναι άκυρες. Η διαπίστωση της εγκυρότητας του είναι απαραίτητη ώστε να παρέχεται ευχέρεια αναφοράς στο περιεχόμενο του προικοσυμφώνου με δευτερεύουσα μαρτυρία, εφόσον το ίδιο το προικοσύμφωνο δεν είναι τεκμήριο. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εκτός του ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και σχετίζεται με την κατάρτιση του προικοσυμφώνου παρουσιάζει αδυναμίες και βρίθει σοβαρών αντιφάσεων και ερωτηματικών σε σημείο που το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα περί του καταρτισμού του, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει επιπρόσθετα και ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της σωστής εκτέλεσης του εγγράφου. Και εξηγώ. Άνκαι η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.2 συμφωνούν ως προς τα πρόσωπα που υπέγραψαν το προικοσύμφωνο ως βαρυνόμενα από τη σύμβαση, δηλαδή οι γονείς της Ενάγουσας, δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι και άλλο ή άλλα πρόσωπα υπέγραψαν το προικοσύμφωνο ως μάρτυρες, όπως προβλέπεται από το Νόμο. Ως εκ τούτου, άνκαι η Ενάγουσα προσέφερε ένα ικανοποιητικό λόγο ως προς την αδυναμία προσκόμισης του προικοσυμφώνου ή έστω του αντιγράφου του ως τεκμηρίου, ότι δηλαδή εγκαταλείφτηκε στο χωριό Διόριος κατά την Τουρκική εισβολή, εντούτοις η μαρτυρία ως προς την κατάρτιση και εγκυρότητα του, αλλά και το περιεχόμενο του παραμένει σκοτεινή και ασαφής. Ενόψει των πιο πάνω, είναι κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την κατάρτιση έγκυρου προικοσυμφώνου και συνακόλουθα την υποχρέωση την οποία φέρεται να ανέλαβε η μητέρα της για μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι της έκτασης δέκα
(10)σκαλών από το χωράφι στις «Λούρες», με την προοπτική τέλεσης γάμου. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας στη γραπτή του αγόρευση προσβάλλει τη νομιμότητα της πράξης του Κτηματολογίου μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 ότι έγινε στη βάση άκυρων πληρεξουσίων εγγράφων. Είναι κοινό έδαφος ότι τη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου στις «Λούρες» στο Κτηματολόγιο ανέλαβε ο Χαράλαμπος Νικολάου Χ"Μιχαήλ, ο οποίος ενεργούσε και για την δικαιοπάροχο στη βάση του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 6) και για τον δικαιοδόχο στη βάση άλλου πληρεξουσίου (Τεκμήριο 7) που δόθηκε από τον Εναγόμενο
- Σημειώνεται από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 η αναφορά του, επί της οποίας δεν αντεξετάστηκε, ότι ο Χαράλαμπος Νικολάου και Χαράλαμπος Νικολάου Χ"Μιχαήλ είναι το ίδιο πρόσωπο. Στη συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω την εγκυρότητα του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου που έδωσε η μητέρα της Ενάγουσας στην Αγγλία στο Χαράλαμπο Νικολάου για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του χωραφιού στις «Λούρες», επ' ονόματι του Εναγομένου 1 ως δωρεά. Η πλευρά της Ενάγουσας προβάλλει τη θέση ότι το πληρεξούσιο που έδωσε η μητέρα της (Τεκμήριο 6) είναι άκυρο εφ' ενός μεν γιατί δεν τηρήθηκαν ορισμένες προϋποθέσεις του Νόμου και αφ' ετέρου για λόγους που άπτονται της υγείας και της ηλικίας της μητέρας των διαδίκων, οι οποίοι την καθιστούσαν ανίκανη να καταρτίσει ένα έγκυρο πληρεξούσιο έγγραφο. Με το εν λόγω πληρεξούσιο που ετοιμάστηκε και υπογράφτηκε στα γραφεία της Υπάτης Αρμοστείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο, η μητέρα των διαδίκων Ελένη Παπασάββα φέρεται να κατέστησε τον Χαράλαμπο Νικολάου πληρεξούσιο της για συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή να μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στον Εναγόμενο 1 το επίδικο χωράφι και οποιανδήποτε άλλη περιουσία είχε επ' ονόματι της. Είναι κοινό έδαφος ότι το πληρεξούσιο αυτό χρησιμοποιήθηκε μόνο στην περίπτωση της επίδικης μεταβίβασης. Φέρεται να δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό μια σχέση αντιπροσωπείας η οποία διέπεται από το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο 142 του Νόμου προβλέπει τα εξής: «
- «Αντιπρόσωπος» είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται «αντιπροσωπευόμενος». Σύμφωνα με το άρθρο 146 η πληρεξουσιοδότητα του αντιπροσώπου δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή. Θεωρείται ρητή όταν αυτή παρέχεται προφορικά ή γραπτά ενώ σιωπηρή όταν συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. άρθρο 147 του πιο πάνω Νόμου). Τα άρθρα 171, 172, 173 και 174 του ιδίου Νόμου πραγματεύονται περί των υποχρεώσεων του αντιπροσώπου έναντι του αντιπροσωπευόμενου και οι πρόνοιες τους είναι παρόμοιες με εκείνες του Αγγλικού από το οποίο το Κυπριακό Δίκαιο έλκει την καταγωγή του. Στο Σύγγραμμα Bowstead on Agency, 14η Έκδοση, σελ. 32 ο αντιπρόσωπος μπορεί να διορισθεί δυνάμει σύμβασης γραπτής ή προφορικής. Γενικά δεν απαιτούνται τυπικές διαδικασίες για τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. Το πληρεξούσιο έγγραφο είναι ένα επίσημο έγγραφο με το οποίο ένα πρόσωπο δίδει εξουσία σε κάποιον άλλο να τον αντιπροσωπεύσει ή να ενεργήσει για τον ίδιο για συγκεκριμένο σκοπό. Μπορεί να δώσει γενικές ή ειδικές εξουσίες. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα εξυπακουόμενης σχέσης αντιπροσώπευσης μεταξύ της μητέρας της Ενάγουσας και του Χαράλαμπου Νικολάου ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου της Ενάγουσας στις «Λούρες» καθώς και της υπόλοιπης περιουσίας της στον Εναγόμενο 1 λόγω δωρεάς. Η εξουσιοδότηση που έδωσε στον Νικολάου είναι ρητή και περιέχεται στο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6). Αυτό καταρτίστηκε στα γραφεία της Υπάτης Αρμοστείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο, στην παρουσία τριών λειτουργών, όπου είχεν οδηγήσει τη μητέρα του ο Εναγόμενος 1 για το συγκεκριμένο σκοπό. Το κείμενο του πληρεξουσίου εγγράφου ετοιμάστηκε από γυναίκα λειτουργό της Υπάτης Αρμοστείας το οποίο αφού διαβάστηκε και εξηγήθηκε το περιεχόμενο του στη μητέρα των διαδίκων και αυτή συμφώνησε, την κάλεσαν να το υπογράψει αφού τους έδειξε το διαβατήριο της. Επειδή αυτή ήταν αγράμματη έθεσε αποτύπωμα του αντίχειρα της γεγονός που πιστοποίησε στο πληρεξούσιο άντρας λειτουργός, δηλαδή ο Μ. Κλεόπας, Γενικός Πρόξενος της Υπάτης Αρμοστείας. Ακολούθως ο ίδιος λειτουργός προέβη στη σχετική πιστοποίηση επί του πληρεξουσίου εγγράφου ότι η Ελένη Ιερόθεου υπέγραψε στην παρουσία του και μετά υπέγραψε και ο ίδιος στις 19.9.80 θέτοντας τη σφραγίδα. Για τα πιο πάνω που προκύπτουν από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 και επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του ιδίου του εγγράφου (Τεκμήριο 6) προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτόν τόσο στις ενέργειες του Εναγόμενου 1, όσο και στη διαδικασία κατάρτισης του πληρεξουσίου. Η μητέρα του Εναγόμενου 1, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου, αλλά και της Ενάγουσας διέμενε μαζί του στην Αγγλία από το 1963 μέχρι το θάνατο της το 1996 και αυτός μερίμνησε και τα της κηδείας της (βλ. αποδείξεις Τεκ.11 και 12). Συνεπώς δεν κρίνεται αφύσικο που ήθελε να δώσει την περιουσία της στον Εναγόμενο 1, ενώ ακόμη ζούσε. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 25
(1)(α) του περί Συμβάσεων Νόμου είναι εκτελεστή η πράξη δωρεάς όταν συνάπτεται λόγω φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ μερών τα οποία συνδέονται με στενή συγγένεια, όπως στην παρούσα περίπτωση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ελληνοπούλου ν. Δημητριάδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 709, ο Νόμος δεν καθορίζει την έννοια της «στενής συγγένειας» και ο όρος αυτός δεν είναι τεχνητός αλλά ανήκει στο Δικαστήριο η ευθύνη για τον προσδιορισμό της. Στις λεπτομέρειες ακυρότητας των πληρεξουσίων εγγράφων στην Έκθεση Απαίτησης περιλαμβάνεται και ισχυρισμός ότι η μητέρα της Ενάγουσας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή που επηρέαζαν την διαύγεια και καθαρή σκέψη της, ενώ από την άλλη ήταν αγράμματη και ηλικιωμένη. Η μοναδική μαρτυρία ενώπιον μου που περιγράφει τη μητέρα της Ενάγουσας ως εντελώς ανίκανη να αντιληφθεί το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου επειδή ήταν αγράμματη και γιατί αυτό ήταν γραμμένο στην καθαρεύουσα είναι αυτή του Μ.Ε.5. Η Ενάγουσα μαρτύρησε ότι δεν γνώριζε την κατάσταση της μητέρας της παρά μόνο ισχυρίστηκε ότι ήταν ηλικιωμένη, ο δε σύζυγος της (Μ.Ε.2) ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι η πεθερά του δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα υγείας. Δεν υπάρχει καμιά ιατρική μαρτυρία ενώπιον μου σ' όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό κατάσταση της υγείας της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 1982, ενώ από τη άλλη η μαρτυρία του Μ.Ε.5 για το θέμα υπήρξε ασαφής και ατεκμηρίωτη. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα ικανοποιητικό στοιχείο που να κατατείνει στο ότι η μητέρα της Ενάγουσας λόγω της ηλικίας της που θα πρέπει να ήταν τότε 72 χρονών ή άλλων προβλημάτων υγείας της δεν αντιλαμβάνετο τι υπέγραφε, ώστε να υπεισέρχεται θέμα δόλου ή απάτης. Το γεγονός ότι ήταν αγράμματη από μόνο του δεν αποδεικνύει και ότι δεν αντιλαμβάνετο το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου που υπέγραψε, το οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 και τα πιο πάνω ευρήματα μου, της εξήγησε προηγουμένως λειτουργός της Υπάτης Αρμοστείας. Στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος της Ενάγουσας, αλλά και ο Μ.Ε.5 κατά τη μαρτυρία του πρόβαλαν ακόμη δύο λόγους που οδηγούν, κατά την άποψη τους, σε ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 6). Ο ένας είναι ότι η υπογραφή της μητέρας των διαδίκων ήταν απόρροια του απόλυτου ελέγχου που ασκούσε ο Εναγόμενος 1 στο άτομο της για χρόνια και ο άλλος ότι της απέκρυψε το πραγματικό σκοπό επίσκεψης τους στα γραφεία της Υπάτης Αρμοστείας στο Λονδίνο. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα αμφισβητούμενα θέματα που προκύπτουν κατά τη συμπλήρωση των δικογράφων ή που νομότυπα προστίθενται ή διαφοροποιούνται κατά την ημέρα της δίκης. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Homeros Th. Courtis & Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των καθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Οι πιο πάνω δύο λόγοι δεν περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες ακυρότητας του πληρεξουσίου εγγράφου ή στις λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης από μέρους του Εναγομένου 1 που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνει τις λεπτομέρειες ώστε να συμπεριληφθούν και οι πιο πάνω λόγοι γι' αυτό και δεν τους εξετάζει. Ακόμη και στην περίπτωση που ήταν δυνατή η εξέταση τους, απουσιάζει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί να στηριχθεί η σχετική εισήγηση. Άλλη εισήγηση που οδηγεί σε ακυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμηρίου 6, στην οποία έδωσε έμφαση ο δικηγόρος της Ενάγουσας στη γραπτή του αγόρευση, είναι ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου περί πιστοποίησης του από Πρωτοκολλητή ή πιστοποιούντα υπάλληλο στην παρουσία δύο μαρτύρων, οι οποίοι και προσυπογράφουν. Όταν καταρτίστηκε το πληρεξούσιο έγγραφο βρισκόταν σε ισχύ ο περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμος Κεφ. 39. Με το Νόμο αυτό ο Υπουργός Εσωτερικών είχε εξουσία να διορίζει πιστοποιούντες υπαλλήλους για να εκδίδουν πιστοποιητικά ότι υπογραφές ή σφραγίδες που τίθενται σε έγγραφα είναι υπογραφές ή σφραγίδες των προσώπων των οποίων θεωρούνται ότι είναι οι υπογραφές ή σφραγίδες. Τα άρθρα 6, 7 και 8 του πιο πάνω Νόμου καθορίζουν τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ένας πιστοποιών υπάλληλος πιστοποιεί την υπογραφή κάποιου. Σημειώνεται ότι ο πιο πάνω Νόμος καταργήθηκε με το Νόμο 165
(1)/
- Οι πρόνοιες του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου εφαρμόζονται στην περίπτωση πιστοποίησης υπογραφής από πιστοποιούντα υπάλληλο που διορίστηκε σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια στον πιο πάνω Νόμο ή σε άλλη νομοθεσία ότι η πιστοποίηση υπογραφής σε πληρεξούσια έγγραφα είναι αποκλειστικό προνόμιο των πιστοποιούντων υπαλλήλων ή του Πρωτοκολλητή. Όπως και δεν εντοπίζεται νομοθεσία που να αποκλείει την πιστοποίηση υπογραφών από τις διπλωματικές ή προξενικές υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 κρίνονται ως αποδεκτά πληρεξούσια ή άλλα έγγραφα που καταρτίστηκαν εκτός των συνόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως απόδειξη σε οποιαδήποτε διαδικασία ή συναλλαγή δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου νοουμένου ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Παραθέτω αυτούσιο το μέρος του άρθρου 17 που μας αφορά: «
- Κάθε έγγραφο που καταρτίστηκε - (α) στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο της Κοινοπολιτείας (εκτός της Δημοκρατίας), και επί του οποίου φέρεται ότι επικολλήθηκε, αποτυπώθηκε ή τέθηκε - (ι) στην περίπτωση πληρεξουσίων, η σφραγίδα και υπογραφή συμβολαιογράφου ή λειτουργού ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από νόμο σε οποιοδήποτε τέτοιο τόπο να εκτελεί τα καθήκοντα συμβολαιογράφου· ................................... (β) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα ή τόπο, και που φέρεται ότι έχει επικολληθεί, αποτυπωθεί, ή τεθεί επί αυτού η σφραγίδα και η υπογραφή οποιουδήποτε από τα ακόλουθα, πρόσωπα, δηλαδή, οποιουδήποτε πρέσβη της Δημοκρατίας, απεσταλμένου, υπουργού, επιτετραμμένου ή οποιουδήποτε γραμματέα πρεσβείας ή διπλωματικής αποστολής που ασκεί τις αρμοδιότητες του σε οποιαδήποτε ξένη χώρα, ή οποιουδήποτε γενικού προξένου, πρόξενου, υποπρόξενου και προξενικού αντιπροσώπου της Δημοκρατίας που ασκεί τις αρμοδιότητες του σε οποιοδήποτε ξένο τόπο, προς επιμαρτύρηση οποιουδήποτε όρκου που προσάχθηκε, ένορκης δήλωσης που έγινε ή πράξης που τελέστηκε από ή ενώπιον οποιουδήποτε από τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα, γίνεται δεκτό, εκτός αν υφίσταται άλλη ειδική διάταξη αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα σε οποιοδήποτε Νόμο που ισχύει εκάστοτε, ως απόδειξη σε οποιοδήποτε Δικαστήριο της Δημοκρατίας ή σε οποιαδήποτε διαδικασία ή συναλλαγή δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου που ισχύει εκάστοτε, χωρίς απόδειξη της σφραγίδας ή υπογραφής οποιουδήποτε τέτοιου προσώπου ή της επίσημης ιδιότητας αυτού.» Θα ήταν αδιανόητο εξάλλου κάποιος κάτοικος εξωτερικού να αναγκάζεται να έλθει στην Κύπρο όπου υπάρχουν πιστοποιούντες υπάλληλοι για να εξουσιοδοτήσει κάποιον να τον αντιπροσωπεύσει για συγκεκριμένο σκοπό, εφόσον ερχόμενος στην Κύπρο θα μπορούσε να το πράξει και ο ίδιος. Στις πλείστες περιπτώσεις η εξουσιοδότηση δίνεται όταν αδυνατεί ο ίδιος ο πληρεξουσιοδοτών να τελέσει την πράξη. Ως εκ τούτου, ο καταρτισμός και η πιστοποίηση υπό του προξενικού λειτουργού της Υπάτης Αρμοστείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο της αυθεντικότητας της υπογραφής της μητέρας της Ενάγουσας επί του Τεκμηρίου 6 κρίνεται ως καθόλα έγκυρη και ισχυρά. Στη γραπτή της αγόρευση η δικηγόρος του Εναγομένου 2, προέβη σε επίκληση των προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Καταργήσεως της Νομιμοποίησης Εγγράφων Εκδιδομένων υπό Διπλωματικών Εκπροσώπων ή Προξενικών Λειτουργών, η οποία έγινε στο Λονδίνο στις 7.6.1968, η οποία Σύμβαση κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 6 του
- Σκοπός της Σύμβασης είναι η ενδυνάμωση των δεσμών μεταξύ των Κρατών-Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ώστε να καθίσταται εφικτή η χρήση αλλοδαπών εγγράφων κατά τον ίδιο τρόπο όπως και των εγγράφων που προέρχονται από τις Εθνικές Αρχές. Το άρθρο 2 προνοεί ότι η πιο πάνω Σύμβαση τυγχάνει εφαρμογής επί των εγγράφων που εκδίδονται από διπλωματικούς εκπροσώπους ή προξενικούς λειτουργούς υπό την επίσημη τους ιδιότητα. Το δε άρθρο 5 της Σύμβασης προβλέπει ότι οι πρόνοιες της Σύμβασης υπερισχύουν των διατάξεων οποιασδήποτε Σύμβασης ή Συμφωνίας που προνοεί περί της νομιμοποίησης της αυθεντικότητας της υπογραφής διπλωματικών ή προξενικών εκπροσώπων. Στην παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται περί πιστοποίησης υπογραφής διπλωματικής αρχής άλλου κράτους-μέλους, αλλά της ίδιας της διπλωματικής αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αγγλία. Οι πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου θα τύγχαναν εφαρμογής αν την πιστοποίηση διενεργούσε η διπλωματική αρχή άλλης χώρας από της Κύπρου. Έχω ήδη προβεί σε ορισμένα επιμέρους ευρήματα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω. Επιπρόσθετα βρίσκω ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Η μητέρα των διαδίκων στις 19.9.80 εξουσιοδότησε τον Χαράλαμπο Νικολάου με το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6) να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι του Εναγόμενου
- Το ίδιο πρόσωπο εξουσιοδότησε και ο Εναγόμενος 1 στις 4.6.81 για να αποδεχθεί την επ' ονόματι του μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου, με το Τεκμήριο
- Προξενικός Λειτουργός της Υπάτης Αρμοστείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο ετοίμασε και πιστοποίησε τις υπογραφές της μητέρας της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 στα πιο πάνω ειδικά πληρεξούσια έγγραφα. Στη βάση των πιο πάνω πληρεξουσίων εγγράφων ο Χαράλαμπος Νικολάου Χ"Μιχαήλ επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Λευκωσίας για να προβεί στη μεταβίβαση του επίδικου χωραφιού επ' ονόματι του Εναγόμενου
- Το Κτηματολόγιο προχώρησε στις 18.4.82 στην επίδικη μεταβίβαση προφανώς γιατί είχε ικανοποιηθεί ως προς τη γνησιότητα των δύο πληρεξουσίων και ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να τα κρίνει αποδεκτά. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το επιλήψιμο και ούτε τέθηκε κανένας ικανοποιητικός λόγος από πλευράς Ενάγουσας, που είχε το βάρος απόδειξης, για τους ισχυρισμούς της περί άκυρης πράξης μεταβίβασης. Ως εκ τούτου και αυτή η εισήγηση από πλευράς Ενάγουσας δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Με την πιο πάνω κατάληξη είναι φανερό ότι η γενόμενη μεταβίβαση είναι έγκυρη στη βάση έγκυρων πληρεξουσίων εγγράφων που δόθηκαν από τη μητέρα της Ενάγουσας και τον Εναγόμενο 1 και συνακόλουθα η Ενάγουσα αποτυγχάνει στις αξιώσεις της που έχουν ως βάση το αγώγιμο δικαίωμα της κατ' ισχυρισμό ακυρότητας των πληρεξουσίων. Έχω εξετάσει και την αξίωση της Ενάγουσας επί της επίδικης ακίνητης περιουσίας στη βάση του κληρονομικού της δικαιώματος και ούτε αυτή μπορεί να πετύχει. Η επίδικη μεταβίβαση έγινε το 1982 πολύ προ του θανάτου της μητέρας της Ενάγουσας και αποτελεί μια καθόλα νόμιμη πράξη δωρεάς από μητέρα σε γιο χωρίς να παρουσιαστεί κανένα στοιχείο που να συνηγορεί στο αντίθετο. Η Αγωγή θα ήταν απορριπτέα και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στην περίπτωση του κληρονομικού δικαιώματος η Αγωγή θα έπρεπε να στρεφόταν εναντίον του διαχειριστή της περιουσίας της μητέρας της Ενάγουσας που θεωρείται αναγκαίος διάδικος. Και αν ακόμη δεν είχε διοριστεί διαχειριστής θα μπορούσε η ίδια να προχωρήσει σε διαβήματα για παραχώρηση περιορισμένων εγγράφων διαχείρισης. Σ' όσον αφορά την πρόνοια στο πληρεξούσιο έγγραφο ότι θα ήταν αμετάκλητο για περίοδο ουχί μικρότερη των δώδεκα μηνών από τις 19.9.80, κρίνεται λανθασμένη η ερμηνεία που της αποδίδει η Μ.Ε.3 στη μαρτυρία της. Ο όρος είναι σαφής ότι η μητέρα του Εναγόμενου 1 δεν μπορεί να ανακαλέσει το πληρεξούσιο για περίοδο ενός χρόνου από την υπογραφή του. Η ερμηνεία που αποδίδει στον όρο αυτό η Μ.Ε.3, ότι δηλαδή ήταν περιορισμένης διάρκειας ώστε κατά την επίδικη μεταβίβαση η προθεσμία του ενός χρόνου να είχεν ήδη εκπνεύσει, σίγουρα δεν εξάγεται από το συγκεκριμένο όρο. Από την άλλη, η εισήγηση του δικηγόρου της Ενάγουσας στη γραπτή του αγόρευση ότι η ύπαρξη του συγκεκριμένου και «δυσνόητου όρου» είναι ενδεικτική της εκδοχής του ότι η μητέρα της Ενάγουσας δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο Εναγόμενος 1 εξήγησε στη μαρτυρία του ότι το πληρεξούσιο ετοιμάστηκε από τη λειτουργό της Υπάτης Αρμοστείας στη βάση των τυποποιημένων πληρεξουσίων εγγράφων που είχαν εκεί και της εξηγήθηκε το περιεχόμενο του. Απλά η μητέρα του πληροφόρησε τους λειτουργούς περί του ειδικού σκοπού του πληρεξουσίου. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η Αγωγή απορρίπτεται εναντίον και των δύο Εναγομένων με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: (Αξίωση δυνάμει προικοσυμφώνου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο