← Κύπρος

Χριστάκης Χατζηνεοφύτου κ.α. ν. Δήμου Πέγειας, Αρ. Αγωγής :- 2002/13, 20/1/2014

Χριστάκης Χατζηνεοφύτου κ.α. ν. Δήμου Πέγειας, Αρ. Αγωγής :- 2002/13, 20/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2002/13

  1. Χριστάκης Χατζηνεοφύτου
  2. Αναστάσης Κάττου Και Δήμου Πέγειας Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνίας 2/8/2013 Ημερομηνία :- Δευτέρα 20η Ιανουαρίου 2014 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κος. Κρίτων Παπαλοίζου κος. Στέλιος Στυλιανού Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- κος. Στέλιος Στυλιανού Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Νικόδημος Φακοντής για Ιωάννη Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- κος. Νικόδημος Φακοντής Ενδιάμεση Απόφαση
  3. Αιτούνται διάταγμα οι ενάγοντες με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος όπως παύσει να επεμβαίνει στο κτήμα τους (στο εξής θα καλείται το «επίδικο ακίνητο»).
  4. Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 14 συνολικά λόγους ένστασης.
  5. Περιορίστηκαν οι διάδικοι στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης δίχως οι ενόρκως δηλούντες να αντεξεταστούν.
  6. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με κατάθεση γραπτών αγορεύσεων και συμπληρωματικά στη συνέχεια με προφορικές αγορεύσεις, μία εβδομάδα αργότερα, έτσι ώστε να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στο Δικαστήριο προς μελέτη τόσο της αίτησης και ένστασης όσο και του περιεχομένου των γραπτών αγορεύσεων.
  7. Αιτούνται διάφορες θεραπείες οι ενάγοντες με την αγωγή τους. Μεταξύ αυτών είναι αυτούσιο και το διάταγμα το οποίο ζητούν με αυτή την αίτηση. Δίχως μάλιστα, με την αίτηση τους, να τίθεται οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός της ισχύς αυτού υπό την έννοια της προσωρινότητας του ως μία ενδιάμεση θεραπεία μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής.
  8. Ευθύς εξ αρχής αυτό το οποίο προβλημάτισε ιδιαίτερα το Δικαστήριο ως προς τη φύση του διατάγματος την έκδοση του οποίου αιτούνται οι ενάγοντες είναι το γεγονός ότι ενώ με αυτό ζητείται η παύση της παράνομης επέμβασης στο επίδικο ακίνητο ήδη η επέμβαση αυτή είχε προηγηθεί πριν περίπου 13 χρόνια με τη κατασκευή έργων ουσιαστικά μόνιμης μορφής[1]. Όπως, δηλαδή, μεταξύ άλλων, επιχωμάτωση, δημιουργία χώρου στάθμευσης και τοποθέτηση κιγκλιδώματος.
  9. Κατά την ακρόαση της αίτησης, έθεσε το Δικαστήριο στους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων το εξής ερώτημα. Κατά πόσο ήταν πρόσφορη η έκδοση ενός διατάγματος για τη παύση της παράνομης επέμβασης εφόσον αυτή ήδη είχε ολοκληρωθεί. Υπενθυμίζοντας παράλληλα πως δεν είχε παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με την οποιαδήποτε πρόθεση του εναγομένου να προβεί σε εκτέλεση νέων έργων εντός του επίδικου ακινήτου.
  10. Βεβαίως το Δικαστήριο όταν έθετε το συγκεκριμένο ερώτημα διατηρούσε υπόψη του και τη φύση της παράνομης επέμβασης. Δηλαδή, κατασκευαστικά έργα ουσιαστικά μόνιμης μορφής τα οποία είχαν ολοκληρωθεί σε ένα χρονικό σημείο 13 χρόνια περίπου πριν και από τη καταχώρηση της αγωγής.
  11. Το ερώτημα αυτό παρέμεινε αναπάντητο ενώ, διατηρώντας υπόψη τα όσα είχαν λεχθεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αίτησης, η προσπάθεια η οποία καταβλήθηκε μεταξύ 7/11/2013 και 5/12/2013 από τους δικηγόρους των διαδίκων να καταλήξουν σε μία από κοινού αποδεκτή έκδοση διατάγματος με ανάλογη διατύπωση αυτού, έτσι ώστε με αυτή να συμφωνούν και οι δύο πλευρές, δυστυχώς απέβη άκαρπη.
  12. Τονίζεται ιδιαίτερα η σημασία της λέξης «παύση» ως μέρος του αιτούμενου διατάγματος. Η έννοια της λέξης είναι απλή. Παύση μίας ενέργειας ή κατάστασης είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή ως η διακοπή αυτής είτε επί μόνιμης είτε προσωρινής βάσης. Δηλαδή, επιβάλλεται ένα τέλος σε μία υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων είτε επί προσωρινής είτε μόνιμης βάσης.
  13. Ασφαλώς η ίδια η έννοια της «παύσης» εξαρτάται και από τη μορφή της επέμβασης την οποία οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο όπως παύσει - ή ουσιαστικά απαγορεύσει - με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εάν, παραδείγματος χάριν, η επίδικη παράνομη επέμβαση λάμβανε τη μορφή της επί καθημερινής βάσης επέμβασης από τον εναγόμενο, τότε δεν θα εγειρόταν τέτοιο θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο.
  14. Παραδείγματος χάριν, εάν η μορφή επέμβασης ήταν η στάθμευση των αυτοκινήτων των υπαλλήλων του εναγομένου επί του επίδικου ακινήτου επί καθημερινής βάσης. Μία τέτοια συνεχής μεν αλλά όχι μόνιμης μορφής επέμβαση θα μπορούσε να εμποδιστεί με την έκδοση ενός διατάγματος το οποίο θα απαγόρευε στον εναγόμενο και τους υπαλλήλους του να χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο ως χώρο στάθμευσης.
  15. Δεν έχει βεβαίως παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να εξειδικεύει τη παράνομη επέμβαση από τον εναγόμενο με αυτό τον τρόπο. Έστω και εάν υπάρχει αναφορά στην αρχική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης σε δημιουργία μεν χώρου στάθμευσης δίχως όμως παράλληλα να υπάρχει και αναφορά χρήσης αυτού από τον εναγόμενο ή οποιοδήποτε υπάλληλο του.
  16. Αντιθέτως σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί η παράνομη επέμβαση από τον εναγόμενο έχει προηγηθεί του αιτήματος των εναγόντων κατά 13 περίπου έτη ενώ επιπλέον έχει λάβει μόνιμη μορφή υπό την έννοια της δημιουργίας μίας χρονικά σταθερής και αμετακίνητης κατάστασης πραγμάτων.
  17. Τονίζεται επιπλέον πως δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο λογικά να θεωρήσει πως η έκδοση ενός διατάγματος παύσης της παράνομης επέμβασης θα μπορούσε στη πράξη να ερμηνευθεί ως διάταγμα άρσης της παράνομης επέμβασης. Δίχως όμως παράλληλα να αποκλείεται το ενδεχόμενο οι ενάγοντες με την έκδοση ενός διατάγματος παύσης της παράνομης επέμβασης, επί μίας λανθασμένης αντίληψης της εμβέλειας διατάγματος τέτοιας φύσης, να καταχωρούσαν και αίτηση παρακοής του, διεκδικώντας όχι τόσο τη παύση της παράνομης επέμβασης - εφόσον αυτή έχει συντελεστεί εδώ και 13 χρόνια περίπου - αλλά ουσιαστικά τη παύση της παράνομης επέμβασης δια μέσω της άρσης της.
  18. Διεκδικώντας δηλαδή μία διαφορετική μορφή προσωρινής θεραπείας από αυτή η οποία θα είχε χορηγηθεί με την έκδοση διατάγματος παύσης και προωθώντας μία λανθασμένη θέση ως προς το ότι η παύση της παράνομης επέμβασης είναι εφικτή μόνο με το να τεθεί ένα τέρμα σε αυτή με την αφαίρεση όλων των μόνιμων έργων. Η κατασκευή των οποίων - σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί - αποτελεί τόσο την αρχική όσο και τη σημερινή μορφή της παράνομης επέμβασης στο επίδικο ακίνητο. Ενώ η αφαίρεση αυτών στη πραγματικότητα θα αποτελούσε άρση και όχι παύση της παράνομης επέμβασης.
  19. Ένα άλλο παράδειγμα παράνομης επέμβασης θα ήταν η κατασκευή από τον εναγόμενο ενός λυόμενου κτιρίου εντός του επίδικου ακινήτου. Παρά και τη πρακτική δυνατότητα της μετακίνησης ενός λυόμενου κτιρίου ασφαλώς αυτό εκ πρώτης όψεως θα είχε μία φαινομενικά μόνιμη μορφή σε αντίθεση με τη παράνομη επέμβαση η οποία θα συνέβαινε με την επί καθημερινής βάσης στάθμευση των αυτοκινήτων των υπαλλήλων του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο. Όμως και σε αυτή τη περίπτωση η παύση αυτής της μορφής παράνομης επέμβασης θα μπορούσε να είχε λογικό νόημα μόνο εάν όντως προς συμμόρφωση με το διάταγμα ο εναγόμενος μετακινούσε αυτό το λυόμενο κτίριο. Ουσιαστικά όμως το τι θα συνέβαινε θα ήταν και πάλι η άρση της παράνομης επέμβασης παρά η παύση της.
  20. Έστω δηλαδή και εάν στη περίπτωση ενός λυόμενου κτιρίου η μετακίνηση αυτού τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως θα ήταν ευκολότερη από την άρση της παράνομης επέμβασης η οποία έχει προκύψει από τη κατασκευή έργων μονιμότερης μορφής. Όπως, παραδείγματος χάριν, η επιχωμάτωση η οποία έγινε εντός του επίδικου ακινήτου[2].
  21. Θέτοντας το πολύ απλά η αιτούμενη παύση της παράνομης επέμβασης λογικά θα μπορούσε να είχε νόημα μόνο σε περίπτωση κατά την οποία αυτό το οποίο θα επιτυγχανόταν θα ήταν η άρση της παράνομης επέμβασης. Η παύση δηλαδή της παράνομης επέμβασης δια μέσω της άρσης της.
  22. Δεν υπάρχει δηλαδή οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα το αιτούμενο διάταγμα να είχε οποιαδήποτε χρησιμότητα ή λογική ή ουσιαστικά πρακτική εφαρμογή αυτού παρά μόνο εάν αυτό απέληγε σε άρση της παράνομης επέμβασης. Παρά το ότι βεβαίως με το αίτημα τους οι ενάγοντες δεν ζητούν την έκδοση προστακτικού διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης αλλά ενός απαγορευτικού διατάγματος παύσης αυτής. Τέτοια προστακτικά διατάγματα αποτελούν μέρος των θεραπειών τις οποίες οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους (βλ. σχετικά τις θεραπείες (Γ) έως και (ΣΤ) στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής) και με τα οποία διατάσσεται ο εναγόμενος να προβεί σε συγκεκριμένες πράξεις.
  23. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται εμφανής η σημασία την οποία έχει η χρήση της λέξης ή ουσιαστικά η έννοια την οποία η λέξη «παύση» αποκτά σε σχέση με τις περιστάσεις υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  24. Θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί πως οι ενάγοντες προσπαθούν με συγκεκαλυμμένο τρόπο να εξασφαλίσουν ένα προστακτικό διάταγμα υποβάλλοντας όμως αίτημα για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος.
  25. Εντούτοις δεν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως αυτός ήταν ο σκοπός των εναγόντων με την καταχώρηση της αίτησης του. Απλά στην ενδεχόμενη εφαρμογή του αιτούμενου διατάγματος αυτή θα μπορούσε να ήταν εν τέλει η κατάληξη του.
  26. Οδηγώντας μάλιστα και σε καταχώρηση επακόλουθης αίτησης με την οποία θα ζητούσαν την τιμωρία του εναγομένου λόγω της ανυπακοής του προς το διάταγμα παύσης της παράνομης επέμβασης. Ενώ στη πραγματικότητα, σε μία τέτοια περίπτωση, ο εναγόμενος δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρέλειπε να συμμορφωθεί με ένα τέτοιο διάταγμα εφόσον στη πράξη αυτό το οποίο θα έκανε θα ήταν ακριβώς να μην έπραττε οτιδήποτε.
  27. Εντούτοις ακόμη και με το να μην έπραττε οτιδήποτε προς παύση της παράνομης επέμβασης αυτό δε θα άλλαζε οτιδήποτε σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση ενώ εάν όντως έπραττε οτιδήποτε τότε αυτό το οποίο θα έκανε δε θα μπορούσε να ήταν οτιδήποτε άλλο παρά από το να προβεί σε ενέργειες για την άμεση άρση της παράνομης επέμβασης. Ενεργώντας δηλαδή ωσάν να είχε εκδοθεί ένα προστακτικό αντί ένα απαγορευτικό διάταγμα.
  28. Ως προς τη γενικότερη νομική και πραγματική πτυχή αναφορικά με την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος παρατηρώ τα ακόλουθα.
  29. Πραγματικά θεωρώ ότι δε χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ισχύουν αμφότερες οι δύο πρώτες προϋποθέσεις προς έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος.
  30. Σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί αναμφίβολα εκ πρώτης όψεως προκύπτει ως δεδομένο ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση από τον εναγόμενο εντός του επίδικου ακινήτου το οποίο ανήκει στους ενάγοντες.
  31. Μάλιστα έχοντας ως βάση το ιστορικό αυτής της παράνομης επέμβασης και διατηρώντας υπόψη τόσο την αρχική γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης στις 20/8/2007 από τον εναγόμενο όσο και τη μεταγενέστερη ανάκληση της στις 25/9/2009 - ενώ είχε προηγηθεί στο μεσοδιάστημα και προσφορά αποζημίωσης - εύλογα παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο όπως διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ενώ επιπλέον, έχοντας υπόψη τα ίδια δεδομένα, παρέχεται επίσης η ευχέρεια να διαπιστωθεί ως ορατή και η πιθανότητα επιτυχίας των εναγόντων στην εξασφάλιση των θεραπειών τις οποίες αξιώνουν με την αγωγή τους.
  32. Συνεπώς, το ερώτημα το οποίο απομένει είναι κατά πόσο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ενώ ακόμη και να κριθεί ότι όντως ικανοποιείται και αυτή η τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει στη συνέχεια το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. σχετικά την απόφαση της Αίτησης Αρ. 122/2003 για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari και Prohibition, Ο Φιλελεύθερος Λτδ. κ. ά.

(2003)1Γ Α. Α. Δ. 1729).
  1. Ως προς τη τρίτη προϋπόθεση ουσιαστικά αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο εάν δε δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και εν τέλει οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους σε εκείνο το στάδιο πλέον θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Παραδείγματος χάριν, εάν οι ενάγοντες δε θα μπορούν να αποζημιωθούν καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός αποζημιώσεων, ενώ εάν αυτός είναι εφικτός τότε η ζημιά δε θα θεωρείται ως ανεπανόρθωτης φύσης εφόσον το Δικαστήριο τελικά θα είναι σε θέση να αποδώσει δικαιοσύνη.
  2. Βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ακόμη και να ικανοποιείται αυτή η τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει επιπρόσθετα το Δικαστήριο να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. σχετικά την απόφαση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1Ε Α. Α. Δ. 255).
  1. Παραμένοντας στο θέμα ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης πραγματικά θεωρώ ότι αυτό θα πρέπει να εξεταστεί όχι μόνο παράλληλα διατηρώντας υπόψη το βασικό ερώτημα κατά πόσο εάν δε δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και εν τέλει οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους θα είναι δύσκολο ή αδύνατο πλέον σε εκείνο το στάδιο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη αλλά επίσης και από τη σκοπιά της χρησιμότητας της έκδοσης του.
  2. Κατ΄ αρχάς, διατηρώντας υπόψη και τα όσα οι ίδιοι οι ενάγοντες αναφέρουν σχετικά στις παραγράφους 16 έως και 18 της έκθεσης απαίτησης τους, η δυνατότητα ενός δίκαιου υπολογισμού των αποζημιώσεων, τις οποίες ενδεχομένως να κριθεί ότι θα δικαιούνται όπως επιδικαστούν προς όφελος τους, διαπιστώνεται όχι μόνο εκ πρώτης όψεως να είναι υπαρκτή αλλά παράλληλα να προωθείται και από τους ίδιους τους ενάγοντες ως μέρος των θεραπειών την επιδίκαση των οποίων επιδιώκουν με την αγωγή τους.
  3. Συνεπώς ικανοποιείται ένας βασικός παράγοντας ως προς την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο θα ήταν αρκετή η επιδίκαση αποζημιώσεων προς αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. Έτσι ώστε δηλαδή, όπως εν τέλει κρίνεται από το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση, να μην είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να κριθεί ως απαραίτητη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προς παρεμπόδιση της οποιασδήποτε ζημιογόνας συμπεριφοράς του εναγομένου.
  4. Θα μπορούσε το όλο θέμα το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση να λήξει εδώ και να απορριφθεί το αίτημα των εναγόντων. Εντούτοις υπενθυμίζω και το ερώτημα το οποίο τέθηκε στους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης (βλ. τη παράγραφο 7 της απόφασης).
  5. Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως το ερώτημα αυτό περισσότερη σχέση έχει με την εξέταση του κατά πόσο θα είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και αφού πρώτα θα είχε κριθεί από το Δικαστήριο πως ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Εντούτοις θεωρώ πως το ερώτημα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο όχι μόνο με αυτό το τελικό στάδιο προ της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος αλλά και με τη τρίτη προϋπόθεση. Εφόσον δηλαδή αυτό το οποίο εξετάζεται δεν είναι μόνο η δυνατότητα υπολογισμού των αποζημιώσεων την επιδίκαση των οποίων ενδεχομένως να κριθεί ότι θα δικαιούνται οι ενάγοντες αλλά κατά πόσο έστω και με αυτή την επιδίκαση όντως θα αποδοθεί δικαιοσύνη σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας. Μετά δηλαδή και από την αποπεράτωση της αγωγής.
  6. Επομένως, εφόσον κρίνεται πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας ενώ δεν κρίνεται αδύνατη η απόδοση πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής, τότε ασφαλώς η τρίτη προϋπόθεση προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν ικανοποιείται και γι΄ αυτό το λόγο.
  7. Θέτουν οι ενάγοντες και ένα άλλο παραπλήσιο θέμα με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης του. Δηλαδή αυτό του κινδύνου πρόκλησης ατυχήματος λόγω της κατάστασης η οποία επικρατεί επί του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει παράνομη επέμβαση και η πιθανότητα σε οποιαδήποτε διαδικασία η οποία θα ακολουθήσει να θεωρηθούν και κληθούν ως υπόλογοι και να τους καταλογιστεί ευθύνη ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Εντούτοις ακόμη και αυτό το θέμα δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τη μορφή του διατάγματος την έκδοση του οποίου αιτούνται οι ενάγοντες.
  8. Πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης ως προς την έλλειψη της χρησιμότητας, αποτελεσματικότητας και αναγκαιότητας του αιτούμενου διατάγματος σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δεν έχω πεισθεί ότι η έκδοση αυτού δικαιολογείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος των εναγόντων με την έκδοση διατάγματος υπό τη μορφή την οποία αυτό ζητείται. Συνεπώς η αίτηση των εναγόντων θα απορριφθεί, όπως και απορρίπτεται με την έκδοση αυτής της απόφασης.
  9. Εντούτοις, παράλληλα θεωρώ ότι, παρά και την αποτυχία της αίτησης τους, συμπεριφορά όπως αυτή του εναγομένου και όπως αυτή εκ πρώτης όψεως αναδεικνύεται από τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί δεν θα πρέπει να επιβραβεύεται και με την έκδοση διατάγματος πληρωμής των εξόδων αυτής της διαδικασίας προς όφελος του.
  10. Παρά δηλαδή και το γεγονός ότι σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία, ως εκ του αποτελέσματος, ο επιτυχών διάδικος είναι ο εναγόμενος. Δεν είναι δυνατό δηλαδή για το Δικαστήριο, παρά και την αναγνώριση έστω και εκ πρώτης όψεως της ύπαρξης κατάφωρης παραβίασης βασικού συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των εναγόντων της κατοχής, χρήσης και απόλαυσης της ιδιοκτησίας τους[3] για μία σχετικά μακρά περίοδο ετών, ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διεκδίκηση δια μέσω δικαστικής διαδικασίας, να καταδικάζει αυτούς στη πληρωμή των εξόδων για μία έστω και ανεπιτυχή προσπάθεια διεκδίκησης εφαρμογής αυτού του δικαιώματος.
  11. Συνεπώς, κρίνοντας πως θα ήταν ορθότερο και πιο δίκαιο να μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα αυτής της αίτησης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου ανέφερε κατά τη διάρκεια της προφορικής αγόρευσης του είναι παραδεκτό ότι από το έτος 2000 ο εναγόμενος επεμβαίνει εντός του επίδικου ακινήτου με έργα μόνιμης μορφής. [2] Η οποία, σύμφωνα με το τεκμήριο 4 επισυνημμένο στην αρχική ένορκη δήλωση, αποτελείται από 1.872 κυβικά μέτρα. [3] Βλ. σχετικά τα άρθρα 23 και 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.