← Κύπρος

DMITRY SOLODYANKIN ν. IVISCA LTD, Αρ. Αγωγής: 407/13, 23/1/2014

DMITRY SOLODYANKIN ν. IVISCA LTD, Αρ. Αγωγής: 407/13, 23/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 407/13 Μεταξύ: DMITRY SOLODYANKIN, από τη Ρωσία Ενάγοντα-Αιτητή και IVISCA LTD, από την Πάφο Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.8.2013 --------------- Ημερομηνία: 23.1.2014 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Μ. Φιλίππου δια L.G. ZAMBARTAS LLC Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Γ. Σιαηλής προσωπικά και για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας καταχώρησε την 6.2.2013 ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο σύμφωνα με το οποίο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων : «Α. Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Β. Γενικές και/ή Τιμωρητικές Αποζημιώσεις για άγχος και ταλαιπωρία. Γ. Ειδικές Αποζημιώσεις εκ €167.404,38:- ως αναφέρεται λεπτομερώς ανωτέρω και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ως η παράγραφος 23 της Ε/Α και/ή άλλως πως. Δ. Νόμιμο τόκο. Ε. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα ιδιωτικές επίδοσης.» Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση την 18.2.2013 και την 9.7.2013 Υπεράσπιση. Την 27.8.2013 ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται: «

  1. Συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης.
  2. Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως πλέον Φ.Π.Α..» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.Θ.1(α), 2 και 9(α), Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-3 και 6-9, Δ.59, Δ.64, στα άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43 του Ν.14/60 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. H αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χάρις Βοσκαρίδου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκο δήλωση της ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα-Αιτητή και ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τα διάφορα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης καθώς και πληροφορίες που πήρε από την δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση προσωπικά για λογαριασμό του Ενάγοντα. Είναι ακόμα δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα-Αιτητή να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια τα ακόλουθα: «
  3. Την ή περί την 09/09/2009 ο Ενάγοντας συμφώνησε με τους Εναγόμενους όπως αγοράσει για το συνολικό ποσό των €300.450,00:- συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., 1 διαμέρισμα με Αρ. 404 επί του Μπλοκ D, το οποίο επρόκειτο να ανεγερθεί στο κτηριακό συγκρότημα υπό την ονομασία Elysium Gates 1, το οποίο επίσης επρόκειτο να ανεγερθεί από τους Εναγόμενους στο κτήμα, ιδιοκτησίας τους, με Αρ. Εγγραφής 0/45641 που βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας, στην επαρχία Πάφου.
  4. Για τον πιο πάνω αναφερόμενο σκοπό, ο Ενάγοντας υπέγραψε με τους Εναγόμενους αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 09/09/2009 και ενοικιαστήριο έγγραφο εγγύησης (rental guarantee agreement), τα οποία επισυνάπτονται στην παρούσα ως Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα.
  5. Σύμφωνα με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και συγκεκριμένα σύμφωνα με τον όρο

(2)(α), ο Ενάγοντας κατέβαλε στους Εναγομένους το ποσό των €111.070,00:- το οποίο αντιπροσώπευε την πρώτη δόση έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης.
  1. Κατά ή περί τον Ιανουάριο 2011, ο Ενάγοντας διαπίστωσε και διακρίβωσε, ως επίσης περιήλθε στην αντίληψη του και του γνωστοποιήθηκε ότι οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ουδέποτε προχώρησαν με την ανέγερση του Μπλοκ D και συνεπακόλουθα του διαμερίσματος με Αρ. 404 και ως εκ τούτου αμέλησαν να αρχίσουν τις εν λόγω διαδικασίες ανέγερσης.
  2. Ως εκ των πιο πάνω κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2011, ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή προς τους Εναγομένους με την οποία ζητούσε επιστροφή του ποσού των €111.070,00:- λόγω παράβασης των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και παραλείπουν μέχρι σήμερα να επιστρέψουν το εν λόγω ποσό στον Ενάγοντα.
  3. Σύμφωνα με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και συγκεκριμένα σύμφωνα με τον όρο
(3)(α), οι Εναγόμενοι αναμένετο να ολοκληρώσουν την κατασκευή του διαμερίσματος με Αρ. 404 και ως εκ τούτου να παραδώσουν την κατοχή αυτού στον Ενάγοντα την 01/11/2010. 8. Σύμφωνα με τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου οι Εναγόμενοι εγγυούνταν την ενοικίαση και μίσθωση του διαμερίσματος με Αρ. 404 για την συνολική χρονική περίοδο των 3 χρόνων, η οποία θα ξεκινούσε από την 01/11/2010, ημερομηνία παράδοσης της κατοχής του διαμερίσματος προς τον Ενάγοντα, ως πιο πάνω αναφέρεται, προς 7,5% χρονιαία επί του συνολικού τιμήματος πώλησης. 9. Ως εκ των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι αναμένετο να καταβάλουν και πληρώσουν στον Ενάγοντα το ποσό των €56.334,38:- το οποίο αντιπροσωπεύει τα ενοίκια και μισθώματα του διαμερίσματος με αρ. 404 για την χρονική περίοδο από 01/11/2010-30/04/2013. 10. Περαιτέρω, σήμερα έχουν περάσει σχεδόν 6 μήνες επιπλέον και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι θα αναμένετο να πληρώσουν και καταβάλουν στον Ενάγοντα το επιπλέον ποσό εκ €11.266,88:- το οποίο αντιπροσωπεύει τα ενοίκια και μισθώματα του διαμερίσματος με Αρ. 404 για την χρονική περίοδο από 01/05/2013-31/10/2013 και ως εκ τούτου με την παρούσα αίτηση, ο Ενάγοντας αιτείται όπως επίσης επιδικαστεί υπέρ του και εναντίον των Εναγομένων το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, εάν και εφόσον η έκβαση της παρούσας αίτησης θα είναι θετική. 11. Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου παράνομα και αδικαιολόγητα μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβάλει και πληρώσει στον Ενάγοντα κανένα ποσό ως ενοίκιο και μίσθωμα του διαμερίσματος και αρνούνται να το πράξουν. 12. Η συμπεριφορά των Εναγομένων, ως πιο πάνω περιγράφεται, προς τον Ενάγοντα έχει προκαλέσει σε αυτόν άγχος, ταλαιπωρία, αναστάτωση και αγωνία και ως εκ τούτου αιτείται όπως αποζημιωθεί ανάλογα. 13. Επιπλέον, ο Ενάγοντας ουδέποτε κατέβαλε το ποσό των €111.070,00:- προς τους Εναγόμενους με χαριστική πρόθεση και ως εκ τούτου ισχυρίζεται ότι αυτοί έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα και ως εκ τούτου υποχρεούνται να τον αποζημιώσουν.» Συνεπεία των πιο πάνω αλλά και των όσων αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, ο Ενάγοντας έχει να λαμβάνει από τους Εναγόμενους (
  1. i)ποσό €167.404,38 ως ειδικές αποζημιώσεις που αντιστοιχεί στο ποσό που κατέβαλε ως πρώτη δόση για την αγορά του ακινήτου ως επίσης στο ποσό που θα λάμβανε στη βάση του ενοικιαστηρίου εγγράφου αναφορικά με τα ενοίκια για τα μισθώματα του ακινήτου (
  2. ii)γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας τόσο σε σχέση με την παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου όσο και σε σχέση με την παράβαση των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου, (iii)τιμωρητικές αποζημιώσεις για άγχος και ταλαιπωρία λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων αναφορικά με τη συμβατική τους σχέση, (
  3. iv)νόμιμο τόκο, (
  4. v)οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε το Δικαστήριο κρίνει νόμιμο υπό τις περιστάσεις και (
  5. vi)έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν ουσιαστική υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους προβαίνουν σε μια σειρά από παραδοχές αναφορικά με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης και αφορούν την αγορά του εν λόγω ακινήτου ως επίσης λεπτομέρειες σχετικές με την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου και ενοικιαστηρίου εγγράφου. Είναι επίσης θέση του Ενάγοντα, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, ότι όντως έχει σταλεί επιστολή από τον Φεβρουάριο του 2011 η οποία παραδόθηκε την 8.2.2011 προς τους Εναγόμενους με την οποία τους ενημέρωνε ότι είχαν παραβεί τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και προς τούτο επισυνάπτεται αντίγραφο απόδειξης αποστολής από την υπηρεσία παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών DHL. Ο Ενάγοντας ακόμα αγνοεί τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί συμφωνίας για ακύρωση του αγοραπωλητηρίου και ενοικιαστηρίου εγγράφου και παράδοσης άλλου ακινήτου και ισχυρίζεται ότι και αν ακόμη τέθηκαν προς συζήτηση και διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών τα πιο πάνω οι ισχυρισμοί αυτοί είναι άσχετοι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστική υπεράσπιση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι: «19. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το γεγονός ότι το Μπλοκ D, εντός του οποίου επρόκειτο να βρισκόταν το διαμέρισμα με Αρ. 404 με βάση το αγοραπωλητήριο έγγραφο, δεν ανεγέρθηκε ποτέ, αποδεικνύει από μόνο του την παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από τους Εναγόμενους και τους καθιστά υπεύθυνους τόσο να επιστρέψουν στον Ενάγοντα το ποσό των €111.070,00:- με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής του, όσο και να του καταβάλουν και πληρώσουν σωρευτικά τα ποσά των €56.334,38:- και €11.266,88:- που αντιπροσωπεύουν τα ενοίκια και μισθώματα του διαμερίσματος με Αρ. 404 στη βάση του ενοικιαστηρίου εγγράφου, γιατί ο καθοριστικός παράγοντας και καταλυτικός λόγος για τον οποίο τελικά συναίνεσε ο Ενάγοντας στην επίδικη αγοραπωλησία ήταν η εγγύηση που παρείχαν οι Εναγόμενοι, αναφορικά με την ενοικίαση του εν λόγω διαμερίσματος για την χρονική περίοδο των 3 χρόνων με ενοίκιο ίσο με το 7,5% χρονιαία επί του συνολικού τιμήματος πώλησης. 20. Επιπλέον από τα πιο πάνω αναφερόμενα, σημειώνεται επίσης στην παρούσα ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και περαιτέρω παρέλειψαν να συμμορφωθούν εγκαίρως με την αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερομηνίας 08/03/3013, παρά την γραπτή τους διαβεβαίωση με την επιστολή τους ημερομηνίας 08/04/2013, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο Δ, και περαιτέρω συνέχισαν να παραλείπουν να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης μέχρι και την 09/07/2013, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για Απόδειξη. 21. Οι Εναγόμενοι τελικά καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης την 09/07/2013 μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της προόδου της υπόθεσης, όπως άλλωστε προκύπτει και από τις επανειλημμένες καθυστερήσεις στις οποίες προέβηκαν μέχρι να την καταχωρήσουν.» Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση. Η ένσταση τους βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1-9 και Δ.48, Θ.1-13, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, στο Σύνταγμα, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και τα γεγονότα δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. 2. Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά καθώς η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο γιατί παρακάμπτει την πλήρη διεξαγωγή της δίκης. 3. Η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά. 4. Η ενόρκως δηλούσα είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. 5. Η αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της. 6. Τυχόν έκδοση της αιτούμενης απόφασης θα επιφέρει αδικία η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευτεί σε μεταγενέστερο στάδιο. 7. Η ενάγουσα-αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και γι΄ αυτό το λόγο η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 8. Η ενάγουσα-αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην υπό κρίση αίτηση. 9. Η εναγόμενη-καθ΄ ης η αίτηση έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση. 10. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή. 11. Η ενάγουσα δεν έχει έρθει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. 12. Δεν υπάρχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης απόφασης. 13. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα που βεβαιώνουν την αξίωση της. 14. Η αξίωση της ενάγουσας-αιτήτριας δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή. 15. Η αιτήτρια δεν τερμάτισε την συμφωνία ημερομηνίας 9/9/2009. 16. Η αιτήτρια δεν ειδοποίησε την εναγόμενη για τις απαιτήσεις της επαρκώς ως προνοεί η συμφωνία ημερομηνίας 9/9/2009. 17. Η αιτήτρια εισάγει νέα μαρτυρία και νέες θέσεις οι οποίες δεν δικογραφούνται. 18. Η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως είναι προγενέστερη της αιτήσεως και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χάρη Χ"Mιτσή, διευθυντή των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και υποστηρίζει ότι είναι παράτυπη και στερείται νομικής και πραγματικής βάσης. Υποστηρίζει ακόμα ότι τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή και ότι ο Ενάγων-Αιτητής σκόπιμα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Ο ενόρκως δηλών αρνείται την ύπαρξη της αναφερόμενης επιστολής στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζεται ότι αν ο Ενάγων απέστελλε τέτοια επιστολή θα την παρουσίαζε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι όπως αναφέρει και στην υπεράσπιση του η άδεια οικοδομής για ανέγερση του διαμερίσματος εξεδόθη στις 23.3.2010 για ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα και ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η παράδοση του κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2010 και για το γεγονός αυτό είχε ενημερωθεί τόσο ο Ενάγοντας όσο και οι δικηγόροι του οι οποίοι συμφώνησαν όπως ανασταλεί η παράδοση του διαμερίσματος όπως και η συμφωνία ενοικιαστικής εγγύησης και ότι τα όσα αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση είναι αναληθή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα στην παράγραφο 21 της έκθεσης απαίτησης ότι απέστειλε ο ίδιος ή και οι δικηγόροι του επιστολές προς τους Εναγόμενους και ισχυρίζεται ότι αν υπήρχαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις ή επιστολές αυτές θα κατατίθοντο ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ότι υπάρχει ασάφεια στην παράγραφο 24Γ της έκθεσης απαίτησης όσον αφορά το ποσό των €167.404,38σ. ως ειδικές αποζημιώσεις. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο αιτητής ενήργησε κακόπιστα και εκδικητικά και προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο καθότι δεν έχει προβεί σε τερματισμό των συμφωνιών και ότι ο ίδιος δεν έχει λάβει ειδοποίηση για κάτι τέτοιο ούτε έχει λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση από τον Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι του οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Αναφέρει ακόμα ότι το έγγραφο ημερ. 9.9.2009 βρίσκεται κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και μέχρι σήμερα δεν έχει αποσυρθεί ούτε υπάρχει τέτοια πρόθεση εκ μέρους του Ενάγοντα γεγονός για το οποίο δεν έχει πληροφορήσει το Δικαστήριο. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα, καταχρηστικά και πρόωρα και ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση ως επίσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να τους παράσχει το δικαίωμα να ακουστούν μέσω της υπεράσπισης τους απορρίπτοντας την παρούσα αίτηση. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και στην ένσταση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι Εναγόμενοι έχουν ήδη καταχωρίσει υπεράσπιση την 9.7.2013. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η καταχώριση υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων δεν εμποδίζει την καταχώριση της παρούσας αίτησης (βλ. Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1966 στη σελίδα 183, McLardy v. Slateum
(1890)2 Q.B. 504 και Melita Manuf. Ltd v. Chris Joannou Ltd
(1996)1 (B)A.A.Δ. 1238). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων στηρίζεται σε αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας (αγοραπωλητηρίου εγγράφου και ενοικιαστηρίου εγγράφου εγγύησης ημερ. 9.9.2009) εκ μέρους των Εναγομένων. Ισχυρίζεται δε ότι κατά τον Φεβρουάριο του 2011 ο ίδιος απέστειλε με ιδιωτικό ταχυδρομείο ειδοποίηση ή και επιστολή προς τους Εναγόμενους αναφορικά με την παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από αυτούς και ζητούσε την επιστροφή του ποσού των €111.070,00 που είχε καταβάλει μέχρι τότε και ότι η εν λόγω επιστολή και/ή ειδοποίηση παραδόθηκε στους Εναγόμενους την 8.2.
  1. Ισχυρίζεται ακόμα ότι παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις ή και επιστολές του ίδιου ή και των δικηγόρων του προς τους Εναγόμενους οι τελευταίοι αρνούνται να του επιστρέψουν το πιο πάνω ποσό ως επίσης το ποσό των €56.334,38 το οποίο αντιπροσωπεύει ενοίκια ή και μισθώματα του διαμερίσματος δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου εγγύησης. Οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι συνήψαν τις πιο πάνω συμφωνίες με τον Ενάγοντα ως επίσης και τις πρόνοιες αυτών. Αρνούνται όμως ότι ενήργησαν κατά παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε τους στάληκε η πιο πάνω επιστολή κατά τον Φεβρουάριο του 2011 ή και ότι τους παραδόθηκε την 8.2.
  2. Αρνούνται επίσης ότι αποστάληκαν από τον Ενάγοντα ή τους δικηγόρους του προς αυτούς οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις ή και επιστολές. Ισχυρίζονται ακόμα ότι μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων υπήρχε επικοινωνία για θέματα που αναφέρονται στην έγγραφη συμφωνία. Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν την άρνηση τους ότι ενήργησαν κατά παράβαση των πιο πάνω συμφωνιών ως επίσης ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα αλλά και τις αξιώσεις του στην έκθεση απαίτησης. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων ότι μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων υπήρξε συμφωνία όπως το αγοραπωλητήριο και το ενοικιαστήριο έγγραφο εγγύησης ακυρωθούν και παραδοθεί άλλο ακίνητο το οποίο πρόσφεραν οι Εναγόμενοι στον Ενάγοντα σε πολύ συμφέρουσα τιμή το οποίο υπερτερούσε κατά πολύ του συμφωνηθέντος διαμερίσματος αφού ήταν μεγαλύτερο σε διαστάσεις, βρισκόταν στην ίδια τοποθεσία και προσφερόταν σε χαμηλότερη τιμή. Κρίνω επίσης σκόπιμο όπως εξεταστεί σε αυτό το σημείο το γεγονός ότι η ένσταση των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 9.1.2014 και όχι εντός της προθεσμίας των 20 ημερών που είχε δώσει το Δικαστήριο στις 29.11.2013 όταν όρισε την παρούσα αίτηση για ακρόαση. Η πλευρά του Ενάγοντα-Αιτητή σχολίασε το γεγονός αυτό για να υποστηρίξει ότι η πλευρά των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ακολουθεί κατά κάποιον τρόπο παρελκυστική τακτική καθυστερώντας την πρόοδο εκδίκασης της υπόθεσης. Δεν έθεσε όμως ζήτημα εκπρόθεσμης καταχώρισης της ένστασης και κατά την ακρόαση της αίτησης προχώρησε σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσει από το Δικαστήριο οτιδήποτε σε σχέση με το εκπρόθεσμο της καθυστέρησης. Δεν έθεσε δηλαδή οποιοδήποτε ζήτημα παράτυπης ή αντικανονικής ένστασης. Στην υπόθεση Χλ. Χριστοδούλου v. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, λέχθηκε ότι η Δ.64 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι η μη συμμόρφωση με τους θεσμούς δεν καθιστά αφεαυτής άκυρη τη διαδικασία εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τη φύση της παρατυπίας ή της αντικανονικότητας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι η μη συμμόρφωση των Καθ΄ ων η αίτηση όσον αφορά την προθεσμία καταχώρισης της ένστασης θεραπεύτηκε με την εκ των υστέρων συμπεριφορά του Αιτητή όπως περιγράφηκε πιο πάνω. Όσον αφορά την ουσία της αίτησης, οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ.18 ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ.18 προνοεί για μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που αποκλείει τον Εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ.18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο Ενάγων δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσο ο Εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί, δεν εξετάζεται. Έχοντας κατά νου τις πρόνοιες της Δ.18 Θ.1 και τις αξιώσεις του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να ζητηθεί παρά μόνο για την αξίωση του δια ειδικές αποζημιώσεις για ποσό €167.404,38 (πλέον νόμιμο τόκο) ή και λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αξιώνεται στην παράγραφο 24Γ της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1(α) υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. 1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.6. 2. Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί. 3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον Ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγόμενου ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Βλέπε μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1996)1 CLR 265, CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χ"Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Melita Manuf. Ltd v. Chris Joannou Ltd (ανωτέρω), Σωκράτους v. Ανδρέου κ.α.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 40 και Αυγουστή v. Πίριλλου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Στην παρούσα περίπτωση όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο ενώ ως αναφέρεται πιο πάνω οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση την 18.2.
  2. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση σημειώνονται τα ακόλουθα: Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της X. Βοσκαρίδου, δικηγόρου, η οποία αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από τα διάφορα έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και από πληροφορίες που πήρε από τη δικηγόρο που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση για την πλευρά του Ενάγοντα. Η πλευρά των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητεί κατά πόσον η κα Βοσκαρίδου είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλαδή αμφισβητείται κατά πόσο υπάρχει επαρκής γνώση της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση από την άποψη ότι δεν φαίνεται να έχει προσωπική γνώση των θεμάτων στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τους Θεσμούς αλλά και τη νομολογία όπου με την ένορκη δήλωση ορκίζεται ο ίδιος ο Ενάγοντας ως φυσικό πρόσωπο δεν εγείρεται πρόβλημα, όπου όμως η ένορκη δήλωση γίνεται από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε εκ μέρους φυσικού προσώπου ή εκ μέρους νομικού προσώπου, τότε η αναγκαιότητα είναι ότι το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Ο συγκεκριμένος Θεσμός δεν αναφέρεται σε προσωπική γνώση αλλά σε «θετική» επιβεβαίωση και ως έννοια η θετική γνώση είναι πιο διευρυμένη από στη στενότερη προσωπική αντίληψη. Όπως προκύπτει από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης ο Ενάγων, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα είναι από τη Ρωσία και αναφέρεται η διεύθυνση του σ΄ αυτό. Επομένως το γεγονός ότι η Χ. Βοσκαρίδου ορκίζεται για τα γεγονότα της υπόθεσης (και όχι ο Ενάγοντας) και παράλληλα αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση δεν δημιουργείται οτιδήποτε το μεμπτό. Περαιτέρω το γεγονός ότι η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει στην ένορκη της δήλωση στην έκθεση απαίτησης περιγράφοντας πιο συνοπτικά τα γεγονότα της υπόθεσης απ΄ ότι αυτά περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης κρίνω ότι δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα αφού αναφέρεται ουσιαστικά στα ίδια γεγονότα. Κρίνω όμως ότι η παράλειψη επισύναψης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ισχυριζόμενης επιστολής ή και ειδοποίησης την οποία απέστειλε ο Ενάγοντας κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2011 προς τους Εναγόμενους και η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του επιδόθηκε σ΄ αυτούς την 8.2.2011 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο απόδειξης αποστολής από την υπηρεσία παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών DHL (Τεκμήριο Γ). Όμως στο εν λόγω τεκμήριο δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικά με το όνομα ή τη διεύθυνση του παραλήπτη και επομένως το τεκμήριο Γ δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η εν λόγω επιστολή ή και ειδοποίηση στάληκε στους Εναγόμενους της οποίας την ύπαρξη και αποστολή ρητώς αρνούνται. Περαιτέρω στο εν λόγω τεκμήριο δεν φαίνεται να υπάρχει οτιδήποτε που να παραπέμπει στην ως άνω ισχυριζόμενη επιστολή. Η πλευρά του Ενάγοντα κατά τη γραπτή της αγόρευση επισύναψε αντίγραφο ενός εγγράφου που φέρεται να είναι επιστολή ημερομηνίας 24.2.2012 εις απάντηση των ισχυρισμών των Εναγομένων στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και της παραγράφου 6 στην υπεράσπιση τους ότι δεν έλαβαν ειδοποιήσεις ή/και επιστολές από τον Ενάγοντα ή και τους δικηγόρους του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν επιτρέπεται η προσκόμιση μαρτυρίας μέσω αγορεύσεων και επομένως της εν λόγω επιστολής, το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Η παράλειψη επομένως να επισυναφθούν στην ένορκη δήλωση της Χ. Βοσκαρίδου τα πιο πάνω έγγραφα καταδεικνύει ότι η Χ. Βοσκαρίδου δεν αποτελεί άτομο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ούτε από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της προκύπτει ότι είχε τέτοια γνώση. Ως πηγή της ανέφερε συνάδελφο της (που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση για τον Ενάγοντα) και τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της. Επομένως πάνω σε αυτή τη βάση θα έπρεπε να είχε επισυναφθεί η ισχυριζόμενη πιο πάνω επιστολή ως επίσης οι υπόλοιπες ισχυριζόμενες ειδοποιήσεις ή και επιστολές του Ενάγοντα ή και των δικηγόρων του. Ιδιαίτερα όσον αφορά την επιστολή του Φεβρουαρίου του 2011 αυτή η επιστολή φαίνεται να είναι ιδιαίτερης σημασίας αφού σύμφωνα με τον Ενάγοντα μέσω αυτής ενημέρωσε ή και γνωστοποίησε στους Εναγόμενους ότι βρίσκονταν σε παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και αξίωνε την επιστροφή του ποσού των €110.070,
  3. Σχετικές με το ζήτημα είναι οι αποφάσεις Chain Gulf Traders Ltd κ.α. v. Λαική Τρ. Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168 και Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782. Έχοντας επομένως καταλήξει ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται κρίνω ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί αφού όπως έχει αναφερθεί στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1912, η ανάγκη αυστηρής προσήλωσης στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 Θ.1 αποτελεί το σκόπελο που πρέπει ο Ενάγων να υπερπηδήσει προτού μεταφερθεί το βάρος στους ώμους του Εναγομένου. Επίσης στην Μεττή κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417, λέχθηκε ότι: «.η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει (βλέπε μεταξύ άλλων Anglo - Italian Bank v. Wells (and Davies) 38 L.T. 197, C.A., Ford v. Harvey and Others, 9 T.L.R. 328 και Simon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 K.B. 259)." Θα πρέπει πάντως να σχολιασθεί ότι η απουσία των πιο πάνω εγγράφων ενισχύει ταυτόχρονα και τη θέση των Εναγομένων οι οποίοι ισχυρίζονται ότι δεν ενήργησαν κατά παράβαση των ως άνω συμφωνιών και ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή ή και ειδοποίηση εκ μέρους του Ενάγοντα όπως αυτός ισχυρίζεται και επομένως κρίνω ότι οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση έχουν ικανοποιήσει το κριτήριο που απαιτεί η νομολογία ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση» (Λαζάρου κ.α. v. Μακεδόνας
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817) Συνεπεία των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος του Ενάγοντα-Αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.