Brenda Bernice Watson κ.α. ν. Λεωνίδας Κίμωνος, από την Λεμεσό, ως διαχειριστής και/ή παραλήπτης της περιουσίας του Γεώργιου Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1800/08, 17/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1800/08
- Brenda Bernice Watson
- Brenda Bernice Watson ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Gavin Rennie Watson Και
- Λεωνίδας Κίμωνος, από την Λεμεσό, ως διαχειριστής και/ή παραλήπτης της περιουσίας του Γεώργιου Φιλίππου
- Επίσημου Παραλήπτη, από τη Λευκωσία ως παραλήπτης της περιουσίας της Ηρούλλας Κυριάκου ή άλλως Φιλίππου Αιτήσεις γι΄ απόφαση ημερομηνίας 8/4/2013 και 9/5/2013 Ημερομηνία :- Δευτέρα 17η Φεβρουαρίου 2013 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κα. Χρυστάλλα Φιλίππου για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- Για τους Εναγόμενους 1 και 2 Καθ΄ ων η Αίτηση :- Καμία Εμφάνιση Απόφαση
- Αιτήθηκαν οι ενάγοντες την έκδοση απόφασης εναντίον αμφότερων των εναγομένων μετά και από παράλειψη του εναγομένου 2 να καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης και του εναγομένου 1 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης.
- Διευκρινίζεται απλά, όπως φαίνεται και από τον τίτλο της αγωγής, πως ο εναγόμενος 1 είναι ο Λεωνίδας Κίμωνος υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και/ή παραλήπτη της περιουσίας του Γεώργιου Φιλίππου ενώ ο εναγόμενος 2 είναι ο Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης της περιουσίας της Ηρούλλας Κυριάκου ή άλλως Φιλίππου. Βεβαίως τα επίδικα γεγονότα διαδραματίζονται κατά τα έτη 1994 έως και 1996 συνεπώς οι πρωταγωνιστές αυτής της αγωγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι πιο πάνω κατονομασμένοι, οι οποίοι χάριν συντομίας θα αναφέρονται ο μεν πρώτος ως ο Φιλίππου και η δε δεύτερη ως η Κυριάκου.
- Αγόρευσε σχετικά προς υποστήριξη του αιτήματος της η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων τόσο με παρουσίαση γραπτής αγόρευσης της στις 22/11/2013 όσο και συμπληρωματικά με προφορική αγόρευση της στις 6/12/2013, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο όρισε τις αιτήσεις για διευκρινίσεις, οι οποίες ενδεχομένως να προέκυπταν μετά και από μελέτη της γραπτής αγόρευσης.
- Το Δικαστήριο μελέτησε στο σύνολο του το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Καθίσταται εμφανής από αυτό η ύπαρξη καθυστέρησης στη προώθηση της αγωγής από τους ενάγοντες καθώς ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 29/7/2008 εν τέλει μόνο μετά από 5 χρόνια και περίπου 5 μήνες επιφυλάχθηκε απόφαση παρά και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε καταχώρησαν υπεράσπιση. Εκδίδεται αυτή η απόφαση ερήμην είτε των εναγομένων είτε των Φιλίππου και Κυριάκου.
- Η μοναδική μαρτυρία η οποία έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου είναι αυτή των εναγόντων. Η οποία μαρτυρία, όπως θα φανεί και πιο κάτω, δεν προέρχεται απευθείας από τους ενάγοντες καθότι η ενάγουσα 1 ουδέποτε έδωσε προσωπικά μαρτυρία προς υποστήριξη των αιτήσεων για έκδοση απόφασης ενώ η ίδια πέραν από τη προσωπική της ιδιότητα ως η ενάγουσα 1 ενάγει επίσης εκ μέρους της περιουσίας του αποβιώσαντος Gavin Rennie Watson ως η διαχειρίστρια αυτής. Όπως και στη περίπτωση των Φιλίππου και Κυριάκου επίσης πρωταγωνιστές αυτής της αγωγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η ενάγουσα 1 και ο αποβιώσασας Gavin Rennie Watson. Ως εκ τούτου και πάλι χάριν συντομίας το Δικαστήριο θα αναφέρεται από κοινού στην ενάγουσα 1 και στον αποβιώσαντα Gavin Rennie Watson ως το ζεύγος Watson.
- Διατηρώντας υπόψη το γεγονός πως η απόφαση αυτή εκδίδεται ερήμην των εναγομένων ασφαλώς οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τα επίδικα γεγονότα βασίζονται στην όση μαρτυρία οι ενάγοντες παρουσίασαν προς απόδειξη της αξίωσης τους. Συνεπώς, τα θέματα τα οποία κυρίως προκύπτουν προς εξέταση με αυτή την απόφαση έχουν σχέση με τη νομική παρά τη πραγματική πτυχή της αγωγής ή ουσιαστικά την αξιολόγηση και επιλογή μαρτυρίας μεταξύ αυτής η οποία συνήθως παρουσιάζεται από πέραν του ενός διαδίκου. Δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως το Δικαστήριο δεν ελέγχει, ως οφείλει, κατά πόσο όντως η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί συνάδει με τους ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων, του περιεχομένου της οποίας, μετά από επίδοση της, έχουν λάβει γνώση οι εναγόμενοι. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία έχουν παρουσιαστεί ως τεκμήρια. Το ίδιο βεβαίως ισχύει αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας και κατά πόσο αυτοί συνάδουν με αυτά τα τεκμήρια.
- Θεωρώ ότι αναφορά σε ένα σύντομο ιστορικό της αγωγής, μετά και από την όλη καθυστέρηση στη προώθηση της αγωγής των εναγόντων, θα ήταν χρήσιμο για καλύτερη αντίληψη των θεμάτων με τα οποία το Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο κατά την εξέταση των αιτήσεων γι΄ απόφαση. Έτσι ώστε και να διευκρινίζεται πως με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο δεν εξέταζε μία συνήθη αίτηση για έκδοση απόφασης όπως άλλες παρόμοιες αιτήσεις οι οποίες εξετάζονται κατ΄ επανάληψη επί καθημερινής βάσης και διεκπεραιώνονται σε χρόνο μερικών λεπτών μόνο η καθεμία. Ενώ παράλληλα να παρέχεται η ευχέρεια καλύτερης αντίληψης της όλης καθυστέρησης στη προώθηση της αγωγής.
- Η αγωγή αρχικά καταχωρήθηκε στις 29/7/2008 εναντίον των Γεώργιου Φιλίππου και Ηρούλλας Κυριάκου ή άλλως Ηρούλλα Φιλίππου. Σύμφωνα όμως με κοινοποίηση από τους δικηγόρους των εναγομένων[1], ημερομηνίας 12/9/2008, καταχωρημένη εντός του φακέλου της αγωγής, αμφότεροι οι εναγόμενοι «κηρύχτηκα (sic) σε πτώχευση» ο πρώτος από τις 14/6/2004 και η δεύτερη από τις 28/2/
- Μετά και από αυτή τη κοινοποίηση οι ενάγοντες παρέμειναν αδρανείς για περίοδο ενός έτους και περίπου 7 μηνών ενώ στις 7/4/2010 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση της αγωγής και εξασφάλιση άδειας συνέχισης της διαδικασίας η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε με επιφύλαξη ενώ παρόμοια αίτηση καταχωρήθηκε στις 2/9/2010, δηλαδή περίπου 2 έτη μετά από την ενημέρωση από τους δικηγόρους των εναγομένων αναφορικά με την «κήρυξη» των εναγομένων σε πτώχευση. Η αίτηση αυτή επίσης αποσύρθηκε με επιφύλαξη στις 26/11/2010 και καταχωρήθηκε νέα αίτηση ημερομηνίας 19/4/2011, δηλαδή περίπου ένα έτος μετά από τη καταχώρηση της πρώτης εκ των τριών συνολικά αιτήσεων, η οποία εν τέλει εγκρίθηκε στις 6/5/
- Μετά και από τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της αγωγής καταχωρήθηκε εμφάνιση μόνο εκ μέρους της εναγομένης
- Διευκρινίζεται, με τα επισυνημμένα στη συγκεκριμένη αίτηση τεκμήρια, πως εναντίον της εναγομένης 2 είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της στις 28/2/2003 ενώ προφανώς ο εναγόμενος 1 είχε κηρυχτεί σε πτώχευση. Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης για απόφαση εναντίον του εναγομένου 2 (δηλαδή, πλέον του Επίσημου Παραλήπτη) ημερομηνίας 21/9/2011 η οποία κατ΄ επανάληψη ορίστηκε αρχικά για «οδηγίες» και στη συνέχεια γι΄ απόδειξη σε διάφορες ημερομηνίες στην τελευταία εκ των οποίων εμφανίστηκε δικηγόρος εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη και δηλώθηκε από αυτόν πως δεν θα καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης εκ μέρους της «εναγομένης 2». Όταν όμως η αίτηση ορίστηκε γι΄ απόδειξη στις 25/10/2012 αυτή απορρίφθηκε λόγω έλλειψης προώθησης της. Ακολούθησε η καταχώρηση των αιτήσεων ημερομηνίας 8/4/2013 και 9/5/2013 υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως η διαδικασία η οποία οδήγησε στην επιφύλαξη αυτής της απόφασης, βάσει των προαναφερόμενων δύο αιτήσεων, άρχισε ενώπιον Δικαστηρίου με άλλη σύνθεση το οποίο μελετώντας τις αιτήσεις καθόρισε τη πορεία εξέτασης των δύο αιτήσεων γι΄ απόφαση, στις ημερομηνίες 26/4/2013, 28/5/2013, 18/6/2013, 27/6/2013, 5/7/2013, 8/7/2013 και 29/7/2013, δίχως όμως εν τέλει, μετά και από τρεις μήνες, να εκδοθεί απόφαση.
- Συνεχίστηκε η προκαθορισμένη αυτή πορεία των αιτήσεων ακόμη και ενώπιον του Δικαστηρίου με τη παρούσα σύνθεση του καθώς αναλώθηκε χρόνος μεταξύ των ημερομηνιών 12/9/2013, 27/9/2013 και 11/10/2013 έτσι ώστε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων να ετοιμάσει και καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η άδεια για τη καταχώρηση της οποίας είχε δοθεί προηγουμένως, από το Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση, στις 29/7/
- Ενώ στις 25/10/213 η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων δεν ήταν έτοιμη να αγορεύσει προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγόντων και δόθηκε σε αυτή, προς αυτό το σκοπό, επιπρόσθετος χρόνος μέχρι και τις 8/11/2013 ως επίσης, εκ νέου και μέχρι τις 22/11/2013, ημερομηνία κατά την οποία εν τέλει παρουσίασε τη γραπτή αγόρευση της (βλ. σχετικά τη παράγραφο 3 αυτής της απόφασης).
- Κρίθηκε ορθό επίσης για ένα επιπρόσθετο λόγο όπως το Δικαστήριο αναφερθεί στο ιστορικό της αγωγής. Καθότι δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η έγερση θέματος καθυστέρησης από τους ενάγοντες σε σχέση τόσο με τη διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο όσο και γενικότερα με τη χρονική πτυχή απονομής της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εκ πρώτης όψεως πραγματικά δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί ο χρονοβόρος χειρισμός της αγωγής από τους ίδιους τους ενάγοντες. Έστω και εάν ληφθεί παράλληλα υπόψη η ανοχή την οποία επέδειξε το Δικαστήριο επί του προκειμένου. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη και το γεγονός ότι ενώ οι επίδικες συμφωνίες χρονολογούνται κατά τα έτη 1994 και 1996 η αγωγή καταχωρήθηκε το
- Ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία η παράβαση αυτών των συμφωνιών αν και ακολούθησε εντός μίας ακαθόριστης μεν περιόδου εντούτοις η ύπαρξη μίας τέτοιας παράβασης ή της προοπτικής αυτής ήταν εμφανής εντός των αμέσως επόμενων ετών από τις ημερομηνίες υπογραφής των συμφωνιών.
- Ασφαλώς δεν αποτελεί ρόλο αυτού του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτό το θέμα με σκοπό την επιδίκαση οποιασδήποτε σχετικής θεραπείας (βλ. σχετικά τον περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμο του 2010 Ν.2(Ι)/2010). Θεώρησα όμως ορθό όπως καταγραφεί συνοπτικά η πορεία της αγωγής μέχρι και την επιφύλαξη αυτής της απόφασης.
- Ευθύνη βεβαίως για την οποιαδήποτε καθυστέρηση στην έκδοση αυτής της απόφασης μετά και από την επιφύλαξη της αλλά και από τη πρώτη ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν ενώπιον του αμφότερες οι αιτήσεις γι΄ απόφαση φέρει αποκλειστικά το Δικαστήριο με τη παρούσα σύνθεση του.
- Τα θέματα τα οποία κυρίως εγείρονται προς εξέταση με το αίτημα των εναγόντων για έκδοση απόφασης έχουν σχέση με το κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης είναι νομικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα ειδικής εκτέλεσης ως επίσης το είδος και το ύψος των αποζημιώσεων τις οποίες το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιδικάσει προς όφελος των εναγόντων.
- Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως θα ήταν χρήσιμη μία συνοπτική καταγραφή των ισχυρισμών των εναγόντων όπως αυτοί παρατίθενται εντός του τροποποιημένου δικογράφου τους καθότι ασφαλώς αυτοί αποτελούν και το μοναδικό υπόβαθρο επί του οποίου είναι νομικά εφικτό να θεμελιωθεί η οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους. Ενώ παράλληλα οι ισχυρισμοί αυτοί λογικά, κατόπιν συσχετισμού τους, θα πρέπει να συνδέονται και να υποστηρίζονται από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη τους.
- Αξίζει να σημειωθεί πως η ενόρκως δηλούσα σε όλες τις ένορκες δηλώσεις προς απόδειξη της αξίωσης των εναγόντων, δηλαδή τόσο στην αρχική ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 9/5/2013 όσο και στις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις είναι η ίδια η δικηγόρος η οποία χειρίστηκε τη προώθηση αμφότερων των αιτήσεων γι΄ απόφαση. Το θέμα αυτό ουδέποτε εγέρθηκε από το Δικαστήριο είτε με τη προηγούμενη[2] είτε τη παρούσα σύνθεση του.
- Βεβαίως η αξίωση των εναγόντων βασίζεται κυρίως επί εγγράφων τα οποία έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια τόσο στην αρχική ένορκη δήλωση όσο και στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Ενώ, όπως εξήγησε η δικηγόρος των εναγόντων, κατά την ακρόαση της αίτησης στις 6/12/2013, η εναγόμενη 1, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Gavin Rennie Watson, δηλαδή του δεύτερου συμβαλλομένου ως αγοραστή, είναι πολύ μεγάλης ηλικίας δηλαδή 85 ετών.
- Όσο και να είναι επιθυμητό να αποφεύγεται η απόδειξη μίας αξίωσης με μαρτυρία η οποία να προέρχεται αποκλειστικά από δικηγόρο των εναγόντων θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν αποτελεί λόγο απόρριψης του αιτήματος προς έκδοση απόφασης. Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κυρίως με αναφορά στα έγγραφα τα οποία έχουν προσκομιστεί προς απόδειξη της αξίωσης των εναγόντων ενώ παράλληλα λαμβάνει υπόψη και τα όσα επεξηγηματικά αναφέρει μία από τους δικηγόρους των εναγόντων με τις ένορκες δηλώσεις της.
- Παρατίθενται πιο κάτω οι βασικοί ισχυρισμοί εντός της έκθεσης απαίτησης. Κατά τη παράθεση αυτή, όπου κρίνεται χρήσιμο, υπάρχει και αναφορά τόσο στη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη τους όσο και στην εξέταση αυτής της μαρτυρίας από το Δικαστήριο σε συσχετισμό με τους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης απαίτησης. 21.
- Στις 9/5/1994 οι ενάγοντες υπέγραψαν αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ τους και του Γεώργιου Φιλίππου για τη πώληση προς αυτούς του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 9212, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΧV/14, Τεμάχιο 415 (στο εξής θα καλείται το «επίδικο ακίνητο») για το ποσό των £15.000,
- Φωτοαντίγραφο αυτού επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην αρχική ένορκη δήλωση. 21.
- Κατά την ίδια ημερομηνία με γραπτή συμφωνία οι εναγόμενοι, δηλαδή ο Γεώργιος Φιλίππου και η Ηρούλλα Κυριάκου ή άλλως Φιλίππου, ανέλαβαν την ανέγερση μίας έπαυλης επί του επίδικου ακινήτου έναντι του ποσού των £63.750,
- Φωτοαντίγραφο αυτής της συμφωνίας επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην αρχική ένορκη δήλωση. 21.2.
- Εντούτοις, παρά και τη προβολή του ίδιου ισχυρισμού και εντός της αρχικής ένορκης δήλωσης (παράγραφος 9) ο ισχυρισμός αυτός, όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, δεν υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου καθότι συμβαλλόμενοι σε αυτή τη συμφωνία είναι μόνο το ζεύγος Watson και ο Φιλίππου και όχι αυτός και η Κυριάκου. 21.2.
- Συνεπώς μέχρι και τον Αύγουστο του 1996 η Κυριάκου δεν είχε συμβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο με το ζεύγος Watson. 21.
- Στις 8/8/1996 το ζεύγος Watson υπέγραψε με τους Φιλίππου και Κυριάκου συμφωνία με την οποία τροποποιείται το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 9/5/1994 (παράγραφος 9 της έκθεσης απαίτησης). Με προσθήκη δηλαδή στους ιδιοκτήτες και της Κυριάκου και μετατροπή του αριθμού εγγραφής από 9212 σε
- 21.3.
- Βεβαίως αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως ως έχει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου (τεκμήριο στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25/10/2013) δεν υπάρχει εντός αυτού οποιαδήποτε αναφορά σε τροποποίηση προηγούμενης συμφωνίας ενώ ασφαλώς, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς των ίδιων των εναγόντων ο Φιλίππου ουδέποτε υπήρξε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. 21.3.
- Έτσι ώστε δηλαδή να νοείται καν ως λογικός ο ισχυρισμός περί προσθήκης αυτού στους «ιδιοκτήτες» του επίδικου ακινήτου. 21.3.
- Απλούστατα, σύμφωνα και με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, για πρώτη φορά όντως υπέγραφε μία γραπτή συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου και η ίδια η ιδιοκτήτρια του. 21.
- Το συγκεκριμένο έγγραφο στις 13/9/1996 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου «για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης» όπου έλαβε τον αριθμό πωλητηρίου εγγράφου 488/96[3]. 21.
- Στη συνέχεια εντός της έκθεσης απαίτησης προβάλλεται ισχυρισμός ως προς το ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων πως το επίδικο ακίνητο θα μεταβιβαζόταν μαζί με την κατοικία απαλλαγμένο από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος με την εξόφληση του τιμήματος αγοράς. 21.5.
- Βεβαίως εντός των επίδικων συμφωνιών δεν υπάρχει οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά ως προς την ανυπαρξία εμπραγμάτων βαρών και ούτε και είναι δυνατό τέτοιος ρητός όρος να προστεθεί μεταγενέστερα απλά και μόνο με τη προβολή ισχυρισμού είτε εντός του δικογράφου είτε με τη μαρτυρία των εναγόντων, δηλαδή αυτή της ενόρκως δηλούσας. 21.5.
- Βεβαίως προκύπτει από την ανάληψη υποχρέωσης μεταβίβασης είτε από τον Φιλίππου είτε από την Κυριάκου ότι τέτοια δυνατότητα λογικά θα έπρεπε να υπάρχει αφού πρώτα οι ενάγοντες συμμορφώνονταν με τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις. 21.5.
- Συνεπώς θεωρώ πως είναι δυνατό να γίνει δεκτή, όπως και γίνεται βεβαίως, η θέση των εναγόντων πως η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου απαλλαγμένου από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη ήταν εξυπακουόμενος όρος των επίδικων συμφωνιών. 21.
- Ο ισχυρισμός εντός της έκθεσης απαίτησης (παράγραφος 13) ως προς την καταβολή από τους ενάγοντες του συνολικού ποσού των €134.552,36 προς τους εναγόμενους έχει προωθηθεί με τη παρουσίαση μαρτυρίας, δηλαδή χρεώσεων του τραπεζικού λογαριασμού των εναγόντων, ως προς τη πληρωμή ποσού ΛΚ£40.603,39 και τη πληρωμή του ποσού των Στερλίνων £109.686,86 με μεταφορά από τραπεζικό λογαριασμό στο Ηνωμένο Βασίλειο σε λογαριασμό των εναγόντων στην Κύπρο. 21.6.
- Καμία σχετική επεξήγηση δεν έχει δοθεί ως προς τη τιμή συναλλάγματος σε ξένο νόμισμα ή τη σημασία ή σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο ποσών σε διαφορετικό νόμισμα. 21.6.
- Ή ακόμη και ως προς το άτομο στο οποίο αυτά τα ποσά είχαν πληρωθεί παρά μόνο σε σχέση με τη πληρωμή των ποσών των ΛΚ£2.000 και των ΛΚ£24.250,00 όπου υπάρχει αναφορά του ονόματος του Φιλίππου. 21.6.
- Πραγματικά η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί επί αυτού του θέματος είναι ελλιπής ενώ οι δικηγόροι των εναγόντων αναμένουν ουσιαστικά όπως μέσα από αυτή την αόριστη αλλά παράλληλα και πρόχειρη μαρτυρία το Δικαστήριο καταλήξει σε ένα ακριβές σύνολο το οποίο οι ίδιοι όφειλαν να αποδείξουν με σαφή και επαρκή μαρτυρία την οποία να είχαν προηγουμένως μελετήσει έτσι ώστε στη συνέχεια να είναι σε θέση να προχωρήσουν στην ορθή παρουσίαση της υπό μορφή μαρτυρίας. 21.6.
- Η μοναδική μαρτυρία η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ως σαφής σε σχέση με τη πληρωμή του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου και της κατασκευής της επίδικης οικίας προέρχεται από τις δύο επιστολές ημερομηνίας 17/1/1996 με τις οποίες ο Φιλίππου αποδέχεται πληρωμή τελικής δόσης και ποσού για επιπρόσθετες εργασίες, όμως και αυτή παραμένει ασύνδετη με την υπόλοιπη παρουσιασθείσα μαρτυρία. 21.6.
- Βεβαίως το Δικαστήριο είναι σε θέση να λάβει υπόψη του το σύνολο των ποσών τα οποία αναφέρονται στις συμφωνίες οι οποίες έχουν παρουσιαστεί (ΛΚ£78.750,00) και το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ (€134.552,00). 21.
- Προβάλλεται ισχυρισμός ως προς το ότι η σημερινή αξία του επίδικου ακινήτου (παράγραφος 14 της έκθεσης απαίτησης) ξεπερνά τις £300.000,00 (€512.580,43). 21.7.
- Εντούτοις ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει υποστηριχτεί με τη παρουσίαση οποιασδήποτε αποδεκτής μαρτυρίας επί του συγκεκριμένου θέματος. Παραδείγματος χάριν, σχετικής έκθεσης εκτιμητή αξίας ακίνητης ιδιοκτησίας. 21.7.
- Ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας δεν μπορεί παρά να κριθεί ως εντελώς αυθαίρετος αλλά επιπλέον και μετέωρος καθότι η ίδια δεν αναφέρεται καν ως προς την οποιαδήποτε πηγή πληροφόρησης επί της οποίας στηρίζει αυτό τον ισχυρισμό.
- Αναφορικά με το θέμα της ειδικής εκτέλεσης παρατηρώ τα ακόλουθα. 22.
- Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 7 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011), όπως αυτός τροποποιήθηκε, (στο εξής θα καλείται ο "σχετικός Νόμος") το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης και στην περίπτωση που πριν από τη κατάθεση της σύμβασης υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη που επιβαρύνει την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι αντικείμενο της σύμβασης αν ικανοποιηθεί ότι ο αγοραστής κατέβαλε έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης. 22.
- Η εισήγηση της κας. Φιλίππου αναφορικά με αυτή τη πρόνοια του σχετικού Νόμου είναι η εξής. Εφόσον ο αγοραστής έχει καταβάλει το συνολικό ποσό αγοράς τότε δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του ενυπόθηκου χρέους ακόμη και εάν αυτό έχει καταβληθεί στον πωλητή και όχι στον ενυπόθηκο δανειστή. 22.
- Ουσιαστικά η θέση η οποία προτάθηκε από την κα. Φιλίππου είναι πως σύμφωνα και με τη διατύπωση του σχετικού Νόμου ο ενυπόθηκος δανειστής δεν μπορεί να αξιώσει οποιοδήποτε ποσό από τον αγοραστή έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας του. Εισηγήθηκε δε πως ο σχετικός Νόμος δίδει στους αγοραστές που δεν έχουν πληρώσει την εργοληπτική εταιρεία που ανήγειρε την κατοικία το δικαίωμα να καταβάλλουν το ποσό αυτό. Δηλαδή το δικαίωμα και την ευκαιρία να καταβάλλουν τα χρήματα στον ενυπόθηκο δανειστή αντί στην εργοληπτική εταιρεία, αντί στον πωλητή ουσιαστικά του ακινήτου. Ότι δηλαδή αυτός είναι ο σκοπός και η λειτουργία του άρθρου
- 22.
- Σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση όμως εισηγήθηκε πως εφόσον υπάρχει εξόφληση δεν δύνανται οι ενυπόθηκοι δανειστές να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό από τους αγοραστές και ταυτόχρονα να τους εμποδίζουν από το να ασκούν τα νομικά δικαιώματα τους. 22.
- Επιβεβαίωσε, μετά από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, πως η άποψη της είναι ότι υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης ακόμα και στη περίπτωση που το ποσό δεν έχει καταβληθεί έναντι του ενυπόθηκου χρέους, υπό την έννοια καταβολής του ποσού προς τον ενυπόθηκο δανειστή, στηρίζοντας αυτή τη θέση της σε τελεολογική ερμηνεία του άρθρου 7
(4)του σχετικού Νόμου δίχως όμως παράλληλα να ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε σχετική νομολογία λόγω και της πρόσφατης εφαρμογής του σχετικού Νόμου. 22.
- Θεωρώ πως το όλο σκεπτικό με το οποίο προωθείται η συγκεκριμένη θέση είναι λανθασμένο. Ως προς τον τρόπο δηλαδή με βάση τον οποίο εξάγεται συμπέρασμα από την ύπαρξη της δυνατότητας πληρωμής η οποία παρέχεται στη μία περίπτωση και την εισήγηση πως θα μπορούσε να προκύψει το ίδιο αποτέλεσμα ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου τέτοια δυνατότητα πληρωμής του ενυπόθηκου δανειστή δεν υπάρχει. Θεωρώ δηλαδή πως είναι εντελώς διαφορετική η περίπτωση όπου ο αγοραστής δύναται να πληρώσει απευθείας τον ενυπόθηκο δανειστή και διαφορετικό ο αγοραστής να έχει ήδη πληρώσει τον πωλητή χωρίς όμως να έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό προς τον ενυπόθηκο δανειστή. 22.
- Καθότι εάν ο πωλητής ήδη έχει εισπράξει ολόκληρο το τίμημα αγοράς από τον αγοραστή τότε ασφαλώς πλέον δεν υπάρχει η δυνατότητα όπως ο αγοραστής καταβάλει έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ίδιο ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης σύμφωνα δηλαδή με το εδάφιο
(4)του άρθρου 7 του σχετικού Νόμου. Πως είναι δυνατό σε μία τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο να «.ικανοποιηθεί ότι ο αγοραστής κατέβαλε έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης»; Εκτός βεβαίως εάν ο αγοραστής έχει πρόθεση να πληρώσει για δεύτερη φορά το τίμημα αγοράς, δηλαδή το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης, για δεύτερη φορά σε αυτή τη περίπτωση όμως στον ενυπόθηκο δανειστή αντί στον πωλητή. 22.8. Επομένως έχοντας υπόψη και το δεδομένο πως σύμφωνα και με το πιστοποιητικό έρευνας το οποίο έχει κατατεθεί ως τεκμήριο υπάρχουν υποθήκες η εγγραφή των οποίων προηγείται της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου και εφόσον οι ενάγοντες έχοντας ήδη πληρώσει το τίμημα αγοράς δεν έχουν είτε τη δυνατότητα πλέον είτε τη πρόθεση καταβολής έναντι του ενυπόθηκου χρέους του ποσού που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης, τότε δεν τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης σύμφωνα και με το εδάφιο
(4)του άρθρου 7 του σχετικού Νόμου. 22.
- Βεβαίως η κα. Φιλίππου ανέπτυξε επί του ιδίου θέματος και το εξής επιχείρημα βασισμένο στη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί ως προς το εξής δεδομένο. Ότι δηλαδή τα εμπράγματα βάρη τα οποία προηγούνται της εγγραφής του πωλητηρίου εγγράφου δεσμεύουν μόνο τα 6/7 του επίδικου ακινήτου. Εισηγήθηκε πως αυτό σημαίνει πως το 1/7 παραμένει ελεύθερο προς διαχωρισμό και κατά συνέπεια προς ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου. Προσθέτοντας σε σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ότι από άποψης πρακτικότητας το επίδικο ακίνητο χωρίζεται νοητά σε 7 μέρη και πως και οι 3 τράπεζες έχουν ικανοποιήσει την αξίωση τους προς τα 6 μέρη εκ των 7 τα οποία η ίδια θεωρεί ότι είναι τα ίδια. Ότι δηλαδή το Κτηματολόγιο μπορεί να τα θεωρήσει τα ίδια αφήνοντας το 1/7 ελεύθερο προς όφελος των εναγόντων. Θεώρησε πως βάσει της εισήγησης της οι ενάγοντες μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από την ειδική εκτέλεση με τρόπο που να μην συγκρούονται με τα άλλα εμπράγματα βάρη. Βεβαίως το επίδικο ακίνητο έχει συνολική έκταση μόνο 948 τετραγωνικά μέτρα. Επομένως, διερωτάται το Δικαστήριο πως θα μπορούσε η εισήγηση αυτή να τύχει πρακτικής εφαρμογής έτσι ώστε στη συνέχεια να εκδιδόταν ένα διάταγμα του οποίου η εφαρμογή να ήταν νομικά εφικτή. Έστω δηλαδή και εάν θα μπορούσε να κριθεί ότι αυτή η εισήγηση ευσταθεί από νομικής άποψης. Εισήγηση η οποία επιπλέον παραγνωρίζει την αδυναμία καθορισμού, δίχως να υπάρχει συμφωνία επί αυτού, ως προς το διαχωρισμό του οποιουδήποτε μεριδίου σε εξ αδιαιρέτου ακίνητη ιδιοκτησία. Θεωρώ ότι αυτή η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως βάσιμη προς έκδοση ενός περιορισμένου ουσιαστικά διατάγματος ειδικής εκτέλεσης.
- Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του προκειμένου σύμφωνα και με τα όσα δεδομένα έχουν τεθεί υπόψη του είναι πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης προς όφελος των εναγόντων.
- Επιστρέφω στα όσα αναφέρονται σχετικά στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων δίχως όμως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη των όσων λεπτομερειών δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας των Φιλίππου και Κυριάκου είτε από κοινού είτε ξεχωριστά παρατίθενται στη παράγραφο
- Το Δικαστήριο εξετάζει αυτές τις λεπτομέρειες πιο κάτω και κατά πόσο όντως αυτές ευσταθούν έτσι ώστε να αποδεικνύεται η ύπαρξη οποιωνδήποτε από των στοιχείων στα οποία αυτές αναφέρονται. 24.
- Αναφορικά με τη παράγραφο Α των λεπτομερειών ασφαλώς αυτή δεν είναι δυνατό να κριθεί πως ευσταθεί σε σχέση με την Κυριάκου, τουλάχιστον ως προς την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου, ενώ σε σχέση με αμφότερους των Φιλίππου και Κυριάκου δεν είναι δυνατό με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε να διαπιστώσει το Δικαστήριο πως όντως παρέστησαν ψευδώς στο ζεύγος Watson πως το επίδικο ακίνητο ήταν ελεύθερο από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη ή νομικές επιβαρύνσεις. Βεβαίως σε σχέση με τη πρώτη συμφωνία πώλησης όντως ο Φιλίππου ψευδώς δήλωσε εντός αυτής πως το επίδικο ακίνητο ανήκει στον ίδιο. Όμως η ανάληψη υποχρέωσης μεταβίβασης (όρος 2 της συμφωνίας πώλησης) από μόνη της δεν αναδεικνύει καν ότι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ο πωλητής παριστάνει ότι το επίδικο ακίνητο είναι ελεύθερο οποιωνδήποτε εμπραγμάτων βαρών. 24.
- Ασφαλώς τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την απόκρυψη εμπραγμάτων βαρών στη παράγραφο Α ισχύουν και σε σχέση με τη παράγραφο Β ως προς την απόκρυψη επιβάρυνσης του επίδικου ακινήτου με υποθήκες και δάνεια. 24.
- Ουσιαστικά η παράγραφος Γ επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους Α και Β ως προς την έλλειψη ενημέρωσης του ζεύγους Watson σε σχέση με την ύπαρξη εμπραγμάτων βαρών επί του επίδικου ακινήτου. 24.
- Ενώ με τη παράγραφο Δ αναφέρεται απλώς πως ο Φιλίππου και η Κυριάκου συνωμότησαν με δόλιο τρόπο προς εκπλήρωση του «.πιο πάνω δόλιου σκοπού». Σαφώς δηλαδή παραπέμποντας σε προηγούμενη παράγραφο.
- Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως κάθε άλλο παρά αποδεικνύονται οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες με την όση μαρτυρία παρουσίασαν οι ενάγοντες. Η ψευδής δήλωση του Φιλίππου στη συμφωνία του 1994 πως το επίδικο ακίνητο ανήκει στον ίδιο η οποία θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ως απάτη σε σχέση με τη συγκεκριμένη σύμβαση (άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Η οποία απάτη θα μπορούσε να καθιστούσε τη συμφωνία ακυρώσιμη κατά επιλογή των αγοραστών (άρθρο 20 του ίδιου Νόμου). Κάθε άλλο όμως παρά αποδεικνύεται είτε δόλος είτε απάτη ή ακόμη και ψευδείς παραστάσεις διατηρώντας υπόψη πως ουσιαστικά οι ενάγοντες επέλεξαν στη συνέχεια όχι μόνο να μην ακυρώσουν τη συγκεκριμένη συμφωνία αλλά το 1996να υπογράψουν νέα συμφωνία με τον Φιλίππου και τη Κυριάκου, δηλαδή την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου.
- Βεβαίως δεν παύει το αποτέλεσμα της όλης συμπεριφοράς τόσο του Φιλίππου όσο και της Κυριακού να συνιστά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ τους και του ζεύγους Watson ως προς την ανάληψη της υποχρέωσης μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου.
- Είναι επί αυτής της θεμελιώδους σημασίας παράβασης της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο της επιδίκασης των οποιωνδήποτε κατάλληλων υπό τις περιστάσεις θεραπειών. Όπως δηλαδή αυτή η δυνατότητα πηγάζει από το περιεχόμενο του δικογράφου των εναγόντων καθώς μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην έκθεση απαίτησης εφόσον αυτά αποδεικνύονται κατά τη δίκη (βλ. σχετικά την απόφαση Kennedy Hotels Ltd. v. Haig Indjidjian
(1992)1Α Α. Α. Δ. 400).
- Αναφορικά με το θέμα του είδους και ύψους των αποζημιώσεων οι οποίες θα μπορούσαν να επιδικαστούν ως θεραπείες για τους ενάγοντες παρατηρώ τα ακόλουθα. 28.
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω αποκλείεται με βάση τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί η δυνατότητα όπως το Δικαστήριο καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τη διαφορά στην αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου σήμερα και αυτή την οποία είχε κατά τον χρόνο αγοράς του (βλ. σχετικά τη παράγραφο 16 (Στ) της έκθεσης απαίτησης). Για την οποία αξία κατά το χρόνο αγοράς επίσης δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αν και θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε ως προς το τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου και το συμφωνημένο ποσό για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας ως βάση για υπολογισμό αυτής της διαφοράς. 28.
- Αναφορικά με τη θεραπεία η οποία ζητείται ως μέρος των ειδικών ζημιών των εναγόντων για τη χαρτοσήμανση και κατάθεση της επίδικης συμφωνίας όπως αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο (δ) στο άρθρο 29 του περί Χαρτοσήμων Νόμου ελλείψει συμφωνίας περί του αντιθέτου σε περίπτωση σύμβασης πώλησης η καταβολή του προσήκοντος τέλους χαρτοσήμου βαραίνει τον αγοραστή. Συνεπώς, ενόψει της απουσίας μαρτυρίας συμφωνίας περί του αντιθέτου, δεν δικαιολογείται η επιδίκαση αυτής της θεραπείας. 28.
- Σε σχέση με τις θεραπείες οι οποίες επίσης ζητούνται ως μέρος των ειδικών ζημιών των εναγόντων αναφορικά με τα έξοδα μετάβασης των εναγόντων προς και από την Κύπρο (ποσό €3,417,20) ως επίσης και για «δικηγορικά έξοδα και άλλα συναφή έξοδα» (€636,45) απλά διαπιστώνεται πως δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης οποιασδήποτε από αυτές τις θεραπείες.
- Διαπιστώνεται επίσης πως προκύπτει διαφορά μεταξύ του ποσού το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά στον Φιλίππου και στην Κυριάκου (€134,552.36) και αυτό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 16 (Δ) στις λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών (€133,270.91) και το οποίο ποσό περιγράφεται ως το σύνολο του ποσού που πραγματικά καταβλήθηκε στους εναγόμενους. Παρουσιάζεται δηλαδή μία διαφορά ποσού ύψους €1.281,
- Η αντίφαση αυτή επαναλαμβάνεται και στην αρχική ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αξίωσης. Όπως ουσιαστικά επαναλαμβάνεται λέξη προς λέξη και το υπόλοιπο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης.
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί επί αυτού του θέματος είναι ελλιπής εντούτοις το Δικαστήριο είναι σε θέση να δεχτεί ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό ο οποίος προβλήθηκε εκ μέρους των εναγόντων πως οι ίδιοι κατέβαλλαν τόσο το τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου όσο και το συμφωνημένο ποσό για τη κατασκευή της κατοικίας. Δηλαδή ένα συνολικό ποσό £78.750,00 το οποίο αντιστοιχεί σε ποσό €134.552,
- Θεωρώ πως το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτό το ποσό ως αυτό το οποίο θα μπορούσε να επιδικαστεί σε περίπτωση κατά την οποία καταλήγει σε συμπέρασμα ότι αυτό θα πρέπει να επιστραφεί στους ενάγοντες.
- Αναφορικά όμως με το τόκο τον οποίο ζητούν οι ενάγοντες δηλαδή 9% ετησίως από την ημερομηνία πληρωμής του θεωρώ πως αυτό το μέρος της θεραπείας δεν δικαιολογείται από τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τη καθυστέρηση στη καταχώρηση αλλά προώθηση της αγωγής θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστεί τέτοιος τόκος από την ημερομηνία πληρωμής. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι θα μπορούσε να επιδικαστεί ως τόκος ο νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής σύμφωνα και με το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου διατηρώντας όμως υπόψη και την οποιαδήποτε ανάλογη ρύθμιση λαμβάνοντας υπόψη τη καθυστέρηση στη προώθηση της αξίωσης των εναγόντων.
- Τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι πως η κύρια και μόνη ουσιαστικά θεραπεία, πέραν και από την επιδίκαση τόκου, η οποία θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επιδικαστεί προς όφελος των εναγόντων, ιδιαίτερα διατηρώντας υπόψη την αδυναμία έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, είναι με την έκδοση απόφασης για την επιστροφή στους ενάγοντες των χρημάτων τα οποία πλήρωσαν προς τους εναγόμενους για την αγορά του επίδικου ακινήτου και την ανέγερση της επίδικης κατοικίας.
- Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου παρέχεται με σχετική επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου η διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο όπως σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι να επιδικάσει τόκο σε ολόκληρο το επιδικαζόμενο με την απόφαση ποσό, για μέρος μόνο της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης ή σε μέρος μόνο του επιδικαζόμενου με την απόφαση ποσό, για ολόκληρη ή μέρος μόνο της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης. Κρίνω ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση συντρέχουν λόγοι για την εφαρμογή της συγκεκριμένης επιφύλαξης. Οι λόγοι αυτοί αφορούν γενικά το χειρισμό της αγωγής από τους ενάγοντες ως προς τη προώθηση της αξίωσης τους και κυρίως τη καθυστέρηση η οποία παρατηρείται σε σχέση με αυτή.
- Παράλληλα αποδέχεται το Δικαστήριο ότι μέρος του χειρισμού αυτού αλλά και της προκληθείσης καθυστέρησης έχει σχέση με το γεγονός πως ο Φιλίππου και η Κυριάκου είχαν οδηγήσει τους εαυτούς τους σε τέτοια οικονομική κατάσταση έτσι ώστε να είχαν εκδοθεί διατάγματα παραλαβής εναντίον τους ενώ στη συνέχεια ο Φιλίππου κηρύχτηκε σε πτώχευση. Εντούτοις όσο και να λαμβάνεται υπόψη αυτό το γεγονός η όλη καθυστέρηση είναι τέτοια αλλά και αναλόγως ο όλος χειρισμός της αγωγής ως προς τη προώθηση της τέτοιος έτσι ώστε να κρίνεται πως εξακολουθούν να συντρέχουν λόγοι για την εφαρμογή της συγκεκριμένης επιφύλαξης.
- Εφαρμόζοντας τη συγκεκριμένη επιφύλαξη κρίνω πως δεν θα πρέπει να επιδικαστεί τόκος για μία αρχική χρονική περίοδο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της τρίτης[4] αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 19/4/
- Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €134.552,00 με δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Νόμιμο Τόκο, από τις 19/4/2011 μέχρι εξοφλήσεως. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μετά και από επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους εναγομένους την 1/8/2008 στον εναγόμενο 1 και στις 22/8/2008 στην εναγόμενη
- [2] Στο βαθμό στον οποίο αυτό είναι δυνατό να διαπιστωθεί από το περιεχόμενο του φακέλου και τα πρακτικά τα οποία τηρήθηκαν. [3] Σύμφωνα με το σχετικό τεκμήριο καθότι προφανώς εκ παραδρομής στην έκθεση απαίτησης ο αριθμός αναφέρεται ως 488/
- [4] Οι πρώτες δύο αιτήσεις είχαν αποσυρθεί με επιφύλαξη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο