← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 387/09, 7/2/2014

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 387/09, 7/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 387/09 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων - και -

  1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ
  2. RONY DACCACHE
  3. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 15.3.13 Ημερομηνία: 7.2.
  4. Για Αιτητή - Εναγόμενο 3: κ. Μ. Ιωάννου. Για Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες: κα Χαραλάμπους για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 3 (στο εξής ο Αιτητής) ζητά διάταγµα το οποίο να ακυρώνει την επίδοση του κλητηρίου εντάλµατος µετά της εκθέσεως απαιτήσεως της υπό τον ως άνω αριθµό και τίτλο αγωγής (παράγραφος Α) καθώς και διάταγµα το οποίο να ακυρώνει και/ή παραµερίζει την απόφαση ηµερ. 22.6.09 η οποία εκδόθηκε εναντίον του (παράγραφος Β). Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 15.3.13 και βασίζεται στις Δ.4 Κ.1, Δ.5 Κ.1, 2(Ι)(ΙΙ) (ΙΙΙ), 3, 9, 10, Δ.16 Κ.1-5, 9, 11, Δ.21 Κ.1, 14

(2), Δ.39 Κ.1, 2, 10, 15, Δ.48, Δ.64 Κ.1, 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 91, 92, 93 και 94 του περί Συµβάσεων Νόµου Κεφ. 149, στο άρθρο 30 παράγραφοι 1, 2 και 3 του Συντάγµατος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, στην σύµφυτη εξουσία, στην διακριτική ευχέρεια και στην εν γένη πρακτική και στις εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία υποστηρίζει τα ακόλουθα: Ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλµα της παρούσας αγωγής. Πρόσφατα πληροφορήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και ότι έπρεπε να διευθετήσει την πληρωµή της απόφασης. Αμέσως µετέβηκε στον δικηγόρο του και του ζήτησε να προβεί σε σχετική έρευνα. Ο δικηγόρος του ενήργησε αμέσως και εξασφάλισε αντίγραφα όλων των εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης (τεκμήριο Α). Στο αντίγραφο του εγγράφου ενοικιαγοράς στο πάνω δεξιό µέρος υπάρχει η υπογραφή του ως εµπόρου και στην επόμενη σελίδα ως εγγυητή του Εναγόμενου 1, τον οποίο πράγματι εγγυήθηκε στο εν λόγω συµβόλαιο. Στο αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του επιδότη Θεοφάνη Κλείτου, όπου αναφέρει ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλµα της αγωγής προσωπικά στον Αιτητή στις 25.4.09, επισυνάπτεται το αντίγραφο της αγωγής και στο πάνω µέρος της πρώτης σελίδας φαίνεται µία υπογραφή και δίπλα η ηµεροµηνία 28.4.
  1. Αυτή δεν είναι η υπογραφή του Αιτητή κάτι που φαίνεται και από τη σύγκριση της με τις άλλες δύο προαναφερόμενες υπογραφές του. Η υπογραφή την οποία χρησιµοποιεί πάντα για οποιαδήποτε συναλλαγή είναι σύµφωνα µε το δείγµα που φαίνεται σε άσπρη κενή κόλλα την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο Β. Περαιτέρω η ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη είναι εσφαλµένη και παράτυπη, δεν αναφέρει το όνοµα του Πρωτοκολλητή ενώπιον του οποίου έγινε, δεν αναφέρει στο κάτω µέρος αριστερά την ώρα και τον τόπο που έγινε και το λεκτικό της είναι εσφαλµένο και αντίθετο µε τους Θεσµούς. Σε αυτήν αναφέρεται επίσης ότι κατάγεται από την Γερµασόγεια ενώ καμία σχέση έχει µε την Γερµασόγεια. Ο Αιτητής τα έτη 2008 και 2009 ήταν συνέταιρος µε τον Εναγόµενο 2 σε επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων. Ο Εναγόµενος 1, ο οποίος ήταν υπάλληλος τους, αγόρασε ένα αυτοκίνητο AUDI και τους ζήτησε να τον εγγυηθούν σχετικά στην τράπεζα και αυτοί ως εργοδότες του δέχθηκαν. Στη συνέχεια ο Εναγόµενος 1 δεν πλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα και ο Εναγόµενος 2 ανέλαβε να ξεκαθαρίσει την υπόθεση και να επιλύσει το θέµα µεταξύ της τράπεζας και του Εναγοµένου
  2. Ο Αιτητής είχε την εντύπωση ότι το θέµα είχε ξεκαθαρίσει διότι ο συνέταιρος του Εναγόµενος 2 του ανέφερε ότι όλα ήταν εντάξει και ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και ότι ο ίδιος διόρισε δικηγόρο, ο οποίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 15.4.09 και έκθεση υπεράσπισης στις 6.10.
  3. Όταν ο Αιτητής το διαπίστωσε αυτό μετά από την έρευνα που έκανε ο δικηγόρος του αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόµενος 2 συµπεριφέρθηκε πονηρά στην υπόθεση διότι υπερασπίζεται τον εαυτό του για να µην εκδοθεί απόφαση εναντίον του, να κερδίσει χρόνο και εν τω µεταξύ η τράπεζα να προχωρήσει εναντίον του Αιτητή και να εισπράξει ολόκληρο το ποσό. Αυτό, ως ισχυρίζεται, προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου στα οποία και παραπέμπει για να εισηγηθεί ότι από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η όλη διαδικασία αποτελεί ένα καλοστηµένο παιχνίδι σε βάρος του, το οποίο παίζεται αφενός από τους Ενάγοντες και αφετέρου από τον Εναγόµενο 2, ο οποίος του απέκρυψε όλες τις πιο πάνω διαδικασίες. Υποψιάζεται δε ότι ο Εναγόµενος 2 ήταν που παρέλαβε το κλητήριο για λογαριασµό του και ενδεχόµενα να παρουσιάσθηκε µε το όνοµα του Αιτητή µε σκοπό να υπερασπίζεται την υπόθεση, να εκδοθεί απόφαση εναντίον αυτού και να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής. Περαιτέρω αναφέρει ότι το επίδικο αυτοκίνητο βρίσκεται στην κατοχή του Εναγοµένου 1 για τον οποίο εκδόθηκε διάταγµα παραλαβής της περιουσίας του και θα πρέπει το αυτοκίνητο να πωληθεί και να πληρωθούν οι Ενάγοντες και όχι να ζητείται ολόκληρο το ποσό από τον ίδιο. Θεωρεί δε ότι έχει απαλλαγεί από την εγγύηση για τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι Ενάγοντες µετέβαλαν τους όρους της συµφωνίας τους με τον Εναγοµένο 1 άνευ της συναινέσεως του Αιτητή και χωρίς την πληροφόρηση του. (β) Οι Ενάγοντες δεν ήγειραν την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγοµένου 1 κατά τον χρόνο που αυτός παρέβηκε τις συµβατικές του υποχρεώσεις, απαλλάσσοντας έτσι τον Αιτητή των υποχρεώσεων του από την εγγύηση που έδωσε, γιατί όπως φαίνεται και στην έκθεση απαίτησης στην παράγραφο 5 το συµβόλαιο ενοικιαγοράς έγινε στις 19.2.08 και ουδένα ποσό πλήρωσε ο Εναγόµενος 1, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.2.09 και οι Ενάγοντες καθυστέρησαν περαιτέρω την υπόθεση µε αποτέλεσµα τον Δεκέµβριο του 2012 να εκδοθεί διάταγµα παραλαβής της περιουσίας του Εναγοµένου
  4. (γ) Οι Ενάγοντες προέβησαν σε συµβιβασµό με τον Εναγοµένο 1 στον οποίον όχι µόνο παρείχαν παράταση χρόνου εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του αλλά του παρεχώρησαν και άλλες τραπεζιτικές διευκολύνσεις µε συνέπεια να παραβλαφθούν τα δικαιώµατα και συµφέροντα του Αιτητή γιατί οι Ενάγοντες δεν πήραν το αυτοκίνητο να το πωλήσουν και έκδωσαν απόφαση εναντίον του Αιτητή εγκαταλείποντας ουσιαστικά τις απαιτήσεις τους εναντίον των Εναγοµένων 1 και
  5. (δ) Οι Ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυµβίβαστες προς τα δικαιώµατα του Αιτητή µε συνέπεια να µην είµαι σε θέση να στραφεί εναντίον του Εναγοµένου 1 αφού εναντίον του εκδόθηκε διάταγµα παραλαβής της περιουσίας του και να αξιώσει πληρωµή ποσών τα οποία τυχόν θα πληρωθούν από τον Αιτητή. (ε) Οι Ενάγοντες µετά την υπογραφή της συµφωνίας ενοικιαγοράς συνήψαν άλλες συµφωνίες οι όροι των οποίων είχαν σχέση και/ή επηρέαζαν την αρχική συµφωνία ενοικιαγοράς. (ζ) Οι Ενάγοντες χρέωσαν διάφορα ποσά τους λογαριασµούς ως έξοδα µελέτης, ανατοκισµούς, τόκους πέραν των συµφωνηθέντων, κατά τρόπο ώστε µετέβαλαν τους όρους της αρχικής συµφωνίας τους με τον Εναγοµένο 1 και έτσι ο Αιτητής έχει απαλλαγεί από την οποιαδήποτε εγγύηση. (η) Τόσο οι Ενάγοντες όσο και ο Εναγόµενος 1 κατά τον χρόνο που έδινα την εγγύηση βεβαίωσαν τον Αιτητή ότι δεν υπήρχε πρόβληµα στους τραπεζιτικούς λογαριασµούς του Εναγοµένου 1 και ότι αυτός δεν ήταν προβληµατικός πελάτης, γεγονότα στα οποία βασίσθηκε ο Αιτητής και υπέγραψε εγγύηση ενώ ως φάνηκε εκ των υστέρων συνέβαιναν τα αντίθετα. Ως εκ των άνω είναι η θέση του Αιτητή ότι έχει καλή υπεράσπιση και είναι άδικο να του στερηθεί το δικαίωµα υπεράσπισης. Δεν υπάρχει δε καθυστέρηση εκ µέρους του στην καταχώρηση της παρούσας αίτηση διότι µόλις πληροφορήθηκε τα πιο πάνω γεγονότα από τον δικηγόρο του του έδωσε οδηγίες να την καταχωρήσει. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 13.1.14 ένσταση στην αίτηση, η οποία στηρίζεται στις Δ.17 Κ.3, 10, 13, Δ.26 Κ.14, Δ.39 Κ.1, 2, Δ.40 Κ.1-7, 11, 15, Δ.48 Κ1, 2, 4
(1), Δ.64 Κ.1, 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 29-31 του περί Δικαστηρίων Νόµου 14/60, στους Κανόνες της Επιείκειας, στην πρακτική και στη σύμφυτο εξουσία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Α. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων. Β. Ο Αιτητής έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, έχοντας σαν µοναδικό στόχο του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Γ. Ο µόνος λόγος για τον οποίο γίνεται η παρούσα αίτηση είναι για σκοπούς παρέλκυσης της διαδικασίας και της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Δ. Η αίτηση γίνεται κακή τη πίστη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κωνσταντίνας Οικονομίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση. Εκεί αφού επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης αναφέρονται επιπλέον τα ακόλουθα: Ο Αιτητής προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο προς αποφυγή καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους του, παρά το γεγονός ότι η αγωγή του έχει επιδοθεί δεόντως νοµότυπα. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως καµία σχέση έχει µε την Γερµασόγεια και ότι ούτε κατάγεται από εκεί παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία διεύθυνσης του παραµένουν τα ίδια και συγκεκριμένα η διεύθυνση του είναι Σπύρου Κυπριανού 24 - Γερµασόγεια, όπως αναγράφεται και στο έγγραφο ενοικιαγοράς αλλά και στο τιµολόγιο αγοράς που ο ίδιος επισύναψε. Τηρουμένων των πιο πάνω ο Αιτητής ουδέν στοιχείο επισύναψε στην ένορκη δήλωση του µε το οποίο να πιστοποιεί τη διαφορετική διεύθυνση του, από αυτήν που αναφέρεται στην παρούσα αγωγή ως ο ίδιος διατείνεται. Επιπλέον αυτός ισχυρίζεται πως η υπογραφή που υπάρχει στο κλητήριο ένταλµα δεν είναι η υπογραφή του και επισύναψε δείγµα της υπογραφής του, για να πιστοποιήσει αυτό, κάτι το οποίο απορρίπτουν κατηγορηµατικά οι Καθ' ων η αίτηση εφόσον αν κοιτάξει κανείς την υπογραφή που υπάρχει τόσο στον συµβόλαιο ενοικιαγοράς όσο και στο κλητήριο ένταλµα που του επιδόθηκε είναι η ίδια αλλά και η υπογραφή που επισύναψε ο Αιτητής ως δείγμα της υπογραφής του δεν διαφέρει από αυτές. Επιπλέον µόνο ειδικός γραφολόγος µπορεί µε ακρίβεια να πιστοποιήσει αν η υπογραφή που υπάρχει στο κλητήριο που του επιδόθηκε και στο δείγμα που επισύναψε είναι η ίδια. Περαιτέρω δεν έχει αποδείξει ο Αιτητής ότι έχει συζητήσιµη ή εκ πρώτης όψεως βάσιµη υπεράσπιση αλλά ούτε και έχει επεξηγήσει επαρκώς και αποδείξει τους λόγους για τη µη εµφάνιση του στο Δικαστήριο μετά την προς αυτόν επίδοση της αγωγής. Ως εκ των άνω είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων και ζητούν την απόρριψη της αίτησης µε έξοδα εναντίον του Αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από τις αγορεύσεις του συνηγόρου του Αιτητή, η αίτηση περιορίζεται στην θεραπεία για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Άλλωστε δεν τίθεται θέμα ακύρωσης της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Το κατά πόσο η επίδοση ήταν καλή ή κακή θα κριθεί στα πλαίσια του αιτητικού για παραμερισμό της απόφασης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό δε αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον Αιτητή πρέπει να είναι λοιπόν υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον Αιτητή διαφορετικής από αυτή του Καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς προκύπτει από τη νομολογία ότι με μόνη την αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος και Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 243 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044). Πριν προχωρήσω στην ουσία της παρούσας αίτησης θα εξετάσω την θέση του Αιτητή ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση γίνεται από δικηγόρο χωρίς να δοθεί εξήγηση γιατί δεν έγινε από τους Καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά το θέμα της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση όμως αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στη Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Κάτι τέτοιο προφανώς δεν ισχύει στην παρούσα αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα δεν χειρίζεται την παρούσα αίτηση αλλά απλά προβαίνει σε ένορκη δήλωση για να αναφέρει γεγονότα προς υποστήριξη αυτής. Ναι μεν στην Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, αναφέρεται ότι απαιτείται σε τέτοια περίπτωση να δοθεί κάποια εξήγηση αναφορικά με το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών, αλλά ως έχει επίσης νομολογηθεί στην πολύ πρόσφατη Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου, Πολ. Έφεση 236/10, ημερ. 13.6.13, με αναφορά και στην Rybolovlev ανωτέρω, η νομολογία δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται τέτοια ένορκη δήλωση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω καθώς και το ότι η ενόρκως δηλούσα έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησης της και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη δεν τίθεται θέμα απόρριψης της ένορκης δήλωσης. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Αιτητής δεν ζητά κάτι τέτοιο στην αγόρευση του. Τα όσα δε αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ασφαλώς και θα αξιολογηθούν ανάλογα. Όσον δε αφορά τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα γίνεται με κακή πίστη πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι είναι γνωστό ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο έχει και το βάρος απόδειξης του. Λαμβάνοντας δε υπόψην όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου στην παρούσα κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμη πεποίθηση για κακοπιστία, ως ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση. Θα εξετάσω στη συνέχεια τη θέση Αιτητή ότι ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλµα. Εδώ να σημειωθεί ότι στο πρωτότυπο της εν λόγω ένορκης δήλωσης επίδοσης ημερ. 27.4.09, που είναι κατατεθειμένη στο φάκελο της υπόθεσης, αναφέρεται ότι ο ιδιώτης επιδότης επέδωσε στις 25.4.09, προσωπικά στον Αιτητή από την Γερμασόγεια Λεμεσός, αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος έναντι της υπογραφής αυτού. Στην πρώτη δε σελίδα του αντιγράφου του κλητηρίου που επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, στο πάνω μέρος υπάρχει μια υπογραφή και δίπλα η ημερομηνία 25.04.09. Υποστηρίζει δε ο Αιτητής ότι η πιο πάνω υπογραφή δεν είναι η δική του κάτι που, ως ισχυρίζεται, προκύπτει και από τη σύγκριση αυτής με τις υπογραφές του στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, που αφορά η παρούσα αγωγή και με το δείγμα της υπογραφής που χρησιμοποιεί πάντα, το οποίο υπάρχει σε έγγραφο που επισυνάπτει ως τεκμήριο Β στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω αναφέρει ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης αναφέρεται και ότι κατάγεται από την Γερµασόγεια ενώ καμία σχέση έχει με τον τόπο αυτό. Οι Καθ' ων η αίτηση από την πλευρά τους στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους αμφισβητούν τον εν λόγω ισχυρισμό και υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι η υπογραφή στο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης δεν είναι διαφορετική από αυτές στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και στο τεκμήριο Β. Είναι δε η θέση τους ότι εν πάση περιπτώσει μόνο ειδικός γραφολόγος μπορεί να πιστοποιήσει με ακρίβεια εάν οι υπογραφές διαφέρουν ή είναι οι ίδιες. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε σύγκριση και να καταλήξει από μόνο του σε οποιοδήποτε σχετικό εύρημα καθότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι έχει καταστήσει εαυτόν ειδικό επί του θέματος, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο (βλ. Δημητρίου κ.α. v. Sidorenko, Πολ. Έφεση αρ. 284/09, ημερ. 17.6.11). Η γνώμη περί της ταυτοποίησης ή μη δύο ή περισσότερων υπογραφών εμπίπτει στην σφαίρα γνώσεων και την εμπειρία ειδικού και συγκεκριμένα εμπειρογνώμονα γραφολόγου και δεν αποτελεί απλώς θέμα σύγκρισης. Συνεπώς κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε πειστικό λόγο γιατί δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος. Από την στιγμή δε που οι Καθ' ων η αίτηση αμφισβήτησαν την εν λόγω θέση του Αιτητή αυτός είχε το βάρος να προσκομίσει την αναγκαία αποδεκτή μαρτυρία για να πείσει για τον ισχυρισμό του (βλ. IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD v. FASHIONWISE LTD
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377), κάτι που όμως δεν έπραξε. Αναφορικά δε με τη θέση του Αιτητή ότι καμία σχέση έχει με την Γερμασόγεια, από το αντίγραφο του συμβολαίου ενοικιαγοράς που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του, φαίνεται ως διεύθυνση του η οδός Σπύρου Κυπριανού 024, που είναι και η οδός για τον πρωτοφειλέτη και αναφέρεται ότι είναι στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Εδώ δε να σημειωθεί ότι ο Αιτητής παρέλειψε να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία της διεύθυνσης του για να εξετασθεί το θέμα λαμβανομένου και αυτού υπόψην. Συνεπώς κρίνεται ότι ούτε αυτή του η θέση μπορεί να γίνει δεκτή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή δεν επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή, ως ισχυρίζεται. Είναι περαιτέρω η θέση του Αιτητή ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν ήταν παράτυπη. Αναφέρει δε προς στοιχειοθέτηση αυτού ότι εκεί δεν αναφέρεται το όνοµα του Πρωτοκολλητή ενώπιον του οποίου έγινε, δεν αναφέρει στο κάτω µέρος αριστερά την ώρα και τον τόπο που έγινε και το λεκτικό της είναι εσφαλµένο και αντίθετο µε τους Θεσµούς. Η εν λόγω θέση στηρίζεται στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.α. ν. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1354, όπου ουσιαστικά κρίθηκε ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν ήταν σύμφωνη με τα όσα προβλέπει η Δ.39 Κ.
  1. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό γιατί οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης, όπως η υπό εξέταση στην παρούσα, δεν διέπονται από την Δ.39 Κ.10 οπόταν θα έπρεπε να γίνονται με βάση το έντυπο αρ. 35 του Παραρτήματος Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αλλά από την Δ.5 Κ.2 και συναφώς το έντυπο που προβλέπεται είναι το υπ. αρ. 5 του εν λόγω Παραρτήματος. Στην παρούσα η ένορκη δήλωση επίδοσης έχει συμπληρωθεί δεόντως, ως προς όλα τα απαιτούμενα από το σχετικό έντυπο στοιχεία και υπογραφές και συνεπώς κρίνεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία. Ως εκ των άνω η παρούσα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί ex debito justitiae. Θα πρέπει συνεπώς να εξετασθεί στη συνέχεια η παράλειψη ή μη του Αιτητή να εμφανιστεί καθώς επίσης και το κατά πόσο υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Για το σκοπό δε αυτό κρίνω ότι είναι αναγκαίο όπως προβώ σε μια αναδρομική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 3.2.
  2. Επιδόθηκε δε προσωπικά στον Αιτητή στις 25.4.
  3. Ο τελευταίος δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 26.5.09 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν, ενόψει αυτού, αίτηση για απόφαση εναντίον του. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστήριζαν εκδόθηκε στις 22.6.09, εναντίον του Αιτητή, η απόφαση της οποίας με την παρούσα ζητείται ο παραμερισμός. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε ως προαναφέρθηκε στις 15.3.
  4. Όσον αφορά το γιατί ο Αιτητή δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, με δεδομένο ότι δεν έγινε δεκτή η θέση του για μη επίδοση, ουσιαστικά η παράλειψη του αυτή έμεινε χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση. Όσον αφορά την καθυστέρηση προώθησης της παρούσας αίτησης, η οποία ως προκύπτει από τα πιο πάνω καταχωρήθηκε περίπου 3 χρόνια και 9 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ουσιαστικά ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση καθότι πρόσφατα πληροφορήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και αμέσως µετέβηκε στον δικηγόρο του, του ζήτησε να προβεί σε σχετική έρευνα και του έδωσε οδηγίες να καταχωρήσει την αίτηση. Σε σχέση όμως με τα πιο πάνω πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αιτητής περιορίζεται να αναφέρει αόριστα ότι «πρόσφατα» έλαβε γνώση της απόφασης, χωρίς δηλ. να διευκρινίζει πότε ακριβώς έγινε αυτό και πότε έδωσε τις οδηγίες στο δικηγόρο του να εξετάσει το θέμα και να προχωρήσει με την παρούσα, ώστε να μπορεί να κρίνει το Δικαστήριο το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης του ότι δεν υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Από την ανάγνωση δε της Δ.17, η οποία αφορά την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης και την έκδοση απόφασης συνεπεία της παράλειψης αυτής, προκύπτει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος θα πρέπει να καταχωρήσει το ενδεδειγμένο σημείωμα εμφάνισης. Ο Αιτητής στην παρούσα παρά το ότι έλαβε γνώση της εν λόγω αγωγής, χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία, παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Περαιτέρω δεν δικαιολόγησε την μακρά καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Η συμπεριφορά του αυτή κρίνω λοιπόν ότι καταδεικνύει εκ μέρους του αδικαιολόγητη αδιαφορία για την εναντίον του αγωγή και υπό τις περιστάσεις προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων του. Αυτό αποτελεί σύμφωνα με τη σχετική νομολογία βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού ακόμη και στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Παρά τα πιο πάνω που ουσιαστικά κρίνουν και το αποτέλεσμα της αίτησης θα εξετάσω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης και το κατά πόσο ο Αιτητής έχει αποκαλύψει στο δέοντα βαθμό εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 13.2.08 οι Ενάγοντες ενοικίασαν στον Εναγομένο 1, τη εγγυήσει των Εναγομένων 2 και 3 ένα αυτοκίνητο, του οποίου ο Εναγόμενος 1 έλαβε κατοχή έναντι συγκεκριμένης, συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς. Μέρος της συμφωνηθείσας τιμής θα πληρωνόταν με την υπογραφή της συμφωνίας ως προκαταβολή και το υπόλοιπο με 72 μηνιαίες δόσεις, της πρώτης αρχομένης την 13.3.
  5. Ενόψει μη πληρωμής των δόσεων λήξεως από 13.5.08 (μέρος) - 13.1.09, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 27.1.09 προς τον Εναγόμενο 1, η οποία κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3, τερμάτισαν την συμφωνία και ζήτησαν επιστροφή του αυτοκινήτου και την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών, πλην όμως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Έτσι οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον όλων των Εναγομένων τα οφειλόμενα, με βάση τα ανωτέρω, ποσά και εναντίον του Εναγόμενου 1 διάταγμα επιστροφής του αυτοκινήτου και πώλησης αυτού προς εξόφληση των οφειλομένων. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Είναι σαφές δε ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών του Αιτητή ούτε και αξιολόγησης της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Παρόλα αυτά, ως έχει προαναφερθεί, για να αποδείξει ο Αιτητής την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην παρούσα χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω, από τα όσα παρέθεσε ο Αιτητής παρατηρούνται τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν ο Αιτητής παραδέχεται ότι συνήφθη η προαναφερόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς αυτοκινήτου καθώς και ότι αυτός και ο Εναγόμενος 2 (που ήταν συνέταιροι σε επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων) εγγυήθηκαν τον Εναγόμενο 1 (που ήταν εργοδοτούμενος τους) σε αυτήν. Η θέση δε του Αιτητή ότι ο Εναγόµενος 2 ανέλαβε να ξεκαθαρίσει την υπόθεση και να επιλύσει το θέµα µεταξύ των Εναγόντων και του Εναγοµένου 1, μετά που ο τελευταίος δεν πλήρωνε τις δόσεις του καθώς και ότι ο Αιτητής είχε την εντύπωση ότι το θέµα είχε ξεκαθαρίσει διότι ο Εναγόµενος 2 του ανέφερε ότι όλα ήταν εντάξει, σίγουρα δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Όσον δε αφορά τη θέση του Αιτητή ότι ο Εναγόμενος 2 συμπεριφέρθηκε πονηρά γιατί υπερασπίζεται τον εαυτό του στην υπόθεση για να μην εκδοθεί απόφαση εναντίον του και να κερδίσει χρόνο ώστε οι Ενάγοντες να προχωρήσουν εναντίον του Αιτητή και να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό καθώς και ότι η όλη διαδικασία στην παρούσα αγωγή αποτελεί ένα καλοστηµένο παιχνίδι σε βάρος του Αιτητή, το οποίο παίζεται αφενός από τους Ενάγοντες και αφετέρου από τον Εναγόµενο 2, πέραν του ότι στηρίζεται στα όσα ο Αιτητής, ουσιαστικά ερμηνεύει κατά το δοκούν με βάση το ιστορικό της υπόθεσης (ως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου) και όχι με βάση απτά στοιχεία που να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο, εν πάση περιπτώσει επίσης δεν στοιχειοθετούν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Είναι άλλωστε αναφαίρετο δικαίωμα του Εναγόμενου 2, όπως και κάθε άλλου προσώπου, να υπερασπίζεται εαυτόν σε αγωγή που εγείρεται εναντίον του και να δρα για την προστασία των συμφερόντων του. Η δε θέση του Αιτητή ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν αυτός που παρέλαβε το κλητήριο για λογαριασμό του είναι πρόδηλο ότι στηρίζεται σε υποψία του Αιτητή, η οποία όμως δεν στοιχειοθετείται. Το ότι το επίδικο αυτοκίνητο βρίσκεται στην κατοχή του Εναγοµένου 1, για τον οποίο εκδόθηκε διάταγµα παραλαβής της περιουσίας του και θα πρέπει το αυτοκίνητο να πωληθεί και να πληρωθούν οι Ενάγοντες και όχι να ζητείται ολόκληρο το ποσό από τον Αιτητή, επίσης δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά ενδεχομένως έχει να κάνει με την εκτέλεση της απόφασης στην παρούσα. Όσον δε αφορά τη θέση του Αιτητή ότι αυτός έχει απαλλαγεί από την εγγύηση του θα πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι που παρουσιάζει σχετικά όχι μόνο δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε ίχνος υποστηρικτικού στοιχείου αλλά δεν στοιχειοθετούν καν την ύπαρξη τέτοιας υπεράσπισης. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει ούτε ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Καταληκτικά ενόψει των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόντων και εναντίον του Αιτητή - Εναγόμενου 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.