Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Μπορισλάβα Κωνσταντίνου κ.α., Aρ. Αγωγής: 798/2013, 27/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής: 798/2013 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και - Μπορισλάβα Κωνσταντίνου από την Πάφο Ανδρέα Γεωργίου Κωνσταντίνου από την Πάφο Λία Χριστοφόρου - Κωνσταντίνου από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Ημερομηνία:27.2.2014 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο 2 - αιτητή: κ. Δ. Δανιήλ για κ. Παύλο Γ. Ευθυμίου Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κα Αλεξίου για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25.6.2013 Α Π Ο Φ Α Σ Η Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της δικογραφίας, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 14.3.2013 και επιδόθηκε σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, προσωπικά στον εναγόμενο 2 στις 19.4.
- Η αγωγή επίσης επιδόθηκε και στους άλλους δύο εναγόμενους. Παρελθούσης της προθεσμίας για καταχώρηση εμφάνισης από τους εναγομένους, οι ενάγοντες στις 13.5.2013 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον τους δυνάμει της Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 30.5.
- Στις 30.5.2013 το δικαστήριο επιλήφθηκε της πιο πάνω αίτησης και στην απουσία εμφάνισης από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 και αφού βεβαιώθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε κανονικά σε αυτούς, σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης του επιδότη (Τεκμήρια Α, Β και Γ), προχώρησε και έκδωσε απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων ως η έκθεση απαίτησης, πλέον έξοδα. Με αίτηση που έχει, μεταξύ άλλων, ως νομική βάση τις Δ.48 θ.1-9, Δ.17 θ.11, Δ.39, Δ.64 και Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο εναγόμενος 2, επιδιώκει τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης η οποία αφορά το Ηποσό των €37.727,18 πλέον τόκους και έξοδα. Το πιο πάνω ποσό, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων, αποτελεί υποχρέωση του εναγόμενου 2, δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 28/01/2011 με την οποία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα και η οποία έλαβε δάνειο δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 28/01/
- Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, ο οποίος μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:
- Μόλις μου επιδόθηκε το κλητήριο προσπάθησα ως εγγυητής και όχι ως πρωτοφειλέτης να πείσω τους άλλους εναγόμενους και κυρίως την πρωτοφειλέτιδα να εμφανιστούμε από κοινού και υπερασπιστούμε μέσω των ιδίων δικηγόρων για σκοπούς οικονομίας χρημάτων και χρόνου.
- Οι άλλοι δύο εναγόμενοι αρνήθηκαν να συνεργαστούν στην πιο πάνω πρόταση μου με αποτέλεσμα να περάσει η σχετική προβλεπόμενη προθεσμία για εμφάνιση.
- Στις 8.5.2013, επισκέφθηκα τα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας Παύλος Ευθυμίου ΔΕΠΕ και ζήτησα να με αντιπροσωπεύσουν στην υπόθεση αυτή.
- Εζήτησα ακόμα κάποιες ημέρες για να πείσω τους άλλους εναγόμενους να δώσουν διοριστήριο στην ίδια αναφερόμενη νομική εταιρεία.
- Στο αναφερόμενο πλαίσιο, η εν λόγω δικηγορική εταιρεία απέστειλε επιστολή τηλεμήνυμα στους δικηγόρους των εναγόντων, στις 8.5.2013, ότι υπήρχε πρόθεση για καταχώρηση εμφάνισης από μέρους των εναγομένων (Βλέπε Τεκμήριο Α).
- Στο στάδιο που εστάλη η αναφερόμενη επιστολή, δεν είχε ακόμα εκδοθεί η ερήμην δικαστική απόφαση.
- Τελικά στις 30/5/2013, αφού απέτυχα να πείσω τους άλλους εναγόμενους να εμφανιστούν με κοινούς δικηγόρους και υπερασπιστούν την αγωγή, ζήτησα την καταχώρηση εμφάνισης από μέρους μου.
- Στη συνέχεια που πληροφορήθηκα την έκδοση της ερήμην δικαστικής απόφασης, ζήτησα από τους δικηγόρους των εναγόντων την από κοινού ακύρωση της απόφασης, πράγμα που αυτοί αποδέχτηκαν.
- Η αξίωση των εναγόντων είναι αβάσιμη εξωπραγματική και έχω ουσιαστική υπεράσπιση.
- Οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν δάνειο προς όφελος της εναγόμενης αρ. 1 και ουδέποτε εγγυήθηκα νομότυπα δάνειο που κατ ισχυρισμό πήρε η εναγόμενη αρ.
- Οι ενάγοντες είχαν αξίωση εναντίον άλλου προσώπου, το οποίο αφού κηρύχθηκε σε πτώχευση μετάφεραν την υποχρέωση αυτή στην εναγόμενη αρ. 1 και εζήτησαν από μένα να εγγυηθώ την υποχρέωση, χωρίς να γνωρίζω ότι πράγματι η εναγόμενη 1 δεν πήρε δάνειο.
- Εν πάσει περιπτώσει η συμφωνία δανείου που αφορά την αγωγή αυτή, είναι εικονική, παράνομη και άκυρη και συμπαρασύρει σε παρανομία και ακυρότητα και την συμφωνία εγγύησης που υπέγραψα ως εγγυητής.
- Εξ όσων γνωρίζω και εξ όσων έχω νομική συμβουλή, στην περίπτωση αυτή συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση της σχετικής απόφασης με την οποία να ακυρώνεται η εκδοθείσα μονομερώς και ερήμην απόφαση εναντίον μου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο, επιστολή των δικηγόρων του εναγόμενου 2 προς τους δικηγόρους της ενάγουσας ημερ. 8.5.2013, και απόδειξη αποστολής μέσω φαξ, με την οποία τους πληροφορούν ότι θα καταχωρήσουν το συντομότερο εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, που περιλαμβάνει με 7 λόγους:
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη.
- Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της απόφασης.
- Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει τα πραγματικά και αληθή γεγονότα στην ένορκη του δήλωση.
- Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράληψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης.
- Η επίδοση της αγωγής έγινε προσωπικά στον εναγόμενο 2 - αιτητή στην πιο πάνω αγωγή.
- Η αίτηση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο.
- Ο εναγόμενος 2 - αιτητής δεν έχει καμία και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μενέλαου Μενελάου, ο οποίος, όπως αναφέρει βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Με την ένορκη του δήλωση επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης και αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοσης της απόφασης, απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή και ζητά απόρριψη της αίτησης του. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Επίσης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη οτιδήποτε οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις. Επιγραμματικά να αναφέρω ότι σε αυτές αφού γίνεται αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, προβάλλονται αντίστοιχες εισηγήσεις ως προς την ύπαρξη των στοιχείων εκείνων που συνηγορούν από την μια στην αποδοχή του αιτήματος ενώ από την άλλη στο ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει της μη τήρησης των δύο προϋποθέσεων που νομολογιακά έχουν καθιερωθεί. Επίσης αναφορά σε αυτές, γίνεται και σε νομολογία επί του θέματος, αρκετές δε από τις αποφάσεις που επικαλούνται οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρονται πιο κάτω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.17 θ. 10 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 (σελ 1345 - 1346) ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut fit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχτηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin Πολιτική Έφεση 11606 ημερομηνίας 25.10.2004) Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ( βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω αντιληφθεί πιο ήταν το πραγματικό εμπόδιο που αντιμετώπισε ο εναγόμενος 2 για να καταχωρήσει εγκαίρως την εμφάνιση του. Το ότι οι άλλοι εναγόμενοι, οι εναγόμενοι 1 και 3, δεν ανταποκρίθηκαν στην εισήγηση του για καταχώρηση κοινής εμφάνισης κανένα πρόβλημα και εμπόδιο δεν δημιουργούσε στον ίδιο να το πράξει, κάτι το οποίο ίσχυε και στις 8.5.2013 όταν επισκέφθηκε το γραφείο του δικηγόρο του, όπου φαντάζομαι θα του επεξηγήθηκε και ο κίνδυνος που διέτρεχε εάν δεν καταχωρούσε την εμφάνιση του, όταν μάλιστα είχε ήδη παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία αφού το κλητήριο που επιδόθηκε από τις 19.4.2013 και όταν ήδη έντονα ένοιωθε ότι θα έπρεπε να υπερασπιστεί την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του για τους λόγους που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Το γιατί ο εναγόμενος 2, ζήτησε αφού επισκέφθηκε δικηγόρο, «ακόμα κάποιες ημέρες για να πείσει του άλλους εναγόμενους να δώσουν διοριστήριο στην ίδια αναφερόμενη νομική εταιρεία», ενώ είχε αντιμετωπίζει ήδη την άρνηση τους, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, όταν μάλιστα είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία για την καταχώρηση εμφάνισης από μέρους του. Από τις 8.5.2013 που ο εναγόμενος 2 επισκέφθηκε τον δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε τηλεμοιότυπο ίδιας ημερομηνίας στους δικηγόρους των εναγόντων, ισχυρίζεται ότι στις 30.5.2013, «αφού επέτυχε να πείσει τους άλλους εναγόμενους να εμφανιστούν με κοινούς δικηγόρους και υπερασπιστούν την αγωγή, ζήτησε την καταχώρηση εμφάνισης από μέρους του». Ενώ δηλαδή ο εναγόμενος 2, είχε λάβει αρνητική απάντηση από τους άλλους εναγόμενους από την αρχή, ενώ είχε παρέλθει η προθεσμία καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους του, μέχρι τις 5.8.2013 που επισκέφθηκε τους δικηγόρους του, προς τι ανέμενε και ήθελε να «επαναβεβαιώσει» την αρχική πρόθεση του εναγόμενων 1 και 3 για ακόμα 25 ημέρες, χωρίς να δίδει καμία εξήγηση για το τι ακριβώς έπραξε μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα. Επίσης ο εναγόμενος 2, ενώ ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 δήλωσαν άρνηση για την από κοινού καταχώρηση εμφάνισης στην υπόθεση εξ αρχής, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της επιστολή (Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της αίτησης), η πρόθεση για καταχώρηση εμφάνισης που κοινοποιείται στους δικηγόρους των εναγόντων αφορά όλους τους εναγόμενους, πράγμα που θέτει σε αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2 ως προς την αλήθεια τους. Ο εναγόμενος 2, μπορεί κατά τον ίδιο να προβάλλει λόγους για την μη εμφάνιση του, αλλά ουσιαστικά αυτοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί από το Δικαστήριο ενόψει όλων των πιο πάνω. Πρόκειται κατά την άποψη μου για εκ των υστέρων δικαιολογίες ώστε η συμπεριφορά του να μην χαρακτηριστεί από έλλειψη ενδιαφέροντος για την υπόθεση του. Επιπρόσθετα, αν και δεν είναι αντικειμενικά μεγάλο το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, σχεδόν ένας μήνας, το ενδιαφέρον και η σπουδή που θα έπρεπε να δείξει ο εναγόμενος 2, όταν κατά τον ίδιο, αδίκως εκδόθηκε εναντίον του απόφαση, ακόμα και ο ένας μήνας που διέρρευσε μπορεί να θεωρηθεί ως μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε ότι αφορά την αποστολή της επιστολής ημερ. 8.5.2013 από τους δικηγόρους του εναγόμενου 2 προς τους δικηγόρους των εναγόντων αυτή δεν υπέχει θέση εμφάνισης και δεν δέσμευε με οποιοδήποτε τρόπο τους ενάγοντες στην προώθηση αίτησης για απόφαση. Η υπόθεση στην οποία κάνει αναφορά ο συνήγορος του εναγόμενου 2 στην αγόρευση του, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 Β ΑΑΔ, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Στην πιο πάνω υπόθεση, σε αντίθεση με την παρούσα, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην σύζυγο του εφεσίβλητου στην διεύθυνση της κατοικίας τους με την οποία βρισκόταν σε διάσταση κατά την ουσιώδη χρόνο και δεν συγκατοικούσαν για αυτό και δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα αφού το κλητήριο επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο 2. Καταλήγω υπό τις περιστάσεις ότι οι λόγοι που προβάλλονται εκ μέρους του εναγόμενου 2 για μη εμφάνιση του στην υπόθεση δεν είναι ικανοποιητικοί. Το επόμενο ζήτημα που θα εξετάσω αφορά την προβολή υπεράσπισης από μέρους του εναγόμενου. Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολική Έφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει τόσο την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, η οποία συνοδεύει την αίτηση του και καταλήγω ότι ο εναγόμενος 2 δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του καθότι αυτός δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να πείθουν το δικαστήριο για το εύλογο της. Τα όσα προβάλει σχετικά με την υπεράσπιση του εκτίθενται στις παρ. 12, 13 και 14 της ένορκης δήλωση του. Ο εναγόμενος 2 δεν αναφέρει πιο ήταν το «άλλο πρόσωπο» και δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε στοιχεία του ενώ δεν υποστηρίζει ότι δεν τα γνωρίζει. Επίσης, ο εναγόμενος 2 δεν αναφέρει ούτε πότε, ούτε πως, ούτε και από ποιον πληροφορήθηκε ότι η εναγόμενη 1 δεν πήρε το δάνειο και ότι αυτό ήταν εικονικό. Δηλαδή η γενικότητα με την οποία παραθέτει τους ισχυρισμούς που καλύπτουν το θέμα της υπεράσπισης δεν με έχουν πείσει ως προς την γνησιότητα τους. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που εξηγώ καταλήγω ότι κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης του εναγόμενου
- Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 2 - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο