Ανδρούλλα Κυριάκου Τσουπάνη κ.α. ν. Λοίζος Θεοδώρου Λοϊζου κ.α., Αρ. Εφεσης/Αίτησης: 131/10, 18/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Εφεσης/Αίτησης: 131/10
- Ανδρούλλα Κυριάκου Τσουπάνη
- Σάββας Νίκου Σάββα Εφεσείοντες/Αιτητές V
- Λοίζος Θεοδώρου Λοϊζου
- Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση 18.02.2014 Για τους Εφεσείοντες/Αιτητές: κα. Ευφροσύνη Γεωργιάδου (για να ακούσει απόφαση κ. Χρύσανθος Μούδουρος) Για τον Εφεσίβλητο/Καθ' ου η Αίτηση 1: κ. Γεώργιος Χατζηνεοφύτου για Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση κα. Σοφία Χατζηνεοφύτου) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη έφεση/αίτηση οι εφεσείοντες/αιτητές (που στο εξής θα αποκαλούνται οι «αιτητές») ζητούν την ακόλουθη θεραπεία: «Ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Τμήματος, εφεσίβλητου αρ. 2, η οποία περιέχεται στην απόφαση και/ή ειδοποίηση του προς τους διαδίκους ημερ. 18.03.2010 και η οποία επισυνάπτεται της παρούσας έφεσης». Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι στις 20.03.2012 η έφεση/αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε για τον Εφεσίβλητο/Καθ' ου η Αίτηση 2, χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα, με αποτέλεσμα η ακρόαση της υπόθεσης να προχωρήσει μόνο για τον Εφεσίβλητο/Καθ' ου η Αίτηση
- Η έφεση/αίτηση Η έφεση/αίτηση βασίζεται στα άρθρα 50,58,61,80 και 85 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου και στους Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1955 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα αρ. 2, στην οποία αναφέρονται τα ουσιαστικά γεγονότα, στα οποία αυτή βασίζεται. Ως λόγοι έφεσης προβάλλονται οι ακόλουθοι: «
- Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα λανθασμένων καταμετρήσεων και λανθασμένου καθορισμού της έκτασης του κτήματος των εφεσειόντων, αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 11676, τεμ. 599, φυλ/σχεδ. 35/51 στο χωριό Κάθηκας και του κτήματος των εφεσίβλητων αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 12148, τεμ. 692, στο ίδιο Φύλλο Σχέδιο.
- Το σχέδιο όπως ο Διευθυντής έχει πρόθεση να τροποποιήσει δεν συνάδει με την επιτόπου κατάσταση των επί μέρους αποστάσεων των τεμαχίων.
- Η πρόσφατη χωρομετρική εργασία με βάση την οποία επιχειρείται η σκοπούμενη τροποποίηση έγινε με λανθασμένα δεδομένα.
- Στηριζόμενοι οι εφεσείοντες στο σχέδιο που τώρα σκοπείται η τροποποίησή του, έχουν ανεγείρει οικοδομή κατόπιν άδειας οικοδομής και ανόρυξαν γεώτρηση κατόπιν άδειας και η πιθανή αφαίρεση του μέρους του τεμαχίου που αποφάσισε ο Διευθυντής θα έχει σαν συνέπεια ότι δεν θα τηρούνται οι αποστάσεις από τα σύνορα όπως απαιτεί η σχετική Νομοθεσία.
- Το σχέδιο όπως ο Διευθυντής έχει πρόθεση να τροποποιήσει δεν συνάδει με τα ορόσημα που υπέδειξαν και καθόρισαν επί τόπου στο παρελθόν υπάλληλοί του στους διαδίκους.
- Ο Διευθυντής παράλειψε να λάβει υπόψη πως υπήρχε μεταξύ των δυο τεμαχίων τοίχος από πέτρες (δόμη) και το επίδικο μέρος περιλαμβάνετο στο κτήμα των εφεσειόντων. Ο εν λόγω τοίχος κατεδαφίσθηκε αυθαίρετα σε άγνωστο χρόνο από αγνώστους.
- Χωρίς βλάβη των υπόλοιπων λόγων έφεσης ο Διευθυντής παρ' όλο που δεν το ανέφερε ρητά παράνομα και εσφαλμένα στηρίχθηκε στο άρθρο 61 του παραπάνω νόμου και εν πάση περιπτώσει δεν είχε εξουσία να λάβει την απόφαση ημερ. 18/03/10 γιατί σοβαρές διαφορές που αφορούν την κυριότητα, όπως η διαφορά που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων και/ή γιατί η διερεύνηση που έγινε από τον Διευθυντή δεν ήταν απλώς κτηματολογική.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται οποιασδήποτε ή επαρκούς πλήρους και ορθής αιτιολογίας.
- Οι εφεσείοντες έχουν ήδη αναθέσει σε ειδικό εμπειρογνώμονα την ετοιμασία σχετικής έκθεσης για να την καταθέσουν σε κατοπινό στάδιο μαζί με σχετική ένορκη δήλωση.
- Οι εφεσείοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να βασίσουν την έφεση τους σε άλλους λόγους και σε άλλα νομικά σημεία». Η ένσταση Ο εφεσίβλητος/καθ' ου η αίτηση 1 (που στο εξής θα αποκαλείται «καθ' ου η αίτηση»), με γραπτή ένσταση, που καταχωρήθηκε στις 23.11.2010, αντικρούει την έφεση/αίτηση. Νομική βάση της ένστασης αποτελούν τα άρθρα 58 και 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τους Νόμους 3/60 μέχρι 144(Ι)/99 και 164(Ι)/2007 και οι Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956 και υποστηρίζεται, σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση.. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται, στην ένορκη δήλωση, οι ακόλουθοι: «
- Η απόφαση του Διευθυντή βασίσθηκε στο εν χρήσει σχέδιο του Κτηματολογίου και όχι στην επιτόπια κατάσταση.
- Η απόφαση του Διευθυντή επίσης βασίσθηκε στο εν χρήσει σχέδιο του Κτηματολογίου και οι καταμετρήσεις που έγιναν είναι απόλυτα ακριβείς με βάση τα εγγεγραμμένα σύνορα.
- Η απόφαση εκδόθηκε από το Διευθυντή έχοντας υπόψη του τους τίτλους ιδιοκτησίας και το εν χρήσει σχέδιο του Κτηματολογίου.
- Ο Διευθυντής με την απόφασή του δεν τροποποιεί το εγγεγραμμένο σύνορο των κτημάτων.
- Οι αιτητές, όταν ανήγειραν οικοδομή στο τεμάχιό τους γνώριζαν ότι την τοποθετούν σε μέρος το οποίο δεν απέχει 10 πόδια από το σύνορό τους και το γεγονός τούτο προκάλεσε μεταξύ μας προστριβές.
- Η απόφαση του Διευθυντή είναι καθόλα νόμιμη και βασίζεται σε ακριβείς μετρήσεις, σε σωστή χωρομετρική εργασία, στα πραγματικά γεγονότα και στις διατάξεις της σχετικής Νομοθεσίας». Νομική πτυχή Το άρθρο 80 του Κεφ. 224, στο οποίο ουσιαστικά στηρίζεται η έφεση, έχει ως ακολούθως: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο, αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο». Στην Μάρκου v. Πασχάλη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 829, επισημάνθηκε ότι: «Η επίλυση διαφορών ως προς τα σύνορα διέπεται από το άρθρο 58 του Κεφ.
- Σχετικό είναι επίσης και το άρθρο 11 του Κεφ.
- Εχοντας υπόψη το λεκτικό του άρθρου 58 του Κεφ. 224 θεωρούμε ότι αυτό επιβάλλει επιτακτική υποχρέωση στο Διευθυντή να επιλύει οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα η οποία τίθεται ενώπιόν του». Στην Pitsillides v. Nasif
(1982)1 CLR 426 (στις σελ. 431-432) τονίσθηκε ότι: «Ο Διευθυντής υποχρεούται να επιλύσει τη διαφορά ως προς τα σύνορα και να καθορίσει, όσο καλύτερα μπορεί υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Ο νόμος δεν προβλέπει για οποιεσδήποτε περιστάσεις δυνάμει των οποίων ο Διευθυντής δυνατό να μη δώσει οριστική απάντηση σε διαφορά ως προς τα σύνορα. Κατά συνέπεια υπέχει επιτακτική υποχρέωση να αποφασίσει επί της διαφοράς ως προς τα σύνορα και τίποτε λιγότερο δεν μπορεί να τον απαλλάξει από τις ευθύνες του». Στην Κτωρίδη v. Επάρχου Λεμεσού κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 541, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οπως τόνισε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής, με πλήρη επίγνωση των αρχών που διέπουν το θέμα, αν και κατά το δικαστικό έλεγχο που προσφέρει το άρθρο 80 το Δικαστήριο υπεισέρχεται στην ίδια την ουσιαστική ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και δεν περιορίζεται στην εξωτερική νομιμότητά της, το βάρος είναι στον Εφεσείοντα/Αιτητή να καταδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή, ως του κατ' εξοχήν αρμόδιου στο πράγμα, είναι λανθασμένη, εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν». Στην Πατσαλίδης v. Δαμασκηνού κ.α.
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1248 επισημάνθηκε ότι: «Το Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Οταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α v. Χατζημάμα κ.α
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής v. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312». Μαρτυρικό υλικό Η ακρόαση της παρούσας έφεσης διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 10
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 2006, ημερομηνίας, 22.11.2006. Ο υπό αναφορά Κανονισμός αναφέρει, επί λέξει, τα ακόλουθα: «10
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Για την απόδειξη της έφεσης, πέραν της ένορκης δήλωσης του αιτητή 2, που την υποστηρίζει, κατατέθηκε ένορκη δήλωση της Εφης Ψαλτά (Μ.Αίτ.1), ημερ. 25.05.2011, η οποία αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση. Για την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, πέραν της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση, που την υποστηρίζει, κατατέθηκε ένορκη δήλωση της Μάρως Ιωάννου (Μ.Καθ'ου.1), ημερ. 18.05.2012 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 10.09.2012 και ένορκη δήλωση του Πανίκου Περικλέους (Μ.Καθ'ου.2), ημερ. 21.05.2012, ο οποίος αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο των αιτητών. Ολα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, σε συνάρτηση με τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια, καθώς και όλα όσα ανέφεραν οι ενόρκως δηλούντες, κατά την αντεξέτασή τους, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με σχετική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η Μ.Αιτ.1 είναι η εμπειρογνώμονας των αιτητών και το πρόσωπο στο οποίο στηρίζεται ουσιαστικά η προσπάθειά τους για ακύρωση της επίδικης απόφασης. Οπως αναφέρει, στην ένορκη δήλωσή της, είναι Αγρονόμος και Τοπογράφος Μηχανικός, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο ΕΤΕΚ, με αριθμό μητρώου
- Ανάμεσα σε άλλα ασχολείται με χωρομετρήσεις, χαρτογραφήσεις και πάσης φύσεως κτηματολογικές και τοπογραφικές εργασίες. Εχει παρουσιασθεί αρκετές φορές στο δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας για διάφορες υποθέσεις που αφορούν κυρίως υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Στη συνέχεια ισχυρίζεται, ότι, μετά από οδηγίες των αιτητών, έχει μελετήσει την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερ. 27/10/2010 και ότι έχει προβεί σε επιτόπια επίσκεψη στην περιοχή, που βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα. Ισχυρίζεται επίσης, ότι προέβηκε σε μετρήσεις με τοπογραφικά εργαλεία (G.P.S.) των τεμαχίων 599 και 692, των αρχικών αυτών τεμαχίων, διότι και τα δυο τεμάχια έχουν προέλθει από διαχωρισμό, όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Το κοινό σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 599 και 692 πάντοτε όπως έχει χωρομετρηθεί από το έτος 1923 δεν έχει αλλάξει από κάποιο φάκελο του Κατηματολογίου αναφορικά με διαχωρισμό, αναπροσαρμογή ή συνοριακή διαφορά. Το ποιο πάνω σύνορο για πολλές δεκαετίες καθοριζόταν από υφιστάμενη δόμη. Αναφέρει επίσης, ότι, κατά την επιτόπου επίσκεψή της, μεταξύ των επίδικων μερών υπήρχε επιτόπου κατάσταση (δόμη πλάτους 0,50 εκ), η οποία, σύμφωνα με την εγκύκλιο αρ. 412 του Κτηματολογίου, όταν είναι κοντά στα επιτρεπόμενα όρια μπορεί να υιοθετηθεί η επί τόπου κατάσταση ως σύνορο. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται, ότι επεξεργάσθηκε τις μετρήσεις και τα ευρήματά της και κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: α) Το τεμάχιο 692, όπως έχει μετρηθεί από το Τμήμα Χωρομετρίας, δεν συμφωνεί απόλυτα με το εν χρήσει σχέδιο. Είναι αρκετά μεγαλύτερο σε σχήμα και μέγεθος. β) Η επί τόπου κατάσταση που υπήρχε δεν έχει χωρομετρηθεί και να δείχνεται στο σχεδιάγραμμα που ετοιμάσθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. γ) Το πλάτος του αρχικού τεμαχίου 397 (τώρα 692) όπως έχει μετρηθεί είναι περίπου 4μ. μεγαλύτερο στο επίδικο μέρος από το εν χρήσει σχέδιο. Αντεξεταζόμενη η Μ.Αιτ.1 δεν φάνηκε καταρχήν βέβαιη, ότι η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που μελέτησε, όπως ισχυρίζεται στην παρ. 3 της Ε/Δ, είναι αυτή που είναι κατατεθειμένη στο φάκελο της υπόθεσης και φέρει ημερ. 27.04.
- Σημειωτέον ότι στην παρ. 3 της Ε/Δ. η Μ.Αιτ. 1 ισχυρίζεται ότι η αιτιολογημένη απόφαση που μελέτησε είναι ημερ. 27.10.
- Στην αντεξέτασή της αρχικά ισχυρίσθηκε ότι έχει αυτή την απόφαση, ημερ. 27.10.2010, αλλά δεν την είχε μαζί της. Στη συνέχεια, όταν της υποδείχθηκε η απόφαση, ημερ. 27.04.2010, ισχυρίσθηκε, ότι πιθανόν, εκ παραδρομής, να γράφτηκε Οκτώβριος αντί Απρίλιος. Όταν ρωτήθηκε, εάν διάβασε κάποια άλλη απόφαση, απάντησε, αφενός μεν ότι μια ήταν η απόφαση, ημερ. 27.04.2010, αφετέρου δε υποστήριξε, ότι πιθανόν να υπάρχει ακόμη μια, διότι, όπως είπε, υπήρχε και κάτι ξανά από το Κτηματολόγιο. Δεν μπορούσε όμως να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε και σε ποια άλλη απόφαση αναφερόταν. Επέμεινε όμως, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι μελέτησε πάρα πολύ ορθά και σωστά την απόφαση του Διευθυντή, αλλά δυστυχώς τώρα, όπως είπε, δεν μπορούσε να απαντήσει, διότι δεν είχε το άλλο χαρτί μαζί της. Αντεξεταζόμενη στη συνέχεια, σε σχέση με τον ισχυρισμό της παρ. 4 της Ε/Δ, ότι έχει προβεί σε επιτόπια επίσκεψη στην περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα τεμάχια, και πιο συγκεκριμένα πότε πήγε για την επιτόπια επίσκεψη, απάντησε, κατά τρόπο πάντα γενικό και αόριστο, ότι είχε πάει και πιο παλιά και πριν το 2007 και μετά το 2007 και ότι έγινε επιτόπια επίσκεψη και το
- Ισχυρίσθηκε επίσης ότι πήγε και τρίτη φορά, όταν της ανέθεσαν την παρούσα υπόθεση οι αιτητές. Κανένα στοιχείο όμως δεν προσκόμισε στο δικαστήριο, που να αποδεικνύει αυτούς της τους ισχυρισμούς, οι οποίοι σαφώς έρχονται σε αντίθεση με την παρ. 4 της Ε/Δ, στην οποία κάνει σαφέστατα αναφορά σε μια και μόνη επιτόπια επίσκεψη. Το μόνο που αρκέστηκε να ισχυρισθεί είναι ότι έχει αρκετά στοιχεία για να αποδείξει αυτούς της τους ισχυρισμούς. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με τα στοιχεία που χρησιμοποίησε για να κάνει τη χωρομετρική εργασία, που της ανέθεσαν οι πελάτες της, η Μ.Αιτ.1 ακολούθησε την ίδια γραμμή, όπως και στα προηγούμενα ζητήματα. Απαντούσε με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς για στοιχεία, που πήρε από το Κτηματολόγιο, αλλά δεν τα είχε στην κατοχή της, για απόδειξη για τα δικαιώματα , που πλήρωσε, για να πάρει αυτά τα στοιχεία, που επίσης δεν είχε στην κατοχή της (έκανε λόγο για μια ροζ κολλούα που την έψαχνε, αλλά δεν την έβρισκε) και για το φάκελο του Κτηματολογίου, στον οποίο υπάρχει εξουσιοδότηση από τους αιτητές στην ίδια για να αναλάβει αυτό το φάκελο. Ερωτώμενη, στη συνέχεια, εάν ενσωμάτωσε στην Ε/Δ της όλα τα έγγραφα, που πήρε από το Κτηματολόγιο για να κάνει τη δουλειά της, απάντησε καταφατικά, αναφερόμενη στο αρχικό σχέδιο, το οποίο έχει τις σφραγίδες του Κτηματολογίου, ότι το παρέλαβε επίσημα, και το εν χρήσει σχέδιο, στα οποία, όπως είπε, βασίσθηκε. Όταν της υποβλήθηκε, ότι το μόνο πράγμα που επισύναψε στην Ε/Δ είναι το εν χρήσει σχέδιο με κάποιες γραμμές χρωματισμένες δικές της, φάνηκε να μην είναι βέβαιη για το τι τελικά επισύναψε, συγκεκριμένα απάντησε «τα είχα μαζί μου, αλλά πιθανόν», ισχυρίσθηκε όμως ότι έχει αεροφωτογραφίες του 63 και του 45, τις οποίες θα τις φέρει και ότι ήταν παράλειψή της που δεν τις επισύναψε στην Ε/Δ. Αντεξεταζόμενη, σε σχέση με τον ισχυρισμό της παρ. 7 της Ε/Δ, ότι κατά την επιτόπου επίσκεψή της υπήρχε δόμη πλάτους περίπου 0,50 εκ., παραδέχθηκε, ότι κατά την επιτόπια επίσκεψή της, μετά την ανάθεση της παρούσας υπόθεσης, το 2010 ή το 2011, δεν υπήρχε δόμη. Σε μια προσπάθεια μάλιστα να δικαιολογήσει την εντελώς αντίθετη θέση της στην Ε/Δ της, ισχυρίσθηκε, αφενός μεν, ότι ο υπάλληλος του Κτηματολογίου λόγω του ότι μελέτησε το τεμάχιο, συμβούλευσε τον καθ' ου η αίτηση να αφαιρέσει τη δόμη, γιατί ήταν τεκμήριο, αφετέρου δε, ότι ήταν παράλειψή της, που δεν έγραψε στην Ε/Δ της, ότι δεν υπήρχε δόμη το 2010 ή
- Σε υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση, ότι το τεμάχιο 692, όπως το έχει μετρήσει το Τμήμα Χωρομετρίας, συμφωνεί με το εν χρήσει σχέδιο, ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά, ότι το τεμάχιο 599 των αιτητών έχει έλλειμμα 132 τετραγωνικά μέτρα, κάτι, που, όπως της υποδείχθηκε και παραδέχθηκε και η ίδια, δεν αναφέρει στην Ε/Δ της. Σε μια προσπάθεια να αποδείξει αυτόν της τον ισχυρισμό, ανέφερε ότι το αρχικό (πριν το διαχωρισμό) τεμάχιο 497, ως προς σχήμα και μέγεθος, έχει περισσότερη έκταση από ότι τα εν χρήσει και αρχικά σχέδια, αφήνοντας να εννοηθεί, ότι αυτή την έκταση την έχει επωφεληθεί το τεμάχιο 692 του καθ' ου η αίτηση. Κανένα βεβαίως στοιχείο δεν προσκόμισε στο δικαστήριο, για να αποδείξει αυτό της τον ισχυρισμό, με αποτέλεσμα και αυτός να παραμείνει αίολος και ατεκμηρίωτος. Ούτε προσκόμισε κανένα στοιχείο, που να αποδεικνύει το συναφή ισχυρισμό της, τον οποίο προέβαλε στο τέλος της αντεξέτασής της, ο οποίος καταγράφεται και στην παρ. 8(γ) της Ε/Δ, ότι κάποιοι, υπονοώντας τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου, μεγάλωσαν το τεμάχιο του καθ' ου η αίτηση κατά 4 μέτρα περίπου σε σχέση με το τεμάχιο των αιτητών. Πέραν των πιο πάνω παρατηρήσεων, οφείλω να καταγράψω, σαν γενική επισήμανση, ότι η Μ.Αιτ.1, σε κανένα σημείο της αντεξέτασής της, δεν μπόρεσε να πείσει για την ορθότητα των ισχυρισμών της και να καταθέσει έστω και ένα στοιχείο, που να τους αποδεικνύει. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Αιτ.1, οφείλω να καταγράψω, ότι αμφιβάλλω βάσιμα, εάν η Μ.Αιτ.1 πράγματι προέβη σε επιτόπια επίσκεψη το 2010 ή το 2011 ή ακόμη και σε προηγούμενες χρονικές περιόδους στα επίδικα τεμάχια και εάν πράγματι προέβηκε σε μετρήσεις με τοπογραφικά εργαλεία ακριβείας (G.P.S.), όπως ισχυρίζεται στην παρ. 4 της Ε/Δ της. Πέραν του ότι δεν είναι λογικό να μην είναι σε θέση να αναφέρει τις ακριβείς ημερομηνίες αυτών των επιτόπιων επισκέψεων, κανένα στοιχείο δεν προσκόμισε, που να αποδεικνύει, ότι πράγματι προέβη σε επιτόπιες μετρήσεις και σε ποιο αποτέλεσμα κατέληξε. Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί επανειλημμένα σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Πιττάλης και άλλων v. Ianira enterprises Ltd 1997 1(B) ΑΑΔ 814 επισημάνθηκε, ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Είναι προφανές, στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας της, ότι η Μ.Αιτ.1 έχει αποτύχει να εκπληρώσει το καθήκον της. Με αυτό το σκεπτικό απορρίπτω τη μαρτυρία της Μ.Αιτ.1, στο σύνολό της, ως παντελώς αναξιόπιστη. Η ένορκη δήλωση του αιτητή 2, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, περιέχει ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν παραμείνει αναπόδεικτοι, ενώπιον του δικαστηρίου. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις παρ. 4,5,6,7,8,9,10 και 11 της ένορκης δήλωσής του, ημερ. 16.04.
- Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται. Υπενθυμίζω ότι οι αιτητές έφεραν το βάρος απόδειξης αυτών των ισχυρισμών και συνακόλουθα της έφεσης/αίτησης και ότι, μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Μ.Αιτ.1, δεν το έχουν αποσείσει. Οσον αφορά τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση οφείλω να επισημάνω τα ακόλουθα: Ο Μ.Καθ'ου 2, στην εκτεταμένη αντεξέτασή του, από την ευπαίδευτη δικηγόρο των αιτητών, επέμεινε στην ορθότητα των ισχυρισμών του, που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωσή του, ημερ. 21.05.2012, με αναφορά στα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις με φυσικότητα, αμεσότητα και ειλικρίνεια και δεν υπέπεσε σε καμιά αντίφαση. Ουσιαστικά, στην αντεξέτασή του, επανέλαβε τους ισχυρισμούς, που περιέχονται στην ένορκη δήλωσή του, πείθοντας για την ορθότητά τους. Δεν είναι υπερβολή να πω, ότι ο Μ.Καθ' ου.2, τόσο με την ένορκη δήλωσή του, όσο και με τα όσα ανέφερε στην αντεξέτασή του, αποδόμησε πλήρως την, ούτως ή άλλως, αναξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Αιτ.
- Από τη μαρτυρία του Μ.Καθ'ου.2 προκύπτει, ότι οι μετρήσεις, στις οποίες προέβη για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς λήφθηκαν από σταθερά σημεία στη γύρω περιοχή, με βάση το εν χρήσει σχέδιο και τους διάφορους φακέλους που αφορούσαν τα επίδικα τεμάχια, τους οποίους είχε μελετήσει προηγουμένως. Προκύπτει επίσης, ότι από τις μετρήσεις, που έκανε, διαφάνηκε, ότι τα σύνορα των δυο ακινήτων ήταν ορθά, γι' αυτό και παρέμειναν αναλλοίωτα και κατά συνέπεια το εγγεγραμμένο εμβαδό και των δυο ακινήτων δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από την απόφαση του Διευθυντή, ημερ. 18.03.
- Η απόφαση βασίσθηκε στο εν χρήσει σχέδιο του Κτηματολογίου και όχι στην επί τόπου κατάσταση, εκδόθηκε έχοντας υπόψη τους τίτλους ιδιοκτησίας των επίδικων τεμαχίων και ο Διευθυντής με την απόφασή του δεν τροποποίησε το εγγεγραμμένο κοινό σύνορο των επίδικων ακινήτων. Τέλος προκύπτει, ότι μετά τη συμπλήρωση της χωρομετρικής του εργασίας, ο Μ.Καθ' ου 2 την υπέβαλε στο Λειτουργό Χαρτογραφήσεως για έλεγχο, ο οποίος την βρήκε απόλυτα ορθή και ότι είναι μετά την εξακρίβωση της ορθότητάς της που παραπέμφθηκε στο Διευθυντή, ο οποίος εξέδωσε την απόφαση, ημερ. 18.03.
- Δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Καθ'ου.2 στο σύνολό της, ως πλήρως αξιόπιστη. Η μαρτυρία της Μ.Καθ'ου.1, η οποία εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωσή της, ημερ. 18.05.2012, έχει παραμείνει επί της ουσίας αναντίλεκτη. Σύμφωνα με την παρ. 7 της Ε/Δ, η Μ.Καθ'ου.1 ετοίμασε την κτηματολογική εργασία, η οποία συνίστατο στη μελέτη των σχετικών φακέλων, των τοπογραφικών σχεδίων και του κτηματικού μητρώου και με βάση την οποία αποδεικνύεται, ότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των δυο επίδικων ακινήτων είναι ορθά, γι' αυτό και παρέμειναν αναλλοίωτα. Σύμφωνα με την παρ. 8 της Ε/Δ της Μ.Καθ'ου.1, οι τίτλοι ιδιοκτησίας των επηρεαζόμενων ακινήτων βασίζονται στο εν χρήσει Κυβερνητικό Σχέδιο, η απόφαση βασίσθηκε στο εν χρήσει σχέδιο του Κτηματολογίου και όχι στην επί τόπου κατάσταση και ο διευθυντής με την απόφασή του δεν τροποποίησε το εγγεγραμμένο κοινό σύνορο των επίδικων ακινήτων. Στην παρ. 9 της Ε/Δ αναφέρεται, ότι η κτηματολογική εργασία ελέγχθηκε από τον αρμόδιο Ελεγκτή και διαπιστώθηκε, ότι ήταν απόλυτα ορθή και ότι είναι μετά από τη διαπίστωση αυτή που ο διευθυντής αποφάσισε και εξέδωσε την απόφασή του, ημερ. 18.03.2010 και την κοινοποίησε στα ενδιαφερόμενα μέρη. Τέλος στην παρ. 10 της Ε/Δ η Μ.Καθ'ου.1, επισημαίνει, ότι στη βάση της δική της εργασίας και της εργασίας του Χωρομέτρη (Μ.Καθ'ου.2), η απόφαση του Διευθυντή, ημερ. 18.03.2010, για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς των επίδικων ακινήτων είναι ορθή. Δέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Καθ'ου.1 στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, στην ουσία επαναλαμβάνονται οι θέσεις των Μ.Καθ'ου.1 και 2 και δεν κρίνω, ότι χρήζει οποιασδήποτε αξιολόγησης. Εξέταση βασιμότητας λόγων έφεσης Κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 7 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στη συνέχεια το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει διεξοδικά τη βασιμότητα των λόγων έφεσης και μόνο αυτών, που προβάλλονται στην έφεση/αίτηση. Από την αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου των Αιτητών συνάγεται ότι οι λόγοι έφεσης έχουν περιορισθεί στους ακόλουθους, όπως τους έθεσε η ίδια στην αγόρευσή της:
- Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται οποιασδήποτε ή επαρκούς αιτιολογίας.
- Η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη.
- Η απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Αιτιολογία/Ορθότητα Απόφασης Διαπραγματευόμενος αυτούς τους λόγους έφεσης θα έλεγα καταρχήν ότι ο Διευθυντής σε πλήρη συμμόρφωση με τον Καν. 6
(2)των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, μετά την επίδοση σε αυτόν της Εφεσης/Αίτησης, που σύμφωνα με το φάκελο της υπόθεσης έγινε στις 20.04.2010, καταχώρησε στις 27.04.2010, δηλ. εντός της προθεσμίας των 14 ημερών, τους συγκεκριμένους λόγους που τον οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης, υπό τη μορφή αιτιολογημένης απόφασης. Πέραν τούτου, η απόρριψη της μαρτυρίας των αιτητών, οι οποίοι έφεραν και το βάρος απόδειξης της ουσιαστικής βασιμότητας της έφεσης, και η αποδοχή της μαρτυρίας του καθ' ου η αίτηση, έχει καταδείξει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι όχι μόνο ορθή, αλλά και πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Συναφώς οι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Υπέρβαση εξουσίας Στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών εισηγείται, ότι ο διευθυντής δεν είχε εξουσία να λάβει την απόφασή του, ημερ. 18.03.2010, γιατί σοβαρές διαφορές που αφορούν την κυριότητα, όπως η διαφορά, που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων και/ή γιατί η διερεύνηση που έγινε από το Διευθυντή δεν ήταν απλώς κτηματολογική. Υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα όπως η ύπαρξη της δόμης. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου των αιτητών, τίποτα από τα ανωτέρω δεν έχει αποδειχθεί στο δικαστήριο. Ως εκ τούτου και ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Αλλωστε ζητήματα που σχετίζονται με την απόκτηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί ακινήτου περιουσίας μπορούν να εξετασθούν από το δικαστήριο μόνο στο πλαίσιο αγωγής (βλ. Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and onthers
(1970)1 C.L.R 220). Κατάληξη Εχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και συναφώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της έφεσης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο