← Κύπρος

Κόκκινου Χριστίνα Λάουρα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1107/13, 13/2/2014

Κόκκινου Χριστίνα Λάουρα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1107/13, 13/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1107/13 Μεταξύ: Κόκκινου Χριστίνα Λάουρα από την Πάφο Ενάγουσας-Αιτήτριας και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Λευκωσία
  2. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 14.6.2013 --------------- Ημερομηνία: 13.2.2014 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Χ. Φωτίου Για Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Α. Κακογιάννη για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Σ. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα καταχώρησε την 24.4.2013 ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο σύμφωνα με το οποίο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων: «Α. Αναγνωριστική απόφαση δια της οποίας θα αναγνωρίζεται ότι η ενάγουσα έχει κατατιθεμένο στην εναγόμενη 1 ως εμπρόθεσμη κατάθεση το ποσό των €160.000,00, πλέον τόκους από την 29/1/2013 μέχρι την ημέρα τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσης, πλέον νόμιμους τόκους από την ημέρα τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσης και το οποίο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα. Β. Αναγνωριστική απόφαση δια της οποίας οι νόμοι 17(Ι)/2013, 16(Ι)/2013, 12(Ι)/2013, και 11(Ι)/2013 να κηρύσσονται αντισυνταγματικοί όπως και τα διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών ημερ. 27/3/2013, 29/3/2013, 2/4/2013, 3/4/2013 και 5/4/
  3. Γ. Καταδικαστική απόφαση δια της οποίας οι εναγόμενοι να καταδικάζονται, ομού και κεχωρισμένα, στην καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των €160.000.00 πλέον τόκους από την 29/1/2013 μέχρι την ημέρα τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσης πλέον νόμιμους τόκους από την ημέρα τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσης. Δ. Νόμιμο τόκο επί του ποσού των €160.000.00 από την 10/4/
  4. Ε. Τα έξοδα επίδοσης. ΣΤ. Τα έξοδα.» Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε εμφάνιση την 9.5.2013 και η Εναγόμενη 2 την 29.5.
  5. Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε υπεράσπιση την 15.10.
  6. Στις 14.6.2013 η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται: «
  7. Συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ως Έκθεση Απαίτησης.
  8. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και έξοδα της αγωγής πλέον Φ.Π.Α..» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.Θ.1(α), 2 και Δ.48 Θ.Θ. 1-4 και 8-
  9. H αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκο δήλωση της ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήτο κάτοικος Πάφου και πελάτης της Εναγομένης 1 σε υποκατάστημα της στην επαρχία Πάφου και συγκεκριμένα στην κοινότητα Πολεμίου. Ανάμεσα σε άλλους λογαριασμούς, διατηρούσε στην Εναγομένη 1 και το λογαριασμό με αριθμό 357005415107 στον οποίο έχει κατατεθειμένο το ποσό των €160.000,
  10. Με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 10.4.2013 προς την Εναγομένη 1 η ίδια τερμάτισε τον πιο λογαριασμό και ζήτησε όπως της καταβληθεί εντός 4 ημερών από την επίδοση το ποσό των €160.000,
  11. Μετά την επίδοση της πιο πάνω επιστολής τερματισμού μετέβηκε στο υποκατάστημα της Εναγομένης 1 στην κοινότητα Πολεμίου και ζήτησε όπως της καταβληθούν σε μετρητά οι καταθέσεις της αλλά ο αρμόδιος υπάλληλος της Εναγομένης 1 αρνήθηκε να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό. Η Εναγόμενη 2 κατά την 22.3.2013 δια της Βουλής των Αντιπροσώπων ψήφισε τους Νόμους 17(Ι)/2013, 16(Ι)/2013, 12(Ι)/2013 και 11(Ι)/2013 οι οποίοι είναι συνταγματικοί λόγω του ότι αντίκεινται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Δυνάμει των πιο πάνω Νόμων εκδόθηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών διατάγματα δια των οποίων περιορίζονται τα δικαιώματα συναλλαγών των καταθετών σε τραπεζικά ιδρύματα συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της να λάβει όλες τις καταθέσεις της από την Εναγόμενη
  12. Την 29.4.2013 η Εναγόμενη 1 ασκώντας παράνομα και αντισυνταγματικά τις παράνομες και αντισυνταγματικές δυνατότητες που της παρέχουν οι πιο πάνω αντισυνταγματικοί Νόμοι, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, μετέτρεψε παράνομα και αντισυνταγματικά ποσοστό 37,5% των καταθέσεων της σε μετοχές και δέσμευσε άλλο 22,5% των καταθέσεων της άνω των €100.000,
  13. Όλες οι ενέργειες της Εναγόμενης 1 έγιναν χωρίς τη συγκατάθεση της και παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η παρούσα αγωγή. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η άρνηση και παράλειψη της Εναγομένης 1 να της καταβάλει το ποσό που της οφείλει έχει ως νομικό έρεισμα, κατά τον ισχυρισμό της, τους πιο πάνω αντισυνταγματικούς Νόμους και διατάγματα. Η Εναγόμενη 2 έχει απαλλοτριώσει και περιορίσει υπέρ της Εναγόμενης 1 το συνταγματικό της δικαίωμα στην κινητή της περιουσία χωρίς να της προσφερθεί καν αποζημίωση. Η οποιαδήποτε δημόσια επέμβαση σε ιδιοκτησία, κινητή και ακίνητη, που την καθιστά αδρανή και αχρησιμοποίητη αποτελεί εκ των πραγμάτων (de facto) αναγκαστική απαλλοτρίωση του δικαιώματος της επί του ποσού των €160.000,
  14. Η παραχώρηση μετοχών από την Εναγόμενη 1 δεν αποτελεί αποζημίωση καθότι αυτή δεν είναι σε χρήμα, δεν είναι ίσης αξίας, η ίδια δεν συμφωνεί με την μετατροπή αυτή και δεν μπορεί μέσω των μετοχών αυτών να εξασφαλίσει το ποσοστό χρημάτων που μονομερώς, παράνομα και αντισυνταγματικά της έχει αποστερήσει η Εναγόμενη
  15. Υποστηρίζει επίσης ότι το άρθρο 23 του Συντάγματος προβλέπει ότι οποιοσδήποτε περιορισμός, δέσμευση ή και απαλλοτρίωση οποιασδήποτε περιουσίας κινητής ή και ακίνητης δύναται να γίνει εφόσον αυτή γίνεται για την εξυπηρέτηση των σκοπών του άρθρου αυτού και εφόσον προτού λάβει χώρα ο περιορισμός, η δέσμευση και απαλλοτρίωση, καταβληθεί στον ιδιοκτήτη της δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Δίκαιη και εύλογη αποζημίωση εξ΄ όσων την συμβουλεύει ο δικηγόρος της είναι μόνο η καταβολή μετρητών με τα οποία να μπορεί να εξασφαλίσει ότι της έχουν απαλλοτριώσει και αποστερήσει παράνομα και αντισυνταγματικά. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι ο Υπουργός Οικονομικών δεν έχει δικαίωμα κήρυξης της Δημοκρατίας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ότι ακόμη και αν κηρυσσόταν η Κυπριακή Δημοκρατία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης οι πιο πάνω περιορισμοί, δεσμεύσεις και απαλλοτριώσεις των δικαιωμάτων της θα εξακολουθούσαν να είναι αντισυνταγματικές. Η ίδια θεωρεί ότι στερείται των συνταγματικών της δικαιωμάτων και αναφέρει ότι πέραν της παράνομης και αντισυνταγματικής μείωσης των καταθέσεων της δεν έχει πρόσβαση ούτε και στο υπόλοιπο των καταθέσεων της και ούτε μπορεί να τα κατέχει ή να τα χρησιμοποιήσει όπως θέλει η ίδια. Ο πιο πάνω περιορισμός, η δέσμευση και απαλλοτρίωση εκ μέρους της Εναγόμενης 2 έχει ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να πλουτίζει αδικαιολόγητα, παράνομα και αντισυνταγματικά. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι οι πιο πάνω αναφερόμενοι Νόμοι είναι αντισυνταγματικοί, αντίκεινται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και στο χάρτη ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε.. Τέλος η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι το ποσό της απαίτησης της είναι εκκαθαρισμένο και συγκεκριμένο ως επίσης ότι τα γεγονότα είναι αποκρυσταλλωμένα και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν και ότι το μόνο που έχει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι να κηρύξει τους Νόμους 17(Ι)/2013, 16(Ι)/2013, 12(Ι)/2013, και 11(Ι)/2013 ως αντισυνταγματικούς και ως αντίθετους στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στον Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε. για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω. Τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Εναγόμενη 2 στις ενστάσεις τους αναφέρουν σειρά λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί όπως, ανάμεσα σε άλλα, ότι η αίτηση είναι αβάσιμη ή και ατεκμηρίωτη ή και λανθασμένη και ότι τα γεγονότα που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι η αίτηση αλλά και ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, ότι οι Εναγόμενοι αποκαλύπτουν με την ένορκη τους δήλωση καλή και βάσιμη υπεράσπιση, ότι η αίτηση είναι αντίθετη ή και σε άμεση σύγκρουση με τα όσα προνοούνται στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, και τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού (τα οποία είναι άμεσα εκτελεστά και δεσμευτικά) καθώς και με τα όσα έχουν διατυπωθεί στην πρόσφατη απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2013, ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, ότι τα διατάγματα και οι Νόμοι στα οποία η Αιτήτρια κάνει αναφορά στην ένορκη δήλωση της δόθηκαν και ψηφίστηκαν λόγω εκτάκτου ανάγκης ή και δημοσίου συμφέροντος ή και δημοσίας ωφελείας ως επίσης ότι είναι νόμιμα και δεσμευτικά και αν δεν εφαρμοστούν η Εναγόμενη 2-Καθ΄ ης η αίτηση θα είναι υπαίτια παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας, ότι η απαίτηση της Ενάγουσας δεν είναι ξεκαθαρισμένη και ότι ο τίτλος της αγωγής σε σχέση με την Εναγόμενη 2 είναι λανθασμένος. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις στις οποίες θα γίνεται αναφορά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι όλων των πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και στις δύο ενστάσεις. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ.18 ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ.18 προνοεί για μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που αποκλείει τον Εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ.18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο Ενάγων δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσον ο Εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί, δεν εξετάζεται. Από τη μελέτη της Δ.18 Θ.1 προκύπτει ότι συνοπτική απόφαση μπορεί να ζητηθεί μόνο σε εκκαθαρισμένες αξιώσεις. Τέτοια είναι στην παρούσα αγωγή η αξίωση για ποσό €160.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 10.4.2013 ως οι παράγραφοι 20Γ και 20Δ της έκθεσης απαίτησης. Η επιδίκαση όμως αυτών των ποσών προϋποθέτει επιτυχία της Ενάγουσας στις αξιώσεις της δια αναγνωριστική απόφαση ότι η Ενάγουσα έχει κατατεθειμένο στην Εναγόμενη 1 ως εμπρόθεσμη κατάθεση το ποσό των €160.000,00 πλέον τόκων, ως επίσης την κήρυξη ως αντισυνταγματικών των Νόμων 17(Ι)/2013, 16(Ι)/2013, 12(Ι)/2013 και 11(Ι)/2013 και των διαταγμάτων του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 27.3.2013, 29.3.2013, 2.4.2013, 3.4.2013 και 5.4.2013, παράγραφοι 20Α και 20Β της έκθεσης απαίτησης αντίστοιχα οι οποίες, ιδιαίτερα η αξίωση της παραγράφου 20Β, δεν αποτελούν αξιώσεις για τις οποίες μπορεί να ζητηθεί συνοπτική απόφαση. Δηλαδή η μόνη αξίωση για την οποία η Ενάγουσα-Αιτήτρια μπορεί να ζητήσει συνοπτική απόφαση (ποσό €160.000 πλέον τόκους) για να επιτύχει προϋποθέτει επιτυχία άλλων αξιώσεων της για τις οποίες δεν μπορεί να ζητηθεί συνοπτική απόφαση. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1(α) υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου.
  16. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.
  17. Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί.
  18. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 CLR 130). Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον Ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγόμενου ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλέπε μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1996)1 CLR 265, CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χ"Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Melita Manuf. Ltdv. Chris Joannou Ltd (ανωτέρω), Σωκράτους v. Ανδρέου κ.α.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 40 και Αυγουστή v. Πίριλλου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 5). Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν εμφάνιση την 9.5.2013 και 29.5.2013 αντίστοιχα. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δεν έχω πεισθεί ότι αυτή ικανοποιείται αφού η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν πείθει ότι η ίδια είναι άτομο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα ως απαιτούν οι θεσμοί και η νομολογία. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της δεν παραθέτει όλο το απαιτούμενο φάσμα των γεγονότων ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει για την αίτηση. Όπως ορθά επισημαίνει η πλευρά της Καθ΄ ης η αίτηση-Εναγόμενης 2 στην ένσταση της αλλά και στην αγόρευση της, η Αιτήτρια δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση της το ύψος της ζημιάς που θα υφίστατο αν οι Νόμοι και τα διατάγματα τα οποία επικαλείται στην ένορκη δήλωση της δεν είχαν εκδοθεί και τα πράγματα έπαιρναν την πορεία τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μυρτώς Χριστοδούλου και άλλων v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων, Υποθέσεις αρ. 551/2013 και άλλες 54, ημερομηνίας 7.6.2013 (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Βεβαίως δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών η δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι καταθέτες να ευρίσκονται σε δυσμενέστερη εκείνης θέση, όπως όμως δεν θα μπορούσαν να ευρίσκοντο ποτέ και σε ευνοϊκότερη - και τούτο πρέπει να είναι συνεχώς υπόψη, διότι είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας.» Περαιτέρω, ως ορθά εισηγείται η πλευρά της Καθ΄ ης η αίτηση 1, η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση. Έχοντας επομένως καταλήξει ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται κρίνω ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί αφού όπως έχει αναφερθεί στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1912, η ανάγκη αυστηρής προσήλωσης στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 Θ.1 αποτελεί το σκόπελο που πρέπει ο Ενάγων να υπερπηδήσει προτού μεταφερθεί το βάρος στους ώμους του Εναγομένου. Επίσης στην Μεττή κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417, λέχθηκε ότι:«.η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει (βλέπε μεταξύ άλλων Anglo-Italian Bank v. Wells (and Davies) 38 L.T. 197, C.A., Ford v. Harvey and Others, 9 T.L.R. 328 και Simon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 K.B. 259)." Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις δεν θα πρέπει να εκδικάζεται η ουσία της αγωγής από το στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Επομένως δεν πρέπει να αποφασίζεται επί πολύπλοκων εγειρόμενων γεγονότων ή νομικών θέσεων ούτε να προχωρεί το Δικαστήριο σε συμπεράσματα αξιολόγησης αντικρουόμενης μαρτυρίας (Bhogal v. Punjab National Bank
(1988)2 All E.R. 296, 303, Λαζάρου κ.α. v. Μακεδόνας
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817). Στην παρούσα υπόθεση τα επίδικα θέματα που τίθενται είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ειδικότερα η αξίωση για κήρυξη των ως άνω Νόμων και διαταγμάτων ως αντισυνταγματικών είναι πολύ σοβαρή και κρίνω πως ένα τέτοιο θέμα δεν θα μπορούσε να αποφασιστεί στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση R.C.K. Sport v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1074, όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα επιτρέπουν στο Δικαστήριο τη διαμόρφωση άποψης χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, τότε εκδίδεται απόφαση εφόσον ο Εναγόμενος δεν κατορθώσει να το ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση (βλ. επίσης Αυγουστή κ.ά. v. Πίριλλου (ανωτέρω)). Στην παρούσα υπόθεση τα νομικά και πραγματικά ζητήματα δεν είναι τέτοια που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο τη διαμόρφωση τέτοιας άποψης ούτως ώστε να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση. Συνεπεία των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας-Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.