Χριστάκη Νεοκλέους ν. Ανδρέα Κωνσταντινίδη, Αγωγή 2526/09, 17/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 2526/09 Χριστάκη Νεοκλέους Ενάγοντα V Ανδρέα Κωνσταντινίδη Εναγόμενου ____________________________ 17.02.2014 Για τον Ενάγοντα: κ. Χρήστος Μ. Γεωργιάδης με κ. Χρύσανθο Μούδουρο (για να ακούσει απόφαση κ. Μούδουρος) Για τον Εναγόμενο: κ. Περικλής Κωνσταντίνου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία (για να ακούσει απόφαση κα. Χαρά Φιλίππου). ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.03.2009 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στην Πάφο έγινε το επίδικο δυστύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν ο Ενάγοντας, ο οποίος ήταν πεζός και ο Εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΧΧ
- Ως επακόλουθο αυτού του δυστυχήματος καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, με την οποία διεκδικούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Επίδικο θέμα Το μοναδικό επίδικο θέμα αυτής της υπόθεσης είναι ο προσδιορισμός της ευθύνης, του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, στην πρόκληση του δυστυχήματος, καθώς στις 03.12.2013, κατά τη διάρκεια της ακρόασης, δηλώθηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων, ότι το ποσό των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων του Ενάγοντα, επί πλήρους ευθύνης, ανέρχεται στο ποσό των €40.000.- πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 01.01.2011 μέχρι την εξόφληση. Μαρτυρικό υλικό Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, σε σχέση με το θέμα της ευθύνης, έδωσαν ένορκη μαρτυρία ο Ανδρέας Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) και ο ίδιος ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2). Πέραν των πιο προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν και τα ακόλουθα τεκμήρια: Α) Το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, που σημειώθηκε Τεκμήριο 1 Β) Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, που σημειώθηκε Τεκμήριο 2 Γ) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Ε.1, ημερ. 07.05.2009, που σημειώθηκε Τεκμήριο 3 Δ) Η γραπτή κατάθεση του Εναγόμενου, ημερ. 12.03.2009, που σημειώθηκε Τεκμήριο 4 Ε) Η γραπτή δήλωση του Μ.Ε.2, την οποία υιοθέτησε, ως μέρος της κύριας εξέτασής του, που σημειώθηκε Τεκ. 5 και ΣΤ)Τα αποστενογραφημένα πρακτικά της ακρόασης της Ποινικής Υπόθεσης 14273/09 Ε.Δ. Πάφου, ημερ. 22.02.2011, που σημειώθηκαν Τεκμήριο
- Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Εναγόμενου δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα, περιοριζόμενος στην αμφισβήτηση της μαρτυρίας των μαρτύρων του Ενάγοντα, μέσω της αντεξέτασής τους. Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία εισηγήθηκαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντάς την με τα τεκμήρια που έχω επίσης ενώπιόν μου. Ο Μ.Ε.1 υπηρετούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου δυστυχήματος, στο Τμήμα Τροχαίας στην Πάφο. Όπως ανέφερε, στην κύρια εξέτασή του, στις 17:45 ήταν στη σκηνή. Οι παρευρισκόμενοι του είπαν ότι αυτό συνέβη στις 17:
- Στο δυστύχημα είχαν εμπλακεί το ΗΧΧ106, του οποίου ιδιοκτήτης είναι ο Εναγόμενος, που ήταν και ο οδηγός, το οποίο ήταν στην τελική του θέση και ο Ενάγοντας, που ήταν πεζός. Η πορεία του αυτοκινήτου ήταν κατά μήκος της Γρίβα Διγενή, με κατεύθυνση τη Γεροσκήπου. Ο πεζός διασταύρωσε τη λεωφόρο από τα αριστερά προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο είχε ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα, τη γρίλια και το καπό. Ηταν μέρα και δεν θυμόταν εάν τα φώτα του οδικού φωτισμού ήταν αναμμένα. Ελαβε μέτρα και ετοίμασε σχέδιο, το οποίο δεν έχει κλίμακα. Στη συνέχεια ο Μ.Ε.1 κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και υιοθέτησε το ευρετήριο του, ως ορθό. Ισχυρίσθηκε, ότι, στο Τεκ.1, το σημείο σύγκρουσης είναι το σημείο που σταμάτησε το αυτοκίνητο, ότι τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν ίσια και ότι το σημείο σύγκρουσης του το υπέδειξε ο οδηγός του αυτοκινήτου. Η απόσταση Χ-Δ.1 είναι 5,10 μέτρα, η απόσταση από την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου μέχρι το πεζοδρόμιο είναι 2,70 μέτρα και η απόσταση του σημείου σύγκρουσης Χ με το αριστερό άκρο του αυτοκινήτου είναι 40 εκατοστά. Ο πεζός είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο Πάφου. Υπάρχουν κτίρια και αριστερά και δεξιά του δρόμου. Τα σχολεία είναι 15-20 μέτρα πιο μπροστά. Τα κτίρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης είναι αριστερά της λεωφόρου, σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου. Η λέσχη «Ευσέβεια» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη είναι δεξιά. Τα κεντρικά κτίρια του Δήμου Πάφου και το μνημείο πεσόντων είναι δεξιά του δρόμου. Το σημείο του δυστυχήματος είναι στο κέντρο της Πάφου. Όπως ισχυρίσθηκε, είναι συνεχές φαινόμενο η κυκλοφορία ή παρουσία πεζών και συμβαίνει συχνά να διασταυρώνουν πεζοί το μέρος που έγινε το δυστύχημα, στο οποίο δεν υπάρχει διάβαση πεζών. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ήταν στην Τροχαία 28 χρόνια και ότι είχε κάνει μαθήματα στην Αστυνομική Σχολή στη Λευκωσία. Όταν πήγε στη σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αυτό το σχέδιο το έδειξε και στους δυο εμπλεκόμενους οδηγούς, αλλά το υπέγραψε μόνο ο Εναγόμενος. Ο Ενάγοντας δεν το υπέγραψε, γιατί δεν θυμόταν πως έγινε το δυστύχημα. Τα στοιχεία του Ενάγοντα τα έγραψε ο ίδιος. Διευκρινιστικά ανέφερε, ότι στο Τεκ. 2 τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ξεκινούν από το Α. Τα 2 μέτρα (που είναι γραμμένα δίπλα στο Α) είναι η απόσταση από τα ίχνη τροχοπέδησης μέχρι το πεζοδρόμιο (αριστερά σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου). Το 2,40 μέτρα είναι η απόσταση από την αριστερή πισινή γωνία του αυτοκινήτου μέχρι το πεζοδρόμιο. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του ο Μ.Ε.1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Εναγόμενου, ότι όταν άρχισαν τα στόπερ το αυτοκίνητο πήρε λοξή πορεία προς τα δεξιά και ότι η κίνηση αυτή ήταν μια προσπάθεια από τον Εναγόμενο για αποφυγή της σύγκρουσης. Όπως ισχυρίσθηκε για το ίδιο ζήτημα, τα ίχνη τροχοπέδησης πήγαν λοξά, αλλά ίσια, δεν ζαβώνουν σε κάποιο σημείο και επιπρόσθετα ανέφερε ότι, όταν ο οδηγός πατήσει τα στόπερ, κλειδώνουν τα λάστιχα και πάει ευθεία. Ακολούθως ο Μ.Ε.1 κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, τη γραπτή του κατάθεση, ημερ. 07.05.2009, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Επανερχόμενος στις μετρήσεις του στη σκηνή του δυστυχήματος ανέφερε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης είναι 7,10 μέτρα και συμφώνησε με τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Εναγόμενου, ότι η απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης από την αριστερή πλευρά του δρόμου ξεκινά από τα 2 μέτρα και καταλήγει στα 2,70 μέτρα. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα, αλλά δεν μπορούσε να πει την ταχύτητα του αυτοκινήτου. Σε σχέση με τις μετρήσεις στο Τεκ. 2 ανέφερε ότι τις υιοθετεί όλες και ότι τις μετέφερε όλες στο συμμετρικό σχέδιο (Τεκ. 1). Όπως είπε, στη συνέχεια, από τον Εναγόμενο πήρε κατάθεση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 (Σημειώνεται ότι κατά την κατάθεση αυτού του Τεκμηρίου επισημάνθηκε από το Δικαστήριο, με τη σύμφωνη γνώμη των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων, ότι τεκμήριο αποτελεί μόνο το περιεχόμενο της κατάθεσης και όχι οι εκ των υστέρων επεμβάσεις σε αυτό). Οσον αφορά την ορατότητα, ανέφερε, ότι από το Χ προς τα βόρεια η ορατότητα είναι 53 μέτρα και από το Χ προς τα νότια έχει πέραν των 100 μέτρων ορατότητα και ο δρόμος είναι ίσιος. Πάνω στο πεζοδρόμιο δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο που να εμπόδιζε την ορατότητα. Όπως ανέφερε, ο Εναγόμενος του είπε, ότι είδε τον Ενάγοντα στο αριστερό πεζοδρόμιο, αλλά δεν του είπε, ότι είδε τον Ενάγοντα να μπαίνει μέσα στο δρόμο, ούτε ότι είδε τον Ενάγοντα να διασταυρώνει το δρόμο. Αυτό που του είπε είναι, ότι τον είδε ξαφνικά μπροστά του, ενώ προηγουμένως τον είχε δει στο αριστερό πεζοδρόμιο. Δεν του είπε πως βρέθηκε στο δρόμο. Όπως ισχυρίσθηκε, ακολούθως, το σημείο Β στα Τεκ. 1 και 2 το έβαλε ο ίδιος. Το σημείο αυτό το έβαλε στη σκηνή του δυστυχήματος και είναι η πορεία του Ενάγοντα. Παραδέχθηκε, ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν ήταν παρών στη σκηνή και ότι ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου σημείου ήταν συμπέρασμα δικό του. Παραδέχθηκε επίσης, παρόλο που ισχυρίσθηκε αρχικά ότι δεν θυμόταν, ότι δεν πήγε με το Ενάγοντα στη σκηνή του δυστυχήματος, διότι δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και στην κατάθεσή του (Τεκ. 3). Στο τέλος της αντεξέτασής του ανέφερε, ότι πήρε ακόμη μια κατάθεση στην οποία ο μάρτυρας του είπε ότι δεν είδε πως έγινε το δυστύχημα και ότι η λωρίδα κυκλοφορίας, που έγινε το δυστύχημα, έχει πλάτος 5,10 μέτρα. Στην επανεξέτασή του ανέφερε, ότι, όταν έδειξε το Τεκ. 2 στον Ενάγοντα, δεν θυμόταν, ούτε που ήταν, ούτε σε ποια κατάσταση ήταν ο Ενάγοντας. Ο Μ.Ε.1, κατά την κρίση μου, δεν προέβη σε σωστή διερεύνηση του δυστυχήματος. Ένα κρίσιμο για το δυστύχημα ζήτημα, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, τόσο του ιδίου, όσο και του Μ.Ε.2, όχι μόνο δεν το διερεύνησε, με αντικειμενικότητα, επαγγελματισμό και αμεροληψία, όπως αναμένεται από έναν αστυνομικό εξεταστή, αλλά αντίθετα καθοδήγησε σε αυτό το ζήτημα, ανεπίτρεπτα μπορώ να πω, τον Ενάγοντα (Μ.Ε.2). Αναφέρομαι στο σημείο Β, το οποίο σημείωσε στο Τεκ.1, δηλ. το σημείο από το οποίο φέρεται ο Ενάγοντας να διασταύρωσε τη λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Όπως έχει προαναφερθεί ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε στην αντεξέτασή του, ότι ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου σημείου ήταν συμπέρασμα δικό του και ότι το σημείωσε στη σκηνή του δυστυχήματος στην απουσία του Ενάγοντα. Με ποια δεδομένα όμως κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα δεν εξήγησε στο δικαστήριο. Σίγουρα όχι, με βάση τη μαρτυρία του Εναγόμενου, αφού, όπως ο ίδιος ο Μ.Ε.1 ανέφερε, ο Εναγόμενος δεν του είπε, ότι είδε τον Ενάγοντα να μπαίνει μέσα στο δρόμο, ούτε ότι είδε τον Ενάγοντα να διασταυρώνει το δρόμο. Ούτε βέβαια με βάση τη μαρτυρία του Ενάγοντα, εφόσον ο Ενάγοντας, όταν ο Μ.Ε.1 έφθασε στη σκηνή, είχε ήδη μεταφερθεί στο Νοσοκομείο Πάφου και ουδέποτε, μετά την ανάρρωσή του, επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος με το Μ.Ε.1 για να του υποδείξει το συγκεκριμένο σημείο. Τέλος ούτε κανένας άλλος αυτόπτης μάρτυρας υπέδειξε στο Μ.Ε.1 αυτό το σημείο, εφόσον δεν υπήρχε τέτοιος μάρτυρας. Η μόνη λογική εξήγηση που θα μπορούσε κάποιος να δώσει, με βάση το Τεκ. 1, είναι ότι ο Μ.Ε.1 επέλεξε το συγκεκριμένο σημείο, ως το σημείο εισόδου του Ενάγοντα στο δρόμο, διότι είναι ακριβώς απέναντι (σε ευθεία γραμμή) από το σημείο σύγκρουσης Χ, έτσι τουλάχιστον μπορεί κάποιος να συμπεράνει λογικά από το Τεκ.
- Όμως ο Μ.Ε.1 δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία του. Και πέραν του ότι το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εξάγει συμπεράσματα, όσο εύλογα και αν είναι, στην απουσία υποστηρικτικής αποδεικτικής μαρτυρίας, στο Τεκ. 2 η πορεία του Ενάγοντα, όπως την σχεδίασε στη σκηνή του δυστυχήματος ο Μ.Ε.1, δεν είναι σε ευθεία γραμμή με το σημείο σύγκρουσης Χ. Από τα πιο πάνω καθίσταται προφανές ότι το σημείο Β σημειώθηκε από το Μ.Ε.1 στο Τεκ. 1 αυθαίρετα και σε δυσαρμονία με το Τεκ.
- Ο λόγος, που προαναφέρθηκε, ότι ο Μ.Ε.1 καθοδήγησε στο συγκεκριμένο ζήτημα τον Ενάγοντα είναι, διότι στη συνέχεια, αντί να επισκεφθεί με τον Ενάγοντα τη σκηνή του δυστυχήματος και να του ζητήσει να του υποδείξει από πού εισήλθε στο δρόμο, ο Μ.Ε.1 υπέδειξε στον Ενάγοντα το σημείο Β στο Τεκ. 1 και αυτός συμφώνησε μαζί του, χωρίς να έχει προσωπική αντίληψη του ζητήματος. Με βάση το πιο σκεπτικό από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν αποδέχομαι το σημείο Β, ως το σημείο από το οποίο ο Ενάγοντας διασταύρωσε τη λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Οσον αφορά τις υπόλοιπες μετρήσεις του δεν βλέπω κανένα λόγο να μην τις αποδεχθώ, εφόσον δεν έχουν αμφισβητηθεί και από την πλευρά της υπεράσπισης. Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2) στην κύρια εξέτασή του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκ. 5). Στην αντεξέτασή του ισχυρίσθηκε, ότι πριν αρχίσει να διασταυρώνει η διαδικασία είναι απλή. Κάθε απόγευμα, για 30 χρόνια, πηγαίνει στη Λέσχη «Ευσέβεια». Σταματούσε το αυτοκίνητο στη Γρηγόρη Αυξεντίου, όταν έφθανε στη Γρίβα Διγενή προχωρούσε γύρω στα 10 μέτρα για να έχει καλύτερη εποπτεία του δρόμου προς τα δεξιά του, πράγμα που έκανε και τη συγκεκριμένη ημέρα. Σταμάτησε στο πεζοδρόμιο και, αφού έλεγξε την τροχαία κίνηση και ο δρόμος ήταν ελεύθερος, προχώρησε να διασταυρώσει. Σε σχέση με το Τεκ. 1 ανέφερε ότι έχει δει ένα παρόμοιο σχέδιο. Δεν ήξερε όμως εάν ήταν ακριβώς το ίδιο. Όταν ήταν στο Νοσοκομείο τον επισκέφθηκε ο Μ.Ε.1, αλλά δεν ήταν βέβαιος εάν του έδειξε αυτό το σχέδιο. Είπε όμως ότι στο σχέδιο που του έδειξαν υπήρχε το σημείο Β με το οποίο συμφώνησε. Ανέφερε ότι έδωσε μαρτυρία και σε άλλο δικαστήριο και ότι στην υπόθεση εκείνη κατηγορούμενος ήταν ο Εναγόμενος. Η υπόθεση ήταν Αστυνομία εναντίον του Εναγόμενου. Δεν θυμόταν όμως τον αριθμό. Στο σημείο αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α για αναγνώριση ( στη συνέχεια έγινε Τεκμήριο 25) το αποστενογραφημένο πρακτικό της ακρόασης της Ποινικής Υπόθεσης 14237/09 Ε.Δ. Πάφου, ημερ. 22.02.2011, το οποίο αφορά την αντεξέταση του Μ.Ε.2 (τότε Μ.Κ.2) από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου (τώρα Εναγόμενου), ο οποίος και σε εκείνη την υπόθεση, όπως και στην παρούσα, είναι ο ίδιος. Ερωτώμενος, σχετικά με το σημείο Β, ανέφερε ότι δεν διαφοροποιείται η θέση του τότε και σήμερα. Η αλήθεια, όπως είπε, είναι ότι το σημείο Β είναι το σημείο που ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο, παρόλο, που παραδέχθηκε, ότι δεν πήγε με το Μ.Ε.1 στη σκηνή του δυστυχήματος. Το Β, όπως ισχυρίσθηκε, ήταν πάνω στο σχέδιο και συμφώνησε. Ηταν και δική του καθαρά άποψη, ότι από εκείνο το σημείο άρχισε να διασταυρώνει. Όπως ισχυρίσθηκε, υπολογίζει, ότι από το σημείο που διασταύρωσε είχε ορατότητα προς τα δεξιά 30-40 μέτρα. Όταν του υποδείχθηκε ότι στο Τεκ. 25 είχε πει ότι η ορατότητα προς τα δεξιά ήταν 50 μέτρα, απάντησε ότι δεν την μέτρησε την απόσταση και ότι η εκτίμηση μπορεί να έχει συν πλην λάθος. Σε σχετική υποβολή, ότι δεν είναι από το σημείο Β που άρχισε να διασταυρώνει, απάντησε ότι η θέση του είναι ότι το Β είναι το σημείο από το οποίο άρχισε να διασταυρώνει. Επέμεινε ότι προτού αρχίσει να διασταυρώνει ο δρόμος προς τα δεξιά ήταν καθαρός και ότι έλεγξε με πολλή προσοχή το δρόμο. Την ώρα που ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε από αριστερά, ούτε από δεξιά. Δεν κατάλαβε εκείνη τη στιγμή τι τον χτύπησε. Δεν του έδειξε καμιά ένδειξη, ότι υπήρχε αυτοκίνητο. Όταν τον χτύπησε έπεσε σε αφασία γι' αυτό δεν αντιλήφθηκε τίποτα. Ούτε τη σειρήνα του αυτοκινήτου άκουσε, ούτε στόπερ. Σε σχέση με το Τεκ. 2 ανέφερε ότι δεν θυμάται, δεν είναι βέβαιος και δεν νομίζει να είναι αυτό που του έδειξε ο Μ.Ε.
- Επίσης δεν θυμόταν εάν στο ποινικό δικαστήριο είδε το Τεκ. 2, δεν ήταν βέβαιος. Στο τέλος της αντεξέτασής του ο Μ.Ε.2 επέμεινε ότι δεν υπήρξε καθόλου αμελής, ότι το αυτοκίνητο τον χτύπησε όταν ήταν στη μέση του δρόμου και ότι δεν φέρει καμιά ευθύνη για το συγκεκριμένο περιστατικό. Οπως έχει ήδη προαναφερθεί, από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν έχω αποδεχθεί το σημείο Β, ως το σημείο που ο Ενάγοντας διασταύρωσε τη λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Ούτε ο Ενάγοντας βοήθησε με τη μαρτυρία του το Δικαστήριο στο συγκεκριμένο ζήτημα. Και αυτό γιατί, παρόλο που συμφώνησε ότι ουδέποτε επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος με το Μ.Ε.1 για να του υποδείξει επιτόπου το ακριβές σημείο από το οποίο εισήλθε στο δρόμο, επιβεβαιώνοντας το Μ.Ε.1, ότι το τελευταίος του το υπέδειξε μόνο στο σχέδιο και συμφώνησε, επέμεινε, στην αντεξέτασή του, ότι αυτό είναι το σωστό σημείο και ότι αυτό είναι και δικό του συμπέρασμα. Από τη μαρτυρία του Ενάγοντα όμως προκύπτει ξεκάθαρα, ότι το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του, ότι δηλ. το σημείο Β είναι το σημείο από το οποίο άρχισε να διασταυρώνει, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και αυτό γιατί στην αρχή της αντεξέτασής του ο Ενάγοντας είπε ότι κάθε απόγευμα, για 30 χρόνια, πήγαινε στη Λέσχη «Ευσέβεια». Σταματούσε το αυτοκίνητο στη Γρηγόρη Αυξεντίου, όταν έφθανε στη Γρίβα Διγενή προχωρούσε γύρω στα 10 μέτρα για να έχει καλύτερη εποπτεία του δρόμου προς τα δεξιά του, πράγμα που έκανε και τη συγκεκριμένη ημέρα. Σταμάτησε στο πεζοδρόμιο και, αφού έλεγξε την τροχαία κίνηση και ο δρόμος ήταν ελεύθερος, προχώρησε να διασταυρώσει. Ο ίδιος δηλ. προσδιόρισε το σημείο από το οποίο προχώρησε να διασταυρώσει τη λεωφόρο Γρίβα Διγενή στα 10 μέτρα περίπου προς τα δεξιά από τη συμβολή της με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Αν δούμε το Τεκ. 1 και λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση Χ-Δ.1, που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, είναι 5,10 μέτρα και το μήκος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, που, σύμφωνα με τις διαστάσεις που αναγράφονται, είναι 3,60 μέτρα, αποκλείεται το σημείο από το οποίο επιχείρησε να διασταυρώσει ο Ενάγοντας να είναι το σημείο Β. Από την προαναφερόμενη μαρτυρία του Ενάγοντα το σημείο από το οποίο προχώρησε να διασταυρώσει τοποθετείται σε ένα σημείο, επί του πεζοδρομίου, μεταξύ των σημείων Α2 και Δ και σε απόσταση 4,90 μέτρων περίπου δεξιότερα από το σημείο Β, σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η μαρτυρία του Ενάγοντα για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Πέραν τούτου ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε, ότι, πριν διασταυρώσει έλεγξε με πολλή προσοχή την τροχαία κίνηση, τόσο προς τα δεξιά, όσο και προς τα αριστερά και δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε από δεξιά, ούτε από αριστερά. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ότι από το σημείο Χ προς τα βόρεια (προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα) η ορατότητα είναι 53 μέτρα και ότι πάνω στο πεζοδρόμιο δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο που να εμπόδιζε την ορατότητα, απορρίπτεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Ενάγοντα, καθώς κρίνεται, ότι εάν είχε ελέγξει με πολλή προσοχή, όπως ισχυρίσθηκε, το δρόμο προς τα δεξιά του, είναι πιθανότερο να είχε δει το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, παρά το αντίθετο. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν έλεγξε επαρκώς ή καθόλου τη λεωφόρο προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, πριν διασταυρώσει, αποδεικνύεται και από το ότι ο ίδιος ισχυρίσθηκε, ότι δεν κατάλαβε τι τον χτύπησε. Επομένως, στη βάση αυτής της μαρτυρίας είναι απολύτως βέβαιο, ότι ο Ενάγοντας, είτε δεν έλεγξε καθόλου τη λεωφόρο προς τα δεξιά, είτε την έλεγξε φευγαλέα και αφηρημένα, χωρίς να δώσει τη δέουσα φροντίδα και προσοχή σε αυτή του την κίνηση, με αποτέλεσμα, όχι μόνο να μην αντιληφθεί την παρουσία του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, αλλά και να μην το δει καν, που σημαίνει ότι είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα και την προσοχή του κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Η μαρτυρία του Ενάγοντα (Μ.Ε.2) για το επίδικο ζήτημα της ευθύνης περιστράφηκε αποκλειστικά γύρω από το σημείο Β και το εάν έλεγξε ή όχι τη λεωφόρο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Αλλωστε ο Ενάγοντας, όπως είπε, μετά το χτύπημα έπεσε σε αφασία και δεν θυμάται τίποτα. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 για τα συγκεκριμένα επίδικα ζητήματα απορρίπτεται. Οι υπόλοιπες αναφορές του Ενάγοντα, για το επίδικο ζήτημα της ευθύνης, στη γραπτή του δήλωση (Τεκ. 5), υπό στοιχεία (α) έως (π) απορρίπτονται, ενόψει του ότι, από την ένορκη μαρτυρία του κατέστη προφανές, ότι δεν πρόκειται για δικές του θέσεις, βασισμένες στην προσωπική του γνώση, αλλά για εικασίες, χωρίς καμιά αποδεικτική αξία. Ευθύνη Το αστικό αδίκημα της αμέλειας προσδιορίζεται στο άρθρο 51
(1)του Κεφ. 148. Στη Στρατμάρκο Λτδ V Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453 διευκρινίζονται στη σελ. 458 τα στοιχεία που το συνθέτουν: «......Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα». Στη Βίκης V Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 346 επισημαίνονται τα ακόλουθα στη σελ. 350: «.......το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη». Στην Σοφοκλέους v. Καλογήρου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 369 τονίσθηκε, ότι, σε υποθέσεις αμέλειας, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στην πλευρά του Ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να προχωρεί, πέρα από την απλή πιθανολόγηση και να φθάνει μέχρι το πεδίο των νομικών συμπερασμάτων. Στην προκείμενη υπόθεση, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Ενάγοντα, η μοναδική αξιόπιστη μαρτυρία, που έχει παραμείνει και μπορεί να ληφθεί υπόψη, σε σχέση με το επίδικο θέμα της ευθύνης, είναι η μαρτυρία του Μ.Ε1 και η πραγματική μαρτυρία (Τεκ. 1 και 2), εξαιρουμένου του σημείου Β στο Τεκ. 1 και της πορείας του Ενάγοντα στο Τεκ.2. Στην Δανός V Χριστοφίδη κ.α.
(2004)1(Β) ΑΑΔ 706 επισημάνθηκε ότι «Η πραγματική μαρτυρία είναι δυνατό να διαφωτίσει τις συνθήκες του δυστυχήματος». Σχετική με το ίδιο θέμα είναι και η Κονναρής V Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267 στην οποία τονίσθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία «μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος». Από το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκ. 1) και το πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκ. 2) δεν φαίνεται, με μια πρώτη ματιά, να προκύπτει ένδειξη για επίδειξη αμέλειας από τον Εναγόμενο. Αντίθετα, εάν ληφθεί υπόψη η λοξώς δεξιά πορεία, που φαίνεται ότι ακολούθησε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου από το σημείο που αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης μέχρι το σημείο σύγκρουσης, το πρώτο λογικό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει κάποιος είναι, ότι ο Εναγόμενος έκανε προσπάθεια να αποφύγει τον Ενάγοντα, όταν προφανώς αντιλήφθηκε την παρουσία του στο δρόμο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παρόλα ταύτα, με έχει προβληματίσει σοβαρά, το εάν και πόσο το δυστύχημα μπορούσε να αποφευχθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα γεγονότα, που προκύπτουν από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, το Τεκ. 1 και την κατάθεση του Εναγόμενου (Τεκ. 4). Υπενθυμίζω, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 η ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης Χ προς τα βόρεια είναι 53 μέτρα. Πάνω στο πεζοδρόμιο δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο που να εμπόδιζε την ορατότητα και ο Εναγόμενος του είπε, ότι είδε τον Ενάγοντα στο αριστερό πεζοδρόμιο, αλλά δεν του είπε, ότι είδε τον Ενάγοντα να μπαίνει μέσα στο δρόμο, ούτε ότι είδε τον Ενάγοντα να διασταυρώνει το δρόμο. Αυτό που του είπε είναι, ότι τον είδε ξαφνικά μπροστά του, ενώ προηγουμένως τον είχε δει στο αριστερό πεζοδρόμιο. Δεν του είπε πως βρέθηκε στο δρόμο. Ο ίδιος ο Εναγόμενος, στην κατάθεσή του (Τεκ. 4) αναφέρει ότι μετά που έστριψε μια ελαφριά στροφή αριστερά πρόσεξε ένα πεζό (τον Ενάγοντα) στο αριστερό πεζοδρόμιο να κινείται προς το μέρος του (επί του πεζοδρομίου). Ξαφνικά πρόσεξε τον πεζό ότι βρισκόταν μέσα στο δρόμο μπροστά του και πάτησε τα φρένα για να αποφύγει τη σύγκρουση, διότι ήταν πάρα πολύ κοντά του, αλλά λόγω της μικρής απόστασης δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση. Την ίδια ώρα που πάτησε τα φρένα του έστριψε και το τιμόνι του προς τα δεξιά για να τον αποφύγει. Ο λόγος που δεν πρόσεξε πως μπήκε ο Ενάγοντας στο δρόμο είναι διότι έβλεπε μπροστά του. Από την κατάθεση του Εναγόμενου, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και το Τεκ. 1, αυτό που προκύπτει είναι ότι ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε την παρουσία του Ενάγοντα στο πεζοδρόμιο σε απόσταση 53 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης Χ και ότι είχε ανεμπόδιστη ορατότητα, τόσο στο δρόμο, όσο και στο πεζοδρόμιο. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα ίχνη τροχοπέδησης έχουν μήκος 7,10 μέτρων, στην καλύτερη εκδοχή για τον Εναγόμενο, καταλήγουμε στο εύλογο συμπέρασμα, ότι αυτός διένυσε μια απόσταση 40 και πλέον μέτρων στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή, από τη στιγμή, που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την παρουσία του Ενάγοντα στο πεζοδρόμιο, μέχρι να αντιληφθεί, ότι ο Ενάγοντας βρισκόταν στο οδόστρωμα. Σημειωτέον ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση 3,10 μέτρων από το αριστερό πεζοδρόμιο και ότι το πλάτος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου Γρίβα Διγενή, σύμφωνα με το Τεκ. 1, είναι 5,10 μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ενάγοντας είχε διανύσει τη μισή και πλέον απόσταση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, προτού κτυπηθεί. Σημειωτέον επίσης ότι οι ζημιές στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου, σύμφωνα με το Μ.Ε.1 και το Τεκ. 2, είναι στον αριστερό μπροστινό προφυλακτήρα, γρίλια και καπό. Από την πιο πάνω μαρτυρία στο μόνο λογικό συμπέρασμα, που μπορώ να καταλήξω, είναι, ότι ο Εναγόμενος είχε τη δυνατότητα, επομένως και την υποχρέωση, για 40 και πλέον μέτρα, να αντιληφθεί την κίνηση του Ενάγοντα να διασταυρώσει και όλο το χρόνο και την άνεση να λάβει έγκαιρα αποτρεπτικά και συνάμα αποτελεσματικά μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Η αδυναμία του να ενεργήσει, ως ανωτέρω, κατά την κρίση μου, συνιστά, υπό τις περιστάσεις, αμέλεια. Το γεγονός βεβαίως, ότι, έστω και καθυστερημένα, αντιλήφθηκε τον Ενάγοντα, πάτησε τα φρένα και έστριψε το τιμόνι δεξιά (ενέργειες που επιβεβαιώνονται, όπως προαναφέρθηκε, από το Τεκ. 1 και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1) για να αποφύγει τη σύγκρουση, μετριάζουν σε μεγάλο βαθμό την ευθύνη του στην πρόκληση του δυστυχήματος. Εν όψει των όσων προαναφέρθηκαν, θεωρώ ότι ο Ενάγοντας είναι υπεύθυνος και υπόλογος για τη σύγκρουση και τις ζημιές που υπέστη σε ποσοστό 3/4 και ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος και υπόλογος για τη σύγκρουση και τις ζημιές του Ενάγοντα σε ποσοστό 1/4. Δηλαδή η αμέλεια του Ενάγοντα είναι 3/4 και η συντρέχουσα αμέλεια του Εναγόμενου 1/4. Κατάληξη Καταληκτικά και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €10.000.- πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 01.01.2011 μέχρι την εξόφληση. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και σε βάρος του Εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν, στην ανάλογη κλίμακα, από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αγωγή για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος - Ευθύνη - Αμέλεια - Συντρέχουσα αμέλεια- Αξιολόγηση μαρτυρίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο