← Κύπρος

Παναγιώτης Κόκκινος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 885/13, 10/2/2014

Παναγιώτης Κόκκινος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 885/13, 10/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 885/13 Μεταξύ: Παναγιώτης Κόκκινος, από την Πάφο Ενάγων και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία
  2. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα, Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10.2.14 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Χ. Φωτίου (για να ακούσει την απόφαση η κα Αγγελική Χαραλαμπίδη) Για την Εναγόμενη 1 / Καθ' ης η αίτηση: κα Γ. Μαλέκου για κκ Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Φ. Στεφάνου) Για την Εναγόμενη 2 / Καθ' ης η αίτηση: κ. Στ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγων / Αιτητής εξαιτείται εναντίον των Εναγόμενων / Καθ' ων η αίτηση συνοπτική απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης πλέον έξοδα της αίτησης και της αγωγής πλέον ΦΠΑ. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.18, θθ.1(α), 2 και Δ.48, θθ1-4 και 8-9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόμενων / Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους τους οι Εναγόμενοι ενίστανται στην έγκριση της αίτησης. Έρεισμα για την υποβολή της υπό κρίση αίτησης αποτελεί σύμφωνα με τον Αιτητή η άρνηση της Εναγόμενης 1 να συμμορφωθεί προς επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 2.4.13 με την οποία ο Αιτητής τερμάτισε όλους τους λογαριασμούς του που τηρούσε στην Εναγόμενη 1 - 13 στον αριθμό - και με την οποία ζητούσε όπως του καταβληθεί πάραυτα και εντός 24 ωρών από της επίδοσης της εν λόγω επιστολής το ποσό που ήταν κατατεθειμένο επ' ονόματί του σε καθένα από αυτούς, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 2.922.668,00 σεντ. Ειδικότερα, ο Αιτητής επέδειξε σε υπάλληλο της Εναγόμενης 1 σε υποκατάστημα στην κοινότητα Πολεμίου την πιο πάνω επιστολή και ζήτησε όπως του καταβληθεί το πιο πάνω ποσό. Η Εναγόμενη 1 μέσω του εν λόγω υπαλλήλου της αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την εντολή του Αιτητή και τον πληροφόρησε ότι όλες του οι καταθέσεις ήταν δεσμευμένες δίδοντάς του και κατάσταση των λογαριασμών του στην οποία καταδεικνυόταν η δέσμευση. Και αυτό γιατί ο Υπουργός Οικονομικών δυνάμει των Νόμων 17(Ι)/2013, 16(Ι)/2013, 12(Ι)/2013 και 11(Ι)/2013, που η Εναγόμενη 2 διά της Βουλής των Αντιπροσώπων ψήφισε στις 22.3.13, εξέδωσε διατάγματα με τα οποία περιορίζονταν τα δικαιώματα συναλλαγών των καταθετών σε τραπεζικά ιδρύματα περιλαμβανομένου του δικαιώματος τους να λάβουν όλες τους τις καταθέσεις από την Εναγόμενη
  3. Η Εναγόμενη 1 κατά την 29.4.13 και ασκώντας τις δυνατότητες που της παρέχουν οι πιο πάνω Νόμοι μετέτρεψε ποσοστό 37,5% των καταθέσεων του Αιτητή σε μετοχές και δέσμευσε άλλο 22,5% των καταθέσεών του άνω των Ευρώ 100.000,00 σεντ. Η αγωγή εγείρεται εναντίον της Εναγόμενης 2 ως έχουσα ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις της Βουλής των Αντιπροσώπων. Τα ακόλουθα αποτελούν θέσεις του Αιτητή: οι πιο πάνω Νόμοι είναι αντισυνταγματικοί καθότι αντίκεινται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Αντίκεινται, επίσης, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στον Χάρτη Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ η μετατροπή μέρους των καταθέσεων του Αιτητή σε μετοχές και η δέσμευση άλλου μέρους αυτών από την Εναγόμενη 1 ήταν παράνομη και αντισυνταγματική αφού (α) οι πιο πάνω ενέργειες της Εναγόμενης 1 έγιναν κατ' ενάσκηση παράνομη και αντισυνταγματική των παράνομων και αντισυνταγματικών δυνατοτήτων που της παρείχαν οι πιο πάνω αντισυνταγματικοί νόμοι και (β) χωρίς την συγκατάθεση του Αιτητή το δικαίωμα του Αιτητή στην κινητή του περιουσία κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα και η Εναγόμενη 2 το έχει απαλλοτριώσει, περιορίσει και δεσμεύσει χωρίς καν να προσφέρει στον Αιτητή αποζημίωση. Οι πιο πάνω ενέργειες της Εναγόμενης 1 συνιστούν δημόσια επέμβαση στην κινητή περιουσία του Αιτητή καθιστώντας την αδρανή και αχρησιμοποίητη. Και κατ' επέκταση αναγκαστική απαλλοτρίωση του δικαιώματός του επί του ποσού των Ευρώ 2.922.668,00 σεντ. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Συντάγματος πριν γίνει οποιαδήποτε δέσμευση κινητής ή ακίνητης περιουσίας πρέπει να καταβληθεί στον ιδιοκτήτη δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Δίκαιη και εύλογη αποζημίωση είναι μόνο η καταβολή μετρητών. Συν τοις άλλοις, η παραχώρηση μετοχών δεν ισοδυναμεί με παραχώρηση σε χρήμα και δεν είναι ίσης αξίας με το ποσό που του αποστερήθηκε, αφού συν τοις άλλοις, με τις μετοχές που παραχωρήθηκαν στον Αιτητή αυτός δεν δύναται να εξασφαλίσει το ποσό των χρημάτων που η Εναγόμενη 1 μονομερώς, παράνομα και αντισυνταγματικά του έχει κλέψει η αποστέρηση των χρημάτων του Αιτητή από την Εναγόμενη 1 αποτελεί κλοπή ο Υπουργός Οικονομικών δεν είχε δικαίωμα να κηρύξει την Δημοκρατία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Όμως, ακόμα και αν η Δημοκρατία κηρυσσόταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης οι πιο πάνω περιορισμοί, δεσμεύσεις και απαλλοτριώσεις των δικαιωμάτων του Αιτητή θα εξακολουθούσαν να είναι αντισυνταγματικές το ποσό των Ευρώ 2.922.668,00 σεντ κατακρατείται παράνομα από την Εναγόμενη 1 δυνάμει Νόμων και διαταγμάτων που έχει θεσπίσει η Εναγόμενη 2 οι οποίοι είναι αντισυνταγματικοί και αντίκεινται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με τις ενέργειες της Εναγόμενης 2 η Εναγόμενη 1 έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα κατά ποσό Ευρώ 2.922.668,00 σεντ αφού πέραν της μείωσης των καταθέσεων του Αιτητή ο τελευταίος δεν έχει πρόσβαση ούτε και στο υπόλοιπο των καταθέσεών του και δεν μπορεί να το κατέχει, ούτε να το χρησιμοποιεί όπως επιθυμεί με τις ενέργειες των Εναγόμενων καταστρατηγήθηκαν τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή η απαίτηση του Αιτητή είναι εκκαθαρισμένη και συγκεκριμένη τα γεγονότα είναι αποκρυσταλλωμένα και δεν μπορούν να αμαφισβητηθούν. Με την αγωγή του ο Αιτητής ζητεί τα ακόλουθα: Αναγνωριστική απόφαση διά της οποίας να αναγνωρίζεται ότι ο Αιτητής έχει κατατεθειμένο στην Εναγόμενη 1 το ποσό των Ευρώ 2.922.668,00 σεντ και το οποίο η Εναγόμενη 1 οφείλει στον Αιτητή Αναγνωριστική απόφαση διά της οποίας οι Νόμοι 17(Ι)/2013, 16(Ι)/2013, 12(Ι)/2013 και 11(Ι)/2013 να κηρύσσονται αντισυνταγματικοί όπως και τα διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών με ημερομηνίες 29.3.13 και 2.4.13 Απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Εναγόμενων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των Ευρώ 2.922.668,00 σεντ πλέον νόμιμο τόκο επ' αυτού από 2.4.13 μέχρι εξόφλησης Δικηγορικά έξοδα, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Η Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Μαρίας Μιχαήλ, η οποία εργάζεται στην Νομική Υπηρεσία της Εναγόμενης 1 και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την τελευταία όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η Εναγόμενη 1 έχει καλή υπεράσπιση στην απαίτηση του Αιτητή. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η κατάσταση στην οποία περιήλθε ο Αιτητής όπως ο ίδιος περιγράφει στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ήταν το αποτέλεσμα εφαρμογής από την Εναγόμενη 1 των προνοιών της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 103/13, ημερομηνίας 29.3.13, από τώρα και στο εξής «το διάταγμα», το οποίο εκδόθηκε με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί, και το οποίο βρίσκεται σε ισχύ καθότι εκδόθηκε από αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, ήτοι την Αρχή Εξυγίανσης, από τώρα και στο εξής «η Αρχή», και δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί είτε εν όλω είτε εν μέρει, ούτε ανακληθεί από την Αρχή. Σύμφωνα με τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Ν. 17(Ι)/2013, διάταγμα της Αρχής για εφαρμογή μέτρου διάσωσης είναι άμεσα δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση ίδρυμα και εκτελέσιμο όπως καθορίζεται από την Αρχή. Η Εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επιλογή από του να εφαρμόσει στην ολότητά του και να συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του διατάγματος και της ευρύτερης Νομοθεσίας βάση της οποίας αυτό έχει εκδοθεί. Ακολουθεί ότι οι εντολές του Αιτητή προς την Εναγόμενη 1 δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν. Στον βαθμό που η οποιαδήποτε ιδιωτική σύμβαση προβλέπει το αντίθετο αυτή έχει ματαιωθεί. Στην παρούσα περίπτωση η σύμβαση με τον Αιτητή έχει ματαιωθεί. Επίσης, η αγωγή του Αιτητή είναι αβάσιμη αφού σύμφωνα με τον Νόμο 17(Ι)/2013, άρθρο 12

(5)και
(16), τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάσθηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα ούτε και να απαιτήσουν είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από την Δημοκρατία οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του πιο πάνω Νόμου πιστωτής που θεωρεί ότι η οικονομική του κατάσταση έχει επιδεινωθεί σε σχέση με αυτήν που θα βρισκόταν αν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης δύναται να περιορισθεί στην αναζήτηση οικονομικής επανόρθωσης και στην καταβολή αποζημιώσεων για ζημιά που έχει υποστεί δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης. Συνεπώς, το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης ζημιώσει περισσότερο από όσο θα ζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν και το πιστωτικό ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Άλλοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: ο Αιτητής δεν ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής η υπό κρίση αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Διαταγής 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη και δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος η υπό κρίση αίτηση αντίκειται στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 7.6.13 σε σειρά προσφυγών κατά των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει Νόμου 17(Ι)/2013 από την Κεντρική Τράπεζα ως η Αρχή η υπό κρίση αίτηση είναι αβάσιμη και/ή ατεκμηρίωτη και/ή λανθασμένη και τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνηγορούν με την έκδοση συνοπτικής απόφασης η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας είναι δίκαιο και εύλογο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως η υπό κρίση αίτηση απορριφθεί. Η Ειδοποίηση Ένστασης από μέρους της Εναγόμενης 2 συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Γιώργου Σκλάβου, ο οποίος είναι Οικονομικός Λειτουργός στο Υπουργείο Οικονομικών και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την τελευταία όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. η υπό κρίση αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί για την έκδοση συνοπτικής απόφασης ο Αιτητής δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται και στερείται γνώσεων και πληροφοριών για να είναι σε θέση να προβάλει τους ισχυρισμούς που προβάλλει στις παραγράφους 9-28 της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση περιλαμβάνει μαρτυρία και/ή εξ' ακοής χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης της. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτή για να καταλήξει σε συμπεράσματα η απαίτηση του Αιτητή δεν είναι ξεκάθαρη υπό το φως και της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 551/13 και άλλες η υπό κρίση αίτηση είναι επιπόλαιη, καταχρηστική και εκδικητική και έγινε με σκοπό την μη παροχή δυνατότητας στην Εναγόμενη 2 για να προβάλει την υπεράσπισή της η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής, αόριστη και δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή και/ή αληθή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 2 ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς το ότι η απαίτησή του είναι ξεκάθαρη τα διατάγματα και οι Νόμοι στους οποίους ο Αιτητής κάνει αναφορά στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση εκδόθηκαν και ψηφίσθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης και/ή δημοσίου συμφέροντος, είναι νόμιμα και δεσμευτικά και αν δεν εφαρμοσθούν η Εναγόμενη 2 θα είναι υπαίτια για παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας ο Αιτητής σκόπιμα δεν αναφέρει το ύψος της ζημιάς που θα υφίστατο αν τα διατάγματα και οι Νόμοι τους οποίους επικαλείται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν είχαν εκδοθεί με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να υπολογισθεί η όποια ισχυριζόμενη ζημιά του η Εναγόμενη 2 έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στις αξιώσεις του Αιτητή ο τίτλος της αγωγής σε σχέση με την Εναγόμενη 2 είναι λανθασμένος. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου στην σελίδα 266 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον σύνηθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Η σχετική Αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 264). Στις περιπτώσεις ξεκάθαρων απαιτήσεων στις οποίες ο εναγόμενος αποκαλύπτει καλόπιστη ανταπαίτηση η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της αγωγής θα πρέπει να δίδεται απόφαση για το ποσό της απαίτησης με ταυτόχρονη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση ανταπαίτησης. Σε αυτή την περίπτωση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Διαφωνώ με την θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 2 ότι ο Αιτητής δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία ορκίσθηκε ή ότι η μαρτυρία του είναι εξ' ακοής και ότι αναφορικά με αυτήν δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης του. Αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία ο Αιτητής επικαλείται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, όπως η απαίτησή του προς την Εναγόμενη 1 για πληρωμή προς αυτόν των χρημάτων τα οποία ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς του και η άρνηση της τελευταίας να συμμορφωθεί με την πιο πάνω εντολή του αναμφίβολά εμπίπτουν στο πεδίο της προσωπικής του γνώσης. Αναφορικά δε με τον λόγο που η Εναγόμενη αρνήθηκε να καταβάλει στον Αιτητή τα χρήματα που αυτός είχε κατατεθειμένα στους λογαριασμούς του ο Αιτητής αναφέρει με σαφήνεια στην ένορκό του δήλωση ότι αυτός του λέχθηκε από υπάλληλο της Εναγόμενης 1 τον οποίο και κατονομάζει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως οι ισχυρισμοί που η Εναγόμενη 2 προβάλει στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή της επί του προκειμένου δεν ευσταθούν. Χώρια που με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Εναγόμενης 2 δεν διασαφηνίζεται ποια είναι η εξ' ακοής εκείνη μαρτυρία την οποία ο Αιτητής επικαλείται για να στηρίξει την υπό κρίση αίτηση και για την οποία δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Η εν λόγω αναφορά στην ένορκο δήλωση του κύριου Σκλάβου παρέμεινε γενικόλογη και αόριστη. Αναφορικά με την θέση που προβλήθηκε και από τις δύο Εναγόμενες ότι ο Αιτητής ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν δηλώνει ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην απαίτητή του έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τον Θεσμό 18
(1)(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και την Νομολογία μια από τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι όπως ο Αιτητής δηλώνει στην ένορκό του δήλωση ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην απαίτησή του. Στην προκείμενη περίπτωση μπορεί να μην αναφέρεται ρητά από τον Αιτητή ότι οι Εναγόμενες δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, τούτο, όμως, κρίνω πως συνάγεται ευκρινώς από τους ισχυρισμούς του που εκτίθενται στην ένορκό του δήλωση. Άλλη έννοια δεν θα μπορούσαν να έχουν οι ισχυρισμοί του ότι οι Νόμοι τους οποίους επικαλείται είναι αντισυνταγματικοί καθώς και η εν γένει θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τους κηρύξει ως τέτοιους. Επίσης, το πνεύμα της ένορκής του δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι τέτοιο που ευκρινώς παραπέμπει στο ότι σύμφωνα με αυτόν οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Εν' όψει των πιο πάνω κρίνω πως το ότι ο Αιτητής δεν αναφέρει στην ένορκό του δήλωση ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή είναι απλά τυπική παράλειψη που δεν αφαιρεί από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο Αιτητής ικανοποίησε τους τυπικούς όρους και προϋποθέσεις που τάσσει ο σχετικός θεσμός και η Νομολογία και, επομένως, ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας. Καθίσταται έκδηλο τόσο από τις θέσεις που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση όσο και από τις θέσεις που προβάλονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις των Εναγόμενων ότι εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα. Ζητήματα όπως αν οι Νόμοι τους οποίους ο Αιτητής επικαλείται είναι αντισυνταγματικοί ή όχι, κατά πόσο τα ως εξ' αυτών εκδοθέντα διατάγματα είναι νόμιμα και δεσμευτικά ή έχουν ισχύ ή όχι, κατά πόσο οι Εναγόμενες είχαν επιλογή άλλη από του να συμμορφωθούν με αυτά, κατά πόσο η σύμβαση μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Αιτητή έχει ματαιωθεί, κατά πόσο η ζημία του Αιτητή είναι το αξιώμενο με την αγωγή ποσό ή κάποιο άλλο και, επομένως, αν το μέτρο των αποζημιώσεων είναι κάποιο άλλο ή από την Νομοθεσία αυτό διαφορετικά καθορίζεται. Τα πιο πάνω σαφώς δεν ανάγουν την απαίτηση του Αιτητή σε μια απαίτηση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη. Είδαμε, επίσης, ότι σύμφωνα με την Νομολογία ο εναγόμενος σε αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί. Υπεράσπιση ακόμα που μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή είναι, επίσης, υπεράσπιση που δίνει το δικαίωμα στον εναγόμενο να υπερασπισθεί και συνηγορεί με την μη έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η κρινόμενη περίπτωση δεν είναι μια περίπτωση όπου δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο Αιτητής δικαιούται σε απόφαση και ότι είναι απρόσφορο να επιτραπεί στους Εναγόμενους να υπερασπισθούν. Σαφώς οι υπό των Εναγόμενων προβληθέντες ισχυρισμοί αποκαλύπτουν μια καλόπιστη υπεράσπιση και αναμφίβολα είναι τέτοιοι που δίνουν το δικαίωμα σε αυτούς να υπερασπισθούν. Σαφώς και δεν μπορεί εύλογα να λεχθεί ότι είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση ή ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται σε απόφαση. Η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τέτοια όπου είναι αναμφίβολο ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Τουναντίον, θεωρώ ότι με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους οι Εναγόμενοι έδωσαν τέτοιες λετπομέρειες με τις οποίες καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής τους επί της ουσίας της αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων ζητημάτων κρίνω πως παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 / Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Συνοπτική απόφαση Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.