Εργοληπτική Εταιρεία Αμφιάραος Λτδ ν. Καιτούλλα Μιχαηλίδη, Αρ.Aγωγής: 3178/2013, 14/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ.Κουνίδου Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 3178/2013 Μεταξύ: Εργοληπτική Εταιρεία Αμφιάραος Λτδ , από την Πάφο Ενάγοντες Και Καιτούλλα Μιχαηλίδη , από την Πάφο Εναγόμενη ----------------------- Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Ιωάννου για Μ. Βασιλειάδης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση: κα Χαραλαμπίδου για Ροτσίδης & Σια ΔΕΠΕ ----------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 5.11.2013, η οποία μετατράπηκε σε δια κλήσεως μετά από διαταγή του Δικαστηρίου για επίδοση της, ζητούν την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη από το να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει ακίνητη περιουσία της ήτοι το όλο μερίδιο του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3872, τεμ. 92, Φ/ΣΧ 46/29 χωρ. εντός του χωριού Μέσανα της Επαρχίας Πάφου, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4,5,7 και 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 και
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων, η αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €34.598,94 για εργασίες συντήρησης και ανακαίνισης διατηρητέας οικοδομής που βρίσκεται στο πιο πάνω τεμάχιο. Η εναγόμενη, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ανάθεσε τις πιο πάνω εργασίες στους ενάγοντες δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 13.6.2008 έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των €154.000 πλέον Φ.Π.Α. Είναι η θέση των εναγόντων ότι εκτέλεσαν πλήρως τις ανατεθείσες από την εναγόμενη εργασίες οι οποίες επιθεωρήθηκαν από επιβλέποντα μηχανικό που ενεργούσε για λογαριασμό της εναγόμενης, ο οποίος έκδιδε διατακτικά πληρωμής σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών και γίνονταν πληρωμές έναντι από την εναγόμενη προς τους ενάγοντες. Κατά την διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών, ο επιβλέπων μηχανικός της εναγόμενης, έκρινε απολύτως αναγκαίες επιπρόσθετες εργασίες τις οποίες η εναγόμενη προσωπικά και/ή δια του επιβλέποντα Μηχανικού της, ανάθεσε στους ενάγοντες για να εκτελέσουν τις οποίες και εκτέλεσαν. Ο επιβλέπων μηχανικός ενέκρινε τις πιο πάνω εργασίες και εξέδωσε το Πιστοποιητικό 6 ημερ. 13.11.2012 με την παραλαβή του έργου για το ποσό των €21.740.
- Επίσης, ο επιβλέπων μηχανικός, εξέδωσε και πιστοποιητικό πληρωμής με αρ. 5 ημερ. 8.7.2009 για το πόσο των €37.858 έναντι του οποίου, η εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των €25,000 και παραμένει απλήρωτο το ποσό των €12.740.
- Παρά τις οχλήσεις των εναγόντων για πληρωμή του ποσού των €34.598.94 η εναγόμενη αρνείται να το καταβάλει στους ενάγοντες. Αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα και σχετικά με την ακίνητη περιουσία της εναγόμενης για την οποία ζητούν και την έκδοση του, ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα ακόλουθα:
- Εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζων και πιστεύω και εξ΄ όσο πληροφορούμαι από φιλικό πρόσωπο το οποίο έχει στενή συγγενική σχέση - εξάδελφος με την εναγόμενη, έχει πρόθεση να πωλήσει και μεταβιβάσει την πιο πάνω περιουσία σε τρίτο πρόσωπο.
- Την πιο πάνω πρόσθεση της εναγόμενης να πωλήσει το επίδικο ακίνητο, μου επιβεβαίωσε ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσάνων ο οποίος μου ανάφερε επίσης ότι η εναγόμενη θα αναχωρήσει στις 20/11/2013 για τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου διαμένει μόνιμα.
- Η εναγόμενη στερείται άλλης ακίνητης περιουσίας και/ή δεν έχω υπόψη μου οποιαδήποτε άλλη περιουσία στ΄ όνομα της, αφού έκανα σχετική έρευνα.
- Είναι πολύ επείγων να δοθεί το διάταγμα διότι η εναγόμενη προτίθεται να πωλήσει και μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο την ρηθείσα περιουσία και ακολούθως να αναχωρήσει στο εξωτερικό.
- Πιστεύω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μας ότι έχουμε πολλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή μας και ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη μετά την εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο.
- Η εναγόμενη καταβάλλει προσπάθεια να πωλήσει το επίδικο κτήμα και από τα όσα πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μας μετά την επίδοση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο θα σπεύσει να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο και θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου και θα καταστήσει το λαβείν μας αδύνατο να εισπραχθεί εφ' όσον αυτή θα μεταβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στερείται άλλης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Η ένσταση Η εναγόμενη καταχώρησε γραπτή ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ιδίας και του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσάνων, Περικλή Μασακαρή. Οι λόγοι της ένστασης της εναγόμενης είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960: Ειδικότερα η αιτήτρια i. Δεν επέδειξε ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον της καθ΄ης η αίτηση. ii. Δεν επέδειξε ότι έχει καλές πιθανότητες ότι θα εκδοθεί υπέρ αυτής και εναντίον της καθ΄ης η αίτηση οποιαδήποτε απόφαση. iii. Δεν επέδειξε ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
- Η αιτήτρια έχει επινοήσει γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης της.
- Η αιτήτρια προσπαθεί να παραπληροφορήσει και/ή δεν έδωσε τη δέουσα σημασία και/ή παρέλειψε και/ή δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα αίτηση με σκοπό να ξεγελάσει το Δικαστήριο προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας πάσχει ουσιωδώς εφόσον δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσεως της σε εξ΄ακοής μαρτυρία σε ουσιώδη για την κρίση του Δικαστηρίου γεγονότα.
- Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας πάσχει ουσιωδώς εφόσον υπάρχουν διαζευκτικοί ισχυρισμού επί ουσιωδών γεγονότων.
- Δεν παρουσιάζεται μαρτυρία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ελέγξει την νομιμότητα της αξίωσης του ενάγοντα.
- Τα πιστοποιητικά πληρωμής δυνάμει των οποίων αξιώνει η ενάγουσα εξεδόθησαν αντισυμβατικά και/ή παράνομα και/ή αποτελούν προϊόν απάτης και σε καμία περίπτωση τα ποσά που πιστοποιούνται δυνάμει των εν λόγω διατακτικών δεν αποτελούν ξεκαθαρισμένη απαίτηση εναντίον της εναγόμενης.
- Η συμφωνία των διαδίκων δεν προνοεί την έκδοση πιστοποιητικών πληρωμής υπό του επιβλέποντος.
- Η εναγόμενη έχει περιουσία στην Κύπρο.
- Το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωση που συνοδεύει αυτή δεν αποκαλύπτει κάτι το οποίο να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με την υπάρχουσα νομολογία και/ή νομοθεσία και/ή τις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις.
- Η νομική βάση πάνω στην οποία βασίζεται η αίτηση δεν μπορεί να στηρίξει τα αιτήματα και/ή τις αιτούμενες θεραπείες.
- Η αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσάνων, Περικλής Μασακαρής. αρνείται με την ένορκη δήλωση του, ότι πληροφόρησε τον Παναγιώτη Παναγιώτου, ότι η εναγόμενη θέλει να πωλήσει το ακίνητο της και όπως αναφέρει, ουδέποτε έλαβε τέτοια πληροφόρηση από την εναγόμενη. Όπως αναφέρει, ήταν ο κ. Π. Παναγιώτου, που επικοινώνησε μαζί του και του ανάφερε ότι έχει βρει Ρώσους αγοραστές για το ακίνητο της εναγόμενης και του ζήτησε να την ρωτήσει εάν επιθυμεί να το πωλήσει και τότε αυτός του απάντησε πως είναι καλύτερα να μιλήσει με την ίδια την εναγόμενη. Η εναγόμενη με την ένορκη δήλωση της, η οποία αποτελείται από 33 παραγράφους, αν και παραδέχεται την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ ιδίας και εναγόντων για την εκτέλεση εργασιών ανακαίνισης σε οικία της στα Μέσασα της Πάφου, αρνείται την απαίτηση των εναγόντων, αρνείται ότι τους οφείλει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων και προβάλλει τις θέσεις της και τους ισχυρισμούς της προς αντίκρουση της, επίσης αρνείται την πρόθεση της για πώληση της περιουσίας που οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση του διατάγματος Νομική πτυχή Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 5 και 9 του Κεφ.
- Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, είναι θεμελιωμένο ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, έχει διακριτική εξουσία καθ΄οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει (μεταξύ άλλων) τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός αν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και ότι με την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγοντας από του να πετύχει την ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου που τυχόν να εκδοθεί προς όφελος του. Στην υπόθεση C.Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποια «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 785, παρατηρήθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή θα πρέπει να καταδειχθεί δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (βλ. σχετικές υποθέσεις Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Σε ότι αφορά την τήρηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, από την πλευρά της εναγόμενης (βλ. παρ. 8 της γραπτής αγόρευσης), δεν αμφισβητείται ότι υφίσταται. Μέσα από την ένορκη δήλωση των εναγόντων και από τα δικόγραφα διαπιστώνω ότι πράγματι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση και αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση η οποία αφορά μια σύμβαση εργολαβίας και όπως οι ενάγοντες υποστηρίζουν, εκκρεμεί αμοιβή για εκτελεσθείσα από μέρους τους και προς όφελος της εναγόμενης, εργασία. Πιθανότητα επιτυχίας Εγείρεται επίσης για εξέταση η ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» εφόσον αποτελεί προϋπόθεση του άρθρου 5 του Ν.14/60, της οποίας την ύπαρξη αμφισβητεί η πλευρά της εναγόμενης. Στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Σύμφωνα με την αγόρευση του συνηγόρου της εναγόμενης (βλ. παρ. 9 της αγόρευσης), με βάση τα στοιχεία που οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται και δεν μπορεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο δικαιούνται σε θεραπεία. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν οι συνήγοροι των εναγόντων ότι, (α) Ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στη βάση δεόντως πιστοποιημένων και εκδομένων διατακτικών πληρωμής εκκρεμεί υπόλοιπο προς πληρωμή δεν έχει παραθέσει μαρτυρία ως την σχετική σύμβαση δυνάμει της οποίας εκδίδονταν τα κατ΄ ισχυρισμό πιστοποιητικά πληρωμής. (β) Η κατ΄ ισχυρισμό σύμβαση των διαδίκων δεν έχει προσκομισθεί για να ελέγξει το Δικαστήριο το βάσιμο της αξίωσης της ενάγουσας. (γ) Δυνάμει του άρθρου 26 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Νόμου του 2001, όπως τροποποιήθηκε, η ανάληψη έργου από μη δικαιούχο πρόσωπο αποτελεί ποινικό αδίκημα. Η ενάγουσα δεν παραθέτει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι κατά τους επίδικους χρόνους κατείχε ετήσια άδεια εργολάβου για την ανάληψη του συγκεκριμένου έργου. Ως εκ τούτου η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί με τη δέουσα μαρτυρία η νομιμότητα της αξίωσης της ενάγουσας μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικά συνέχιση της παρανομίας εις την περίπτωση όπου παράνομα η ενάγουσα εκτέλεσε τις κατ΄ ισχυρισμό εργασίες. (δ) Δεν έχει παρουσιαστεί από την ενάγουσα μαρτυρία που να δείχνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 38
(1)του ιδίου Νόμου που αφορούν τυπικές προϋποθέσεις σύμβασης εργολαβίας. Με την παράλειψη προσκόμισης της κατ ισχυρισμό γραπτής σύμβασης εργολαβίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την νομιμότητα της αξίωσης της ενάγουσας. Παρόμοια ζητήματα με αυτά που εγέρθηκαν από τους συνηγόρους της εναγόμενης, εγέρθηκαν και στην υπόθεση Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπος Χριστοφή κ.α Πολιτική Έφεση 12026 ημερομηνίας 8.9.2006. Εγέρθηκε ως λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε την εισήγηση ότι η συμφωνία μεταξύ του εφεσείοιντος και των εφεσίβλητων ήταν έκδηλα παράνομη αφού ο εφεσείων δεν ήταν εργολάβος οικοδομών και δεν μπορούσε να αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών της ανακαίνισης της κατοικίας. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η εξής: « Από την ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών και από την ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση, φαίνεται ότι υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία αναφύονται μέσα από την προφορική συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την διεκπεραίωση εργασιών με σκοπό την ανακαίνιση της κατοικίας των αιτητών. Η ακριβής φύση της σχέσης των εναγόντων και εναγόμενου δεν είναι του παρόντος να αναζητηθεί και θα προσδιοριστεί στο τελικό στάδιο της δίκης.» Το Εφετείο έκρινε ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή και πως η νομική φύση της συμφωνίας για την ανακαίνιση της οικίας είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής και δεν θα μπορούσε να εξεταστεί μέσα στα περιορισμένα πλαίσια τα οποία παρέχονται κατά την εκδίκαση μιας αίτησης (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοδούλου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Υπό τις περιστάσεις, καταλήγω πως οι πιο πάνω θέσεις που αφορούν και σχετίζονται με την νομιμότητα της συμφωνίας και ότι θα πρέπει να αποδειχτεί και να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο ως στοιχείο που να συνηγορεί στην απόδειξη και της δεύτερης προϋπόθεσης, πρόκειται καθαρά για ζήτημα το οποίο το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ανάλογα και μόνο κατά την ακρόαση της αγωγής και μέχρι τότε θα πρέπει να αναμένουν. Στην υπό κρίση περίπτωση, έχουν κατατεθεί τα πιστοποιητικά πληρωμής τα οποία εκδόθηκαν από τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου. Εάν λοιπόν οι ενάγοντες αποδείξουν με την δέουσα μαρτυρία, χωρίς βεβαία να εξετάζω το βάσιμο ή όχι των θέσεων της εναγόμενης που προβάλλει με την ένορκη της δήλωση προς αντίκρουση της απαίτησης, την εκτέλεση των εργασιών, που εκ πρώτης όψεως πιστοποιούνται και την θέση ότι δεν εξοφλήθηκε το αξιούμενο με την έκθεση απαίτησης ποσό, τότε θα δικαιούνται σε απόφαση. Συνεπώς, είναι η άποψη μου ότι οι ενάγοντες έχουν καταφέρει να αποδείξουν τουλάχιστον σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας ότι έχουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ώστε να πετύχουν στην εξασφάλιση της θεραπείας του ζητούν. Να σημειωθεί επίσης, πως παρά την άρνηση της εναγόμενης των γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωση των εναγόντων και την παράθεση των δικών της ισχυρισμό προς αντίκρουση της αίτησης αλλά και της απαίτησης τους, η εναγόμενη παραδέχεται την υπογραφή συμφωνίας το καλοκαίρι του έτους 2008 μεταξύ εαυτής και των εναγόντων για την εκτέλεση εργασιών σε κατοικία της στο χωριό Μέσανα της Πάφου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω υπό τις περιστάσεις ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει και αυτή την προϋπόθεση. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 396). Το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6 σκοπό έχει να διασφαλίσει στον ενάγοντα την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που θα προκύψει από πιθανή επιτυχία του στην αγωγή. Συνεπακόλουθα ως προς την τήρηση αυτής της προϋπόθεσης θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο μπορεί η ενάγουσα θα παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Την τρίτη προϋπόθεση η ενάγουσα προσπάθησε να ικανοποιήσει με τις παραγράφους 13 μέχρι και 19 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση της. Το Ανώτατο στην υπόθεση Phasarias (πιο πάνω) παρατήρησε ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Να σημειωθεί ότι στην παρούσα διαδικασία δεν έχουν εκδοθεί οποιαδήποτε διατάγματα αντεξέτασης και δεν έχει με οποιοδήποτε ο ενόρκως δηλών την ένσταση της εναγόμενης, Περικλής Μασακαρής, αμφισβητηθεί ότι ουδέποτε είπε στον διευθυντή των εναγόντων τα όσα αναφέρει την παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης. Συνεπώς, δεν μπορώ με οποιαδήποτε τρόπο να αποδεχτώ την μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα αναφορικά με το ζήτημα αυτό και τούτο που καταλήγω υπό τις περιστάσεις είναι ότι δεν είπε την αλήθεια και προσπάθησε να παραπλανήσει το δικαστήριο, αφού σύμφωνα με την ενόρκως δηλούντα Περικλή Μασακαρή, ήταν ο ίδιος που επικοινώνησε μαζί του και του ανάφερε ότι «έχει εξεύρει πολύ καλούς Ρώσους αγοραστές για να πουληθεί το σπίτι της κας Μαίρης και του ζήτησε να την ρωτήσει εάν ενδιαφέρεται να το πουλήσει», ο Περικλή Μασακαρή του είπε «ότι θα ήταν καλύτερα να μιλήσει αυτός μαζί της προσωπικά» και όπως στην ένορκη δήλωση του αναφέρει «Αυτή ήταν η συνομιλία μας σε σχέση με το σπίτι της κας Μιχαηλίδου και τίποτε άλλο». Η θέση του συνηγόρου των εναγόντων - αιτητών ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα Περικλή Μασακαρή ουδόλως επηρεάζουν την έκδοση του αιτούμενο διατάγματος δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο . Έχοντας προβεί στην πιο πάνω διαπίστωση, δεν βλέπω τον λόγο γιατί δεν πρέπει να η αναφορά στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγόντων στην αίτηση, να αντικριστεί με διαφορετικό μάτι, όταν μάλιστα δεν κατονομάζει την πηγή από την οποία έλαβε την πληροφόρηση, δίδοντας στοιχεία όμως τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εάν πράγματι ήταν αληθής αυτός ο ισχυρισμός θα έκανε αναφορά και στο όνομα του προσώπου, του εξάδελφου της εναγόμενης, που του ανέφερε ότι η εναγόμενη έχει πρόθεση να πωλήσει και μεταβιβάσει το επίδικο. Από την άλλη , η εναγόμενη με την παρ. 3 της ένορκης της δήλωσης, αντικρούσει τον ισχυρισμό περί προσπαθειών και πρόθεσης πώλησης της συγκεκριμένης περιουσίας. Στην υπόθεση Χριστάκης Σάββα v. Παναγιώτας Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) 2001, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα, εκτός από μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση πρόβαινε σε ενέργειες για να πωλήσει το ακίνητο, υπήρχε και μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν είχε καμία άλλη περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση το μέρος της μαρτυρίας που αφορά προσπάθεια της εναγόμενης για την πώληση της επίδικης περιουσίας έχει αποκλειστεί. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση υποστηρίζει ότι η εναγόμενη στερείται άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας και/ή δεν έχει υπόψη του οποιαδήποτε άλλη περιουσία στ΄ όνομα της εναγόμενης, αφού έκανε έρευνα (βλ. παρ. 15 της ένορκη του δήλωσης) Με δεδομένο ότι ο ενόρκως δηλών έκανε έρευνα, θα έπρεπε κατά την άποψη μου να παραθέσει και τα σχετικά με την έρευνα που διενήργησε και που τον οδήγησαν στην πιο πάνω διαπίστωση. Ο ως άνω ισχυρισμός παρουσιάζει κατά την άποψη μου γενικότητα και υπό το φως των πιο πάνω που έχουν αναφερθεί, δεν με έχει πείσει. Από την άλλη η εναγόμενη με την ένορκη της δήλωση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι έχει 6 ακίνητα εγγεγραμμένα στο όνομα της στο Μέσανα, ισχυρισμός ο οποίος δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε ότι αφορά την μη χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης γίνεται αναφορά στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων κατά τρόπο που υποστηρίζεται ουσιαστικά ότι υπήρξε και αδυναμία στην έκδοση σχετικού διατάγματος καθότι η εναγόμενη δήλωσε ότι αναχώρησε στο εξωτερικό. Τέτοια δήλωση δεν υπάρχει πουθενά, αντιθέτως η εναγόμενη στην παρ.4 της ένορκης δήλωσης της ημερ. 18.11.2013 αναφέρει ότι από της επιδόσεως της αγωγής δεν έχει φύγει από την Κύπρο. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω, ότι οι ενάγοντες, δεν ικανοποίησαν την πιο πάνω προϋπόθεση. Εφόσον κατά την κρίση μου οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι πληρούνται σωρευτικά και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, δεν τίθεται ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση των εναγόντων απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο