Σοφοκλή Σαρίκα ν. Michael Anthony Wood κ.α., Αρ. Αγωγής: 1036/13, 11/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1036/13 Μεταξύ: Σοφοκλή Σαρίκα, από την Πάφο Ενάγοντα και
- Michael Anthony Wood, από τον Καναδά, τώρα στην Λεμεσό
- Stephanie Elizabeth Wood, από τον Καναδά, τώρα στην Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 11.3.14 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: κκ Mantis & Athinodorou LLC (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ν. Μάντης) Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κκ. Α. Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ελίζα Μιχαήλ) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 31.10.13 οι Εναγόμενοι 1 και 2 / Αιτητές εξαιτούνται των ακόλουθων διαταγμάτων: διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα (παράγραφος Α) διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.4.13 (παράγραφος Β) διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 12.6.13 με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, της αίτησης ημερομηνίας 18.4.13 για έκδοση του προσωρινού διατάγματος και του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 18.4.13 στους Εναγόμενους / Αιτητές (παράγραφος Γ) και διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, η επίδοση της αίτησης ημερομηνίας 18.4.13 για έκδοση του προσωρινού διατάγματος και του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 18.4.13 (παράγραφος Δ). Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.2, θ.2, ΔΔ 5, 6, 16 και 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Πηνελόπης Αθηνοδώρου Μάντη, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών και εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται επτά λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Γιώργου Δημητριάδη, ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση και εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για λογαριασμό του. Για λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω ευθύς εξ' αρχής το γεγονός ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνεται από δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση. Το εν λόγω σημείο εγείρεται με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών και προβάλλεται ως αντικανονικότητα τέτοια που η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών με την αγόρευσή του εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο ενεργήσει προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Επί του του πιο πάνω θέματος υπάρχει πλούσια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ως ενδεικτικά της στάσης της Νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29.1.10, αναφορά στην οποία έγινε και στην αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών, αναφορικά με ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης με την οποία ζητούνταν παρεπίμπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Στις πιο πάνω υποθέσεις ένας από τους λόγους έφεσης ήταν και η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Η εν λόγω ένορκος δήλωση είχε καταρτισθεί από δικηγόρο ο οποίος εργοδοτείτο από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης - αιτήτριας. Υποστηρίχθηκε κατ' έφεση ότι ο δικηγόρος που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση έπρεπε απαραίτητα να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ένορκό του δήλωση ως προς τον λόγο για τον οποίο αδυνατούσε να ορκισθεί η αιτήτρια. Λέχθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: «Ως βάση και αιτιολογία υποβολής αυτού του λόγου έφεσης προβάλλεται από τον εφεσείοντα το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, είχε καταρτισθεί από το δικηγόρο κ. Νεόφυτο Χ"Λοϊζου. Ο κ. Χ"Λοϊζου εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την αιτήτρια, χωρίς όμως ο ίδιος να χειρίζεται την υπόθεσή της. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, αν και σύμφωνα με τις καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές, τυγχάνει ανεπιθύμητο, πλην όμως όχι ανεπίτρεπτο να ορκίζεται ως προς γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, στην περίπτωση κατά την οποία ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί ο ίδιος. Αυτή η αρχή, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, εκπηγάζει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα, προβαίνοντας σε διαφοροποίηση μεταξύ ενδιάμεσης και πρωτογενούς διαδικασίας και αρνούμενο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τον πρώτο τούτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε του σχετιζόμενου με το θέμα λόγου Ένστασης που είχε προβληθεί κατά της συνέχισης ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, αποφάνθηκε ως εξής: "Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ΄ όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν. Χ"Λοϊζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal - v - Κυπρ. Δημοκρατία Προσφ. 1045/05 ημερ. 27.10.05 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd - v - Banque Worms κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd - v - Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036)." Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει». Στην υπόθεση Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (Πολιτική Έφεση 124/10 ημερομηνίας 14.7.11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου». Στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης ...». Τέλος, στην Αίτηση 90/10 ημερομηνίας 25.8.10 o αιτητής ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari και prohibition. Η αίτηση συνοδεύετο από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Η αίτηση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίσθηκε ο ίδιος ο αιτητής. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Μελέτησα την αίτηση και τα όσα ανάφερε κατά την αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια έχω καταλήξει όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί ενάντια του αιτήματος: (α) ..................................................................................................................... (β) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δε γίνεται από τον ίδιο τον αιτητή αλλά ουσιαστικά από το δικηγόρο του χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής. Υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Rock-Chick Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 C.L.R. 53, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, In re an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036), ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο. Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, στη σελ. 1041, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τελειώνοντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από το συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Όπως ήδη ανάφερα δεν υπάρχει εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής ...». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προέρχεται ουσιαστικά από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση αφού ο κύριος Γιώργος Δημητριάδης που την ορκίσθηκε είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Το πιο πάνω γεγονός καθιστά σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε και την θέση που ηγέρθη από πλευράς των Αιτητών την εξέταση της κανονικότητας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αναγκαία και επιβεβλημένη. Στην ένορκο δήλωση του κύριου Γιώργου Δημητριάδη που συνοδεύει την ένσταση καμία εξήγηση δεν δίδεται γιατί αυτή δεν έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση, αλλά από τον ίδιο. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι κάτοικος εξωτερικού, ούτε και διαφαίνεται να συντρέχουν οποιεσδήποτε άλλες εγγενείς δυσχέρειες που να μην του επέτρεπαν να υπογράψει ο ίδιος την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε απαιτείτο μια εξήγηση για το ότι την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν την υπέγραψε ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση αλλά δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Στην απουσία οποιουδήποτε λόγου ή εξήγησης και υπό το φως της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε κρίνω ότι η ένορκη δήλωση του κύριου Γιώργου Δημητριάδη που συνοδεύει την ένσταση πάσχει και ότι αυτή σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Σημειώνεται ότι από πλευράς των Αιτητών δόθηκε εξήγηση γιατί την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση την υπογράφει δικηγόρος από το γραφείο των δικηγόρων τους και όχι οι Αιτητές οι ίδιοι ή ένας εξ' αυτών. Η κυρία Αθηνοδώρου ρητά δηλώνει στην παράγραφο 1 της ένορκής της δήλωσης ότι προβαίνει η ίδια στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση «καθότι οι εναγόμενοι βρίσκονται στον Καναδά από τον Σεπτέμβριο του 2012, όπου και μετέβησαν για μόνιμη εγκατάσταση». Στην υπόθεση Unitica Enterprises Ltd v. The Slovak Republic, Πολιτικές Εφέσεις 11170 και 11172,
(2004)1(Β) ΑΑΔ 730 τονίσθηκε η σημασία της εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου πριν την καταχώρηση αγωγής όταν κατά τον χρόνο αυτό οι εναγόμενοι βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας. Στην πιο πάνω υπόθεση η εταιρεία Unitica Enterprises Ltd, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία», συμφώνησε εγγράφως να αγοράσει από την Δημοκρατία της Σλοβακίας ένα οικόπεδο στη Λευκωσία έναντι συγκεκριμένου ποσού. Η Δημοκρατία της Σλοβακίας αρνήθηκε να μεταβιβάσει το κτήμα στην εταιρεία, η εταιρεία καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 1.6.95 και στις 12.11.96 εξασφάλισε ερήμην της Δημοκρατίας της Σλοβακίας απόφαση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης της μεταξύ τους γραπτής συμφωνίας. Η αγωγή είχε καταχωρηθεί με τον συνήθη τρόπο που καταχωρείται μια αγωγή όταν ο εναγόμενος είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου. Όταν ο Πρέσβης της Σλοβακίας αρνήθηκε να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα, ο αρμόδιος επιδότης το άφησε στα γραφεία της Πρεσβείας της Σλοβακίας στην Κύπρο. Ένα από τα διαδικαστικά μέτρα που λήφθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ήταν και η έφεση με αριθμό 11170 εναντίον της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να μην προβεί, μεταξύ άλλων, στον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Παραθέτω απόσπασμα από τις σελίδες 742 - 745 της απόφασης του Εφετείου: «(iv) Η μη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Η πρεσβεία της Σλοβακίας αποτελεί όργανο της Δημοκρατίας της Σλοβακίας και αντιπροσωπεύεται νομικά από την κυβέρνηση της χώρας. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 1)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 802, "Οι πρεσβείες είναι δευτερεύοντα όργανα του κράτους και αποτελούν μέρος του Υπουργείου Εξωτερικών του διαπιστεύοντος κράτους." Εφόσον η Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Σλοβακίας αποτελεί μέρος ξένου κράτους και το στοιχείο αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από την εφεσίβλητη εταιρεία, το κλητήριο ένταλμα θα έπρεπε να σφραγισθεί προτού καταχωρηθεί με προηγούμενη άδεια προς τούτο του Δικαστηρίου. Η Διαταγή 2, θεσμός 2 προνοεί ότι, "No writ of summons for service out of Cyprus, or of which notice is to be given out of Cyprus, shall be sealed without the leave of the Court or a Judge." Στην υπόθεση Philippou v. Maria Philippou alias Maroulla Philippou, for herself and her three infant children - Elena, Panayiota and Christos Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά την καταχώριση αίτησης εκ μέρους της εφεσίβλητης εναντίον του εφεσείοντος, που διέμενε μόνιμα στην Αυστραλία για την καταβολή διατροφής, δέχθηκε την καταχώριση μονομερούς αίτησης για άδεια του δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση της αίτησης διατροφής με διπλοσυστημένη επιστολή, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 5, θεσμός
- Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος όταν ο εναγόμενος βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου καθορίζεται με τις πρόνοιες της Διαταγής 5 και όταν ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας με τις πρόνοιες της Διαταγής 6, αποφάνθηκε ότι εφόσον δεν είχε ζητηθεί και δεν είχε δοθεί πριν από την καταχώριση της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση, άδεια για την καταχώριση της αίτησης διατροφής σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 6, το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης. Όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά, "The Court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised - See Johnson v. Taylor Bras. and Company Ltd., [1920] A.C. 144." Στην παρούσα περίπτωση η προϋπόθεση ότι για την καταχώριση και σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος θα έπρεπε να ληφθεί πρώτα η άδεια του Δικαστηρίου είναι επιτακτική και η μη σφράγιση που έπρεπε να προηγηθεί της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος, συμπαρασύρει όλες τις μεταγενέστερες διαδικασίες και τις καθιστά άκυρες. Έπεται ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Γενικού Εισαγγελέα ότι η μη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος καθιστά το κλητήριο ένταλμα εξ υπαρχής άκυρο, είναι ορθή. Έχει υποβληθεί εκ μέρους της εφεσίβλητης ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε στην ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και δεν αντιμετώπισε το θέμα ως θέμα απλής παρατυπίας που θα μπορούσε να θεραπευθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής
- Και τούτο γιατί, μεταξύ άλλων, παραγνώρισε το γεγονός ότι η Πρεσβεία της Σλοβακίας έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που καταχωρήθηκε εναντίον της και λανθασμένα συνέδεσε το θέμα της επίδοσης με το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την εφαρμογή των προνοιών της Διαταγής 64, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στην εισήγηση του δικηγόρου της εφεσίβλητης, που βασίστηκε σε περικοπή του Αγγλικού συγγράμματος The Annual Practice 1997 ότι η παράλειψη λήψης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι μια παρατυπία που μπορεί να θεραπευθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Αγγλικής Δ.2, θ.1, σημείωσε ότι δεν μπορούσε να παρακαμφθεί από Κυπριακά Δικαστήρια ζωτική δικονομική διάταξη που αφορά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ότι το θέμα της δικαιοδοσίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως τεχνικό θέμα (technicality) που θα μπορούσε να διορθωθεί με την επίκληση των προνοιών της Δ.
- Η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή. Από τις Αγγλικές διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτές επεξηγούνται στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1997, φαίνεται ότι στην Αγγλία για την επίδοση ενός κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας δεν απαιτείται η προηγούμενη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος από το Δικαστήριο. Αντίθετα επιτρέπεται η καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος και ακολούθως καταχωρείται σχετική αίτηση για την επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας. Άδεια για την καταχώριση κλητηρίου εντάλματος χρειάζεται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτές καθορίζονται με τη Διαταγή 11, θ.
- (v) Παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος. Έχει υποβληθεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα η εισήγηση στην Έφεση 11170 ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενόψει των διαπιστώσεων του, δεν προέβηκε στον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Έχουμε ήδη αποφανθεί ότι η παράλειψη της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος το έχει καταστήσει άκυρο, όπως και όλα τα διαβήματα που επακολούθησαν. Σημειώνουμε και την αναγνώριση στο τέλος από την εφεσίβλητη εταιρεία πως κάτω από τέτοιο πρίσμα το κλητήριο θα πρέπει να ακυρωθεί. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η πιο πάνω ακυρότητα επιφέρει και τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος». Στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της κυρίας Αθηνοδώρου αναφέρεται ρητά και με θετικότητα ότι οι Αιτητές κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής βρίσκονταν στον Καναδά και, επομένως, εκτός της δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα εγκατέλειψαν την Κύπρο από τον Σεπτέμβριο του 2012 και βρίσκονται στον Καναδά για μόνιμη εγκατάσταση. Προς ενίσχυση της πιο πάνω θέσης η κυρία Αθηνοδώρου επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 25.7.13 του Εναγόμενου 1 στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι Αιτητές βρίσκονται στο εξωτερικό από τον Σεπτέμβριο του 2012 και έκτοτε παραμένουν στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα ότι έφθασαν στο Λονδίνο στις 6.9.12 καθοδόν προς τον Καναδά και ότι από τότε βρίσκονται αδιαλείπτως στον Καναδά. Σημειώνεται ότι αυτό είναι και το μόνο μαρτυρικό υλικό που προσφέρεται και δύναται το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για εξαγωγή της κρίσης του επί του κρινόμενου ζητήματος. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατίθεται ο Καθ' ου η αίτηση όφειλε να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου προτού εκδώσει το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η παράλειψη αυτή καθιστά το κλητήριο ένταλμα στην παρούσα υπόθεση εξ' υπαρχής άκυρο. Η πιο πάνω διαπίστωση είναι καθοριστική για την τύχη της υπό κρίση αίτησης και ταυτόχρονα καταλυτική για την έκβαση της αγωγής. Δεν μου διαφεύγει ότι οι Αιτητές καταχώρησαν εμφάνιση υπό αίρεση στις 3.7.13 και την υπό κρίση αίτηση στις 31.10.13, ήτοι 3 και πλέον μήνες αργότερα. Στην υπόθεση G. J. Madgon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2064 λέχθηκε ότι η παράλειψη από μέρους της εναγόμενης / εφεσείουσας καταχώρησης αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου ταυτόχρονα με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ισοδυναμούσε με αποδοχή της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου και υπαγωγή σε αυτήν (Βλ., επίσης, Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 ΑΑΔ 1090). Το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης δεν κρίνω πως είναι ικανό να έχει στην υπό εξέταση περίπτωση την καταλυτική επίδραση που είχε παρόμοια παράλειψη στην υπόθεση G. J. Madgon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2064, που πιο πάνω μνημονεύεται. Οι δύο περιπτώσεις είναι εντελώς διάφορες. Στην προναφερόμενη υπόθεση ο λόγος για τον οποίο επιζητείτο ο παραμερισμός του κλητηρίου ήταν η έλλειψη δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων ή γιατί τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν ήταν τα προσφορότερα για να εκδικάσουν την αγωγή. Δεν συνέτρεχε ζήτημα με την εγκυρότητα του κλητηρίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι εξ' υπαρχής άκυρο. Άκυρο, δηλαδή, εν τη γενέσει του και, ουσιαστικά, θεωρηθέν ως ουδέποτε εκδοθέν. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης δεν θα μπορούσε να έχει την παραμικρή σημασία και, βεβαίως, δεν θα μπορούσε να σταθεί ως τροχοπέδη στην επιβεβλημένη ανάγκη για διακοπή της οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας στην υπόθεση, η οποία και αντανακλάται στον υπό των Αιτητών ζητούμενο παραμερισμό του κλητηρίου. Αντίθετη προσέγγιση επί του θέματος θα επέτρεπε όπως η υπό των Αιτητών ακολουθείσασα διαδικασία επενεργήσει ως δυνάμενη να μετατρέψει ένα εξ' υπαρχής άκυρο κλητήριο σε έγκυρο. Κάτι τέτοιο εκτός από παράλογο θα ήταν και άτοπο! Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.4.13 η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 31.10.13, ήτοι 6 μήνες και πλέον μετά. Το πιο πάνω γεγονός δεν μπορεί να μεταβάλει το προκαθορισμένο αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης το οποίο επιβάλει η εξ' υπαρχής ακυρότητα του κλητηρίου. Ούτε και το ότι οι Αιτητές εμφανίζονταν μέσω των δικηγόρων τους στα πλαίσια του προσωρινού διατάγματος. Κρίνω δε πως η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης μόνο ως προς τα έξοδα δύναται να προσμετρήσει. Εν' όψει του ότι το κλητήριο ένταλμα είναι εξ' υπαρχής άκυρο άκυρες θα πρέπει να κριθούν και όλες οι διαδικασίες που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της αγωγής. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της αγωγής (καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης) και της υπό κρίση αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών και εναντίον του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εν' όψει, όμως, της καθυστέρησης που παρατηρείται στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και για την οποία καμία δικαιολογία δεν δόθηκε από τους Αιτητές, κρίνω πως τα έξοδα που αφορούν στην αίτηση ημερομηνίας 18.4.13 για έκδοση του προσωρινού διατάγματος και στο προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.4.13 δεν θα πρέπει να επιβαρύνουν τον Καθ' ου η αίτηση καθότι αυτά προκλήθηκαν εξ' υπαιτιότητας των Αιτητών και, συγκεκριμένα, από την παράλειψη των τελευταίων να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση έγκαιρα. Συνακόλουθα αναφορικά με την αίτηση ημερομηνίας 18.4.13 για έκδοση του προσωρινού διατάγματος και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.4.13 όλες οι προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραμερισμός κλητηρίου εντάλματος και όλων των παρεπόμενων διαδικασιών Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο