← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ ν. Νικολάου Ανδρέα Κυριάκου κ.α., Αγωγή 2730/11, 26/3/2014

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ ν. Νικολάου Ανδρέα Κυριάκου κ.α., Αγωγή 2730/11, 26/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 2730/11 Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ Ενάγοντες V

  1. Νικολάου Ανδρέα Κυριάκου
  2. Αντωνίου Γιολάντας
  3. Βρυώνη Βρυωνίδη
  4. Γεωργιάδη Φίλιου
  5. Νικολάου Αιμίλιου
  6. Αντωνίου Βάσως Εναγομένων 26.03.2014 Για τους Ενάγοντες: κ. Μιχάλης Λουκά για κ. Χριστάκη Λουκά (για να ακούσει απόφαση κ. Χριστιάνα Χατζηγεωργίου) Για τους Εναγόμενους 3,5 και 6: κ. Ανδρέας Πολυδώρου (για να ακούσει απόφαση κ. Αθηνά Ευαγόρου) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.10.2011 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή ζητώντας απόφαση εναντίον των Εναγομένων 3,5 και 6, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, για: «Α. €65.739,25.- υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης Β. Τόκους προς 6,50% επί του πιο πάνω ποσού από 01.07.2011 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως Γ. Δικηγορικά έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 00436880D) Δ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διαταγή κρίνει ορθή το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις». Δικόγραφα Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 3,5 και 6 (που στο εξής θα καλούνται «Εναγόμενοι») εδράζεται σε σύμβαση εγγύησης και/ή κάλυψης (indemnity), δυνάμει της οποίας ανέλαβαν να αποζημιώσουν και/ή καλύψουν τους Ενάγοντες σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες, Εναγόμενοι 1 και 2 (που στο εξής θα καλούνται «πρωτοφειλέτες»), δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, όπως αυτές προέκυπταν από συγκεκριμένη συμφωνία δανείου και/η χρεωστικού γραμματίου. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγόντων, ότι (α) οι Εναγόμενοι θα αναλάμβαναν να αποζημιώσουν και/ή να καλύψουν (indemnified) τους Ενάγοντες σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, (β) οι Εναγόμενοι δεν θα απαλλάσσονταν από την ευθύνη της εγγύησης εάν οι Ενάγοντες επεδείκνυαν ανοχή ή επιείκεια προς τους πρωτοφειλέτες ή προέβαιναν σε συμβιβασμό ή έδιναν παρατάσεις αποπληρωμής του χρέους τους, (γ) οι Εναγόμενοι θα ήταν υποχρεωμένοι στην πληρωμή όλων των εξόδων σε περίπτωση άσκησης δικαστικών μέτρων τόσο εναντίον των πρωτοφειλετών όσο και εναντίον τους και (δ) η ευθύνη των εγγυητών (Εναγομένων) ήταν κοινή και χωριστή (join and several) με τους πρωτοφειλέτες. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες οι πρωτοφειλέτες δεν πλήρωναν κανονικά τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις του δανείου, με αποτέλεσμα να τερματίσουν τη συμφωνία δανείου στις 02.02.2011 και να καλέσουν, τόσο τους πρωτοφειλέτες, όσο και τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό μέσα σε μια περίοδο είκοσι μια

(21)ημερών από την ειδοποίηση αυτή, χωρίς όμως να υπάρξει καμιά ανταπόκριση, με αποτέλεσμα την έγερση της παρούσας αγωγής. Στην έκθεση υπεράσπισής τους οι Εναγόμενοι, αφενός μεν αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων και αμφισβητούν τη νομική ισχύ των συμφωνιών, αφετέρου δε, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου, ημερ. 27.07.2007, είναι εξ' υπαρχής άκυρη, παράνομη και ανυπόστατη, καθότι υπογράφθηκε από τον πρωτοφειλέτη, Εναγόμενο 1, εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί στις 06.07.2005 διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση πτώχευσης με αρ. 35/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και κατά συνέπεια το δάνειο και/ή η αντιπαροχή ήταν παράνομη. Αποτελεί επίσης υπερασπιστικό ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη (α) λόγω της μη εφαρμοσιμότητας της συμφωνίας δανείου, (β) διότι οι Ενάγοντες δεν έκαναν όλες αναγκαίες ενέργειες, ώστε να ενημερώσουν τους Εναγόμενους, ότι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας δανείου εναντίον του Εναγομένου 1 είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας, γεγονός το οποίοι οι Εναγόμενοι αγνοούσαν και που εάν το γνώριζαν δεν θα υπέγραφαν τη συμφωνία εγγύησης και (γ) διότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να δώσουν τις κατάλληλες πληροφορίες και να ενημερώσουν τους Εναγόμενους για το νομικό αποτέλεσμα και την ισχύ της συμφωνίας εγγύησης πριν την υπογραφή της. Με την ανταπαίτησή τους οι Εναγόμενοι ζητούν δήλωση του δικαστηρίου, ότι οι συμφωνίες δανείου και εγγύησης είναι εξ' υπαρχής παράνομες, άκυρες, ανεφάρμοστες και ανυπόστατες. Στην απάντησή τους στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων οι Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, αρνούνται τους ισχυρισμούς τους, που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και υιοθετούν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην έκθεση απαίτησής τους και περαιτέρω ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η πτώχευση του Εναγόμενου 1 δεν του στέρησε τη δικαιοπρακτική ικανότητα και επομένως η σύμβαση δανείου, που υπέγραψε είναι νομικά ισχυρή, έγκυρη και δεσμευτική, όπως νομικά ισχυρή, έγκυρη και δεσμευτική είναι και η σύμβαση εγγύηση που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι. Ακροαματική διαδικασία Οι Ενάγοντες κάλεσαν, ως μάρτυρα, μόνο τη Χρύσω Μιχαήλ (Μ.Ε.1), η οποία, στην κυρίως εξέτασή της, περιορίσθηκε στην υιοθέτηση του περιεχομένου γραπτής της δήλωσης, που σημειώθηκε Τεκ. Α. Στη συνέχεια, κατατέθηκαν, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους, τα ακόλουθα τεκμήρια: 1) Δήλωση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, ημερ. 25.07.2007, που σημειώθηκε Τεκ. 1 2) Τρείς ενημερωτικές επιστολές προς τους Εναγόμενους, που σημειώθηκαν Τεκ. 2 3) Τρείς δηλώσεις παραλαβής από τους Εναγόμενους, που σημειώθηκαν Τεκ. 3 4) Αντίγραφο της συμφωνίας δανείου, που σημειώθηκε Τεκ. 4 5) Αντίγραφο της σύμβασης εγγύησης, που σημειώθηκε Τεκ. 5 6) Η επιστολή τερματισμού, που σημειώθηκε Τεκ. 6 7) Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, που σημειώθηκε Τεκ. 7 και 8) Το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Εναγομένου 1, που σημειώθηκε Τεκ.
  1. Ενόψει της κατάθεσης των πιο πάνω τεκμηρίων, η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε στην αντεξέταση της Μ.Ε.1 και στην ένορκη μαρτυρία που έδωσαν οι Εναγόμενοι. Αμφότεροι οι συνήγοροι, στις γραπτές αγορεύσεις τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με σχετική, ουσιαστική και κυρίως νομική επιχειρηματολογία, υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Επίδικα ζητήματα Τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν προκύψει από την ακρόαση και τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων, και παραμένουν προς επίλυση, είναι: (α) Το κατά πόσο η συμφωνία δανείου είναι έγκυρη ή παράνομη και (β) Σε περίπτωση που δεν είναι έγκυρη, εάν συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη σύμβαση εγγύησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. Η Χρύσω Μιχαήλ (Μ.Ε.1), κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν γραμματέας/διευθύντρια της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κουκλιών Λτδ, η οποία στις 26.10.2013, μαζί με όλες τις άλλες Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες της Επαρχίας Πάφου, συγχωνεύθηκε με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, το οποίο μετονομάσθηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Όπως έχει προαναφερθεί, στην κυρίως εξέτασή της, η Μ.Ε.1 περιορίσθηκε στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης (Τεκ. Α). Η αντεξέτασή της περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες της Μ.Ε.1, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας δανείου, για να διαπιστώσει την έκδοση του διατάγματος παραλαβής εναντίον του Εναγομένου
  2. Η Μ.Ε.1 παρέμεινε σταθερή στη θέση της, που αναφέρει στην παρ. 8 του Τεκ. Α, ότι είχε ρωτήσει σχετικά τον Εναγόμενο 1, καθώς, όπως επέμεινε, ήταν συνήθης τακτική, κατά τη διαδικασία υποβολής αίτησης για χορήγηση δανείου, να ρωτούν, εάν οι πελάτες ήταν καταχωρημένοι στο Κ.Α.Π. ή εάν ήταν πτωχεύσαντες. Όπως επισήμανε, κάτι που αναφέρει και στην παρ. 9 του Τεκ. Α, κατά το χρόνο σύναψης του δανείου δεν είχαν οποιαδήποτε πρόσβαση σε αρχείο πτωχευσάντων ή στο Κ.Α.Π., ούτε είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση από το Γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη, ότι ο συγκεκριμένος πελάτης ήταν υπό διαδικασία πτώχευσης. Η Μ.Ε.1 επισήμανε επίσης, ότι ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν σε εταιρεία και είχαν κατευθείαν έμβασμα το μισθό του για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν τη σύναψη του δανείου. Παρακολουθούσαν και τις αναλήψεις του, οπότε δεν είχαν οποιοδήποτε στοιχείο ή κάποια υπόνοια για να μπουν στη διαδικασία να ψάξουν παραπέρα. Πέραν τούτου οι εγγυητές ήταν συγγενείς πρώτου βαθμού και στενοί οικογενειακοί φίλοι με τους πρωτοφειλέτες, οπότε ήταν σε θέση, ίσως και καλύτερη από τους ίδιους, να ξέρουν την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση του Εναγόμενου 1 και θεωρούσαν ότι εάν είχαν οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να αποδείκνυε το αντίθετο περί πτώχευσης θα τους το έλεγαν ή δεν θα δέχονταν να υπογράψουν τη σύμβαση εγγύησης. Επιπλέον η Εναγόμενη 2 είχε βάλει και υποθήκη για εξασφάλιση του δανείου. Ανέφερε περαιτέρω, ότι ο Εναγόμενος 1 είχε και ένα πολύ παλιότερο ενυπόθηκο δάνειο, το οποίο ήταν προβληματικό, όμως του δόθηκε παράταση χρόνου για να το πληρώνει. Επειδή εργαζόταν και είχαν απευθείας έμβασμα το μισθό του αποπλήρωνε, τόσο το πρώτο, όσο και το επίδικο δάνειο, για τα επόμενα δύο με τρία χρόνια. Σε υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγόμενων, ότι αυτοί υπέγραψαν τη συμφωνία εγγύησης, διότι δεν τους είχαν πληροφορήσει οι Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν σε πτώχευση, η Μ.Ε.1 απάντησε ότι ούτε οι Ενάγοντες θα δέχονταν να προχωρήσουν στη συμφωνία δανείου, εάν γνώριζαν αυτό το γεγονός. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η Μ.Ε.1 είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, κατά την αντεξέταση, με αμεσότητα και ειλικρίνεια, παραμένοντας σταθερή στην αρχική εκδοχή της (Τεκ. Α) και χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Πέραν τούτου, η μαρτυρία της συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο των Τεκ. 1 έως
  3. Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Ο Αιμίλιος Νικολάου (Μ.Υ.1) είναι ο Εναγόμενος 5 και αδελφός του Εναγόμενου
  4. Η εκδοχή του, τόσο στην κυρίως εξέτασή του, όσο και στην αντεξέτασή του, ήταν, ότι δεν γνώριζε ότι εναντίον του Εναγόμενου 1 είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ότι για να υπογράψει ως εγγυητής δεν μίλησε καθόλου με τον Εναγόμενο
  5. Όπως ισχυρίσθηκε, η Μ.Ε.1, την οποία δεν γνώριζε, τον πίεσε να υπογράψει, αφού τον έπεισε, λέγοντάς του ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το δάνειο, αφού υπήρχε υποθήκη πολύ μεγαλύτερης αξίας από το δάνειο και ότι ο αδελφός του έπιανε ένα πολύ καλό μισθό, από τον οποίο θα πληρωνόταν απευθείας η δόση. Ο Μ.Υ.1 ισχυρίσθηκε επίσης, ο Εναγόμενος 1 δεν του είχε πει, ότι θα έπαιρνε δάνειο και υποστήριξε, ότι για χρόνια δεν είχε καμιά σχέση με τον Εναγόμενο 1, ούτε γνώριζε την οικονομική του κατάσταση. Όπως ανέφερε, όταν η μάρτυρας του είπε να υπογράψει σαν εγγυητής πήρε τηλέφωνο τον αδελφό του και αυτός του είπε ότι βρήκε ένα οικόπεδο σε τιμή ευκαιρίας και το πήρε. Επέμεινε όμως ότι δεν είναι τόσο ο αδελφός του, που τον έπεισε να υπογράψει σαν εγγυητής, όσο η Μ.Ε.
  6. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, καθώς δεν με έχει πείσει, ότι είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Ηταν προφανής η προσπάθειά του να απεκδυθεί των υποχρεώσεών του από την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Πέραν τούτου η μαρτυρία του δεν συνάδει με την κοινή λογική. Δεν είναι πιστευτή και δεν συνάδει με την κοινή λογική η εκδοχή του ότι πείσθηκε από ένα άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο (τη Μ.Ε.1) να υπογράψει συμφωνία εγγύησης για τον αδελφό του (Εναγόμενο 1) με τον οποίο δεν είχε καμιά σχέση για χρόνια και δεν γνώριζε την οικονομική του κατάσταση. Δεν πείθει και δεν συνάδει με την κοινή λογική η εκδοχή του, ότι ο αδελφός του τον πρότεινε για εγγυητή, χωρίς να έχει συνεννοηθεί μαζί του. Τέλος δεν πείθει και δεν συνάδει με την κοινή λογική, ο ισχυρισμός του, ότι η Μ.Ε.1, που δεν είχε κανένα συμφέρον, τον πίεσε φορτικά να υπογράψει την εγγύηση και ότι ο αδελφός του, που είχε ζητήσει το δάνειο, όχι μόνο δεν του άσκησε καμιά πίεση, αλλά ούτε καν τον πήρε τηλέφωνο για να τον ενημερώσει, ότι θα τον πρότεινε για εγγυητή. Παρόλο που ο Μ.Υ.1 το αρνήθηκε, προσπαθώντας να επιρρίψει την ευθύνη στη Μ.Ε.1, από τη μαρτυρία του κατέστη προφανές, ότι ο μοναδικός λόγος, που υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης, ήταν η στενή συγγενική του σχέση με τον Εναγόμενο
  7. Απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως παντελώς αναξιόπιστη. Και ο Εναγόμενος 3, Βρυώνης Βρυωνίδης (Μ.Υ.2) προσπάθησε, στη μαρτυρία του, να επιρρίψει την ευθύνη για την εξασφάλιση της υπογραφής του στη συμφωνία εγγύησης στην Μ.Ε.
  8. Όπως είπε, θεωρεί ότι ξεγελάσθηκε να υπογράψει την εγγύηση, επειδή δεν του είπαν ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν σε πτώχευση. Ανέφερε όμως, ότι όταν η Μ.Ε.1 τον ειδοποίησε να πάει να εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1, τον πήρε τηλέφωνο και αυτός του είπε ότι θέλει να του υπογράψει γιατί ήθελε επείγον τα λεφτά, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, καθώς είχε βρει σε τιμή ευκαιρίας ένα χωράφι πολύ μεγάλης αξίας στην τοποθεσία Μαμώνια και έπρεπε να πάρει το δάνειο για να το αγοράσει. Στην αντεξέτασή του ισχυρίσθηκε ότι ήταν απλά καλός φίλος με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερός του και ότι λόγω της ηλικίας του (τότε ήταν 24 χρονών) παρασύρθηκε από τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει την εγγύηση. Υποστήριξε όμως ότι παρασύρθηκε και από τη Μ.Ε.1, διότι, όπως είπε, είχε υποχρέωση να τον ενημερώσει, εάν είναι καλός ο φίλος του στις συναλλαγές του με τη Συνεργατική. Δεν αρνήθηκε ότι γνώριζε ότι ο φίλος του είχε κακό όνομα, ισχυρίσθηκε όμως ότι άλλο είναι να έχει κακό όνομα και άλλο να είναι σε πτώχευση. Το δεύτερο όπως είπε είναι ξεγέλασμα του εγγυητή. Συμφώνησε ότι, εφόσον γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε κακό όνομα, έπρεπε να προειδοποιήσει τους Ενάγοντες και να αρνηθεί να υπογράψει την εγγύηση. Υποστήριξε τέλος ότι ξεγελάσθηκε, τόσο από τους Ενάγοντες, όσο και από τον Εναγόμενο 1, για να υπογράψει ως εγγυητής και να βοηθήσει, όπως ισχυρίσθηκε, τη Συνεργατική και τον Εναγόμενο 1 στη σύναψη του δανείου. Από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 έχει καταστεί προφανές ότι παρόλο που γνώριζε ότι ο καλός του φίλος Εναγόμενος 1 είχε κακό όνομα στις συναλλαγές του, υπέγραψε την εγγύηση, προκειμένου να μην χάσει την πολύ μεγάλη ευκαιρία να αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας το χωράφι. Τίποτε άλλο δεν τον ενδιέφερε τη δεδομένη στιγμή, πέραν της εξυπηρέτησης του φίλου του, και μόνο για αυτό το σκοπό έβαλε την υπογραφή του στη συμφωνία εγγύησης. Προφανώς δεν πίστευε ότι ο φίλος του δεν θα πλήρωνε τελικά το δάνειο. Όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί του είναι εκ των υστέρων σκέψεις προκειμένου να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός, ότι κατά την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1, δεν του έκανε καμιά νύξη για την οικονομική του κατάσταση, παρόλο που γνώριζε, ότι αυτός είχε κακό όνομα στις συναλλαγές του. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα δεχόταν να υπογράψει εγγύηση υπό τέτοιες συνθήκες και σε ένα τέτοιο άνθρωπο. Αλλωστε, εμμέσως πλην σαφώς, ο Μ.Υ.2 παραδέχθηκε, ότι παρασύρθηκε από τον Εναγόμενο 1 για να υπογράψει την εγγύηση. Εκτός από τα ανωτέρω, απορρίπτω την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Υ.2 ως αναξιόπιστη. Η Βάσω Αντωνίου, Εναγόμενη 6 (Μ.Υ.3) στην κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Τεκ. 9). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκ. 9, η εκδοχή της είναι ότι στις 27.07.2007, δηλ. την ημέρα υπογραφής των συμφωνιών, της ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 να πάει στη Συνεργατική για να τον εγγυηθεί, πράγμα που έπραξε. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν γνώριζε την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και ότι δεν την πληροφόρησαν για το γεγονός αυτό οι υπάλληλοι της Συνεργατικής. Αν το γνώριζε δεν θα υπέγραφε την εγγύηση. Στην αντεξέτασή της ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 είναι νυμφευμένος με την αδελφή της (Εναγόμενη 2 και πρωτοφειλέτρια με τον Εναγόμενο 1 του δανείου). Επέμεινε ότι δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου 1 και ότι δεν ρώτησε σχετικά όταν της είπε να τον εγγυηθεί. Επέμεινε επίσης ότι δεν τον ρώτησε, ούτε γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας, ότι δεν την ενημέρωσαν για το γεγονός αυτό από τη Συνεργατική και ότι αν το ήξερε δεν θα υπέγραφε. Τέλος ισχυρίσθηκε ότι από το δικηγόρο έμαθε ότι είχε κλήτευση για το δικαστήριο. Είμαι βέβαιος ότι η Μ.Υ.3 δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Η μαρτυρία της στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας. Ο ισχυρισμός της ότι μόνο με τον Εναγόμενο 1 μίλησε πριν την υπογραφή της εγγύησης και ότι ο τελευταίος της ζήτησε να τον εγγυηθεί δεν είναι πειστικός, ενόψει του ότι εκτός από τον Εναγόμενο 1 εγγυήθηκε και την αδελφή της, που ήταν επίσης πρωτοφειλέτης και μάλιστα ενυπόθηκος και επομένως είναι περισσότερο πιθανό να μίλησε και μαζί της πριν την υπογραφή της εγγύησης παρά το αντίθετο. Πέραν τούτου δεν πείθει ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου
  9. Η στενή συγγενική τους σχέση δεν επιτρέπει, στη βάση της κοινής λογικής, την αποδοχή αυτού του ισχυρισμού. Απορρίπτω τη μαρτυρία της Μ.Υ.3 ως αναξιόπιστης. Πραγματικά γεγονότα Τα ουσιαστικά γεγονότα, στα οποία θα βασισθεί η επίλυση, με νομική βεβαίως επιχειρηματολογία, των επίδικων ζητημάτων, όπως τα έχω προσδιορίσει ανωτέρω, είναι, όπως έχει προκύψει από την ακρόαση της υπόθεσης, μη αμφισβητούμενα από τις διάδικες πλευρές και συνάγονται αναντίλεκτα από το κείμενο των τεκμηρίων 1 έως
  10. Πέραν τούτου από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την αποδοχή της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 έχει προκύψει, ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν, κατά το χρόνο σύναψης των συμφωνιών δανείου και εγγυήσεων, την προγενέστερη έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Εναγόμενου 1 (Τεκ. 8) και ως εκ τούτου δεν ενημέρωσαν σχετικά τους Εναγόμενους. Επίλυση επίδικων ζητημάτων Η υπεράσπιση των Εναγομένων, όπως συνάγεται από την έκθεση υπεράσπισης και την ανταπαίτηση και έχει αναλυθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους, στη γραπτή αγόρευσή του, εδράζεται στην εισήγηση ότι η συμφωνία δανείου (Τεκ. 4) είναι παράνομη και ότι η παρανομία αυτή συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη σύμβαση εγγύησης (Τεκ. 5). Σύμφωνα με το επιχείρημα, η παρανομία συνίσταται στο ότι το δάνειο χορηγήθηκε σε άτομο για την περιουσία του οποίου είχε εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο διάταγμα παραλαβής. Το επιχείρημα στηρίζεται στην εισήγηση, ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής ο χρεώστης δεν δικαιούται να συναλλάσσεται. Στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγομένων γίνεται επίκληση των άρθρων 9, 117(α) και 118(α) του Κεφ. 5, των άρθρων 10, 97 και 101 του Κεφ. 149 και παραπομπή σε δυο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου την Ιωάννου και άλλοι v. Μουσκάλλη και άλλου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1595 και την Αγγελίδης v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1771. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων, στη γραπτή του αγόρευση, εισηγείται ότι, τόσο η συμφωνία δανείου, όσο και η σύμβαση εγγύησης, είναι απόλυτα νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές. Επικαλείται τα άρθρα 10 και 11 και το Μέρος ΧΙ του Κεφ. 149, το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 5, τις πρόνοιες του Ν.197(Ι)/2003 και παραπέμπει σε αυθεντίες, που, στη δική του αντίληψη, υποθεμελιώνουν την εισήγησή του. Προκύπτει επομένως, ως αδήριτη ανάγκη, η απάντηση στα ακόλουθα ερωτήματα: (α) Είναι η συμφωνία δανείου έγκυρη ή είναι παράνομη; και (β) Σε περίπτωση που δεν είναι έγκυρη, συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη σύμβαση εγγύησης; Καθοριστικό στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι η επίδραση στη νομική ισχύ και εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου του αδιαμφισβήτητου γεγονότος της προγενέστερης έκδοσης του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ενός εκ των πρωτοφειλετών Εναγομένου 1. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε στις 06.07.2005 και η συμφωνία δανείου συνομολογήθηκε στις 27.07.2007. Το άρθρο, στο οποίο προνοούνται τα αποτελέσματα της έκδοσης διατάγματος παραλαβής, είναι το άρθρο 9
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, το οποίο μετά την τροποποίησή του με το Ν.206(Ι)/2012, έχει ως ακολούθως: «9.-
(1)Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει: Νοείται ότι για χρέη, τα οποία δημιουργεί ο χρεώστης μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, οποιοδήποτε πρόσωπο θα έχει το δικαίωμα να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εναντίον του χρεώστη προσωπικά προς είσπραξη της απαίτησής του, χωρίς οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου: ........................................». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Από την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 9
(1)προκύπτει, ότι η έκδοση του διατάγματος παραλαβής δεν έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση στο χρεώστη να δημιουργεί νέα χρέη, στα οποία σαφώς συμπεριλαμβάνονται και συμφωνίες δανείου, όπως η επίδικη. Συναφώς δεν προκύπτει ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής ο χρεώστης στερείται της δικαιοπρακτικής ικανότητας να συνάπτει νέα δάνεια. Στην ίδια ερμηνευτική κατεύθυνση οδηγούν και δυο ακόμη πρόνοιες του Κεφ. 5. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 118(α) του Κεφ. 5: «Αν πρόσωπο ....... ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη ........................................ είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη». Από τις πρόνοιες του άρθρου 118(α) συνάγεται ότι ο νομοθέτης έχει καταστήσει ποινικό αδίκημα, όχι την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, αλλά την εξασφάλιση πίστωσης, με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, στη βάση ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Κεφ. 5, στο οποίο καταγράφονται περιοριστικά οι ανικανότητες πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε, δηλ. προσώπου εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί όχι μόνο διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, αλλά και διάταγμα πτώχευσης, προνοείται ότι: «32.-
(1)Αν ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, στερείται του δικαιώματος να εκλέγεται, να κατέχει ή να ασκεί το αξίωμα- (α) μέλους του Νομοθετικού Συμβουλίου (β) δημάρχου ή μέλους Δημοτικού Συμβουλίου (γ) μέλους Επαρχιακού Συμβουλίου (Medjilis Idare) (δ) κοινοτάρχη. .......................................». Το συμπέρασμα που προκύπτει, όχι μόνο από τις προαναφερθείσες πρόνοιες, αλλά από το σύνολο των ρυθμίσεων του Κεφ. 5, είναι, ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής ο χρεώστης δεν χάνει την δικαιοπρακτική ικανότητα να συνάπτει νέα χρέη και να δημιουργεί νέες υποχρεώσεις. Στο σύγγραμμα Chity on Contracts, 27th Edition, Volume 1, στη σελ. 1017, στο οποίο κάνει αναφορά στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων, υπό τον τίτλο Contracts made after adjudication αναφέρεται ότι «A bankrupt is clearly responsible upon any contract which he makes after he has adjudicated bankrupt»; «Ο πτωχεύσας είναι ξεκάθαρα υπεύθυνος για οποιαδήποτε σύμβαση που συνάπτει μετά την κήρυξή του σε πτώχευση» και αποσαφηνίζεται ότι το αποτέλεσμα της κήρυξης σε πτώχευση είναι η μεταφορά στον παραλήπτη μόνο της περιουσίας που ανήκει στον πτωχεύσαντα κατά το χρόνο της κήρυξης σε πτώχευση. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 1018 υπό τον τίτλο Action by bankrupt αναφέρεται ότι ένας μη αποκατασταθείς πτωχεύσας μπορεί να εγείρει αγωγή για σύμβαση που έγινε από αυτόν μετά την κήρυξή του σε πτώχευση, εκτός εάν παρέμβη ο παραλήπτης. Στο Indian Contract, 9th Edition, σελ. 118, υπό τον τίτλο Contract by insolvent-formation αναφέρεται ότι δεν υπάρχει καμιά απαγόρευση σε σχέση με σύμβαση που ο χρεώστης συνάπτει μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας αλλά πριν την κήρυξή του σε πτώχευση. Στα Halbury's Laws of England, 3rd Edition, σελ. 429 και επόμενες γίνεται αναφορά (σελ. 429, παρ. 851, After-acquired property) σε περιουσία που αποκτά ο πτωχεύσας μετά την κήρυξή του σε πτώχευση και πριν την αποκατάστασή του και διευκρινίζεται ότι η περιουσία που υπόκειται σε διανομή στους πιστωτές δεν είναι μόνο η περιουσία που ανήκει στο χρεώστη πριν την κήρυξή του σε πτώχευση, αλλά και η περιουσία που αποκτά μετά την κήρυξή του σε πτώχευση και στην παρ. 852 στην προστασία συναλλαγών που γίνονται με τον πτωχεύσαντα με καλή πίστη (Protection of bona fide transaction). Συναφώς το συμπέρασμα είναι, ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγομένων, ότι στις 27.07.2007 ο Εναγόμενος 1 στερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας για σύναψη της συμφωνίας δανείου είναι αβάσιμη και απορρίπτεται. Κατά συνέπεια και η συναφής εισήγησή του ότι η συμφωνία δανείου είναι παράνομη και κατά συνέπεια άκυρη, διότι συνομολογήθηκε με τον Εναγόμενο 1, ενώ σε προγενέστερο χρόνο είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, επίσης απορρίπτεται. Με το πιο πάνω σκεπτικό η απάντηση στο πρώτο ερώτημα και συνάμα επίδικο ζήτημα, όπως έχει προσδιορισθεί ανωτέρω, είναι ότι η συμφωνία δανείου (Τεκ. 4) είναι καθ' όλα νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική για τους συμβαλλόμενους σε αυτή. Αναπόφευκτα η απάντηση στο πρώτο επίδικο ζήτημα καθορίζει και την απάντηση στο δεύτερο, με την έννοια, ότι, εφόσον, όπως έχει αποφασισθεί, η συμφωνία δανείου είναι έγκυρη, έγκυρη και δεσμευτική είναι και η σύμβαση εγγύησης (Τεκ. 5). Αλλωστε η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγομένων για ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης βασίζεται στη συναφή εισήγησή του για ύπαρξη παρανομίας στη συμφωνία δανείου. Παρά ταύτα, κρίνεται, ότι είναι αναγκαίο να αποφασισθεί και ποια θα ήταν η κατάληξη, σε περίπτωση που γινόταν δεκτό, ότι υπήρχε παρανομία στη συμφωνία δανείου και κρινόταν ότι αυτή ήταν άκυρη. Σε μια τέτοια περίπτωση η κατάληξη του δικαστηρίου δεν θα ήταν διαφορετική. Και αυτό διότι στη σύμβαση εγγύησης περιλαμβάνεται ο όρος 18 , που αποτελεί στην ουσία ρήτρα αποζημίωσης (indemnity clause), όπως ορθά εισηγείται στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων. Ο όρος 18 έχει ως ακολούθως: «Επιπρόσθετα και χωρίς να επηρεάζονται οι πρόνοιες της σύμβασης αυτής, ο Εγγυητής συμφωνεί και αναλαμβάνει την υποχρέωση σε οποιοδήποτε χρόνο να αποζημιώνει και να διατηρεί πλήρως αποζημιωμένη (keep indemnified) τη Συνεργατική μέχρι του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 14, πιο πάνω, ως να ήταν ο ίδιος Πρωτοφειλέτης σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία αποδειχθεί ότι ο Πρωτοφειλέτης είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή ο δανεισμός για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία πάσχει λόγω ακυρότητας και/ή η είσπραξη ή η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από τον Πρωτοφειλέτη είναι αδύνατη λόγω οποιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος ή άλλης αιτίας». Σύμφωνα με το συγκεκριμένο όρο, εκείνο το οποίο επί της ουσίας συμφωνήθηκε μεταξύ της Συνεργατικής και των Εναγομένων, είναι, ότι ακόμη και στην περίπτωση, που η συμφωνία δανείου, ήταν για οποιοδήποτε, ουσιαστικό ή νομικό, λόγο άκυρη ή καθίστατο ανεφάρμοστη, οι Εναγόμενοι θα υπεισέρχονταν στη θέση των Πρωτοφειλετών, ωσάν να ήταν οι ίδιοι Πρωτοφειλέτες και θα είχαν υποχρέωση να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες μέχρι του ποσού των €59.850.- (£35.000.-), πλέον τόκους και έξοδα, ως προβλέπεται στην παρ. 14 της σύμβασης εγγύησης. Υπενθυμίζεται ότι, ο σκοπός και η χρησιμότητα της συμπερίληψης του συγκεκριμένου όρου στη σύμβαση εγγύησης, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους κατά την ακρόαση, αλλά αντίθετα, ο όρος αυτός αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός για τους διαδίκους, εφόσον αποτελεί μέρος του Τεκ. 5, που έχει κατατεθεί ως τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου του. Κατά συνέπεια και στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε ότι η συμφωνία δανείου ήταν άκυρη, λόγω της προγενέστερης έκδοσης του διατάγματος παραλαβής εναντίον του Εναγομένου 1, οι Εναγόμενοι θα εξακολουθούσαν να υπέχουν υποχρέωση αποζημίωσης των Εναγόντων, κατ' εφαρμογή του όρου 18 της σύμβασης εγγύησης. Ως ακροτελεύτια σκέψη επισημαίνεται, ότι η ακρόαση, με ευθύνη και των δυο διαδίκων πλευρών, επικεντρώθηκε στις συνέπειες στην εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου από την ύπαρξη του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Εναγομένου 1 και διέλαθε της προσοχής τους το γεγονός ότι δεν είναι ο μόνος πρωτοφειλέτης, εφόσον στο Τεκ. 4, που επίσης έχει κατατεθεί για την αλήθεια του περιεχομένου του, υπάρχει και άλλη πρωτοφειλέτης, η Γιολάντα Αντωνίου, Εναγομένη 2. Επισημαίνεται επίσης, ότι, με βάση τον όρο 13 της συμφωνίας δανείου, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες των ανωτέρω πρωτοφειλετών είναι αλληλέγγυες και κεχωρισμένες (joint and several). Από τη σύμβαση εγγύησης προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν εγγυηθεί μόνο τον Εναγόμενο 1, όπως επιμελώς προσπάθησαν να παρουσιάσουν, αλλά αλληλέγγυα και κεχωρισμένα και την Εναγόμενη 2. Επομένως και για αυτό το λόγο, ακόμη και εάν κρινόταν ότι η συμφωνία δανείου ήταν άκυρη για τον Εναγόμενο 1, οι Εναγόμενοι θα εξακολουθούσαν να δεσμεύονται από τη σύμβαση εγγύησης για την κάλυψη των κεχωρισμένων ισοδύναμων και ισόποσων υποχρεώσεων από τη συμφωνία δανείου της Εναγομένης 2. Κατάληξη Καταληκτικά, με το πιο πάνω σκεπτικό, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την απαίτησή τους εναντίον των Εναγομένων 3, 5 και 6. Συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 3,5 και 6, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγομένους 2 και 4, εναντίον των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση στις 14.02.2012, για το ποσό των €65.739,25.- πλέον τόκο προς 6,50% το χρόνο από 01.07.2011, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και την 31/12 κάθε χρόνου. Οσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 3,5 και 6, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Συμβάσεις - Εγκυρότητα συμφωνίας δανείου - Εγκυρότητα σύμβασης εγγύησης - Ρήτρα αποζημιίωσης (indemnity clause) σε σύμβαση εγγύησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.