← Κύπρος

Μαρίας Γ. Γρηγορίου κ.α. ν. ASTARTI DEVELOPMENT PLC, Αγωγή αρ. 2022/10, 4/3/2014

Μαρίας Γ. Γρηγορίου κ.α. ν. ASTARTI DEVELOPMENT PLC, Αγωγή αρ. 2022/10, 4/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2022/10 Μεταξύ: Μαρίας Γ. Γρηγορίου, από την Πάφο Γιώργου Γρηγορίου, από την Πάφο Εναγόντων - και - ASTARTI DEVELOPMENT COMPANY LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένης -------------------- Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος ημερ. 21.1.11 Μεταξύ: Μαρίας Γ. Γρηγορίου, από την Πάφο Γιώργου Γρηγορίου, από την Πάφο Εναγόντων - και - ASTARTI DEVELOPMENT PLC, από τη Λεμεσό Εναγομένης --------------------- Aίτηση ημερ. 31.10.13 για παράταση χρόνου καταχώρισης της Υπεράσπισης για περίοδο 30 ημερών από την έκδοση του διατάγματος 4.3.14 Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Η. Αντωνιάδου για Λ. Γεωργίου (ν' ακούσει απόφαση) Για τους Καθ'ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Α. Χαραλάμπους για Α. Δημητριάδη (ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του εγερθέντος θέματος κρίνω ορθό όπως παραθέσω πολύ συνοπτικά το ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο της τον οποίο έχω διεξέλθει. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 15.6.10 σε Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο με το οποίο αξιώνεται ουσιαστικά η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της εκ συμφώνου απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 5.3.07 στην Αγωγή 1400/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ως προϊόν απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους των Εναγομένων και λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Στις 9.11.10 καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους των Εναγόντων για τροποποίηση του ονόματος της Εναγόμενης και στις 21.1.11 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Εν τω μεταξύ στις 20.1.11 είχε καταχωρηθεί από μέρους των Εναγόντων μονομερής αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης εμφάνισης των Εναγομένων, η οποία απορρίφθηκε στις 21.1.11 κατόπιν απόσυρσης της. Στις 2.2.11 καταχωρήθηκε τροποποιημένο Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 21.1.11 και την 1.3.11 σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγομένης. Στις 23.2.11 καταχωρήθηκε εκ νέου από μέρους των Εναγόντων αίτηση για απόφαση εναντίον της Εναγομένης λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 4.3.11 κατόπιν απόσυρσης της, μετά που καταχώρισε η Εναγόμενη σημείωμα εμφάνισης. Στις 21.3.11 καταχωρήθηκε άλλη αίτηση πάλι εκ μέρους των Εναγόντων για διάταγμα του Δικαστηρίου αναστολής εκτέλεσης του διατάγματος ημερ. 5.3.07 που είχε εκδοθεί εκ συμφώνου εναντίον της Εναγομένης στην Αγωγή υπ΄ αρ. 1400/03 Ε.Δ. Πάφου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Στις 5.4.11 που ήταν ορισμένη η αίτηση για πρώτη εμφάνιση η Εναγόμενη 1 έφερε ένσταση οπότε η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 4.5.11 και δόθηκαν οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Στις 4.5.11 αναβλήθηκε η αίτηση εκ νέου για οδηγίες για τις 4.7.11 και παρατάθηκε η προθεσμία καταχώρισης της ένστασης μέχρι τότε. Ακολούθως ορίστηκε για ακρόαση στις 21.9.11, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησης της. Στις 27.9.11 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων αίτηση ημερ. 27.9.11 με την οποία ζητείτο ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 21.9.11 και η επαναφορά της αίτησης ημερ. 21.3.11. Στις 6.10.11 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα επαναφοράς της αίτησης ημερ. 21.3.11 η οποία ορίστηκε για ακρόαση στις 23.11.11 και μετά για οδηγίες στις 13.12.11. Στις 23.11.11 καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους των Εναγόντων για διάταγμα του Δικαστηρίου που να τους επιτρέπει όπως προβούν στην καταχώριση απαντητικής ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκείνης ημερ. 21.3.11 που συνόδευε την αίτηση τους, η οποία στις 13.12.11 που ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση ορίστηκε για ακρόαση στις 13.1.12, αφού δόθηκαν οδηγίες καταχώρισης ένστασης. Στις 13.1.12 ορίστηκε για ακρόαση για τις 25.1.12, ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε η απόφαση η οποία δόθηκε τελικά στις 29.2.12. Κατά την ίδια ημερομηνία η αίτηση ημερ. 21.3.11 ορίστηκε για ακρόαση στις 23.3.12, όπου επιφυλάχθηκε η ενδιάμεση απόφαση η οποία δόθηκε στις 7.5.12. Σύμφωνα με την απόφαση η αίτηση απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου. Στο φάκελο εντοπίζεται επίσης ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή ημερ. 3.9.13 με την οποία καλείτο ο δικηγόρος της Εναγομένης να καταχωρήσει στο Δικαστήριο την Υπεράσπιση της μέσα σε 14 μέρες, που ήταν και η αφορμή για καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.57 θ.2, Δ.48 θ.2

(2), 8
(1)(qq)
(2)
(3), Δ.19 θ.2, Δ.21 θ.1
(1)και Δ.26 θ.13
(1)
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της Ήβης Αντωνιάδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του Λεωνίδα Γεωργίου, δικηγόρου της Εναγόμενης-Αιτήτριας, ημερ. 31.10.13. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης από τη μελέτη του φακέλου και από την ενημέρωση που έτυχε από το δικηγόρο που χειρίζεται την αγωγή αλλά και από τους πελάτες τους οι οποίοι την εξουσιοδότησαν να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στις 9.10.13 επιδόθηκε σε υπάλληλο των δικηγόρων της Εναγόμενης η ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το θεσμό 13
(1)της Δ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία όμως δόθηκε στο δικηγόρο μετά πάροδο εννιά ημερών. Άρχισαν τότε οι δικηγόροι σε συνεννόηση με την πελάτιδα τους να συγκεντρώνουν όλες τις πληροφορίες και τεκμήρια για να ετοιμάσουν την Υπεράσπιση. Ενόψει των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην Αγωγή που ζητείται ουσιαστικά η ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, απαιτείται εξειδικευμένη προεργασία, προετοιμασία αλλά και έρευνα σε σχέση με τη βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Η Αντωνιάδη τονίζει την παρέλευση τριών χρόνων από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της παρούσας αγωγής και δέκα και πλέον χρόνων από την καταχώριση της Αγωγής αρ. 1400/
  1. Η καθυστέρηση αυτή καθιστά την περισυλλογή των στοιχείων δύσκολη και χρονοβόρα. Άνκαι οι δικηγόροι της Ενάγουσας προσπάθησαν να ετοιμάσουν την Υπεράσπιση μέσα στην προθεσμία των 14 ημερών που τους δόθηκε από τον Πρωτοκολλητή, εντούτοις κατέστη αδύνατη η συμμόρφωση τους εξού και η καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η Αντωνιάδη κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η παράταση ώστε να επιτρέψει στην Εναγόμενη να προβάλει τους ισχυρισμούς της έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων. Καταλήγοντας εισηγείται ότι η Εναγόμενη έχει καλή και βάσιμη Υπεράσπιση και σε περίπτωση άρνησης του διατάγματος θα τεθεί άδικα σε δυσμενέστερη και επαχθέστερη θέση από τους Ενάγοντες που είχαν αρκετό χρόνο για την προετοιμασία της Έκθεσης Απαίτησης τους. Ανκαι η παρούσα αίτηση ήταν μονομερής, εντούτοις κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην άλλη πλευρά η οποία και εμφανίστηκε στις 27.1.14 και έφερε ένσταση. Δόθηκαν οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 4.2.14, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε και η αίτηση για οδηγίες. Στις 4.2.14 η πλευρά των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση ζήτησε νέα προθεσμία καταχώρισης της ένστασης και το Δικαστήριο τους έδωσε το δικαίωμα να καταχωρήσουν την ένσταση τους τουλάχιστον 7 μέρες πριν την ακρόαση της αίτησης που ορίστηκε για τις 27.2.
  2. Η ένσταση δεν καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία που έδωσε το Δικαστήριο γι' αυτό και αγόρευσε επί της ουσίας της αίτησης μόνο ο δικηγόρος του Αιτητή, ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Το Δικαστήριο προτού προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, ζήτησε όπως του προσκομιστεί η ένσταση που, σύμφωνα με τη δικηγόρο των Εναγόντων, καταχωρήθηκε την ημέρα της ακρόασης αλλά δεν είχεν τοποθετηθεί στο φάκελο της υπόθεσης, όπως και έγινε. Με την ένσταση προβάλλονται διάφοροι λόγοι κυρίως το θέμα της αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, γιατί γίνεται από δικηγόρο και η καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προνοεί τα εξής: «Α Court or Judge shall have a power to enlarge or abridge the time appointed by these rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed: provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» Οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι Κανονισμοί έχουν ως απώτερο σκοπό την όσο το δυνατόν ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών μπορεί να αποβεί άδικη για ένα εκ των διαδίκων, οι δικονομικοί κανόνες παρέχουν την ευχέρεια παράτασης της χρονικής προθεσμίας νοουμένου ότι μια τέτοια παράταση είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις (βλ. Thas Maritime Co Ltd v. Στέλιος Ρήγας
(2000)1 A.A.Δ. 643). Τέτοια αίτηση μπορεί να υποβληθεί τόσο πριν την εκπνοή της προθεσμίας που καθορίζεται από τους θεσμούς, όσο και μετά από αυτήν (βλ. Eleftheriades and another v. Christos Mavrellis and Another
(1985)1 C.L.R. 440). Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αποφασίσει στη βάση της Δ.57, η οποία ασκείται δικαστικά και με γνώμονα πάντοτε το δίκαιο και το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1 Α.Α.Δ. 895 στη σελ. 898 αναφέρθησαν τα εξής σε σχέση με το θέμα: « Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που τίθενται είτε από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε από διαταγή του δικαστηρίου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων. Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. Κάθε απόκλιση από αυτούς πρέπει να δικαιολογείται· γίνεται δεκτή, εφόσον δεν αντιστρατεύεται τα θέσμια της δίκαιης δίκης, ως η περίπτωση της ηθελημένης αδιαφορίας για την τήρηση τους. Τα συμφέροντα του αντιδίκου, του διαδίκου που εξαιτείται την παράταση, λαμβάνονται υπόψη, όλως ιδιαίτερα, ο πιθανός επηρεασμός των ουσιαστικών, καθώς και των δικονομικών του δικαιωμάτων. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνηs, σε κάθε περίπτωση, έχει χαρακτηριστεί ως σύνθετο έργο το οποίο επιβάλλει όπως σταθμιστούν, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή (βλ. Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 7). Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, σε συνάρτηση με το ιστορικό της υπόθεσης όπως διαφαίνεται από το φάκελο και παρέθεσα πιο πάνω και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Δεν έχω επισημάνει κανένα στοιχείο που να κατατείνει στο ότι η τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα των Εναγόντων αλλ' ούτε και έχω διαπιστώσει ότι η Εναγόμενη με την παράλειψη της να καταχωρήσει έγκαιρα την Υπεράσπιση επέδειξε πλήρη αδιαφορία στην προώθηση της υπεράσπισης της. Καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας δεν παρατηρήθηκε μόνο από πλευράς Εναγόμενης, αλλά συνέτειναν και οι Ενάγοντες οι οποίοι παρέλειψαν να προβούν στα αναγκαία δικονομικά διαβήματα, ως αποτέλεσμα της μη καταχώρισης της Υπεράσπισης μέσα στην προθεσμία που προνοούν οι Θεσμοί. Αυτό δεν μπορεί παρά να δεικνύει ότι η έγκριση της αίτησης δεν τους επηρεάζει σ' όσον αφορά το θέμα του χρόνου. Για πρώτη φορά ήγειραν το θέμα της καθυστέρησης με την ένσταση τους στην παρούσα αίτηση, μετά την επίδοση της ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τη Δ.26 θ13
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που ήταν και το γεγονός που ώθησε την Εναγόμενη να προβεί στην παρούσα αίτηση. Η Δ.26 θ.13
(1)
(2)προνοεί τα εξής: «
(1)Τhe Registrar shall, once a month or at such times as he may be required by the Court or a Judge , furnish the Court or Judge with a list of actions in which there has been default of pleading within the time allowed for that purpose, and the Court or Judge may thereupon direct the Registrar to give notice to the party in default requiring him to file and deliver his pleading within fourteen days after the giving of the notice, and informing him, as may seem fit in the circumstances of the case, that upon failure so to do within the fourteen days aforesaid the action may be dismissed for want of prosecution, or that judgment in certain terms may be given in favour of a specified party.
(2)Upon failure to file and deliver the pleading within the fourteen days aforesaid, or within such extended time as may be allowed, the Registrar shall forthwith lay the file of the action before the Court or a Judge, and the Court or Judge may , as may seem fit in the circumstances of the case, dismiss the action for want of prosecution or give judgment in the terms specified in the notice or in terms not being more onerous than those so specified on the party affected thereby." Η ίδια πιο πάνω Διαταγή προβλέπει περί παράτασης του χρόνου καταχώρισης ενός δικογράφου, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που ο Πρωτοκολλητής ενεργήσει σύμφωνα με τη Δ.26 θ.13
(1), όπως εδώ. Σίγουρα υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην καταχώριση της Υπεράσπισης αλλά και στην προώθηση της αίτησης η οποία όμως σε συνδυασμό με όλες τις δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν και διαφαίνονται από το φάκελο της υπόθεσης, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ότι συνιστά περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δικαίωμα της Εναγόμενης να υπερασπιστεί στην υπόθεση. Άρνηση παράτασης του χρόνου καταχώρισης της Υπεράσπισης της Εναγόμενης θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματος της να ακουστεί. Σημειώνεται ότι η διαφορά μεταξύ των διαδίκων ανάγεται σε χρόνο από το 2003 που καταχωρήθηκε η αγωγή στην οποία εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση στις 5.3.07. Μεσολάβησαν δε και τρία χρόνια μέχρι την καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Μετά από τόσο χρόνο και τόσες διαδικασίες, δεν αποκλείω, όπως ισχυρίζεται η Αντωνιάδη, να είναι δύσκολη η ανεύρεση όλων των στοιχείων που συνιστούν την Υπεράσπιση της Εναγόμενης ώστε να ήταν δυνατή η καταχώριση της μέσα στην προθεσμία των 14 ημερών που έδωσε ο Πρωτοκολλητής. Σ' όσον αφορά τη θέση των Εναγόντων ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη γιατί έγινε από δικηγόρο, η νομολογία προβλέπει ότι μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά, επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες οι ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 82 και Reefer Carrier Limited, Αίτηση αρ. 168/2003 ημερ. 5.12.13). Αφ'ης στιγμή όμως ο δικηγόρος έχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος (βλ. Thanos Hotels Ltd v. Ioannou
(1991)1 A.A.Δ. 1036). Στην υπόθεση Rybolovleva (ανωτέρω) δεν κρίθηκε ορθό να προστεθεί ή να αναγνωρισθεί και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία αν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί ή απορριφθεί. Όπως αναφέρθηκε περαιτέρω στην Rybolovleva (ανωτέρω) τέτοια απόλυτη αρχή ουδόλως εξάγεται από την απόφαση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας Προσφυγή 1045/05, 27.10.05 στην οποία επίσης τέθηκε θέμα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την πρωτογενή αίτηση και κρίθηκε ότι ο αιτητής χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση εφόσον ανκαι ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, έγινε αποδεκτό ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Συνεπώς άνκαι στη βάση της πιο πάνω νομολογίας είναι ανεπιθύμητο δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις για λογαριασμό των πελατών τους, εντούτοις, ενόψει της φύσης της αίτησης, δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτόν σε σχέση με την ένορκη δήλωση της Αντωνιάδη που συνοδεύει την αίτηση ώστε το Δικαστήριο να την αγνοήσει. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η αίτηση γίνει δεκτή και εκδίδεται διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρισης της Υπεράσπισης για περίοδο 30 ημερών από την έκδοση του διατάγματος. Σ' όσον αφορά τα έξοδα, δεν κρίνω δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρισης της Υπεράσπισης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.