Δημήτρη Πόργιανου και Ντίας Παφίτη εκ μέρους του ανήλικου Άγγελου Ποργιανού ως οι γονείς και/ή οι φυσικοί κηδεμόνες του ν. Ανδρέα Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 1148/2013, 20/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1148/2013 Μεταξύ: Δημήτρη Πόργιανου και Ντίας Παφίτη εκ μέρους του ανήλικου Άγγελου Ποργιανού ως οι γονείς και/ή οι φυσικοί κηδεμόνες του, από την Λεμεσό. Εναγόντων - και - Ανδρέα Χαραλάμπους , από την Πάφο Εναγόμενου -------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.8.2013 της PRIME INSURANCE CO LIMITED. Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Παπαντωνίου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μούδουρος για Πατρίκιος Παύλου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η PRIME INSURANCE CO. LIMITED ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: (α) Όπως προστεθεί ως εναγόμενη 2 στην παρούσα αγωγή. (β) Όπως της επιτραπεί να παρέμβει και λάβει μέρος στην διαδικασία (intervene) υπό όρους που θα κρίνει το δικαστήριο ως πρέποντες. Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 θ.2-11 και Δ.48 θ. 1-8 στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αντωνίας Παρτασίδου, η οποία όπως η ίδια αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών και εργάζεται στο τμήμα απαιτήσεων. Δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και μετά από νομική συμβουλή που έχει λάβει από της δικηγόρους των αιτητών. Αναφέρει επίσης τα εξής προς υποστήριξη της αίτησης των αιτητών: 3. Η παρούσα αγωγή αφορά θανατηφόρο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 4/06/2010 στον Αγίο Δημητριανό της Πάφου. Στο εν λόγω δυστύχημα ενεπλάκη ο εναγόμενος Ανδρέας Χαραλάμπους και προκλήθηκε ο θάνατος της ανήλικης αδελφής του ανήλικου Άγγελου Ποργιανού ο οποίος ήταν αυτός αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. 4. Στις 29/04/2013 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικούνται προς όφελος τους ως άνω αναφερόμενου ανήλικου αποζημιώσεις Γενικές και/ή Ειδικές αποζημιώσεις για το ψυχικό τραυματισμό του. 5. Ακολούθως με την επιστολή ημερομηνίας 30/4/2013 κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια η παρούσα αγωγή, δυνάμει του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλεια Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστική εταιρεία του οχήματος. Η επιστολή κοινοποίησης παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 14/05/2013 (Τεκμήριο 1). 6. Η αιτήτρια δυνάμει περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλεια Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 έχει υποχρέωση όπως καλύψει και/ή πληρώσει οποιαδήποτε απαίτηση του Ενάγοντα καθότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, το όχημα του εναγόμενου ήταν ασφαλισμένο στην εταιρεία Demco Insurance Ltd. Στις 02/02/2012 η Demco Insurance Ltd και η Prime Insurance Co. Ltd συγχωνευτήκαν και η Prime Insurance Co. Ltd ανέλαβε εξ ολοκλήρου τις εργασίες, υποχρεώσεις και διαδικασίες που αφορούσαν την Demco Insurance Ltd (Τεκμήριο 2).
- Περαιτέρω, η αιτήτρια βάσει του Νόμου έχει δικαίωμα σε περίπτωση όπου υπάρχει παράβαση των ασφαλιστηρίων όρων του συμβολαίου και υποχρεωθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό τον ενάγοντα, να προχωρήσει σε ανάκτηση του ποσού από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος κατά παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου εγγράφου δεν γνωστοποίηση στην Αιτήτιρια το εν λόγω θανατηφόρο ατύχημα.
- Η πρώτη φορά που έμαθε η Αιτήτρια την ύπαρξη του δυστυχήματος και των επιπτώσεων του ήταν με επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα με ημερομηνίας 21/05/2012 (Τεκμήριο 3).
- Στις 02/07/2012 η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο ενημερώνοντας τον ότι έχει παραβιάσει ουσιώδεις όρους του ασφαλιστηρίου που ήταν σε ισχύ κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή μεταξύ του ιδίου και της Αιτήτριας. Επιπλέον ζητήθηκε από τον Εναγόμενο όπως εφοδιάσει την Αιτήτρια με σχετικές πληροφορίες του επίδικου δυστυχήματος, χωρίς όμως καμία ανταπόκριση από πλευρά του Εναγόμενου (Τεκμήριο 4).
- Περαιτέρω και παρόλες τις προσπάθειες της Αιτήτριας ο εναγόμενος αποφεύγει την επικοινωνία με την Αιτήτρια τόσο για να δώσει τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα όσο και για να την ενημερώσει για την Ποινική δίωξη εναντίον του. Η όλη συμπεριφορά του Εναγόμενου συνιστά κατάφορη παραβίαση των όρων του ασφαλιστήριου εγγράφου και στερεί από την Αιτήτρια την προάσπιση των δικαιωμάτων της.
- Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί στην Αιτήτρια να εμφανιστεί στην διαδικασία τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου, την οποία η Αιτήτρια θα πρέπει να καλύψει, χωρίς να ακουστεί η θέση της Αιτήτριας και χωρίς να μπορέσει το Σεβαστό Δικαστήριο να ακούσει όλες τις πλευρές.
- Για τον ενάγοντα είναι αδιάφορο εάν προστεθεί ή όχι η Αιτήτρια ως Εναγόμενη 2 στην παρούσα αγωγή αφού ούτως ή άλλως η Αιτήτρια υποχρεούται βάσει της ασφαλιστικής νομοθεσίες και της συμφωνίας μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων (MIF) να πληρώσει προς ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης εκδοθεί υπέρ του στην παρούσα αγωγή. Η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση περιλαμβάνει 4 λόγους, ως ακολούθως:
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή της Νομολογίας για την παροχή των Διαταγμάτων που ζητά η Αιτήτρια.
- Η Αιτήτρια δεν καταδεικνύει οποιουσδήποτε και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτημάτων της ή οιονδήποτε εξ αυτών.
- Το πραγματικό υπόβαθρο που θέτει η Αιτήτρια μέσω της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκές για να δικαιολογήσει την έγκριση της και/ή οι σχετικοί ισχυρισμοί και/ή γεγονότα που η Αιτήτρια επικαλείται, δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων πιθανόν να περιπλέξει αχρείαστα τα επίδικα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια της αγωγής και να καθυστερήσει αδικαιολόγητα την δικαστική διαδικασία. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ειδικότερα στην έλλειψη δήλωσης από μέρους των αιτητών ως ασφαλιστικής εταιρείας για την ανάληψη υποχρέωσης προς κάλυψη του ασφαλιζόμενου αναφορικά με αποζημιώσεις που επιδικαστούν εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Παγκύπρια Ασφαλιστική v. Χρίστος Μηνά
(2003)1 Α.Α.Δ. 188 τέθηκαν τα κριτήρια με τα οποία μια ασφαλιστική εταιρεία δύναται να παρέμβει και να προστεθεί ως διάδικος σε υπάρχουσα δικαστική διαδικασία. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η τελευταία αντιστοιχεί με τη Δ.16 θ.11 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θ.11 έτυχε ερμηνείας από την αγγλική νομολογία. Στην Amon v. Raphael Tucks & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει ήταν κατά πόσο το διάταγμα το οποίο ο ενάγων επεδίωκε στην αγωγή δυνατόν να επηρέαζε άμεσα τον παρεμβαίνοντα (δηλαδή τον προτεινόμενο διάδικο) με τον περιορισμό των νομίμων δικαιωμάτων των γιατί ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστήριο αναγκαία για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως (εντός της έννοιας της Δ.16 θ.11) ήταν ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Στην υπόθεση Dolfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England [1950] 2 All E.R. 605, υιοθετήθηκε το εξής κριτήριο: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.» Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω δυο αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί από το δικό μας Εφετείο στην General Insurance Co. Of Cyprus Ltd v. Georghiou and Antother
(1963)2 C.L.R.
- Στην Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328, o Lord Denning M.R επέλεξε να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από το Lord Esher M.R. στην Byrne v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657, Έθεσε το θέμα ως εξής: «Μου φαίνεται πως όπου δυο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τσέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας τούτο το Δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην Gurtner (πιο πάνω) οι ασφαλιστές ζήτησαν να προστεθούν ως εναγόμενοι στην αγωγή. Το αίτημα τους εγκρίθηκε από τον Master, εφόσον θα αναλάμβαναν να ικανοποιήσουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικάζοντο στον ενάγοντα (the Master granted the application on their giving an undertaking to satisfy any damages awarded to the plaintif). Το Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του Master. Το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές πρέπει να προστεθούν ως εναγόμενοι, εφόσον θα αναλάμβανα να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. O Lord Denning M.R. έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 332: «In my opinion, we should make an order allowing the Motor Insurers' Bureau to be added as defendants. They are prepared to undertake to pay any damages that may be awarded. This undertaking should be embodied in the order. On being added, they should be entitled to defend the action and to exercise all the rights of the defendant therein.» Σε μετάφραση: «Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να εκδώσουμε διάταγμα που να επιτρέπει στο Motor Insurers' Bureau να προστεθούν ως εναγόμενοι. Είναι έτοιμοι να αναλάβουν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικασθούν. Η ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης πρέπει να ενσωματωθεί στην απόφαση. Εφόσον προστεθεί θα πρέπει να δικαιούνται να υπερασπιστούν την αγωγή και να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα του εναγομένου.» Από την απόφαση Gurtner (πιο πάνω) προκύπτει ότι μέρος του λόγου της (ratio) ήταν η ανάληψη υποχρέωσης από τους ασφαλιστές να ικανοποιήσουν την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του ασφαλιζόμενου. Πρόσθετα καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Carpenter v. Ebblewhite and Others [1939] 1 K.B. 347, δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης σε αγωγή, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών. Συνεπώς με βάση την πιο πάνω νομολογία, τα κριτήρια που έχουν τεθεί για να επιτραπεί σε μια ασφαλιστική εταιρεία να προστεθεί ως διάδικος, αλλά και γενικά το νομικό πλαίσιο είναι ως εξής:
- Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η εν λόγω διάταξη αντιστοιχεί στη Δ.16 θ.11 των Παλαιών Διαδικαστικών Κανονισμών.
- Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική αγγλική νομολογία είναι οι ακόλουθες: α. Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 Θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει είναι το εξής: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.» β. Οι ασφαλιστές πρέπει να προστεθούν ως εναγόμενοι, εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατό να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. γ. Δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης σε αγωγή, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών (Carpenter v. Ebblewhite and Others). Στην υπό κρίση περίπτωση αυτό το οποίο οδήγησε την αίτηση σε ακρόαση είναι η δήλωση της δικηγόρου που εμφανίστηκε για τους αιτητές στις 21.11.
- Συγκεκριμένα, η πλευρά του ενάγοντα δήλωσε ότι αποδέχεται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος νοουμένου ότι θα γίνει δήλωση από την πλευρά των αιτητών ότι σε περίπτωση που διαφανεί ευθύνη η ασφαλιστική εταιρεία θα αποζημιώσει. Η δε δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους αιτητές την πιο πάνω ημερομηνία δήλωσε ότι δεν αποδέχεται να προβεί στην πιο πάνω δήλωση και δεν την αποδέχεται. Αποτέλεσμα των πιο πάνω, ήταν στην συνέχεια να καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση στην οποία ως κύριος λόγος ένστασης προβάλλεται η μη τήρηση των προϋποθέσεων που τάσσει ο Νόμος και/ή η Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και σχετική αναφορά με το πιο πάνω ζήτημα, δηλαδή την μη ύπαρξη της πιο πάνω δήλωσης, γίνεται και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Η αναφορά στην αγόρευση των αιτητών ότι, είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός της καθ΄ης η αίτηση ότι η δικηγόρος που εμφανίστηκε εκ μέρους της Αιτήτριας, δεν δεσμεύτηκε με σχετική δήλωση της ότι η αιτήτρια θα αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει τον ενάγοντα δεν βρίσκει έρεισμα αφού αυτή η δήλωση καταγράφεται στα πρακτικά που τηρήθηκαν. Η δε θέση ότι δεν είχε λάβει σχετικές οδηγίες να προβεί στην εν λόγω δήλωση η δικηγόρος που εμφανίστηκε στις 21.11.2013 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού δηλώσεις που γίνονται στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας από τους δικηγόρους των διαδίκων δεσμεύουν τους πελάτες τους και εκείνη την ημέρα η κα Παπαντωνίου εκπροσωπούσε τους δικηγόρους των εναγόντων. Τούτο όμως που είναι σημαντικό, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι, μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές αναγνωρίζουν έμμεσα την ύπαρξη υποχρέωσης όπως προβούν σε αποζημίωση σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων αλλά και δια της αγορεύσεως τους ανακαλούν την προηγούμενη δήλωση της δικηγόρου που εμφανίστηκε στις 21.11.2013 και δηλώνουν απερίφραστα ότι η αιτήτρια αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ενάγοντα προς ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ του. Συνεπώς έστω και σε αυτό το στάδιο αίρεται το πραγματικό εμπόδιο που δημιουργήθηκε με την δήλωση ημερ. 21.11.2013 και δεν βλέπω λόγο γιατί να μην εγκρίνω την αίτηση. Τούτο το οποίο λαμβάνω υπόψη μου όμως, σε σχέση με τα έξοδα είναι ότι αυτά θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών αφού εάν προέβαιναν στην πιο πάνω δήλωση κατά το αρχικό στάδιο, ως ήταν και η επιθυμία των καθ΄ων η αίτηση η ακρόαση της αίτησης θα ήταν αχρείαστη. Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδονται διατάγματα ως η παρ. (α) και (β) της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί μέσα σε 15 από την σύνταξη του διατάγματος και να ακολουθήσουν οι Θεσμοί. Τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της έκδοσης του παρόντος διατάγματος και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπερ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο δικαστήριο για έγκριση θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο